24 Απριλίου 2019 at 17:51

Παν. Κονδύλης: Ενδεχόμενες διαμορφώσεις της πλανητικής συγκυρίας

από

Ενδεχόμενες διαμορφώσεις της πλανητικής συγκυρίας

Κείμενο: Παναγιώτης Κονδύλης

Αφ’ ότου υπάρχει ανθρώπινη ιστορία και ιστορική μνήμη, οι δυσκολίες του παρόντος οδηγούν στην εξιδανίκευση του παρελθόντος -ακόμα και του πρόσφατου. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να τελειώσει ο Ψυχρός Πόλεμος και ήδη πολλαπλασιάζονται οι φωνές πού προειδοποιούν σε δραματικούς τόνους για τη διαγραφόμενη διεθνή αταξία, έτσι ώστε θα νόμιζε κανείς ότι πριν λίγο ακόμη στον κόσμο κυριαρχούσε η τάξη και η αρμονία. Στην πραγματικότητα ούτε η τάξη ούτε η αταξία δεν μπόρεσαν ποτέ να είναι απόλυτες και διαρκείς μέσα στην ιστορία όπως τη γνωρίζουμε: η απόλυτη και διαρκής αταξία θα συνεπέφερε τη ραγδαία διάλυση της κοινωνικής ζωής. ενώ η απόλυτη και διαρκής τάξη θα τερμάτιζε για πάντα όλες τις συγκρούσεις, δηλ. δεν θα ήταν δυνατό να διαταραχθεί. Όταν μιλάμε για τάξη στις διεθνείς σχέσεις όλων των εποχών δεν μπορούμε να εννοούμε τίποτε άλλο από έναν συσχετισμό δυνάμεων, ο οποίος χάρη στη σχετική του σταθερότητα εμποδίζει σοβαρές συγκρούσεις στα νευραλγικά σημεία του συστήματος, μολονότι τέτοιες συγκρούσεις ξεσπούν συχνά στην περιφέρεια και μολονότι από καιρό σε καιρό ακούγονται τριγμοί και στο κέντρο.

Milton Avery. Reclining Reader. 1950
Milton Avery. Reclining Reader. 1950

Οποτεδήποτε πάντως κυριαρχούσε η τάξη -με αυτούς τους περιορισμούς- στηριζόταν σε δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, ανάμεσα στις μείζονες Δυνάμεις υπήρχε άμεση ή έμμεση (ήτοι διασφαλιζόμενη με συμμαχίες) ισορροπία δυνάμεων και ταυτόχρονα μιά λίγο ή πολύ ξεκάθαρη ιεραρχία στις σχέσεις μεταξύ ηγετικών και υποδεέστερων Δυνάμεων· δεύτερον, υπήρχε μιά κατευθυντήρια ιδέα ή αρχή, η οποία βέβαια γινόταν αποδεκτή από μερικές (κατά κανόνα υποδεέστερες) Δυνάμεις με επιφυλάξεις ή ακούσια, ωστόσο δεν άφηνε κανένα περιθώριο για παρανοήσεις ως προς την πολιτική της ουσία και τις πολιτικές της συνέπειες. Δύο παραδείγματα από την πλανητική πολιτική της τελευταίας εκατονταετίας το δείχνουν αυτό ανάγλυφα. Με την κατὰ προσέγγιση ισορροπία των δυνάμεων ανάμεσα στις ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις συμβάδιζε η σαφής ιεραρχία κυρίων και δούλων στο παγκόσμιο σχεδόν αποικιακό σύστημα και η ιεραρχία τούτη νομιμοποιούνταν με την αυτοπροαίρετη εκπολιτιστική αποστολή των Δυνάμεων εκείνων, οι οποίες αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως κοινό της εκτελεστή και συνάμα ως ισότιμα μέλη της χριστιανικής, φιλελεύθερης κτλ. κτλ. Δύσης. Παρόμοια ήταν η κατάσταση στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου: οι δύο μεγάλες Δυνάμεις ισορροπούσαν πάνω στην πλάστιγγα της ισχύος, και η μία κυριαρχούσε αδιαφιλονίκητα στο στρατόπεδο της επικαλούμενη την (κατάλληλα ερμηνευόμενη) αρχή του προλεταριακού διεθνισμού, ενώ η άλλη κρατούσε κάπως χαλαρότερα το χαλινάρι ως εκπρόσωπος και μάλιστα ως ενσαρκώτρια των φιλελεύθερων αρχών.

Σε σχέση με την πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο πρέπει λοιπόν να τεθεί το ερώτημα: ποια κατευθυντήρια αρχή θα εμπνεύσει σε ποιες Δυνάμεις ποιες απόψεις για τη διαμόρφωση μιας νέας τάξης και ποιες συναφείς πράξεις; Όπως θα έπρεπε να αναμένεται, κατευθυντήρια αρχή της παγκόσμιας πολιτικής έγινε τώρα η αρχή του νικητή του Ψυχρού Πολέμου, δηλ. ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο η χρήση της αρχής αυτής ως όπλου εναντίον του κομμουνισμού ήταν πολιτικά πολύ απλούστερη από την πρακτική της μετουσίωση σε μια στέρεη σύλληψη για τη διαμόρφωση μιας νέας τάξης μέσα στην πλανητική πολιτική. Εκεί όπου η παραπάνω αρχή υλοποιείται κατά το δυνατόν στα αντίστοιχα πολιτικά δικαιώματα, στηρίζεται σ’ έναν προηγμένο καταμερισμό της εργασίας (ως υποκατάστατο για την αποσύνθεση των παραδοσιακών ανθρώπινων δεσμών), στη μαζική κατανάλωση και στις συναφείς νοοτροπίες και συμπεριφορές. Όμως τα πολιτικά συστατικά στοιχεία του πλανήτη στο σύνολο του διόλου δεν δένονται μεταξύ τους από τις ίδιες δυνάμεις που διασφαλίζουν την εσωτερική συνοχή των δυτικών μαζικών δημοκρατιών, γι’ αυτό και η εφαρμογή μιας τέτοιας κατευθυντήριας αρχής σε πλανητικό επίπεδο εμφανίζεται εξαιρετικά δύσκολη. Θα ήταν θεωρητικά δυνατό και ηθικά ορθόδοξο να επιφορτισθεί με την πλανητική της πραγμάτωση ένας παγκόσμιος οργανισμός, στο πλαίσιο του οποίου θα συνεργάζονταν για τον σκοπό αυτόν μικρά και μεγάλα κράτη. Η λυδία λίθος για την πρακτική αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου οργανισμού θα ήταν η περίπτωση κατὰ την οποία μία μεγάλη ή και μία πλανητική Δύναμη θα μπορούσε με πρωτοβουλία μικρότερων κρατών να τιμωρηθεί ακόμα και με άμεση επέμβαση, αν παραβίαζε τις γενικά αναγνωρισμένες αρχές της ηθικής και του δικαίου. Κάτι τέτοιο βέβαια ποτέ δεν αντιμετωπίσθηκε πρακτικά στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, και σήμερα φαίνεται επίσης αδιανόητο: η Κίνα παραμένει με πλήρη αυτοπεποίθηση μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και συνεργάζεται εκεί με τις ίδιες εκείνες Δυνάμεις, οι οποίες της επιβάλλουν ή απειλούν να της επιβάλουν οικονομικές κυρώσεις λόγω παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες τιμωρήθηκαν ποτέ από κανέναν για τα παραστρατήματα τους στον χώρο του διεθνούς δικαίου. Η αντίστροφη περίπτωση, κατὰ την οποία με πρωτοβουλία και με την ισχύ μιας μεγάλης Δύναμης θα σωφρονιζόταν μια μικρή σύμφωνα με τη λογική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν αποδεικνύει το παραμικρό για την ικανότητα ενός παγκόσμιου οργανισμού να καταστήσει τον οικουμενισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατευθυντήρια αρχή της πλανητικής πολιτικής. Γιατί ως τώρα δεν έχει συμβεί ποτέ να ενεργήσει μια μεγάλη Δύναμη εναντίον των δικών της των συμφερόντων όταν αναλαμβάνει παρόμοια δράση. Ακριβώς το γεγονός, ότι η επιβολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συντελείται υπό τον όρο της χρήσης τους ως μέσων για την επιδίωξη πολιτικής ισχύος, μαρτυρεί ότι είναι αδύνατο να πραγματωθούν στην ονομαστική τους αξία – πράγμα βέβαια πού συμβιβάζεται θαυμάσια με τη γενική ομολογία πίστεως προς αυτά. Ο επιλεκτικός τους χειρισμός, ο οποίος είναι αναπόφευκτος όσο οι παγκόσμιοι οργανισμοί μόνον υπό την ηγεσία μεγάλων Δυνάμεων μπορούν να ενεργοποιηθούν, αναγκαστικά θα γεννήσει διπλοπροσωπία και σύγχυση. Σ’ αυτό προστίθεται και η ανασφάλεια στον χώρο του διεθνούς δικαίου εξ αιτίας του γεγονότος ότι οι κανόνες του θεωρητικά οφείλουν να ισχύουν (και) σε περιοχές όπου δεν (μπορούν να) ισχύουν έμπρακτα. Το οικουμενικό δίκαιο δεν τελεσφορεί, παρά μάλλον αιωρείται πάνω από τα υποτιθέμενα πεδία εφαρμογής του.

Αν καθοριστικά στοιχεία είναι πράγματι το ειδικό βάρος και οι ιδιαίτεροι σκοποί των μεγάλων Δυνάμεων εντός του παγκόσμιου οργανισμού, τότε θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί, ότι αυτές θα κατευθύνουν από κοινού και μακροπρόθεσμα ό,τι γίνεται στον κόσμο επικαλούμενες κατά τρόπο τακτικά ελαστικό τις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ότι δηλ. σε γενικές γραμμές θα συντηρούν το status quo ή θα επιχειρούν κάποιες μεταβολές για να επιτευχθεί ακόμα μεγαλύτερη σταθερότητα. Όμως για να γίνει κάτι τέτοιο απαιτούνται διαρκείς αμετάβλητες σχέσεις μεταξύ των Δυνάμεων αυτών πάνω στη βάση του σημερινού δυναμικού τους και της σημερινής τους θέσης μέσα στον κόσμο – ίσως με μικρές αναπροσαρμογές. Ως εγγυητής αυτού του συστήματος θα έπρεπε να μπει επί κεφαλής των υπόλοιπων Δυνάμεων μια μεγάλη Δύναμη, η όποια θα τις συντόνιζε και θα τις καθοδηγούσε, χωρίς βέβαια να ενεργεί σε σημαντικές υποθέσεις παρά τη θέληση τους, αλλά και χωρίς να τους εκχωρεί αποκλειστικές και κλειστές σφαίρες επιρροής. Υπέρ της δυνατότητας αυτής συνηγορεί το γεγονός ότι αμέσως μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και κάτω από τη νωπή του ακόμα εντύπωση δεν φαίνεται να υφίσταται κάποιος οξύς και ασυμφιλίωτος συναγωνισμός ανάμεσα στις μεγάλες Δυνάμεις· άλλωστε πολλές φορές μονάχα εκ των υστέρων μπορεί να γνωρίζει κανείς ποιες συγκρούσεις εγκυμονεί μια κατάσταση. Εκτός αυτού υπάρχει και ο απαραίτητος primus inter pares, ο οποίος μπορεί να εναρμονίσει γνώμες κι ενέργειες και σε περίπτωση ανάγκης ν’ αναλάβει μόνος την πρακτική τους διεκπεραίωση. Πράγματι, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης υπάρχει μία μόνο Δύναμη στον κόσμο που αξίζει απόλυτα τον χαρακτηρισμό «πλανητική»: οι Ηνωμένες Πολιτείες. Μόνη αυτή διαθέτει ένα πυκνό και παγκόσμιο στρατηγικό-στρατιωτικό δίκτυο καθώς και ολόκληρη την κλίμακα του ανεφοδιασμού και των όπλων, η οποία επιτρέπει επεμβάσεις σε κάθε κατάσταση και κάθε θέση του πλανήτη με τα εκάστοτε κατάλληλα μέσα. Τα θεμέλια της ισχύος αυτής τέθηκαν ήδη στην εποχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, και ο Ψυχρός Πόλεμος έκαμε την ανέγερση του σημερινού κραταιού οικοδομήματος αναπόδραστη. Τούτη η εξαιρετική ιστορική συγκυρία δεν θα επαναληφθεί στο προσεχές μέλλον, και γι’ αυτό καμμία άλλη μεγάλη Δύναμη -αν υποθέσουμε ότι έχει την οικονομική δυνατότητα- δεν θα αποκτήσει τόσο γρήγορα τέτοια στρατηγικά πλεονεκτήματα, εκτός αν μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου επιλέξει την οδό της σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ανθέξει την άμιλλα μαζί τους. Αν εν πάση περιπτώσει εδραιωνόταν ποτέ ανάμεσα στις μεγάλες Δυνάμεις ένας modus vivendi, όπου -λόγω γενικής αδυναμίας ή λόγω ίσης δύναμης ή μετά από στάθμιση των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων- η κάθε μια τους θα κατείχε επαρκή χώρο εξάπλωσης μέσα σ’ ένα κοινό σύστημα ασφαλείας, τότε επιτρέπεται να υποθέσουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ήσαν ο primus inter pares, έστω κι αν το primus θα βάραινε περισσότερο από το pares.

Άντι Γουόρχολ. Andy Warhol. Μυστικός Δείπνος
Άντι Γουόρχολ. Andy Warhol. Μυστικός Δείπνος

Βέβαια, όπως είπαμε, μια τέτοια διάταξη προϋποθέτει σταθερές σχέσεις και περιορισμένες φιλοδοξίες των μεγάλων Δυνάμεων που τη στηρίζουν. Επί πλέον εξυπακούεται ότι η ηγετική Δύναμη είναι διατεθειμένη ανά πάσα στιγμή να χρησιμοποιήσει τα μέσα, που η ίδια κατέχει αποκλειστικά, για σκοπούς που δεν είναι πάντα δικοί της, ωστόσο θα μπορούσαν να θεωρηθούν κοινοί. Για να το κάνει αυτό χωρίς ανεπανόρθωτη φθορά πρέπει να έχει την οικονομική υποστήριξη των υπόλοιπων Δυνάμεων. Αυτό πρέπει πάλι να γίνεται σε θεσμοποιημένη βάση, έτσι ώστε η ηγετική Δύναμη να μην εμφανίζεται ως ο ακέφαλος μισθοφόρος των άλλων στην ώρα της ανάγκης· μια ρύθμιση του παγκόσμιου εμπορίου προς όφελος της π.χ. θ’ αποτελούσε εύλογη συνέπεια μιας τέτοιας πλανητικής συγκυρίας. Ως ηγετική Δύναμη της Δύσης στον Ψυχρό Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαρτιούνταν σε σχετικά μικρό βαθμό από την οικονομική αρωγή των συμμάχων τους (στα πρώτα χρόνια μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο συνέβαινε μάλιστα ακριβώς το αντίθετο), ωστόσο φαίνεται ότι τώρα τα πράγματα άλλαξαν ως προς το σημείο αυτό. Οι μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες θα αποτελούσαν τους εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών σε περίπτωση πραγμάτωσης ενός τέτοιου σχεδίου για την κατοχύρωση της πλανητικής ασφάλειας, θα έπρεπε να έχουν καταλήξει στην πεποίθηση ότι το όφελος τους θα υπερκάλυπτε το οικονομικό και ενδεχομένως πολιτικό κόστος. Αν το όφελος αυτό δεν θεωρηθεί αρκετά μεγάλο. είτε επειδή δεν υπάρχουν ορατοί κίνδυνοι είτε επειδή οι υφιστάμενοι κίνδυνοι αποτιμήθηκαν εσφαλμένα, τότε ανάμεσα στην ηγετική Δύναμη και στις υπόλοιπες μεγάλες Δυνάμεις αναγκαστικά θα αναφύουν τριβές και προστριβές. Γιατί ο πολιτικός-στρατιωτικός-οικονομικός καταμερισμός εργασίας, τον όποιο υπαινιχθήκαμε παραπάνω, θα εξυπηρετούσε προ παντός την ηγετική Δύναμη, ενώ οι άλλες θα προτιμούσαν να ζουν σ’ έναν κόσμο όπου ο παγκόσμιος χωροφύλακας θα ήταν περιττός -αλλά χωρίς αυτό να γεννά κινδύνους. Οι κεντρόφυγες δυνάμεις θα ενισχύονταν, αν αποδεικνυόταν επανειλημμένα ότι η ηγετική Δύναμη δραστηριοποιείται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου μονάχα όποτε θίγονται τα δικά της συμφέροντα ή ότι -πάλι για ιδιοτελείς λόγους- ευνοεί τη μία μεγάλη Δύναμη, ενώ μεταχειρίζεται δυσμενώς την άλλη. Πέρα απ’ αυτό, δεν μπορεί κανείς να φαντασθεί εύκολα ότι η ηγετική Δύναμη θα ήταν πρόθυμη να κινητοποιήσει όλες της τις δυνατότητες με άκρα αποφασιστικότητα αν διακυβεύονταν αποκλειστικά τα συμφέροντα μιας και μόνης σύμμαχης Δύναμης. Επίσης, ελάχιστα πιθανή είναι η πλήρης και άνευ όρων υποστήριξη των υπόλοιπων Δυνάμεων σε μια τέτοια περίπτωση. Και τέλος, ακόμα και σε κοινά εγχειρήματα πρέπει να αναμένονται συνεχείς διαφωνίες για την ακολουθητέα πορεία, στις όποιες θ’ αντικατοπτρίζονταν διαφορετικά συμφέροντα.

Αν οι τριβές στο εσωτερικό μιας τέτοιας διάταξης γεννήσουν τάση ένταση, ώστε να εκλείψει η απαραίτητη αμοιβαία εμπιστοσύνη ή να παραλύσει σε κρίσιμες περιπτώσεις ο προβλεπόμενος μηχανισμός για την αντιμετώπιση κρίσεων, τότε γίνεται αναπόδραστη η μετάβαση σε άλλες διατάξεις. Σε μια τέτοια περίπτωση φαίνεται εύλογο ότι μεγάλες Δυνάμεις, οι όποιες ήδη διαθέτουν ένα σχετικά συνεκτικό οικονομικό και πολιτικό πεδίο εκδιπλώσεως, θα απεμπλακούν από την υποχρέωση της συντονισμένης δράσης και θα τραβήξουν τον δικό τους δρόμο, στο τέρμα του οποίου θα βρισκόταν ο σχηματισμός μειζόνων χώρων με απαγόρευση επεμβάσεως προς τρίτες Δυνάμεις. Η υπόθεση αυτή παραμείνει δημοφιλής και διατυπώνεται από καιρό σε καιρό (άλλωστε λανθάνει κάποτε και στα λεγόμενα για το «πολυπολικό» σύστημα), επειδή ικανοποιεί την ανάγκη της τάξης και της συμμετρίας, ενώ επί πλέον αρθρώνει σε μια φαινομενικά αντικειμενική νομική ή πολιτική γλώσσα υποκειμενικές επιθυμίες αναφερόμενες στην προαγωγή της α ή β Δύναμης σε Δύναμη δεσπόζουσα σ’ έναν μείζονα χώρο. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί παρόμοιες ιδέες και παρόμοια σχέδια, θεμελιωμένα στη νεαρή ακόμα τότε «γεωπολιτική» επιστήμη, γνώρισαν τη μεγαλύτερη διάδοση τους στην εποχή του ιμπεριαλισμού, όταν κατά μεγάλο μέρος πραγματώθηκε η διανομή του πλανήτη σε μείζονες χώρους. Εξ ίσου πραγματώθηκε, αν και με ουσιωδώς διαφορετικά πρόσημα, στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, τότε όμως οι όροι «γεωπολιτική» και «μείζονες χώροι» είχαν ουσιαστικά τεθεί υπό απαγόρευση επειδή θύμιζαν έντονα το εθνικοσοσιαλιστικό λεξιλόγιο. Ως εμπράγματη βάση για τη δημιουργία μειζόνων χώρων συχνά θεωρείται σήμερα η ανάπτυξη της τεχνολογικά προηγμένης οικονομίας, η οποία ως εκ της εσωτερικής της δυναμικής συντρίβει τα εθνικά σύνορα, καθώς όμως διεθνοποιείται δεν διαχέεται τυχαία και άσκοπα, αλλά παρουσιάζει τάσεις διαμόρφωσης μιας αλυσίδας συσπειρώσεων και συγκεντρώσεων σε ορισμένες περιοχές του πλανητικού χώρου. Κάθε μία από τις περιοχές αυτές βρίσκεται στην ευρύτερη περιφέρεια της χώρας, όπου εδρεύει η ισχυρότερη οικονομία, και πρέπει να χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι το εμπόριο της συνιστά τον κύριο όγκο του εμπορίου τόσο της ισχυρότερης οικονομίας όσο και των εξαρτημένων απ’ αυτήν οικονομιών, ενώ το εμπόριο με άλλες περιοχές ή χώρες δεν είναι ζωτικής σημασίας. Οι ασθενέστερες ή μικρότερες οικονομίες ευημερούν ακριβώς λόγω της εξάρτησης τους από την ισχυρότερη, επειδή η ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη της τελευταίας δημιουργεί έναν όλο και πιο περίπλοκο καταμερισμό της εργασίας, ο οποίος ξεπερνάει εν μέρει τις δυνατότητες του εργατικού δυναμικού της ισχυρότερης οικονομίας και λειτουργεί, τουλάχιστον σε μερικούς ειδικευμένους, αλλά και σε βασικούς τομείς, με την ανάθεση εργασιών σε τρίτους. Ένας τέτοιος καταμερισμός της εργασίας μπορεί να προοδεύσει τόσο, ώστε οι εξαρτημένες οικονομίες αποκτούν ενίοτε την αυτοπεποίθηση μιας σχετικής αυτονομίας – ώσπου φαινόμενα κοπώσεως στην κίνηση της ατμομηχανής να τις ξυπνήσουν από τις ψευδαισθήσεις τους.

«Ο Πύργος της Βαβέλ», πίνακας του Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου (1563)
«Ο Πύργος της Βαβέλ», πίνακας του Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου (1563)

Παρατηρητές, οι οποίοι αναμείνουν τη δημιουργία γεωπολιτικά αδρομερών μειζόνων χώρων χάρη στην αυτοματική μιας μεγάλης επεκτεινόμενης οικονομίας και τη συγχώνευση γειτονικών οικονομιών, κατά βάση παραλλάσσουν το παλαιό μοτίβο της υποκατάστασης του πολέμου από το εμπόριο, μοτίβο το οποίο, όπως είναι ευνόητο, μετά τον Ψυχρό Πόλεμο γνωρίζει μιάν αναγέννηση. Ωστόσο ο δρόμος που θα οδηγούσε σε τέτοιους μείζονες χώρους διόλου δεν είναι τόσο ευθύγραμμος όσο φαντάζεται η οικονομιστική σκέψη. Όπως ήδη παρατηρήσαμε, οι οικονομικές συγχωνεύσεις δεν έχουν προχωρήσει ακόμα σε τέτοιο σημείο ώστε δεν θα μπορούσε οποτεδήποτε -βεβαίως με το αντίστοιχο κόστος- να χρησιμοποιηθεί σε μια κατάσταση ανάγκης η πολιτική τροχοπέδη -νέες εκδόσεις του Διατάγματος της Νάντης, αυτή τη φορά εναντίον ξένων επενδυτών. Θα ήσαν στις ήμερες μας δυνατές χωρίς θρησκευτικά κίνητρα και μάλιστα εν γνώσει των οικονομικών συνεπειών. Όμως η αντίσταση ενάντια στη διαμόρφωση γνήσιων μειζόνων χώρων υπό την αιγίδα της εκάστοτε ισχυρότερης οικονομίας δεν θα εκπορευθεί μόνον από έθνη που βρίσκονται στην αντίστοιχη περιοχή και φοβούνται μήπως περιέλθουν σε κατάσταση υποτέλειας, αλλά και εκ των έξω, δηλ. από μια μεγάλη Δύναμη, η οποία ήδη κατέχει, τουλάχιστον στα σπάργανα, τον δικό της μείζονα χώρο και επί πλέον διαθέτει δυνατότητες πλανητικής δράσης, τις οποίες δεν θα δεχόταν να τις περιορίσουν με απαγορεύσεις επεμβάσεως Δυνάμεις δεσπόζουσες σε άλλους μείζονες χώρους. Τούτη η Δύναμη είναι σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες. Μια μεγάλη οικονομική Δύναμη, η οποία θα επιχειρούσε να συγκροτήσει έναν μείζονα χώρο κυρίαρχο από κάθε άποψη, θα ήταν αναγκασμένη να περικόψει ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι από το πολιτικό και στρατιωτικό δίκτυο των Ηνωμένων Πολιτειών και στη συνέχεια όχι μόνο να αντικαταστήσει αυτό το κομμάτι με το δικό της πολιτικό-στρατιωτικό δυναμικό, αλλά και επί πλέον να κάνει αισθητή την παρουσία της πέρα από τα όρια του δικού της μείζονος χώρου τόσο σε ομαλούς όσο και σε ανήσυχους καιρούς· μια Δύναμη που θα δέσποζε σ’ έναν μείζονα χώρο θα ‘πρεπε μ’ άλλα λόγια ν’ αποτελεί ταυτόχρονα λίγο-πολύ πλανητική Δύναμη. Αλλά οι σημερινές μεγάλες οικονομικές Δυνάμεις (ή Ιαπωνία και ή Γερμανία λ.χ.) δεν θα βρεθούν τόσο γρήγορα ούτε τόσο εύκολα σε θέση να πετύχουν κάτι τέτοιο, και μάλιστα όχι τόσο επειδή αυτό δεν είναι δυνατό από τεχνική άποψη, αν βέβαια καταβληθεί η αντίστοιχη προσπάθεια, αλλά λόγω της αμφίπλευρης θέσης τους. Έγιναν μεγάλες -και μάλιστα τόσο, ώστε να προβάλλουν με τη φιλοδοξία της ηγεμονίας σ’ έναν μείζονα χώρο- στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου και μέσα στο θερμοκήπιο των Ηνωμένων Πολιτειών (αν μπορούμε να εκφρασθούμε έτσι) και βρίσκονται ακόμα υπό τη στρατιωτική της αιγίδα. Επί πλέον φοβούνται ότι η ολοκληρωτική ή μερική περικοπή του αμερικανικού πολιτικού-στρατιωτικού δικτύου θα εγκυμονούσε αστάθμητους κινδύνους- έτσι παραμένουν άμεσα ή έμμεσα εξαρτημένες από τις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να συγκροτήσουν έναν (οικονομικό) μείζονα χώρο, του οποίου η πολιτική-στρατιωτική αυτονόμηση θα οδηγούσε αναγκαστικά σε σύγκρουση με τις ίδιες αυτές Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά και αν ακόμη παραβλέψουμε την παράδοξη σχέση των σημερινών μεγάλων οικονομικών Δυνάμεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπάρχουν και άλλα σημαντικά εμπόδια πάνω στον δρόμο προς τη διαμόρφωση γνήσιων μειζόνων χώρων, και μάλιστα ακόμη κι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρονταν εθελοντικά και ταχύτατα στο δυτικό ημισφαίριο (κάτι τέτοιο βέβαια είναι κατά βάση απίθανο, όμως πρόσφατα είδαμε ότι οι αυτοκρατορίες μπορούν να καταρρεύσουν έστω και δίχως ορατή πίεση εκ των έξω). Όσες περιφέρειες του πλανήτη συνιστούν υποψήφιους μείζονες χώρους δεν αποτελούνται από μια μοναδική αναγνωρισμένη μεγάλη Δύναμη και κάμποσες μικρότερες, οι όποιες έχουν έτσι ή αλλιώς αποδεχθεί την υφιστάμενη ιεραρχία, παρά εντός τους βρίσκονται δύο, τρεις ή περισσότερες μείζονες Δυνάμεις και ο υποτιθέμενος υποψήφιος ηγεμόνας του μείζονος χώρου παρακολουθείται από όλες τους με ευνόητη δυσπιστία. Είναι περισσότερο από αμφίβολο ότι αύτη η κατάσταση θα μεταβληθεί στο προβλεπτό μέλλον. Η ανεπτυγμένη Άπω Ανατολή δεν μπορεί να συμπτυχθεί σε έναν μείζονα χώρο όσο η Κίνα δεν έχει πει την τελευταία της λέξη απέναντι στην Ιαπωνία και στον κόσμο ολόκληρο. Και η «Ευρώπη», για λόγους προφανείς και άλλωστε γενικά γνωστούς, δεν πρόκειται ποτέ ν’ αποκτήσει ενιαία πολιτική και στρατιωτική βούληση με βάση τις ίσαμε τώρα προβλεπόμενες διαδικασίες· άλλες διαδικασίες και κινητήριες δυνάμεις, πάλι, δεν φαίνονται πουθενά. Το μεγάλο πλεονέκτημα των Ηνωμένων Πολιτειών σε μιαν ενδεχόμενη σύγκρουση τους με Δυνάμεις υποψήφιες για την ηγεμονία σε μείζονες χώρους έγκειται ακριβώς στα πολιτικά περιθώρια που τους παρέχουν οι τέτοιοι ανταγωνισμοί στην Ευρώπη και στην Ασία.

Άντι Γουόρχολ. Andy Warhol
Άντι Γουόρχολ. Andy Warhol

Αντί για τη διαμόρφωση γνήσιων μειζόνων χώρων, την αρχόμενη φάση της πλανητικής πολιτικής ίσως τη χαρακτηρίσει ένα άλλο φαινόμενο: η εμφάνιση και η εδραίωση διαφόρων μεσαίων Δυνάμεων με περιφερειακές ηγεμονικές φιλοδοξίες. Τέτοιες Δυνάμεις μπορούν να εκμεταλλευθούν τα κενά που θα δημιουργούνται συνεχώς εντός πολιτικά άμορφων μειζόνων χώρων, μεταξύ αντίπαλων μεγάλων Δυνάμεων και κάτω από το κουρασμένο βλέμμα της ηγετικής μεγάλης Δύναμης. Θα είχαν σοβαρές δυνατότητες να πραγματοποιήσουν τους επιδιωκόμενους στόχους ισχύος στη γεωπολιτική περιφέρεια τους, αν μεγάλες Δυνάμεις, οι όποιες για πολιτικούς και ψυχολογικούς λόγους επιθυμούν να αποφύγουν επανειλημμένες και αποφασιστικές επεμβάσεις στο εξωτερικό, θα τις χρησιμοποιήσουν δίκην τοποτηρητών. Η τακτική αυτή διαγράφεται ήδη, όμως πιθανότατα θα δώσει μονάχα εν μέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα· τουλάχιστον εξ ίσου θα φέρει στην επιφάνεια αντενεργές δυνάμεις και θα εμπλέξει τις μεγάλες Δυνάμεις ακριβώς στις συγκρούσεις εκείνες, τις όποιες θα ήθελαν ν’ αποφύγουν. Η αναπόδραστη βαθμιαία σμίκρυνση του στρατιωτικού χάσματος ανάμεσα σε μεσαίες και σε (ορισμένες) μεγάλες Δυνάμεις θα συνέβαλλε κι αυτή από την πλευρά της στην περιφερειοποίηση της πλανητικής πολιτικής υπό τη μορφή μιας τεταμένης συνύπαρξης λίγο ή πολύ ετερογενών μειζόνων κρατών, τα όποια θα ενδιαφέρονταν κυρίως για το δικό τους γεωπολιτικό περιβάλλον και θα είχαν μεταβαλλόμενες σχέσεις προς τις υπόλοιπες μεσαίες και μεγάλες Δυνάμεις. Ορισμένες απλές ή σύνθετες πολιτικές και οικονομικές μονάδες θα μπορούσαν ίσως να επιδεικνύουν εντονότερη δραστηριότητα και να συνομαδώνουν γύρω τους μικρότερες Δυνάμεις, χωρίς όμως να προκαλούν έτσι μιά ριζική αλλαγή της γενικής εικόνας. Μια τέτοια διάταξη δεν θα συνεπέφερε αναγκαστικά την εξίσωση ή την ομοιογένεια των συστατικών της μερών. Μάλλον θα εδραζόταν στην έμπρακτη ιεράρχηση των περιφερειών του πλανήτη, έτσι ώστε ορισμένες περιφέρειες να είναι σημαντικές και άλλες δευτερεύουσες από πλανητική άποψη. Επιπροσθέτως πρέπει να αναμένεται ότι οι πολιτικές μονάδες, οι όποιες συμμετέχουν στην τωρινή φάση της πλανητικής πολιτικής, είτε ως υποκείμενα είτε ως αντικείμενα είτε ως υποκείμενα και αντικείμενα συνάμα, θα χαρακτηρίζονται από την ποικιλομορφία των πολιτευμάτων τους, αλλά και της εσωτερικής τους υφής. Μαζικές δημοκρατίες δυτικού τύπου θα υπάρχουν δίπλα σε αυταρχικούς ψευδοκοινοβουλευτισμούς και καισαριστικά καθεστώτα ή αναπτυξιακές δικτατορίες και οικονομικά ή εθνικά συνεκτικοί χώροι δίπλα σε πολυεθνικά κράτη ή γλωσσικά και θρησκευτικά χαλαρές κρατικές κοινότητες. Στην προοπτική αυτή μπορούμε να φαντασθούμε την παγκόσμια κοινωνία σαν μια παρδαλή μαζική κοινωνία, η οποία γνωρίζει βιώσιμες και αποδοτικές συσπειρώσεις μονάχα σε περιφερειακό επίπεδο και κατά τα άλλα συγκρατείται είτε με ευκαιριακές και επικεντρωμένες πλανητικές ενέργειες μεγάλων Δυνάμεων ή της ηγετικής Δύναμης -είτε απλώς από τον εφιάλτη του προβλήματος της επιβίωσης της ανθρωπότητας.

Η ευπλασία των συνδυασμών και ο ανοιχτός χαρακτήρας των διατάξεων αποτελεί λοιπόν ουσιώδες γνώρισμα της αρχόμενης φάσης της πλανητικής πολιτικής. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι, με βάση την υφιστάμενη αφετηρία, ή θα επικρατήσει μακροπρόθεσμα μια από κάμποσες διατάξεις αφανίζοντας μιάν ολόκληρη εποχή ή ότι διάφορες διατάξεις θα διαδέχονται η μία την άλλη ή τέλος ότι η συνολική εικόνα θ’ απαρτισθεί από ένα μίγμα όλων τους με διάφορα περιφερειακά κέντρα βάρους. Όπως εξηγήσαμε στην αρχή, οι προγνώσεις είναι δυνατό ν’ αναφέρονται μονάχα στην ενδεχόμενη εκδίπλωση δομών, όχι σε συγκεκριμένα συμβάντα. Οι προγνώσεις μπορούν να συλλάβουν μονάχα λίγο-πολύ εύτακτες καταστάσεις, και η προορατική ικανότητα αγγίζει τα όριά της εκεί όπου παύει να υπάρχει τάξη και απομένουν απλώς ασύνδετα γεγονότα. Όμως από γεγονότα δίχως συνοχή και κατεύθυνση συνίσταται η αταξία, η οποία επομένως μπορεί να διερευνηθεί μονάχα ως προς τις πιθανές της αιτίες, όχι όμως και να συλληφθεί λεπτομερώς εκ των προτέρων.

Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο Παναγιώτης Κονδύλης. Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο. Εκδ. Ποντίκι. Αθήνα.

(Εμφανιστηκε 222 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν