18 Ιανουαρίου 2018 at 00:46

Ο Νόρμαν Μαίηλερ και η κουλτούρα της βίας

από

        Ο Νόρμαν Μαίηλερ και η κουλτούρα της βίας

 Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

            Το βιβλίο του Μαίηλερ «Οι σκληροί δεν χορεύουν» δε θεωρείται από τα αριστουργήματά του όπως «Οι γυμνοί και οι νεκροί», «Το αμερικάνικο όνειρο» ή «Οι στρατιές της νύχτας». Τουλάχιστο οι κριτικοί δεν το συγκαταλέγουν στα κλασικά του, ίσως επειδή δεν έχει ξεκάθαρη πολιτική χροιά, όπως τα προηγούμενα, αλλά το πολιτικό σχόλιο κινείται υπόγεια, σκεπασμένο καλά από την αστυνομική πλοκή που εκτυλίσσεται σε πρώτο πλάνο.

Ο Νόρμαν Κίνγκσλεϊ Μέιλερ (Norman Kingsley Mailer, 31 Ιανουαρίου 1923 - 10 Νοεμβρίου 2007) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης.
Ο Νόρμαν Κίνγκσλεϊ Μέιλερ (Norman Kingsley Mailer, 31 Ιανουαρίου 1923 – 10 Νοεμβρίου 2007) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης.

Ξοφλημένος συγγραφέας, ο Τιμ Μάντεν, που ζει σε παραλιακή κωμόπολη της Αμερικής διασκεδάζει μ’ ένα ζευγάρι που γνωρίζει τυχαία προσπαθώντας να ξεφορτωθεί τον άντρα, που φαίνεται να έχει ομοφυλοφιλικές τάσεις, και να προσεγγίσει σεξουαλικά τη γυναίκα που, ως μοιραία ντίβα, τον παίζει στα δάχτυλα. Τελικά μεθοκοπά μέχρι αναισθησίας και ξυπνά στο σπίτι του χωρίς να θυμάται σχεδόν τίποτα από την προηγούμενη νύχτα. Το ζευγάρι της προηγούμενης νύχτας όμως εξαφανίζεται μυστηριωδώς και το ψάχνει η αστυνομία. Αναζητώντας την άκρη του νήματος ο αστυνομικός ντεντέκτιβ κατευθύνεται στο σπίτι του Μάντεν, αφού είναι ο τελευταίος άνθρωπος που είχε επαφή μαζί του.

Μοιραία, οι υποψίες πέφτουν πάνω του. Τον κυριεύει πανικός Παίρνει το αυτοκίνητό του και πηγαίνει σ’ ένα χωράφι που έχει κρυμμένη μαριχουάνα. Ανοίγει την κρύπτη και βλέπει το κεφάλι της αναζητούμενης γυναίκας. Από δω αρχίζει η φρενίτιδα. Ποιος σκότωσε αυτή τη γυναικά; Πώς βρέθηκε το κεφάλι της εκεί; Ο Μάντεν τη σκότωσε; Πού βρίσκεται το σώμα; Ο άντρας που είναι; Τι να κάνει μ’ αυτό το κεφάλι; Τι έγινε επιτέλους εκείνο το βράδυ;

            Ο Μάντεν προσπαθεί μόνος του να ξετυλίξει το κουβάρι. Πηγαίνει στο μπαρ, ψάχνει πληροφορίες, συναναστρέφεται με τον περιθωριακό κόσμο της πολίχνης προκειμένου να βάλει μια τάξη. Φυσικά ο αστυνόμος τον έχει διαρκώς από κοντά. Οι σκληροί – αυτοκαταστροφικοί τύποι, ο επίμονος αστυνόμος, η μοιραία γυναίκα, οι κοφτοί διάλογοι, ο κυνισμός και το μυστήριο της πλοκής συνθέτουν ένα νεονουάρ με απίστευτα βάθη.

Ο αναγνώστης κατευθυνόμενος μόνο μέσα από τα μάτια του ήρωα παρακολουθεί την απογύμνωση της αμερικάνικης κοινωνίας. Όλοι οι χαρακτήρες που παρελαύνουν, χωρίς να εξαιρείται ο αστυνόμος, είναι αυτοκαταστροφικοί με εξαιρετικά βίαιες εξάρσεις. Οι ερωτικές σχέσεις είναι εφήμερες και στηρίζονται αποκλειστικά στο σεξ. Οι οικογένειες είναι διαλυμένες, με τους άντρες να ασκούν βία στα υπόλοιπα μέλη και τα παιδιά να παραδειγματίζονται. Φιλίες δεν υπάρχουν. Η θρασύτητα, το ζόρικο ύφος, η επιθετικότητα και οι απειλητικές διαθέσεις τίθενται ως μοναδικός κώδικας συμπεριφοράς. Η βία ανάγεται σε νόημα ύπαρξης.

Ο Μάντεν θα έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν του. Και η δική του οικογένεια ήταν προβληματική. Και οι δικές του ερωτικές σχέσεις ήταν περισσότερο διαρκείς σεξουαλικοί πειραματισμοί· μια ατέρμονη ανταλλαγή συντρόφων. Καθετί φαίνεται αδιέξοδο. Όλα παραμορφώνονται από την αυτοκαταστροφή και τη χρήση αλκοόλ και μαριχουάνας. Το αποτέλεσμα είναι η απομόνωση κι ο συναισθηματικός ακρωτηριασμός. Αυτό που μένει είναι η συντριβή και η παθητικότητα. Η κινητήριος δύναμη των ανθρώπων είναι τα κρυφά τους πάθη, που μην έχοντας τίποτε άλλο να κάνουν, ζουν γι’ αυτά.

Ο Μαίηλερ παρουσιάζει όλη αυτή την άρρωστη κατάσταση χωρίς να ηθικολογεί, χωρίς την παραμικρή αγανάκτηση. Πλάθει εικόνες με τρόπο αμείλικτο και η αστυνομική πλοκή που εκτυλίσσεται δίνει ρυθμό ιλιγγιώδη. Έτσι, σχεδόν χωρίς καμία προσπάθεια, ο αναγνώστης παρακολουθεί την Αμερική της μετά – Βιετνάμ ηθικής, την Αμερική με τις ανοιχτές πληγές και τον άρρωστο ψυχισμό, την Αμερική του κέρδους, της απομόνωσης, του αμοραλισμού και της βίας. Η βία ξεπηδά από κάθε σελίδα είτε με την ορθόδοξη και κλασική μορφή της – κομμένα κεφάλια, πτώματα σε πορτ – μπαγκάζ, συζυγικοί ξυλοδαρμοί κτλ – είτε υπόγεια με την ψυχολογική της υπόσταση που έγκειται στον καθημερινό φόβο και την απειλητική παρουσία των άλλων ανθρώπων.

Η κοινωνία του Μαίηλερ καταδεικνύει το ζωώδες. Παρακολουθούμε ένα πραγματικό ξέσπασμα απέναντι σε κάτι άγνωστο και καταπιεστικό, ένα ντελίριο ανθρώπινης διαστροφής, μια ηχηρή ματωμένη τυμπανοκρουσία παθών και βίαιων εκρήξεων. Όσο πιο αποκρουστική γίνεται η οπτική, όσο πιο παράφορη και θλιβερή, τόσο ρεαλιστικότερη. Ο δυτικός πολιτισμός στην πιο εκφυλισμένη μορφή του. Μια άλλη Αμερική χωρίς ευτυχισμένες οικογένειες που κάνουν μπάρμπεκιου, χωρίς δώρα την ημέρα των Ευχαριστιών, χωρίς ανέμελους αγώνες μπέιζμπολ. Το αμερικάνικο όνειρο σε όλη του τη νοσηρότητα.

            Η βία μετατρέπεται σε μορφή επικοινωνίας, σε διευθέτηση του εαυτού απέναντι στους άλλους. Εν τέλει, η εικόνα του Μαίηλερ γίνεται οικεία. Το έγκλημα παίρνει σχεδόν διατάσεις θεάματος. Η βία στα γήπεδα, στα σχολεία, στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, στις διαδηλώσεις, στα τρομοκρατικά χτυπήματα (κι ο κατάλογος δεν τελειώνει) θα έλεγε κανείς ότι δεσπόζει σχεδόν σε καθημερινή βάση.

 Νόρμαν Μέιλερ (1923-2007)
Νόρμαν Μέιλερ (1923-2007)

Η καταναλωτική βία με τη διαφήμιση και τα πρότυπα – ανάγκες που επιβάλλει, η εργασιακή βία με την ανεργία, την εκμετάλλευση και την αβεβαιότητα, η εκπαιδευτική βία με την υπερεντατικοποίηση και την εκβιαστικού χαρακτήρα συλλογή προσόντων, η οικολογική βία με τη μόλυνση του περιβάλλοντος και τις τροφές δηλητήρια, η τηλεοπτική βία με τη διαρκή καταστροφολογία και την πλύση εγκεφάλων, η βία της όλο και πιο αόρατης εξουσίας (που όμως είναι τόσο ορατή), η βία του περιθωρίου με τις κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες και η οικονομική βία της διαρκώς επικείμενης χρεοκοπίας είναι η σημειολογία της συντριβής.

Όλα αυτά τα βουνά βίας που πρέπει να διασχίσει ο πολίτης περνούν ως κάτι δεδομένο. Σ’ ένα σύστημα όπου καθημερινά όλοι βιάζονται η βία παίρνει διαστάσεις ιδεολογίας, αφού γίνεται το κοινώς αποδεκτό. Κάτι σαν ντόμινο που μεταδίδεται καθημερινά από τον ένα στον άλλο με απόλυτη φυσικότητα. Κι αυτή είναι η αποθέωση της ατομικότητας, αφού όλα αφορούν τον καθένα ξεχωριστά. Γι’ αυτό και πρέπει να γίνεται όλο και σκληρότερος.

Και βέβαια «Οι σκληροί δε χορεύουν». Οι σκληροί προσαρμόζονται. Οι σκληροί γίνονται δέκτες και αναμεταδότες της βίας με τη φυσικότητα της δολοπλοκίας, της εξαγοράς, του ρουσφετιού, της φοροδιαφυγής, της αναξιοκρατίας, της ρουφιανιάς, του γλειψίματος, του λαδώματος, της διαφθοράς, της αποξένωσης, του χουλιγκανισμού, της χρήσης ναρκωτικών, της απάτης, του ψεύδους. Είναι τα θύματα που πρέπει να νιώσουν για λίγο νικητές. Και κάπως έτσι η βία παίρνει υπόσταση χειροπιαστή και γίνεται αυτοσκοπός και τρόπος ζωής. Γίνεται μόδα. Γίνεται η κουλτούρα του κανιβαλισμού.   

Νόρμαν Μαίηλερ: «Οι σκληροί δεν χορεύουν», εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1988.

      Ο Νόρμαν Μέιλερ (1923-2007) γεννήθηκε στο Λονγκ Μπραντς του Νιου Τζέρσεϊ και μεγάλωσε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Μετά την αποφοίτησή του από το Χάρβαρντ, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε στις Φιλιππίνες και στην Ιαπωνία, μια εμπειρία που αποτέλεσε τη βάση του διάσημου λογοτεχνικού ντεμπούτου του «The Naked and the Dead», το 1948 («Οι γυμνοί και οι νεκροί», ελλ. εκδ. Καστανιώτης, 2001). Από τους συγγραφείς που χαρακτήρισαν όσο λίγοι την αμερικανική κουλτούρα, ο Νόρμαν Μέιλερ έγραψε περισσότερα από 40 βιβλία, μερικά από τα οποία άφησαν εποχή (όπως το «Οι γυμνοί και οι νεκροί» ή το «The Deer Park», το 1955 -«Το πάρκο των ελαφιών», ελλ. εκδ. Πλέθρον, 1988).            

(Εμφανιστηκε 125 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)