13 Ιουλίου 2017 at 19:39

Παναγιώτης Κονδύλης: «Ο Κοραής και η Φιλοσοφία του Διαφωτισμού» (κείμενο & ηχητικό ντοκουμέντο)

από

Η ομιλία του Παναγιώτη Κονδύλη με θέμα «Ο Κοραής και η Φιλοσοφία του Διαφωτισμού» στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Χίου στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα εκατόν πενήντα χρόνια από το θάνατο του Αδαμάντιου Κοραή.

Το σπάνιο αυτό ηχητικό ντοκουμέντο -πρόκειται για τη μοναδική γνωστή καταγραφή της φωνής του Παναγιώτη Κονδύλη- προέρχεται από το Αρχείο Φωνών του Γιώργου Ζεβελάκη: «Ο Κοραής και η φιλοσοφία του Διαφωτισμού», ανακοίνωση του Κονδύλη τον Μάιο του 1983 στο Συνέδριο για τον Αδαμάντιο Κοραή, στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Χίου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 150 χρόνια από τον θάνατό του. Μετά το πέρας του συνεδρίου, η ηχογραφημένη ανακοίνωση μεταδόθηκε  από το Γ΄ Πρόγραμμα. 

Η απομαγνητοφώνηση ολόκληρης της ομιλίας έγινε από τον αναγνώστη μας Ιωάννη Δραγάτη.

Η περιγραφή της φιλοσοφικής σχέσης του Κοραή με τον Διαφωτισμό θα ήταν πρόβλημα σημαντικά απλούστερο, αν ο ίδιος ο Διαφωτισμός ήταν ενιαίο πνευματικό κίνημα. Στην πραγματικότητα ωστόσο συνίσταται από κάμποσες διαφορετικές και μάλιστα αντιτιθέμενες μεταξύ τους κύριες και δευτερεύουσες τάσεις, με αποτέλεσμα να αποκτούν ακόμα και οι κοινοί του τόποι πολλαπλές και αμφίλογες σημασίες, επιδεχόμενοι αντίστοιχα ποικίλες ερμηνείες, ανάλογα με τις επιμέρους κοσμοθεωρητικές συμπάθειες αλλά και με τις συγκεκριμένες πολιτικές ανάγκες όποιου τις επικαλείται κάθε φορά. Αν λοιπόν θέλουμε να εντοπίσουμε τη θέση του Κοραή μέσα στον Διαφωτισμό θα πρέπει να διαπιστώσουμε αν ανήκει σε κάποια ευδιάκριτη – ιδιαίτερη – τάση του, όπως είναι π.χ., ο υλισμός, ή αν κυρίως ενστερνίζεται τους κοινούς του τόπους οπότε οφείλουμε να προσδιορίσουμε με ποιον τόπο τους ερμηνεύει και τι μπορεί να συναχθεί από την ερμηνεία αυτή για τις συμπάθειές του απέναντι σε επιμέρους τάσεις του Διαφωτισμού.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης (17 Αυγούστου 1943 – 11 Ιουλίου 1998)
Ο Παναγιώτης Κονδύλης (17 Αυγούστου 1943 – 11 Ιουλίου 1998)

Κατά την άποψη μου συμβαίνει το δεύτερο. Ο Κοραής δηλαδή παραμένει σε κοινούς τόπους του Διαφωτισμού ερμηνεύοντάς τους ωστόσο σύμφωνα με τις προσωπικές, κοσμοθεωρητικές κλίσεις του, και τους εκάστοτε στόχους της επιχειρηματολογίας του. Την άποψη αυτή θα την αναπτύξω συζητώντας παράλληλα τη θέση σύμφωνα με την οποία η σχέση του Κοραή με τον Διαφωτισμό πρέπει να νοηθεί πρωταρχικά στο πλαίσιο της προσωπικής και πνευματικής του επαφής με ένα ορισμένο ρεύμα του Διαφωτισμού, δηλαδή με το κίνημα των λεγόμενων Ιδεολόγων. Και εφόσον η έρευνα, όσο επιμελής και αν είναι στα επιμέρους, συχνότατα παραμένει άκαρπη όταν δεν στηρίζεται σε σαφείς και εννοιολογικές μετρήσεις, επισημαίνω προκαταβολικά ότι η παραπάνω θέση μπορεί να έχει δύο και μόνο δύο έννοιες. Ή ότι ο Κοραής μυήθηκε στις ιδέες του Διαφωτισμού από τους Ιδεολόγους ή ότι τους ακολουθεί με την τεχνική φιλοσοφική έννοια, παίρνει δηλαδή το μέρος τους στις γνωσιοθεωρητικές ή οντολογικές τους αντιμαχίες με άλλες φιλοσοφικές σχολές.

Όμως, λέω προκαταβολικά, ότι ούτε το πρώτο συμβαίνει ούτε το δεύτερο. Το ότι ο Κοραής δεν μυήθηκε στον Διαφωτισμό από τους Ιδεολόγους θα το δείξω με μια χρονολογική και βιογραφική αναδρομή, η οποία στηρίζεται σε μαρτυρίες και αποφάνσεις σαφώς προγενέστερες από την εμφάνιση του κινήματος των Ιδεολόγων. Και το ότι πάλι ο Κοραής διόλου δεν ακολουθεί πάντοτε τους ιδεολόγους στις χαρακτηριστικές φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις θα το δείξουμε αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο αποδέχεται και ερμηνεύει μερικούς από τους κοινούς τόπους του Διαφωτισμού. Μόνο αφού διευκρινίσουμε τα δυο αυτά σημεία μπορούμε και να κατανοήσουμε σε τι ακριβώς συνίστανται οι αναμφισβήτητα στενές, επαναλαμβάνω αναμφισβήτητα στενές, σχέσεις του Κοραή με τους ιδεολόγους, όχι πια από προσωπική παρά από φιλοσοφική άποψη. Εν πάση περιπτώσει η αναφορά στους Ιδεολόγους δεν μπορεί να έχει ιδιαίτερη φιλοσοφική ερμηνευτική σημασία, επαναλαμβάνω φιλοσοφική ερμηνευτική σημασία, αν αυτοί προσφέρουν ή επιβεβαιώνουν στον Κοραή μονάχα κοινούς τόπους που θα μπορούσε να τους έχει πάρει και από αλλού ή απλώς να τους ενστερνιστεί αναπνέοντας την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, και προπαντός αν, όπως θα δείξουμε, ο Κοραής απομακρύνεται από τους Ιδεολόγους σε κρίσιμα επιμέρους σημεία, όσο αμελητέα και αν είναι αυτά από ποσοτική άποψη, και όσο και αν η ποιοτική τους σημασία ξεφεύγει από όποιον δεν έχει τις αναγκαίες γνώσεις στην ιστορία της φιλοσοφίας.

Τονίζω εξαρχής ότι δεν αμφισβητώ στο παραμικρό τα όσα έδειξε η ιστορική έρευνα για τις προσωπικές σχέσεις του Κοραή με τον κύκλο των Ιδεολόγων, προπαντός ο Φίλιππος Ηλιού σε μια θαυμάσια μελέτη του που δημοσιεύτηκε στα Χιακά Χρονικά προ ετών. Όλα αυτά προϋποτίθενται. Συνάμα όμως, αν ενταχθούν στο ευρύτερο πλαίσιο της συνολικής πνευματικής εξέλιξης του Κοραή, πρέπει να φωτιστούν και να κατανοηθούν με τρόπο διαφορετικό. Άλλωστε μια επιπλέον χρήσιμη εννοιολογική διάκριση που πρέπει να κάνουμε εδώ προκαταρτικά είναι ότι οι προσωπικές σχέσεις δεν σημαίνουν αναγκαστικά πλήρη ταυτότητα φιλοσοφικών απόψεων, ούτε αποδεικνύουν καθαυτές την ύπαρξη πνευματικών επιδράσεων. Οι πνευματικές επιδράσεις μπορούν να αποδειχτούν όχι με την ιστορική ανίχνευση προσωπικών σχέσεων, παρά μονάχα με βάση την φιλοσοφική ανάλυση των κειμένων που μόνο αυτή μπορεί να δείξει σε ποιο βαθμό οι ιστορικά πιστοποιήσιμες προσωπικές σχέσεις ήσαν και εξαρτήσεις φιλοσοφικές. Μια τέτοια φιλοσοφική, επαναλαμβάνω φιλοσοφική, ανάλυση κειμένων δεν έγινε ως τώρα από όσους υποστήριξαν την θεμελιώδη πνευματική οφειλή του Κοραή στους Ιδεολόγους.

Μετά από τις εισαγωγικές αυτές παρατηρήσεις που φοβούμαι ότι σε σχέση με το σύνολο της ανακοινώσεώς μου τηρούν το μήκος κοραϊκών προλεγομένων, αρχίζω με τη βιογραφική και χρονολογική αναδρομή που θα μας επιτρέψει, με βάση τα διαθέσιμα τεκμήρια, να συλλάβουμε τους σπουδαιότερους σταθμούς του Κοραή στο δρόμο του προς τον Διαφωτισμό. Ήδη σε εποχή που ο Κοραής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο ως πεφωτισμένος χριστιανός παρά ως διαφωτιστής διατυπώνει πεποιθήσεις από τις οποίες δεν θα απομακρυνθεί σε όλη του τη ζωή, όπως π.χ., ότι η αρετή είναι πράξη και όχι δόγμα. Η συγκεκριμένη σημασία αυτής της θέσεως καταφαίνεται σε όποιον ξέρει τις σχετικές διαμάχες την εποχή του Διαφωτισμού. Ή ότι ο ίδιος επιθυμεί να σταθεί σε ίση απόσταση, παραθέτω, και από την σκύλαν της απιστίας, και από την χάρυβδην της δεισιδαιμονίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην ίδια εποχή ο Κοραής εκφράζεται επαινετικά, για το 1782 πρόκειται, ο Κοραής εκφράζεται επαινετικά για τον ηθικό χαρακτήρα και το συγγραφικό τάλαντο του Rousseau, πράγμα που καθαυτό δεν σημαίνει φυσικά την αποδοχή ρουσσωικών ιδεών στα καθέκαστα, ωστόσο μαρτυρεί αδιάψευστα την πρώιμη ευμενή προδιάθεση του Κοραή απέναντι στους κορυφαίους εκπροσώπους του Διαφωτισμού.

Με αυτή την προδιάθεση φθάνει ο Κοραής το 1788 στο Παρίσι και ακριβώς η συνειδητή προΰπαρξη της προδιάθεσης αυτής εξηγεί γιατί, όπως δείχνουν τα γράμματά του, εξαρχής εντυπωσιάζεται τόσο πολύ από την ένταση των εκεί πολιτικό-πνευματικών ζυμώσεων και νιώθει σαν να μπαίνει σε έναν καινούργιο κόσμο. Υπενθυμίζω ότι η Γαλλική Επανάσταση ουσιαστικά έχει αρχίσει ουσιαστικά ένα χρόνο πριν, δηλαδή από την εποχή που συγκαλούνται οι États généraux, δηλαδή την εποχή που φτάνει ο Κοραής στο Παρίσι βρίσκεται στο επίγυρο της πολεμικής εκείνης σχετικά με τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για τη σύγκλιση των États généraux, και οι συζητήσεις γύρω από τη διαδικασία αυτή προκαλούν μια τεράστια διαμάχη η οποία εκφράζεται σε φυλλάδια και σε δημοσιευμένες απόψεις γενικά εις τον τύπο. Σαν να λέμε ο Κοραής φτάνει στο Παρίσι την εποχή που η Επανάσταση πλανιέται κατά κάποιον τρόπο στον αέρα και εν πάση περιπτώσει συζητιούνται θέματα θεμελιώδη που θα συζητηθούν και αργότερα στην Εθνοσυνέλευση.

Η έκρηξη της Επανάστασης οδηγεί στο κατακόρυφο την αίσθησή του ότι βρίσκεται στο επίκεντρο κοσμοϊστορικών γεγονότων, τα οποία ωστόσο τα θεωρεί απότοκα της γέννησης και διάδοσης ορισμένων μεγάλων ιδεών. Από τη στιγμή που στο νου του αποκαθίσταται και εδραιώνεται αυτή η αιτιώδης σχέση ανάμεσα στην επανάσταση και στον Διαφωτισμό, πρέπει να θεωρείται ότι ο ενθουσιώδης χαιρετισμός του για την πρώτη ισοδυναμεί αυτόματα με μια εξίσου ενθουσιώδη ομολογία πίστεως στον δεύτερο. Πέρα και πάνω από οποιαδήποτε βιβλιακή επίδραση, η Γαλλική Επανάσταση τόσο ως κοινωνικό όσο και ως ιδεολογικό γεγονός είναι εκείνη που μεταβάλλει τον Κοραή από πεφωτισμένο χριστιανό με ευμενείς διαθέσεις απέναντι στο Διαφωτισμό, σε γνήσιο διαφωτιστή, για τον οποίο τώρα πια ο χριστιανισμός μπορεί να δικαιωθεί μονάχα στη συμφωνία του με τον κυρίαρχο Λόγο. Η φράση που έγραψε ο Κοραής στα 1803, ότι δηλαδή η Γαλλική Επανάσταση στάθηκε η πρώτη αιτία που βοήθησε τους Έλληνες να στεριώσουν εντός τους την ίδια από πριν αισθητή ανάγκη του φωτισμού τους, ισχύει απόλυτα και για τη δική του προσωπική εξέλιξη και μπορεί να διαβαστεί ως αυτοβιογραφική μαρτυρία. Ως σημείο πλήρους και συνειδητής προσχώρησης στην ιδέα και στις ιδέες του Διαφωτισμού πρέπει πάντως να θεωρήσουμε τον πόθο που εκμυστηρεύεται ο Κοραής στα 1791 παρακολουθώντας την μετακομιδή των λειψάνων του Voltaire στο Panthéon, να ήταν δηλαδή και ο ίδιος ένας Έλληνας Voltaire.

Είναι εξαιρετικά ενδεικτικό τώρα, ότι το πρώτο που σκέφτεται ο Κοραής όταν αναφέρει το όνομα του Voltaire, στις επιστολές αυτές, τις γνωστές, είναι η αντίθεση του τελευταίου προς τους καλογήρους, είναι η λέξη του Κοραή, και προς ό,τι αυτοί εκπροσωπούν γενικά από κοινωνική και ιδεολογική άποψη. Πράγματι η πρόοδος της συνειδητής και εμφατικής προσχώρησης του Κοραή στον Διαφωτισμό κατά τη διάρκεια των πρώτων δυο–τριών ετών της Επανάστασης μπορεί να παρακολουθηθεί με ακρίβεια, αν πάρουμε ως καθοδηγητήριο μίτο τις διαδοχικές αποφάνσεις του εναντίον των καλογήρων. Δηλαδή η ριζοσπαστικοποίηση αυτή οφείλεται όχι σε κάποια είδηση που παίρνει πιθανόν από τη Σμύρνη, αλλά οφείλεται στα κοσμοϊστορικά γεγονότα τα οποία ζει ακριβώς εκείνο τον καιρό εκεί. Ο Κοραής παρακολουθεί προσεκτικά τις συζητήσεις της Εθνοσυνέλευσης για τη διάθεση της εκκλησιαστικής περιουσίας και επειδή συνάμα γνωρίζει και τονίζει τη συνάφεια καλογήρων και δεισιδαιμονίας μπορούμε να συμπεράνουμε ex contrario τι σημαίνει στα μάτια του ο Διαφωτισμός ως ιδεολογικός καταλύτης της Επανάστασης. Είναι ο φορέας μιας απελευθέρωσης πνευματικής και συνάμα μιας μεταρρύθμισης κοινωνικής. Με αυτό τον παλλόμενο και ζωντανό τρόπο δένεται ο Κοραής με τον Διαφωτισμό.

Τούτο επιβεβαιώνεται και από ένα ακόμα γεγονός που μου φαίνεται θεμελιώδες για την πνευματική του εξέλιξη. Πρόκειται για τη σύνδεση του προβλήματος του Διαφωτισμού με το πρόβλημα της εθνικής αποκατάστασης των Ελλήνων, σύνδεση που χαρακτηριστικότατα μαρτυρείται στα γραπτά του Κοραή ήδη καμπόσα χρόνια πριν από το 1789. Ο Κοραής φοβάται ότι όσο η Ελλάδα παραμένει ξένη προς το Διαφωτισμό και δέσμια των καλογήρων, οι φωτισμένοι Ευρωπαίοι δεν θα την υπολήπτονται και θα ακολουθούν φιλοτουρκική πολιτική, ενώ αντίθετα μια φωτισμένη Ελλάδα θα ενέπνεε και στους Ευρωπαίους στάση αντιτουρκική. Μάλιστα ο Κοραής αντιμετωπίζει έντρομος το ενδεχόμενο μήπως οι Tούρκοι, έχοντας εξαρχής το πλεονέκτημα να είναι απαλλαγμένοι από θεολόγους και καλογήρους προλάβουν και υιοθετήσουν πρώτοι τοΝ Διαφωτισμό, οπότε η ελληνική δουλεία θα διαιωνιστεί. Ίσως αν η παρατήρηση αυτή μεταφραστεί στη γλώσσα των σύγχρονων κοινωνικό-πολιτικών δεδομένων διατηρεί πλήρως την επικαιρότητά της.

Στην προοπτική τούτης της σύνδεσης Διαφωτισμού και εθνικού προβλήματος, ο Κοραής φτάνει να συνάπτει διαφωτιστικό και αντιτουρκικό φρόνημα. Έτσι όταν αναφέρεται με θαυμασμό στα μεταρρυθμιστικά έργα πεφωτισμένων δεσποτών, καθώς η Αικατερίνη της Ρωσίας, αυτό το κάνει βέβαια ακολουθώντας το παράδειγμα μερικών εγκυκλοπαιδιστών (Diderot), συνάμα όμως επειδή περιμένει εθνικά ωφελήματα από ό,τι θεωρεί ως αντιτουρκική πολιτική της Αικατερίνης. Η ταύτιση διαφωτιστικής και αντιτουρκικής στάσης, όπως την αντιλαμβάνεται ο Κοραής, υπογραμμίζεται και με την υπόμνηση της αντιπάθειας του Voltaire προς το τουρκικό κράτος. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη, απ’ όσο ξέρω, μνεία του ονόματος κάποιου από όσους αργότερα ονομάστηκαν Ιδεολόγοι στα γραπτά του Κοραή, δηλαδή του Volney, γίνεται στα 1793 με αποκλειστική αφορμή την δεδηλωμένη αντιτουρκική τοποθέτηση του τελευταίου, που είχε εκφραστεί σε ένα βιβλίο του 1788 με αφορμή τον τοτινό ρωσοτουρκικό πόλεμο.

Τα τεκμήρια αυτά επαρκούν όπως πιστεύω για να θεμελιώσουν την άποψη ότι ο Κοραής είναι συνειδητός διαφωτιστής προτού ακόμα εμφανιστούν τα έργα των Ιδεολόγων ή έστω γίνουν δημόσια γνωστοί οι εκπρόσωποι της τάσης που αργότερα πήρε αυτό το όνομα. Υπάρχει ένα γεγονός που πιστοποιεί πέρα από κάθε αμφιβολία τη στενή γνωριμία του Κοραή με τη φιλολογία του Διαφωτισμού ήδη σε αυτή την περίοδο της ζωής του. Εννοώ το γεγονός ότι η μετάφραση του έργου του Beccaria, η οποία δημοσιεύτηκε στα 1802, έγινε, όπως μας πληροφορεί ο Θερειανός, ήδη στα 1796. Η επιλογή του έργου αυτού από τον Κοραή έχει ιδιαίτερη σημασία για το πρόβλημά μας, γιατί μέσα σ’ αυτό συνοψίζονται απλά και συνάμα πλαστικά όλες οι βασικές ηθικό πολιτικές ιδέες του Διαφωτισμού, οι μεγάλοι κοινοί του τόποι. Αυτό άλλωστε, μαζί με τη συντομία του, εξηγεί και τη μεγάλη του διάδοση. Στον Beccaria λοιπόν ο Κοραής βρίσκει συμπυκνωμένο ότι ο ίδιος είχε διαβάσει και εκτιμήσει προηγούμενα στα έργα των διασημότερων εκπροσώπων του Διαφωτισμού, πολύ περισσότερο γιατί εδώ μνημονεύονται ρητά και χρησιμοποιούνται εν εκτάσει συγγραφείς ιδιαίτερα οικείοι του, όπως π.χ., ο Montesquieu, για τον οποίο ο Κοραής κάνει λόγο ήδη στα 1792. Πράγματι, μια πρόχειρη έρευνα στις σημειώσεις και στις παραπομπές των προλεγομένων και των φυλλαδίων του Κοραή δείχνει ολοκάθαρα ότι ο Χίος διαφωτιστής αντλεί τις γνώσεις του για τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό σε πρώτη γραμμή από τους κλασσικούς του συγγραφείς. Οι περισσότερες μνείες αφορούν το l’esprit des lois του Montesquieu, το Dictionnaire philosophique του Voltaire, το contrat social του Rousseau, τον λίβελλο του d’Alembert για την εκδίωξη των Ιησουϊτών από τη Γαλλία, ενώ δεν λείπουν οι Batteux, και de Condorcet από τους Γάλλους, και Shaftesbury, Bentham, και Adam Smith από τους Άγγλους. Για τη μια και μόνη φιλοσοφικά αξιόλογη μνεία ενός έργου του de Tracy θα γίνει παρακάτω λόγος.

Μετά από τούτη τη χρονολογική και βιογραφική σκιαγράφηση της πορείας του Κοραή από τον πεφωτισμένο χριστιανισμό στον σύγχρονό του Διαφωτισμό, θα συνοψίσουμε τώρα όχι πια ιστορικά παρά με τη λογική και συστηματική τους τάξη τα κύρια σημεία του διαφωτιστικού του φρονήματος. Όπως ήδη υποδηλώνει η στενή σχέση επανάστασης και Διαφωτισμού, καθώς την αντιλαμβάνεται ο Κοραής, ο Διαφωτισμός είναι για αυτόν πρώτα πρώτα υπόθεση ηθικοπρακτική άρα πολιτική με την ευρεία αλλά ταυτόχρονα και συγκεκριμένη, όπως τη βλέπει, σημασία του όρου. Ως φιλοσοφία επομένως ο Διαφωτισμός ανήκει σε ένα τύπο ολότελα διαφορετικό από τη φιλοσοφία της κλασικής μεταφυσικής, αρχαίας και χριστιανικής, στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν όχι ή πράξη παρά η θεωρία (η πράξη όφειλε να πορεύσει από τη θεωρία), όχι ο ανθρώπινος ιστορικός και πολιτικός κόσμος παρά το πάγιο και αμετάβλητο Ον. Τα ηθικοπρακτικά παραγγέλματα και στην πλατωνική Πολιτεία αντλούνται και τίθενται πάντα σε συνάφεια με μια ορισμένη αντίληψη για το Ον, αυτό εκλείπει ακριβώς την εποχή του Διαφωτισμού. Ακολουθώντας έναν κοινό τόπο του Διαφωτισμού στον οποίο ακριβώς εκφράζεται η αποκοπή από την παραδοσιακή φιλοσοφική ιεράρχηση των γνωστικών και ειδικών αξιών, ο Κοραής διαχωρίζει ρητά την προσωπική του θεωρητική ενασχόληση από, όπως λέει, της μεταφυσικής τας θεωρίας και τας ζητήσεις, και ορίζει την φιλοσοφία ως θεωρίαν και πράξην όλων ομού των χρησίμων εις των ανθρώπινον βίον. Η λειτουργία της φιλοσοφίας εκπληρώνεται λοιπόν όπως εκπληρώθηκε δια μέσου του Διαφωτισμού, όταν χάρη στην επίδρασή της γίνεται φιλανθρωπότερη η νομοθεσία και η δικαιοσύνη, όταν κοντολογίς πραγματώνεται η ενότητα ηθικής και πολιτικής.

Το δεύτερο θεμελιώδες σημείο της σκέψης του Κοραή ως εκπροσώπου του Διαφωτισμού είναι η πίστη στον ορθό λόγο, ως έσχατη βαθμίδα δικαιοδοσίας σε όλες τις θεωρητικές και κοινωνικοπολιτικές αντιδικίες. Όπως μας λέει ο Κοραής, τόσο η φιλοσοφία όσο και ο νόμος στην ουσία τους ταυτίζονται με τον ορθό λόγο. Όμως στον Κοραή, όπως και σε ολόκληρο τον Διαφωτισμό, ο κοινός τόπος του ορθού λόγου έχει μια συγκεκριμένη πολεμική αιχμή. Στρέφεται εναντίον των αξιώσεων κυριαρχίας που προβάλλουν η εξ αποκαλύψεως θρησκεία και οι εκπρόσωποί της. Ήδη στα 1786 ο Κοραής επιφυλάσσει στον ορθό λόγο το δικαίωμα να υπαγορεύει τις υγιείς αρχές, ενώ στην εξ αποκαλύψεως θρησκεία αναθέτει απλώς την υστερογενή λειτουργία να τις επισφραγίζει. Αυτό φυσικά είναι ακριβώς η θέση που εκφράζει ο Locke στο Δοκίμιο ήδη από τα 1687. Αυτό φυσικά συνεπάγεται την έμπρακτη υποταγή του περιεχομένου της Αποκαλύψεως στις επιταγές του Λόγου, πράγμα που σε κατοπινά χρόνια λέγεται από τον Κοραή πολύ εμφατικότερα και διεξοδικότερα. Όποια θρησκεία είναι εναντίον της φιλοσοφίας, γράφει, δεν είναι η ίδια αληθινή παρά αποτελεί δεισιδαιμονία. Κριτήριο της γνησιότητας της θρησκείας είναι επομένως ο βαθμός συμφωνίας της με τη φιλοσοφία και, επομένως, με τον ορθό λόγο.

Η γνώμη λοιπόν ότι ο Κοραής στην ώριμη περίοδο του στοχασμού του, που αρχίζει γύρω στα 1788, παραμένει οπαδός του εκκλησιαστικού δόγματος αποτελεί κατάφωρη παραχάραξη των γεγονότων. Για κάθε ορθόδοξο θεολόγο οι εξ αποκαλύψεως αλήθειες είναι ισχυρότερες από τις αλήθειες του Λόγου, μολονότι στον Λόγο ανατίθεται το έργο να φτάνει μέχρι εκεί που δεν μπορεί να προχωρήσει παραπέρα, δεν παραγνωρίζεται ο Λόγος αλλά του τίθενται σαφή όρια. Όμως ακριβώς αυτή την ανωτερότητα της εξ αποκαλύψεως αληθείας απέναντι στο Λόγο αμφισβητεί expressis verbis ο Κοραής. Όταν λοιπόν η επίσημη εκκλησία αντιμετώπιζε με εχθρότητα το πρόσωπο και το έργο του ίσως να μην έκανε καλά, όμως ήξερε καλά τι έκανε.

Το τρίτο θεμελιώδες σημείο της σκέψης του Κοραή ως διαφωτιστή – στοχαστή είναι η έννοια του φυσικού ή αιώνιου και αμετάβλητου ηθικού νόμου, την οποία άλλωστε χρησιμοποιεί ως κοινό παρανομαστή για να συγχωνεύσει φιλοσοφία και υγιή θρησκεία, και η οποία αποτελεί τη συμπύκνωση όλων όσων πιστεύει ως διαφωτιστής. Για αυτό και η έννοια τούτη προσφέρεται ιδιαίτερα για τη μελέτη των σχέσεων του προς τους Ιδεολόγους, πολύ περισσότερο επειδή ο Κοραής υπερασπίζοντας την τοποθέτησή του στο πρόβλημα του φυσικού δικαίου υποχρεώνεται, μολονότι ο ίδιος θέλει να αποφύγει κάθε εμπλοκή στις τόσο αντιπαθείς του μεταφυσικές ζητήσεις, να στηρίξει τις ηθικοφιλοσοφικές του αντιλήψεις με επιχειρήματα που σε τελευταία ανάλυση είναι υφής οντολογικής ή γνωσιοθεωρητικής και έτσι να φανερώσει τις μυχιότερες πτυχές ή τις έσχατες προεκτάσεις της φιλοσοφικής του σκέψης. Αυτό συμβαίνει βέβαια μια και μόνη φορά, στη διατριβή του 1819 περί του περιβοήτου δόγματος θρησκευτικών φιλοσόφων και των σοφιστών, νόμων καλών, νόμων κακών. Εδώ ο Κοραής αποκρούει διαρρήδην κάθε ανάμιξη αισθητών δεδομένων στον καθορισμό της υφής και του περιεχομένου του φυσικού νόμου. Ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά ότι ο κοινός τόπος του φυσικού δικαίου ερμηνεύεται από τους διαφωτιστές με δυο τρόπους ουσιαστικά διαφορετικούς: άλλοι δηλαδή παράγουν το φυσικό δίκαιο ιστορικά και εμπειριστικά, ενώ άλλοι το αντλούν απευθείας από τον Λόγο, πέρα και ανεξάρτητα από ιστορικά και εμπειρικά δεδομένα. Το ότι ο Κοραής γνωρίζει καλά την αντιμαχία των δυο ρευμάτων στους κόλπους του Διαφωτισμού κάνει ακόμα πιο βαρυσήμαντη και ενδιαφέρουσα τη δική του τοποθέτηση. Μολονότι ακολουθώντας και εδώ την τακτική της μέσης οδού προσπαθεί αρχικά να συμφιλιώσει τις δυο τάσεις, ωστόσο, μπροστά στο φόβο του σχετικισμού και του σκεπτικισμού, καταλήγει στο ρητό πόρισμα ότι τα σπέρματα του φυσικού δικαίου βρίσκονται μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, πριν ακόμα από της γένεση της έννοιας της δικαιοσύνης, και έχουν τοποθετηθεί εκεί από τον Θεό τον ίδιο, αφού μάλιστα ο ανθρώπινος λόγος είναι κοινωνός του Θείου.

Στο κρίσιμο τούτο σημείο ο Κοραής βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση όχι απλώς με μια βασική θέση των Ιδεολόγων, αλλά με το ίδιο το ειδοποιό τους γνώρισμα ως ξέχωρης φιλοσοφικής, επαναλαμβάνω, φιλοσοφικής κατεύθυνσης. Όπως είναι γνωστό, αυτό το ειδοποιό γνώρισμα των Ιδεολόγων είναι η αποδοχή της ακραίας γνωσιοθεωρητικής αισθησιοκρατίας των de Condillac και Helvétius, δηλαδή η αποδοχή της ταύτισης αίσθησης και νόησης, και η προσπάθεια, με βάση την ταύτιση αυτή, να υποτυπωθεί μια θεωρία των επιστημών, της παιδείας, και της κοινωνικής πολιτικής θεμελιωμένη στη γνώση του σχηματισμού των ιδεών, έτσι ώστε να επηρεάζεται ή να ελέγχεται η διαμόρφωση των ιδεών των μελών της κοινότητας. Όπως είναι ευνόητο, μια τέτοια σύλληψη ήταν ασυμβίβαστη με τη διδασκαλία των εμφύτων ιδεών. Σημειώνω ότι προτού ακόμα ο de Tracy και ο Cabanis εκφράσουν διεξοδικά αυτές τις θέσεις και κάνουν πρόδηλο το υλιστικό τους γνωσιοθεωρητικό και οντολογικό πλαίσιο, ο Volney, ένα από τα λιγότερο σημαντικά μέλη της σχολής, είχε ήδη στα 1793 στο πονημάτιό του για τον φυσικό νόμο, το οποίο υπάρχει και σε ελληνική μετάφραση στην Αίγινα το 1828 όπως είναι γνωστό, είχε αποκρούσει εμφατικά την αντίληψη ότι ο νόμος τούτος είναι έμφυτος, εφόσον γράφει έμφυτες ιδέες γενικά αποτελούν πλάνη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Κοραής είχε υπόψη του την τοποθέτηση αυτή των ιδεολόγων, δεδομένου ότι αυτοί όπως είπαμε ήταν το κατεξοχήν ειδοποιό γνώρισμα της σχολής τους, και δεδομένου επίσης ότι ο Κοραής γνώριζε την ένταση και τη σπουδαιότητα της σχετικής διαμάχης μέσα στους κόλπους του Διαφωτισμού.

Αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε πρέπει να εξηγήσουμε γιατί ο Κοραής δεν διαχωρίζει expressis verbis τη θέση του από τους Ιδεολόγους, παρά αντίθετα μια φορά μνημονεύει με ευμένεια την τάση τους γενικά και μια φορά αναφέρεται επιδοκιμαστικά σε μια άποψη του de Tracy. Η στάση αυτή δεν οφείλεται μονάχα σε λόγους ευγένειας απέναντι σε όσα μέλη του κύκλου των ιδεολόγων τύχαινε να γνωρίζει προσωπικά. Υπάρχουν λόγοι βαθύτεροι και γενικότεροι. Τόσο στην όχι εύκολη ναπολεόντεια εποχή, όσο και στην ιδιαίτερα δύσκολη εποχή της παλινόρθωσης, οι Ιδεολόγοι, ανεξάρτητα από τις επιμέρους θέσεις τους, αποτελούν τη μόνη άμεση συνέχεια, και, κάποτε, το μόνο απτό λείψανο του Διαφωτισμού. (Γενικά του Διαφωτισμού, και των Εγκυκλοπαιδιστών βέβαια ειδικότερα). Ο Κοραής συμμερίζεται μαζί τους, τους μεγάλους κοινούς στόχους του Διαφωτισμού, που ποσοστιαία αποτελούν και το μέγιστο μέρος του έργου των διαφωτιστών. Η διαφωνία στην οποία επιμένω είναι ποιοτικά σημαντική από φιλοσοφική άποψη άλλα ποσοτικά αμελητέα, αυτό είναι το περίεργο της καταστάσεως η οποία δημιουργεί και μια οπτική απάτη.

Ο Κοραής λοιπόν συμμερίζεται τους μεγάλους κοινούς στόχους του Διαφωτισμού και μολονότι ο φόβος του υλισμού τον χωρίζει από αυτούς ωστόσο αισθάνεται αλληλέγγυος μαζί τους μέσα στα χρόνια αυτά. Η υποστήριξη που τους δίνει δεν αφορά το ιδιαίτερο περιεχόμενο της φιλοσοφίας τους παρά αποτελεί υποστήριξη της φιλοσοφίας με τη γνωστή μας κοραϊκή έννοια και του Διαφωτισμού γενικά μέσα σε καιρούς αντίξοους. Απ’ αυτή τη διάθεση κινούμενος δεν αναφέρει ό,τι τον χωρίζει απ’ αυτούς, παρά ό,τι τον ενώνει μαζί τους. Έτσι, μιλώντας για τη σημασία που αποδίδει ο Αριστοτέλης στην έξη ως παράγοντα κτήσης της αρετής μνημονεύει σχετικές απόψεις του de Tracy. Ωστόσο η αναφορά δεν σημαίνει ταυτότητα ιδεών σε όλη τους την έκταση, παρά ένταξη και αξιοποίηση ιδεών του de Tracy. Σε ένα πλαίσιο διαφορετικό. Γιατί ενώ ο de Tracy είχε υπόψη του μια ηθική που χτίζεται εμπειρικά εξ αρχής, με βάση τους μηχανισμούς μιας αίσθησης ταυτόσημης με τη νόηση, ο Κοραής έχει κατά νου μια συμπλοκή και σύνθεση έμφυτων νοητικών και επίκτητων αισθητών στοιχείων.

Μπορούμε τώρα να συνοψίσουμε το πόρισμά μας. Ο Κοραής αντλεί τις βασικές του διαφωτιστικές αντιλήψεις από μια άμεση επαφή με τα γνωστά έργα των διαφωτιστών, αν αφαιρέσουμε από αυτούς τους υλιστές, d’Holbach και Diderot, και αν απεναντίας συμπεριλάβουμε στον κύκλο τους τους σποραδικούς συνεργάτες της Εγκυκλοπαίδειας, όπως οι Rousseau και Montesquieu, ή συγγραφείς προσωπικά και πνευματικά παραπλήσιους όπως ο Beccaria. Αυτό ο Κοραής το κάνει σε μεγάλο βαθμό κάτω από την άμεση επήρεια της Επανάστασης. Γι’ αυτό και προτού αναζητήσουμε την άλφα ή βήτα οφειλή του σε κάποια ιδιαίτερη τάση του Διαφωτισμού, πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά τα λόγια Θερειανού. «Εις την διάνοιαν του Κοραή κατέσκυψαν αι αρχαί του 1789 ως κεραυνός, και ενεστάλαξαν εις την διάθερμον του Κοραή καρδίαν τα πρώτα ζώπυρα της πολιτικής και εκπαιδευτικής αυτού κατηχήσεως». Έχοντας πια ενστερνιστεί έτσι τον Διαφωτισμό, και όντας πια ολότελα οικείος με αυτόν, ο Κοραής έρχεται σε επαφή με το κίνημα των Ιδεολόγων το οποίο άλλωστε μόλις την εποχή του Διευθυντηρίου εκδηλώνεται σαν τέτοιο.

Ο Κοραής δεν ανήκει λοιπόν στους ιδεολόγους με την έννοια ότι μυήθηκε από αυτούς στον Διαφωτισμό. Ούτε όμως και με την έννοια ότι τους ακολουθεί πιστά σε όλες τις διδασκαλίες τους, με την τεχνική φιλοσοφική σημασία του όρου. Στο βαθμό που η επιχειρηματολογία των ιδεολόγων αποκλίνει από τους κοινούς τόπους του Διαφωτισμού, και προσλαμβάνει τα ειδοποιά εκείνα γνωρίσματα που προσδίδουν στους Ιδεολόγους το χαρακτήρα ιδιαίτερης φιλοσοφικής τάσης, ο Κοραής παύει να ενδιαφέρεται γι’ αυτήν. Ωστόσο αισθάνεται αλληλέγγυος με τους Ιδεολόγους γιατί συνεχίζουν με τη γενική της έννοια την παράδοση των εγκυκλοπαιδιστών. Ο Κοραής είχε γνωρίσει τις ιδέες του Διαφωτισμού μέσα από τα κείμενα των εγκυκλοπαιδιστών, αλλά όταν πια οι ίδιοι είχαν εκλείψει. Όταν λοιπόν αναζητά γύρω του ορατούς και χειροπιαστούς διαφωτιστές, δε βρίσκει άλλους από τους Ιδεολόγους και έτσι τους προσεγγίζει όχι μόνο ως επιγόνους αλλά και ως συμβολικούς εκπροσώπους του δικού του ιδεώδους. Αυτό ωστόσο είναι η ψυχολογική και βιογραφική διάσταση του προβλήματος από την οποία πρέπει να ξεχωρίζουμε τη φιλοσοφική, δηλαδή το θέμα των πνευματικών επιδράσεων με την αυστηρή σημασία της αποδοχής ή απόρριψης επιμέρους θέσεων, όπως επίσης πρέπει να ξεχωρίζουμε ό,τι δίνει γένεση σε μιαν ιδέα από ότι την επιρρώνει, ή την εμπλουτίζει.

Το αρχείο ήχου είναι από εδώ: https://dimartblog.com/2016/12/19/kondylis-korais/

  

(Εμφανιστηκε 233 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)