29 Νοεμβρίου 2015 at 19:47

Ο Ντοστογιέβσκη, ο ηλίθιος και η κοινωνική συμπεριφορά

από

Ο Ντοστογιέβσκη, ο ηλίθιος και η κοινωνική συμπεριφορά

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

                Ο πρίγκιπας Μίσκιν, ως κεντρικός χαρακτήρας του Ντοστογιέβσκη στο έργο «Ο Ηλίθιος», στέκεται επάξια στο ύψος του ρόλου απ’ την αρχή· είναι εντελώς ηλίθιος. Εξάλλου, το επιβεβαιώνει και το ιατρικό του ιστορικό. Επιληπτικός, άρτι αφιχθείς από κλινική της Ελβετίας, όπου νοσηλευότανε χάρη στην ευσπλαχνία ενός καθηγητή, με παραληρηματική συμπεριφορά, κενά μνήμης, παροδική αδυναμία ορισμού της πραγματικότητας, πλήρη σύγχυση. Ο ίδιος ο Μίσκιν τα παραδέχεται όλα, χωρίς την ελάχιστη πρόθεση να κρύψει το παραμικρό: «… ο πρίγκιπας δήλωσε ανάμεσα στ’ άλλα πως παρ’ όλο που τα θυμάται όλα, λίγα πράγματα όμως θα μπορούσε να εξηγήσει κατά τρόπο ικανοποιητικό γιατί σε πολλές περιπτώσεις πολλά του διέφευγαν. Οι συχνές κρίσεις της αρρώστιας του τον κατάντησαν ολότελα σχεδόν ηλίθιο (ο πρίγκιπας έτσι ακριβώς το είπε: ηλίθιο)». (σελ. 45).

Ο Ντοστογιέβσκη
Ο Ντοστογιέβσκη

Ο προστάτης του πρίγκιπα, ο Παυλίστσεφ «συναντήθηκε κάποτε στο Βερολίνο με τον καθηγητή Σνάιντερ, έναν Ελβετό που ασχολείται μ’ αυτές ακριβώς τις αρρώστιες, έχει ένα ίδρυμα στην Ελβετία στο καντόνι Βαλέ και θεραπεύει με δική του μέθοδο – με ψυχρά ντους και γυμναστική, θεραπεύει τόσο την ηλιθιότητα όσο και την τρέλα και ταυτόχρονα διδάσκει τους ασθενείς του και φροντίζει γενικά για την πνευματική τους ανάπτυξη…». (σελ. 45). Ο πρίγκιπας, είναι απολύτως σαφής όταν αναφέρεται στον εαυτό του: «… νομίζω πως δεν έχω ούτε ένα ταλέντο ούτε ιδιαίτερες ικανότητες, απεναντίας μάλιστα, γιατί εγώ είμαι ένας άρρωστος άνθρωπος και δε σπούδασα κανονικά». (σελ. 45). Κι αν τίθεται θέμα για την οικονομική του κατάσταση: «Προς το παρόν δεν έχω καμιά περιουσία και καμιά ασχολία, προς το παρόν, κι όμως θα ‘πρεπε. Όσο για χρήματα, είχα ξένα: μου ‘δωσε ο Σνάιντερ, ο καθηγητής μου που με κουράριζε και με σπούδασε στην Ελβετία, μου ‘δωσε για το ταξίδι και μου ‘δωσε τόσα που να μου φτάσουν ίσα – ίσα, έτσι που τώρα λόγου χάρη μου ‘χουν μείνει μερικά καπίκια όλα – όλα». (σελ. 44).

Ο άνθρωπος αυτός καταφτάνει στην Πετρούπολη, χωρίς κανένα σχέδιο και καμιά προοπτική για το μέλλον. Μια αόριστη μακρινή συγγένεια με τη σύζυγο του στρατηγού Επάντσιν τον οδηγεί στο γραφείο του σε μια συνάντηση που, επί της ουσίας, στερείται νοήματος. Ο στρατηγός θέτει το ζήτημα ευθέως: «… μου είναι αδύνατο μέχρι στιγμής να δω τι κοινό έχουμε… να διακρίνω το λόγο που…» κι ο πρίγκιπας είναι απόλυτα σύμφωνος με τους δισταγμούς, σαν να μην τον αφορούσαν προσωπικά: «Λόγος ασφαλώς δεν υπάρχει, και φυσικά τα κοινά μεταξύ μας είναι ελάχιστα. Γιατί, αν είμαι πρίγκιπας Μίσκιν και η σύζυγός σας είναι απ’ τη γενιά μας, αυτό, εννοείται, δεν είναι λόγος. Αυτό δα το καταλαβαίνω με το παραπάνω». (σελ. 41).

Παρακολουθούμε την πιο ανόθευτη ευθύτητα, που εκδηλώνεται με τρόπο απολύτως φυσικό, σαν κάτι αναπόδραστο, σχεδόν νομοτελειακό. Το τελικό αίτημα του πρίγκιπα διατυπώνεται με τρόπο αφοπλιστικό: «Έχω πάνω από τέσσερα χρόνια που λείπω απ’ τη Ρωσία· μα και πριν που βρισκόμουν εδώ, ήμουν σχεδόν τρελός! Και τότε δεν ήξερα τίποτα και τώρα ξέρω ακόμα λιγότερα. Έχω ανάγκη από καλούς ανθρώπους. Έχω μάλιστα και κάτι που θέλω να κανονίσω και δεν ξέρω σε ποιον ν’ αποτανθώ. Όταν βρισκόμουν ακόμα στο Βερολίνο, σκέφτηκα: “είναι σχεδόν συγγενείς μου, θ’ αρχίσω απ’ αυτούς: μπορεί, που ξέρεις; – μπορεί να χρειαστούμε ο ένας τον άλλον, αυτοί εμένα, εγώ εκείνους – αν είναι καλοί άνθρωποι”. Κι έχω ακουστά πως είστε καλοί άνθρωποι». (σελ. 41).

Είναι φανερό ότι ο πρίγκιπας δεν ξέρει πώς να συμπεριφερθεί στις κοινωνικές σχέσεις που του προκύπτουν, αφού δεν έχει ιδέα από τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς. Κάτι σαν πειραματόζωο, που έχει βγει από τις συνθήκες του εργαστηρίου και δοκιμάζεται στον πραγματικό κόσμο αγνοώντας τα πάντα γι’ αυτόν. Ως εκ τούτου είναι απολύτως ειλικρινής. Δεν υπολογίζει, δεν έχει υστεροβουλία, δεν ξέρει να καρπώνεται τις ευκαιρίες. Η αθωότητά του τον καθιστά απροσάρμοστο και το απροσάρμοστο τείνει στο ανεξήγητο. Γι’ αυτό θα είναι πάντα ηλίθιος στα μάτια των άλλων. Θα είναι μάλιστα τόσο ξεκάθαρα ηλίθιος, που θα κερδίζει τη συμπάθεια. Ο ανταγωνισμός εκδηλώνεται καλύτερα όταν βρίσκει και τις ανάλογες συνθήκες. Απέναντι σ’ ένα άβγαλτο παιδί, όπως ο πρίγκιπας, η ανωτερότητα δε χρειάζεται να καταδειχθεί, αφού είναι δεδομένη εκ των προτέρων.  Ο ίδιος ο καθηγητής Σνάιντερ τον διαβεβαίωσε ότι θα παραμείνει για πάντα παιδί: «… ο Σνάιντερ μου είπε μια πολύ παράξενη σκέψη του – αυτό έγινε λίγο πριν φύγω – μου είπε πως βεβαιώθηκε απόλυτα πως και γω ο ίδιος είμαι ένα παιδί, δηλαδή ολότελα παιδί, πως μονάχα στο μπόι και στο πρόσωπο μοιάζω με άντρα μα στην ανάπτυξή μου, στην ψυχή, στο χαρακτήρα, ίσως – ίσως και στο μυαλό, δεν έχω ενηλικιωθεί και θα μείνω έτσι έστω κι αν ζήσω εξήντα χρόνια». (σελ. 115).

Αγία Πετρούπολη, Ρωσία, 1815
Αγία Πετρούπολη, Ρωσία, 1815

  Αυτός είναι και ο λόγος που ο Μίσκιν ομολογεί ότι προτιμά τα παιδιά στις συναναστροφές του: «πραγματικά, δε μ’ αρέσει να βρίσκουμε με μεγάλους, με κόσμο, με ηλικιωμένους – κι αυτό το ‘χω παρατηρήσει από καιρό – δε μ’ αρέσει γιατί δεν ξέρω πώς να φερθώ μαζί τους. Ό,τι κι αν μου λένε, όσο καλοί κι αν είναι μαζί μου, εγώ πάντοτε, δεν ξέρω γιατί, στεναχωριέμαι, κι είμαι τρομερά χαρούμενος όταν μπορώ να το σκάσω και να πάω στους φίλους μου και φίλοι μου ήταν πάντοτε τα παιδιά, μα όχι γιατί και γω ήμουν μικρό παιδί, μα απλώς και μόνο γιατί κάτι με τραβούσε κοντά τους». (σελ. 116). Εξάλλου, τα παιδιά είναι πιο σοφά απ’ τους μεγάλους και γι’ αυτό είναι αδύνατο να κρύψει κανείς οτιδήποτε απ’ αυτά: «Όταν αργότερα με κατηγορούσανε όλοι – ακόμη και ο Σνάιντερ – γιατί κουβέντιαζα με τα παιδιά σαν να ‘τανε μεγάλοι και δεν τους έκρυβα τίποτα, εγώ τους απαντούσα πως είναι ντροπή να τους λέμε ψέματα, πως τα παιδιά έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα, όσο κι αν προσπαθούν να τους τα κρύψουν, και τα μαθαίνουν ίσως – ίσως άσκημα, ενώ από μένα δεν τα μαθαίνουν άσκημα». (σελ. 111).

Ο Ανρύ Τρουαγιά στην κριτική που κάνει στον «Ηλίθιο» αναφέρει: «Τα παιδιά έχουν εύπλαστο μυαλό που δε γνωρίζει τον καταναγκασμό. Δεν έχουν ακόμα προφτάσει να σχηματίσουν απ’ τον κόσμο ένα όραμα αποκρυσταλλωμένο. Το καθετί γι’ αυτά είναι κίνηση, το καθετί είναι ενδεχόμενο. Τίποτα δεν εξαρτάται από τίποτα. Το καθετί μπορεί να γεννήσει το καθετί. Αυτά τα νέα πλάσματα […] είναι από ένστικτο ό,τι οι άλλοι πασκίζουν να γίνουν μέσα από τρομερές δοκιμασίες». Για να συμπληρώσει: «Οι γονείς τους, οι δάσκαλοί τους, θα φτιάξουν απ’ αυτά τα μικρά παιδιά πρόωρους γέρους, δυνατούς σε γνώση, ψυχρούς ορθολογιστές, αστούς που πάνω απ’ όλα νοιάζονται για τις ανέσεις τους – αληθινά τέρατα».

Κι αυτός είναι ο πυρήνας της τραγωδίας που θα βιώσει ο πρίγκιπας. Δεν είναι ούτε δυνατός σε γνώση ούτε ψυχρός υπολογιστής. Ξέρει να δρα αντανακλαστικά, δηλαδή παιδικά, χωρίς να ζυγίζει τις περιστάσεις. Πώς θα μπορούσε να μοιραστεί, ως ισότιμος ενήλικος, τις σκέψεις του στρατηγού Επάντσιν, που θέλει να καλοπαντρέψει τις κόρες του; «… οι νύφες, όταν τις αφήσεις απόλυτα ελεύθερες ν’ αποφασίσουν μόνες τους, είναι φυσικό ν’ αναγκαστούν τελικά να βάλουν κάτω τη λογική και τότε η υπόθεση θα πάρει το δρόμο της, γιατί θα καταπιαστούν οι ίδιες με ζήλο, βάζοντας κατά μέρος τα πείσματα και την υπερβολική εκλεκτικότητα· οι γονείς δε θα ‘χαν παρά να προσέχουν όσο γίνεται πιο άγρυπνα κι όσο το δυνατόν πιο απαρατήρητα μην τύχει και γίνει καμιά παράξενη εκλογή ή αναπτυχθεί καμιά αφύσικη συμπάθεια, βρίσκοντας ύστερα την κατάλληλοι στιγμή να βοηθήσουν μονομιάς μ’ όλες τους τις δυνάμεις και να κατευθύνουν τα πράγματα μ’ όση επιρροή διαθέτουν. Τέλος, και μονάχα το γεγονός ότι κάθε χρόνο αυξανόταν κατά γεωμετρική πρόοδο η περιουσία τους και καλυτέρευε η κοινωνική τους θέση, και μονάχα αυτό το γεγονός έφτανε για να τους κάνει να βγάλουν το συμπέρασμα πως όσο πέρναγε ο καιρός, τόσο πιο κερδισμένες ήταν οι κόρες, ακόμα και σα νύφες». (σελ. 61).

Αυτού του είδους οι σκέψεις, που προκύπτουν απ’ την εμπειρία των κοινωνικών συναναστροφών των ενηλίκων, είναι εντελώς ακατανόητες στον πρίγκιπα. Γι’ αυτό και είναι καταδικασμένος να παραμείνει ηλίθιος. Γιατί, ως ενήλικο παιδί, δε θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει τη συμφεροντολογική όψη της κοινωνικότητας. Με άλλα λόγια, αδυνατεί να συλλάβει τη μικρότητα, που παίρνει διαστάσεις υπαρξιακές στον κόσμο των κοινωνικά ενηλίκων. Η μικρότητα, ως νόημα ύπαρξης, δε χρειάζεται ούτε την υστεροβουλία της πρακτικής ωφέλειας ούτε τη χειροπιαστή εκδοχή του άμεσου κέρδους. Από μόνη της προσφέρει συναισθηματική πληρότητα και αυτοεκτίμηση, σαν επιταγή που πρέπει να εκπληρωθεί.

Ο Ντοστογιέβσκη, από τις πρώτες σελίδες του «Ηλίθιου», από τη σκηνή που εκτυλίσσεται μέσα στο τρένο, καθώς έρχεται στη Ρωσία, περιγράφει το Λέμπεντεβ, έναν ασήμαντο άνθρωπο: «Κάτι τέτοιους παντογνώστες τους συναντάει κανείς αρκετά συχνά μάλιστα, σε ορισμένα κοινωνικά στρώματα. Όλα τα ξέρουν, όλη η ανήσυχη περιέργεια του μυαλού τους κι οι ικανότητές τους κατευθύνονται ασυγκράτητα προς ένα σημείο – επειδή τους λείπουν φυσικά πιο σπουδαία ενδιαφέροντα και ζωτικές ιδέες, όπως θα ‘λεγε ένας σύγχρονος στοχαστής. Όταν λέμε “όλα τα ξέρουν”, πρέπει, εδώ που τα λέμε, να το εντοπίσουμε σ’ ένα αρκετά περιορισμένο πεδίο: πού εργάζεται ο τάδε, με ποιους γνωρίζεται, τι περιουσία έχει, πού χρημάτισε νομάρχης, με ποιαν είναι παντρεμένος, πόση προίκα πήρε, ποιος είναι ξάδερφός του, ποιος δεύτερος ξάδερφος κτλ. κτλ. όλα τέτοιας λογής». (σελ. 14).

Οι άνθρωποι αυτοί ξέρουν να διατηρούν σε όλες τις περιπτώσεις την κοινωνική τους αξιοπρέπεια. Έχοντας απόλυτη γνώση των κοινωνικών κανόνων δεν βρίσκουν τίποτε πιο ελκυστικό απ’ το να επισημαίνουν τις απρέπειες των άλλων. Είναι οι αδιάφοροι άνθρωποι, οι εκπρόσωποι της άχρωμης μετριότητας, οι ανάξιοι λόγου, που ξέρουν να βολεύονται σε όλες τις καταστάσεις. Ο Ντοστογιέβσκη δείχνει την απέχθειά του από την αρχή. Γι’ αυτό και μιλά με περιφρόνηση: «Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους παντογνώστες περιφέρονται με τριμμένους αγκώνες και παίρνουν δεκαεφτά ρούβλια μισθό το μήνα». (σελ. 14). Από αυτή την άποψη, το ζήτημα του «Ηλίθιου» δε θα μπορούσε να περιοριστεί στο επίπεδο της αντιπαράθεσης του Μίσκιν με μηδαμινότητες όπως ο Λέμπεντεβ. Ούτε καν η υστεροβουλία του Επάντσιν θα ήταν αρκετή να αντιπαρατεθεί με την αθωότητα του πρίγκιπα. Ο Ντοστογιέβσκη πηγαίνει το θέμα ακόμη πιο βαθειά συστήνοντας από την αρχή – από το πρώτο επεισόδιο, μέσα στο ίδιο βαγόνι – το Ραγκόζιν.

Ο Ραγκόζιν ερωτεύεται παράφορα τη Ναστάσια Φιλίπποβνα. Ο Γάνια ευελπιστεί να την παντρευτεί αποσκοπώντας περισσότερο στην προίκα. Η Φιλίπποβνα είναι η μοιραία γυναίκα που προκαλεί τους πάντες οδηγώντας τις καταστάσεις στα άκρα. Όταν τους υποδέχεται όλους στο σπίτι της για να ανακοινώσει τον άντρα που θα παντρευτεί, ρίχνει στο τζάκι τα εκατό χιλιάδες ρούβλια που της έδωσε ο Ραγκόζιν και ταπεινώνει το Γάνια λέγοντας ότι αν τα βγάλει με γυμνά χέρια θα γίνουν δικά του. Ο Ραγκόζιν αδιαφορεί παντελώς για τα χρήματα που θα καούν (τα οποία μάζεψε από τοκογλύφους), εφόσον πρόκειται να κερδίσει τη Φιλίπποβνα. Η ομήγυρη που παρακολουθεί βιώνει την απίστευτη ένταση της παραφροσύνης. Ο Γάνια συντρίβεται από την πρόκληση και λιποθυμά. Η Φιλίπποβνα βγάζει με τη μασιά τα λεφτά από το τζάκι.

Ο Ραγκόζιν και η Φιλίπποβνα είναι οι άνθρωποι που ζουν στην κόψη του ξυραφιού. Έρμαια των παθών τους, κινούνται στον έσχατο συναισθηματισμό, που μόνο αυτοκαταστροφικά μπορεί να διοχετευτεί. Οι επιθυμίες τους, αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οδύνη, είναι ανυποχώρητες. Θα ήταν παράλογο να ισχυριστεί κανείς ότι πληρούν τις προϋποθέσεις της ομαλής κοινωνικότητας. Από αυτή την άποψη, μοιάζουν με τον πρίγκιπα, αφού κι αυτοί συμπεριφέρονται σύμφωνα με τους ακατανίκητους κανόνες της παιδικότητας. Αδυνατούν να εκπληρώσουν τα καλούπια της ενηλικίωσης μετατρέποντας την πρόκληση και το παράφορο σε στάση ζωής. Όμως, η παιδικότητα που εκπροσωπούν δεν είναι ίδια με εκείνη του πρίγκιπα. Γιατί ο Μίσκιν εκπληρώνει την παιδική αθωότητα, ενώ οι άλλοι έχουν ως στόχο να ξεπεράσουν κάθε έννοια ηθικής. Η Φιλίπποβνα κατευθύνεται περισσότερο από κίνητρα εκδικητικά απέναντι στον άνθρωπο που τη διαμόρφωσε και είχε αμφιλεγόμενη στάση στα παιδικά κι εφηβικά της χρόνια. Από την άλλη, ο Ραγκόζιν είναι αδύνατο να αντισταθεί στο ανόθευτο ερωτικό πάθος, που εμπεριέχει την τύφλωση, ως ύψιστη νοσηρότητα.

Ο πρίγκιπας καταλαβαίνει αμέσως αυτό που κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί. Την τελική συντριβή και των δύο μέσα στο αδιέξοδο της πιο περίπλοκης παθολογίας. Ζητά να παντρευτεί ο ίδιος τη Φιλίπποβνα, όχι επειδή μαγνητίζεται ερωτικά, όσο επειδή συμπάσχει. Είναι ο μόνος, που πίσω από την ακαμψία της πρόκλησης διαβλέπει την πιο αξεπέραστη δυστυχία. Φυσικά γελοιοποιείται. Είναι αδύνατο να αποτρέψει τη συντριβή. Στέκεται μετέωρος ανάμεσα στους δύο κόσμους των ενηλίκων· εκείνο των ώριμων ανθρώπων που ξέρουν να ελίσσονται μέσα στις κοινωνικές συμβάσεις και να κερδίζουν, και τον άλλο, που εκπροσωπείται από το θυελλώδες μετατρέποντας την ανωριμότητα και το θράσος σε νόημα ύπαρξης. Η προτίμηση του Ντοστογιέβσκη προς τη δεύτερη κατηγορία είναι προφανής. Θα παρελάσει μια ολόκληρη στρατιά από τρελούς, αλκοολικούς, μυθομανείς, απατεώνες, καιροσκόπους, βίαιους, αποπροσανατολισμένους ανθρώπους. Στο βάθος είναι όλοι τραυματισμένα παιδιά. Ο πρίγκιπας Μίσκιν είναι ο μόνος που θα μπορέσει να τους συναισθανθεί. Όχι όμως και να τους βοηθήσει. Μοιραία, θα συντριβεί και ο ίδιος.

Κι αυτή ακριβώς είναι η ηλιθιότητα, όπως ο ίδιος ο Ντοστογιέβσκη την αποδίδει σε μια πικρή αντιστροφή. Η αθωότητα που ευελπιστεί να προστατεύσει τα πάντα. Ο αυθορμητισμός και η παραδοχή όλων των προσωπικών αδυναμιών, ως πραγμάτωση της συνύπαρξης. Η αφέλεια της πίστης ότι οι άνθρωποι θα μπορέσουν να ξεπεράσουν τα πάθη τους. Ο ακατάπαυστος αγώνας για τη διόρθωση όλων λαθών, που τελικά, σαν άγραφος νόμος, επιδεινώνει τα πράγματα. Η ανάληψη ξένων ευθυνών που είναι αδύνατο έρθουν σε πέρας. Γι’ αυτό είναι απαισιόδοξος ο Ντοστογιέβσκη. Γιατί μόνο ένας ηλίθιος θα μπορούσε να είναι τόσο αθεράπευτα ουμανιστής ή, αν το δούμε αλλιώς, μόνο ως ηλίθιος θα εκλαμβανόταν ο αθεράπευτα άνθρωπος. Η ολοκληρωτική ήττα και η οριστική επιδείνωση της υγείας του πρίγκιπα, που έφτασε και πάλι σε κατάσταση νοσηλείας, είναι το αβάσταχτο τίμημα της ηλιθιότητας: «Κι αν ερχόταν τώρα ο ίδιος ο Σνάιντερ απ’ την Ελβετία να ρίξει μια ματιά στον παλιό άρρωστο μαθητή του, τότε κι εκείνος θ’ αναθυμόταν την κατάσταση που βρισκόταν καμιά φορά ο πρίγκιπας στον πρώτο χρόνο της θεραπείας του στην Ελβετία, θα σήκωνε τους ώμους και θα ‘λεγε όπως και τότε: “Ηλίθιος”». (Β΄τόμος, σελ. 427). Το βέβαιο είναι ότι ένας άνθρωπος με δεδομένες κλινικές ανάγκες είναι αδύνατο να βρει γαλήνη από τη σύμπραξη των άλλων.

Αυτό που μένει είναι οι ατράνταχτες ομοιότητες του πρίγκιπα με τον ίδιο το Ντοστογιέβσκη. Οι επιληπτικές κρίσεις, η αδυναμία διαχείρισης των καθημερινών προσωπικών σχέσεων, η συγκλονιστική περιγραφή της θανατικής εκτέλεσης ενός καταδίκου, είναι αδιάσειστα στοιχεία της προσωπικότητας του Ντοστογιέβσκη. Ο Ανρύ Τρουαγιά σχολιάζει: «Ο Μίσκιν είναι ένας επιληπτικός. Δοκιμάζει, όπως κι ο Ντοστογιέβσκυ, αυτή τη μεγάλη χαρά την πριν απ’ την κρίση. Όπως αυτός, περιμένει, ελπίζει, το μόνιμα εκείνο λεπτό όπου του αποκαλύπτεται, μέσα σε μιαν αστραπή, η υπέρτατη αρμονία του σύμπαντος». Από αυτή την άποψη, ο «Ηλίθιος» αποτελεί μια προσωπική εξομολόγηση. Είναι η εξομολόγηση του δημιουργού που στέκεται ανίσχυρος μπροστά στα ανθρώπινα πάθη.

Φ. Ντοστογιέβσκη: «Ο Ηλίθιος», Α΄ – Β΄ τόμος, μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ, Αθήνα 1991

(Εμφανιστηκε 2,283 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Κάντε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.