22 Δεκεμβρίου 2013 at 10:01

Ο Ντίκενς, ο Σκρουτζ και τα φαντάσματα των Χριστουγέννων

από

Ο Ντίκενς, ο Σκρουτζ και τα φαντάσματα των Χριστουγέννων

Το πρώτο πνεύμα είναι τα Χριστούγεννα του παρελθόντος. Ο Σκρουτζ παρακολουθεί τους δρόμους των παιδικών του χρόνων. Το πνεύμα τον οδηγεί στο σχολείο.
Το πρώτο πνεύμα είναι τα Χριστούγεννα του παρελθόντος. Ο Σκρουτζ παρακολουθεί τους δρόμους των παιδικών του χρόνων. Το πνεύμα τον οδηγεί στο σχολείο.

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Το χριστουγεννιάτικο παραμύθι του Ντίκενς «Τα Κάλαντα» είναι καταδικασμένο παραμένει στο χρόνο, όχι ως – επετειακού τύπου – εορταστική αναβίωση, αλλά ως αυτόνομη καλλιτεχνική δημιουργία. Γιατί στο Ντίκενς τα Χριστούγεννα είναι μόνο η αφορμή ή, ακόμη πιο σωστά, η ατμόσφαιρα, που μπορεί να αποδώσει την ανθρώπινη μεταστροφή, αφού ο Σκρουτζ από παγκόσμιο σύμβολο της τσιγκουνιάς, θα μεταβληθεί, σε ελάχιστο χρόνο, σε αμετανόητο εκφραστή της γενναιοδωρίας. Αυτού του είδους οι ακαριαίες κι ολοκληρωτικές μεταστροφές είναι αδύνατο να αποδοθούν στις γιορτές ή στο πνεύμα των Χριστουγέννων ή σε θρησκευτικές εξάρσεις ή οτιδήποτε τέτοιο. Γιατί οι ακραίοι χαρακτήρες, σαν το Σκρουτζ, δεν γεννιούνται στα ξαφνικά, αλλά διαπλάθονται μέσα στα χρόνια μετατρέποντας τη μισανθρωπία σε προσωπικό βίωμα, δηλαδή σε τρόπο ζωής. Ως εκ τούτου τα Χριστούγεννα λειτουργούν αντίστροφα. Ο Σκρουτζ περισσότερο δύστροπος από ποτέ κάνει υπολογισμούς στο λογιστήριο και συμπεριφέρεται με το χειρότερο τρόπο στον υπάλληλό του, τον Μπομπ Κρέτσιτ, που τουρτουρίζει από το κρύο δίπλα στην ισχνότερη δυνατή φωτιά λόγω οικονομίας. Ειρωνεύεται ανοιχτά τον αφελή ανεψιό του που έρχεται να τον προσκαλέσει στο γιορτινό τραπέζι, όπως εδώ και πολλά χρόνια,  αποκαλώντας τα Χριστούγεννα «σαχλαμάρες». Φυσικά οι κύριοι που ήρθαν για το ταμείο υπέρ των φτωχών έφυγαν άρον – άρον. Όσο για το παιδάκι που ψέλλισε δυο στίχους απ’ κάλαντα: «είδε τον αφέντη ν’ αρπάζει τόσο σβέλτα το χάρακα, ώστε το ‘σκασε τρομαγμένο». Κι όταν επιτέλους η δουλειά τελειώνει ο Σκρουτζ λέει στον υπάλληλό του: «Θα θέλεις δική σου όλη την αυριανή μέρα φαντάζομαι….. Αν εγώ σου κρατούσα μισή κορόνα για την απουσία σου, θα ‘λεγες, πως σε αδίκησα σίγουρα! Όμως εσύ δεν με αδικείς όταν σου πληρώνω το μεροκάματό σου, χωρίς να δουλεύεις. Ωραία δικαιολογία για να τσιμπούμε λεφτά από μια ξένη τσέπη κάθε εικοσιπέντε του Δεκέμβρη».

Charles Dickens in 1842
Charles Dickens in 1842

Τον βλέπουμε να ανεβαίνει τις σκάλες, που οδηγούν στο διαμέρισμά του, στα σκοτεινά, ευχαριστημένος που δεν ξοδεύει για φως, χωρίς να συναντήσει κανένα. Ακόμη και ο θυρωρός λείπει. Κλειδώνεται διπλά. Είναι ολομόναχος. Το μικρό μίζερο διαμέρισμα είναι παγωμένο: «Έκατσε μπροστά στο τζάκι για να πιεί το χυλό του. Πολύ μικρή, μα την αλήθεια, η φωτιά του, τιποτένια για μια τέτοια νύχτα. Καθόταν πολύ κοντά της, έγερνε απάνω της και μόλις κατάφερε να νιώθει κάποια ζεστασιά από τη φούχτα τα κάρβουνα, που καιγόταν». Παρακολουθούμε τη φιλαργυρία που – σχεδόν αναγκαστικά -παίρνει τη μορφή της πιο βαθειάς θλίψης. Το χρήμα, καταδικασμένο στο αναξιοποίητο, μετατρέπεται σε προσωπική δυστυχία, αφού λειτουργεί ως μόνιμη πηγή στέρησης. Γιατί εδώ δε μιλάμε ούτε για ανασφάλειες που θέλουν αποθηκευμένο χρήμα μπροστά στην μελλοντική αβεβαιότητα, ούτε για την πλαστή ευτυχία της κατανάλωσης. Εδώ μιλάμε για τη φιλαργυρία που λειτουργεί ατόφια, ως απαρέγκλιτος αυτοσκοπός που απαιτεί θυσίες για την εκπλήρωσή του. Από αυτή την άποψη ο Σκρουτζ ματαιώνει κάθε έννοια εγωισμού, αφού θυσιάζεται πρώτα ο ίδιος. Βρισκόμαστε μπροστά στην πιο πρωτόγονη έκφανση της μισανθρωπίας που αποκόβοντας όλους τους δεσμούς στρέφεται ενάντια στον ίδιο τον εκφραστή, που την μετατρέπει σε παντιέρα της ύπαρξης. Το χρήμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η κενότητα της ύπαρξης που πρέπει με κάθε τρόπο να αποσιωπηθεί. Κι αυτός είναι ο δρόμος της εκλογίκευσης. Δεν είναι ο Σκρουτζ ο τρελός. Είναι όλοι οι άλλοι που σκορπούν τα λεφτά τους σε εφήμερες ανοησίες και σε ακατανόητες εορταστικές ευαισθησίες. Στο κάτω – κάτω και τα Χριστούγεννα μια ημερομηνία είναι.

Ο Ντίκενς καταδεικνύοντας την τσιγκουνιά στα πιο ακραία όριά της διεισδύει στη βαθύτερη ουσία της. Γιατί η τσιγκουνιά δεν είναι οικονομικό, αλλά συναισθηματικό μέγεθος. Ο Σκρουτζ πρώτα τσιγκουνεύεται τα συναισθήματα και μετά το χρήμα. Ο φόβος της ανθρώπινης συναναστροφής δεν είναι παρά η αδυναμία ένταξης σ’ ένα γίγνεσθαι που εξ’ ορισμού κρύβει κινδύνους. Τους «συναδέλφους» πετυχημένους επιχειρηματίες τους μιλά επιφυλακτικά γιατί φοβάται μη ζημιωθεί από τον ανταγωνισμό τους. Τον ανεψιό του τον περιφρονεί γιατί παντρεύτηκε από αγάπη. Τον υπάλληλό του τον χλευάζει γιατί είναι χαρούμενος παρά τον πενιχρό μισθό που εισπράττει. Όλα είναι παράλογα. Όλα είναι επικίνδυνα. Όλα είναι γελοία. Όμως η απομυθοποίηση των πάντων δεν είναι παρά η απομυθοποίηση της ζωής. Γι’ αυτό είναι σχεδόν νομοτελειακό, η μισανθρωπία να βασανίζει πρωτίστως τον μισάνθρωπο. Γιατί, σε τελική ανάλυση, ο μισάνθρωπος σιχαίνεται πρώτα τον εαυτό του. Η αδυναμία της προσφοράς δεν είναι παρά ο φόβος που ακυρώνει τη συμμετοχή και η εκλογίκευση ο μηχανισμός που συγκαλύπτει τις υποψίες. Κι αυτή ακριβώς είναι η έσχατη ταπείνωση. Είναι η ψυχική ασθένεια του Σκρουτζ που μόνο ένα θαύμα μπορεί να γιατρέψει. Κι αυτό το θαύμα καλείται να διαπραγματευτεί ο Ντίκενς.

Με χοντρές αλυσίδες, μέσα σε κρότους εκκωφαντικούς, εμφανίζεται το φάντασμα του Μάρλυ, του πεθαμένου από χρόνια συνέταιρου του Σκρουτζ, που επίσης ταύτισε τη ζωή με το χρήμα. Όμως ο Μάρλυ φαίνεται συντετριμμένος: «Φοράω την αλυσίδα που σφυρηλατούσα στη ζωή μου. Εγώ την έσφιξα, κρίκο με κρίκο…….. Το πνεύμα μου δεν προχώρησε ποτέ μακρύτερα από το λογιστήριό μας…….. Τώρα θα σέρνομαι σ’ ατέλειωτα ταξίδια…….». Ο Σκρουτζ παρακολουθεί έντρομος. Ο Μάρλυ του ανακοινώνει ότι πρέπει ν’ αλλάξει ζωή. Ότι θα τον επισκεφτούν τρία πνεύματα. Ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να κάνει ό,τι του λένε.

Το πρώτο πνεύμα είναι τα Χριστούγεννα του παρελθόντος. Ο Σκρουτζ παρακολουθεί τους δρόμους των παιδικών του χρόνων. Το πνεύμα τον οδηγεί στο σχολείο. Ένας ολομόναχος μαθητής δεν πήγε στο σπίτι του για τις γιορτές. Ο Σκρουτζ κοιτάζει με συμπόνια τον παλιό εαυτό του. Το φάντασμα τον μεταφέρει σε άλλα Χριστούγεννα. Το ίδιο παιδί είναι και πάλι ολομόναχο στο σχολείο. Η πόρτα ανοίγει. Ένα μικρό κορίτσι χύνεται στην αγκαλιά του. Τον αποκαλεί αδερφούλη. Του λέει ότι μπορεί να γυρίσει στο σπίτι. Ότι ο πατέρας θα τον δεχτεί. Ο Σκρουτζ παρακολουθεί τη σκηνή με την αδερφή του αποσβολωμένος: «Πέθανε αρκετά χρόνια αργότερα» είπε το πνεύμα. Κι όταν του τόνισε ότι έχει κάνει ένα παιδί, τον ανεψιό του, ο Σκρουτζ απάντησε μονολεκτικά: «Ναι». Αμέσως μετά τον μεταφέρει στην πρώτη του δουλειά, στου γερο – Φέτζιγουϊγκ. Πυρετώδεις εργασίες για τη βραδινή γιορτή. Το πάτωμα γυαλίζει. Το πάρτι ξέφρενο. Για όλους υπάρχει φαγητό και ποτό.  Κι ο γερο – Φέτζιγουϊγκ χορεύει μαζί με τη γυναίκα του. Ο Σκρουτζ βλέποντας αυτές τις εικόνες κάνει σαν τρελός. Το πνεύμα σχολιάζει: «Για το τίποτα γέμισαν με ευγνωμοσύνη αυτά τα χαζά πλάσματα» κι όταν ο Σκρουτζ διαμαρτύρεται το πνεύμα συμπληρώνει: «Άδικο έχω; Ξόδεψε λίγες λίρες από τα γήινα λεφτά σας, τρεις, το πολύ τέσσερις. Είναι τόσο πολλές, ώστε να αξίζουν τόσους επαίνους;» «Πνεύμα, δεν είναι αυτό το ζήτημα. Εκείνος ο γέρος έχει τη δύναμη να μας κάνει ευτυχισμένους ή δυστυχισμένους, να κάνει τη δουλειά μας αλαφριά ή αβάσταχτα βαρετή, ευχαρίστηση ή μαρτύριο…… Χαρίζει όμως ευτυχία τόσο αληθινά μεγάλη, όσο κι αν κόστιζε μια περιουσία». Όμως το πνεύμα δεν έχει χρόνο για φλυαρίες. Αμέσως μετά ο Σκρουτζ βλέπει τον εαυτό του παλικαράκι να κάθεται με μια όμορφη κοπέλα: «Ένα άλλο είδωλο έχει πάρει τη θέση μου…… Ένα χρυσό είδωλο». Κι ο Σκρουτζ απαντά: «Να, αυτή είναι η τιμιότητα του κόσμου. Τίποτα δεν κακομεταχειρίζεται τόσο σκληρά, όσο τη φτώχεια». Και η κοπέλα: «Τα σκέφτηκα και μπορώ πια να σ’ αφήσω ελεύθερο……. Σου εύχομαι κάθε ευτυχία στη ζωή που διάλεξες». Ο Σκρουτζ νιώθει καταρρακωμένος: «Πνεύμα μη μου δείξεις άλλα. Πήγαινέ με σπίτι μου». Όμως το πνεύμα δεν χρονοτριβεί καθόλου. Τον μεταφέρει σε μια άλλη σκηνή. Είναι και πάλι η κοπέλα αυτή, ώριμη πια, σ’ ένα δωμάτιο μαζί με την κόρη της και παιδιά που στροβιλίζουν στα πόδια τους. Ένας άντρας μπαίνει στο δωμάτιο και μοιράζει πακέτα. Τα παιδιά ζητωκραυγάζουν. Ο Σκρουτζ ξεσπάει: «Πάρε με από δω». Όταν επιστρέφει στο σπίτι είναι πραγματικό κουρέλι.

Το πρώτο πνεύμα είναι τα Χριστούγεννα του παρελθόντος. Ο Σκρουτζ παρακολουθεί τους δρόμους των παιδικών του χρόνων. Το πνεύμα τον οδηγεί στο σχολείο.
Το πρώτο πνεύμα είναι τα Χριστούγεννα του παρελθόντος. Ο Σκρουτζ παρακολουθεί τους δρόμους των παιδικών του χρόνων. Το πνεύμα τον οδηγεί στο σχολείο.

Το επόμενο πνεύμα είναι τα Χριστούγεννα του παρόντος. Τον περιφέρει άσκοπα μέσα στην πόλη. Ο Σκρουτζ χαζεύει τον κόσμο που συνωστίζεται στα μπακάλικα και τα φουρνάρικα. Που κουβαλά σακούλες. Που είναι χαμογελαστός. Κι αμέσως μετά βρίσκεται στο σπίτι του υπαλλήλου του Κρέτσιτ, όπου ετοιμάζεται η χήνα κι όλοι δείχνουν τεράστιο ενθουσιασμό. Όπου τα παιδιά τρελαίνονται για την πουτίγκα, η οποία είναι πεντανόστιμη, αλλά κανείς δεν ομολογεί ότι είναι λίγη για τόσα άτομα. Όπου ο Κρέτσιτ κουβαλάει στην πλάτη το μικρό του γιο: «Ο καημένος ο Τιμ κρατούσε ένα μικρό δεκανίκι και φορούσε στα πόδια ορθοπεδικά σίδερα». «“Πνεύμα” είπε ο Σκρουτζ, δείχνοντας για πρώτη φορά στη ζωή του παρόμοια έγνοια ”πες μου, θα ζήσει ο Τάινυ Τιμ;”. Το πνεύμα μεταφέρει το Σκρουτζ σε άθλιες παράγκες που ζουν οι ανθρακωρύχοι, σε μοναχικούς φαροφύλακες, σε ναυτικούς που περνούν τις γιορτές στο πλοίο και φυσικά στο σπίτι του ανεψιού, που γλεντάει με τους φίλους. Ο Σκρουτζ γελάει με τα καμώματα του ανεψιού. Θέλει να συμμετέχει στα παιχνίδια. Ο Ντίκενς, ως βαθύτατος ανθρωπιστής, εξετάζει την αισιόδοξη οπτική. Η καθαρά ψυχαναλυτική ψυχρολουσία του παρελθόντος, είναι το ηλεκτροσόκ πάνω στην παραλυσία, ενώ η κατάδειξη του παρόντος είναι η διάθεση συμμετοχής που ξυπνά αυτομάτως μαζί με τα χαμένα συναισθήματα. Γιατί συναισθήματα χωρίς συμμετοχή δεν υφίστανται. Και κάπου εδώ θα βρούμε το χριστουγεννιάτικο δώρο του Ντίκενς. Γιατί η μισανθρωπία δεν είναι παρά η λανθασμένη οπτική της ζωής. Γιατί μέσα σε μια νύχτα ο καθένας μπορεί να την ξεπεράσει. Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερος ανθρωπισμός από την αισιοδοξία. Γιατί ο Σκρουτζ θα καταφέρει το μεγαλύτερο άλμα. Και η επιτυχία είναι ολότελα δική του. Τα Χριστούγεννα δεν ήταν παρά η αφορμή. Τα πνεύματα απλές ψευδαισθήσεις.  Και η ανάμνηση του Μάρλυ το έναυσμα για την αφύπνιση της συνείδησης.

Όσο για το τελευταίο πνεύμα των Χριστουγέννων του μέλλοντος δεν είναι παρά μια ομήγυρη επιχειρηματιών που συζητά περιπαιχτικά για το θάνατο κάποιου κι ένας νεκρός που οι υπηρέτριες πλιατσικολογούν το νεκροκρέβατό του. Ο μικρός Τιμ δε φαίνεται να έχει ελπίδες κι ο κλεπταποδόχος είναι πολύ σκληρός στα παζάρια με τις υπηρέτριες. Όταν ο Σκρουτζ ρωτά για την ταυτότητα του νεκρού, ένα αμείλικτο χέρι του υποδεικνύει έναν τάφο. Ο Σκρουτζ έχει ολότελα γιατρευτεί.

Δείτε ακόμη:

  • Το φάντασμα που εμφανίζεται δεν είναι παρά ο ίδιος ο Ρέντλω που ως άλλος εαυτός ξεστομίζει τις πιο μύχιες, κι ως εκ τούτου πιο πικρές, σκέψεις.20 Δεκεμβρίου 2014 Ο Κάρολος Ντίκενς και το πιο μεγάλο δώρο των Χριστουγέννων (2)
    Ο χημικός Ρέντλω όμως δεν ξεκινά από την ίδια αφετηρία. Ο Ρέντλω, τραυματισμένος επίσης από το παρελθόν, αδυνατεί να καταφύγει στο φάρμακο της λήθης – όπως ο Σκρουτζ. Αντιθέτως το αναζητά. […]
  • Ο Klaus Mann, ως Επιλοχίας του Αμερικάνικου Στρατού, Ιταλία 194423 Ιανουαρίου 2014 Ο Κλάους Μαν, η ομοφυλοφιλία και ο φασισμός (3)
    Ο Κλάους Μαν, η ομοφυλοφιλία και ο φασισμός Γράφει ο Θανάσης Μπαντές Το σύντομο βιογραφικό του Κλάους Μαν, γιου του Τόμας Μαν, που παραθέτει μετά το δοκίμιο «Ομοφυλοφιλία και […]
  • Σκηνή από την ταινία Η φόνισσα, (1974), βασισμένη στο βιβλίο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Σκηνοθεσία: ΦΕΡΡΗΣ ΚΩΣΤΑΣ4 Αυγούστου 2013 Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στη Φόνισσα (1)
    Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στη Φόνισσα Γράφει ο Θανάσης Μπαντές Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι «Η Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη ανήκει στα κλασικά κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. […]
  • Ο Άλντους Χάξλεϋ (Aldous Leonard Huxley, 26 Ιουλίου 1894 – 22 Νοεμβρίου 1963) ήταν Άγγλος μυθιστοριογράφος και σατιρικός συγγραφέας.5 Ιανουαρίου 2014 Ο Άλντους Χάξλεϋ και τα αδιέξοδα του Νέου Κόσμου (1)
    Ο Άλντους Χάξλεϋ και τα αδιέξοδα του Νέου Κόσμου Γράφει ο Θανάσης Μπαντές  Όταν ο Άλντους Χάξλεϋ έγραφε το «Θαυμαστό Νέο Κόσμο» δεν κοιτούσε απλώς το μέλλον, κοιτούσε την […]
  • Ο Καρλ Μαρξ στο χρονικό μιας δικτατορίας30 Σεπτεμβρίου 2013 Ο Καρλ Μαρξ στο χρονικό μιας δικτατορίας (0)
    Ο Καρλ Μαρξ στο χρονικό μιας δικτατορίας Γράφει ο Θανάσης Μπαντές            Το κείμενο του Μαρξ «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» θεωρείται κλασικό, όχι μόνο ως πολιτική […]
  • 29 Απριλίου 2015 O Άμλετ, o Δον Κιχώτης κι ο Τουργκένιεφ (0)
    Στις αρχές του 1600, πιθανολογείται το 1605, γεννήθηκαν στην Ευρώπη δυο τεράστιοι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες που έμελλε να στοιχειώσουν την παγκόσμια λογοτεχνία, ο Άμλετ κι ο Δον Κιχώτης. […]
  • Η Γυφτοπούλα, παραγωγή της ΥΕΝΕΔ, 197426 Απριλίου 2015 Ο Παπαδιαμάντης, η γυφτοπούλα και η χρησιμοθηρική όψη του ρατσισμού (0)
     Ο Παπαδιαμάντης, η γυφτοπούλα και η χρησιμοθηρική όψη του ρατσισμού Γράφει ο Θανάσης Μπαντές Το μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη «Η γυφτοπούλα» αναφέρεται στις τελευταίες μέρες της […]
  • Αν δεχτούμε ότι ακόμη και ο τόνος της φωνής του εκφωνητή παίζει σπουδαίο επικοινωνιακό ρόλο δίνοντας έμφαση σε μια συγκεκριμένη ειδησεογραφική οπτική, αντιλαμβανόμαστε ότι τα περιθώρια ανάμεσα σ’ αυτό που λέμε είδηση και σχόλιο είναι όχι δυσδιάκριτα, αλλά αξεδιάλυτα.19 Ιουνίου 2013 Ο Ουμπέρτο Έκο, η δημοσιογραφία και η τηλεόραση των τελευταίων ημερών (1)
    Ο Ουμπέρτο Έκο, η δημοσιογραφία και η τηλεόραση των τελευταίων ημερών Γράφει ο Θανάσης Μπαντές      Ο Ουμπέρτο Έκο στο κείμενό του «Η Ψευδαίσθηση της Αλήθειας» είναι […]
  • Αποκρυφισμός, κωδικοποιημένα μηνύματα, ιερά σύμβολα, μυστικιστικοί αριθμοί, υπόγειες δραστηριότητες, περιζήτητοι χάρτες, Ροδόσταυροι, Ναϊτες, μυστικές συναντήσεις, μια παγκόσμια πλεκτάνη. Η δουλειά πάει ρολόι και τα κορόιδα συρρέουν. Μια φλέβα χρυσού.1 Ιουλίου 2013 Ο Ουμπέρτο Έκο, το εκκρεμές και η επιστήμη της ανιστορικότητας (3)
    Ο Ουμπέρτο Έκο, το εκκρεμές και η επιστήμη της ανιστορικότητας Γράφει ο Θανάσης Μπαντές «Το εκκρεμές του Φουκώ» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο και κυκλοφόρησε το […]
  • Ο Αλμπέρ Καμύ29 Οκτωβρίου 2013 Όταν ο Καμύ ξεδίπλωσε τα παιδικά του χρόνια (0)
    Όταν ο Καμύ ξεδίπλωσε τα παιδικά του χρόνια Γράφει ο Θανάσης Μπαντές  Το βιβλίο του Καμύ «Ο πρώτος άνθρωπος» είναι το τελευταίο του έργο. Για την ακρίβεια δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού ο […]
  • Στην Ελλάδα το «δεν πληρώνω» πήρε διαστάσεις κινήματος.22 Αυγούστου 2013 Ο Ντάριο Φο και οι άνθρωποι που δεν πληρώνουν (2)
    Ο Ντάριο Φο και οι άνθρωποι που δεν πληρώνουν Γράφει ο Θανάσης Μπαντές             Ο Ντάριο Φο το 1974 σκάρωσε και παρουσίασε ένα θεότρελο θεατρικό έργο με τον τίτλο «Δεν πληρώνω, δεν […]
  • Νικηφόρος Λύτρας, Το Ψαριανό μοιρολόγι, πριν το 188825 Σεπτεμβρίου 2013 Ο Βιζυηνός στο φονικό του αδερφού του (0)
    Ο Βιζυηνός στο φονικό του αδερφού του Γράφει ο Θανάσης Μπαντές Η νουβέλα του Βιζυηνού «Ποιος ήτον ο φονεύς του αδερφού μου» είναι ίσως το πιο ιδιόμορφο αστυνομικό χρονικό της ελληνικής […]
  • Peasant wedding (Pieter Brueghel the elder)9 Ιουλίου 2013 Ο Άντον Τσέχωφ και το αγεφύρωτο των κοινωνικών τάξεων (1)
    Ο Άντον Τσέχωφ και το αγεφύρωτο των κοινωνικών τάξεων Γράφει ο Θανάσης Μπαντές Η νουβέλα του Τσέχωφ «Η Ζωή μου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ερατώ» δεν αποτελεί αυτοβιογραφία, παρά […]
  • Ο Τζωρτζ Όργουελ, το 1984 και ο 21ος αιώνας6 Ιουνίου 2013 Ο Τζωρτζ Όργουελ, το 1984 και ο 21ος αιώνας (2)
    Ο Τζωρτζ Όργουελ, το 1984 και ο 21ος αιώνας Γράφει ο Θανάσης Μπαντές Το μυθιστόρημα «1984» του Τζωρτζ Όργουελ κυκλοφόρησε στο κοινό το 1949. Η θύελλα που προκάλεσε ήταν τόσο […]
  • Ο Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus, 7 Νοεμβρίου 1913 - 4 Ιανουαρίου 1960) ήταν Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας9 Μαΐου 2014 Ο Καμύ, ο Σίσυφος και το παράλογο (0)
    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαπίστωση του Αλμπέρ Καμύ «Πρέπει να φανταστούμε το Σίσυφο ευτυχισμένο» είναι, τουλάχιστον εξ’ αρχής, εντελώς παράλογη. Ο Σίσυφος είναι ο μυθολογικός ήρωας […]
  • 9 Ιανουαρίου 2014 Ο Διονύσης Χαριτόπουλος και ο αχαρτογράφητος κόσμος της ανθρώπινης βλακείας (0)
    Στο λεξικό του Μπαμπινιώτη στο λήμμα βλάκας έχουμε τον ορισμό: «πρόσωπο που ενεργεί και συμπεριφέρεται με ανόητο τρόπο, ο […]
  • Αν ο άνθρωπος, ως είδος, δεν είχε εγωισμό, ενδεχομένως δε θα επιβίωνε. Ο άνθρωπος πρέπει να αγαπάει τον εαυτό του: «Διότι η αγάπη κάθε ανθρώπου προς τον εαυτό του είναι πράγμα φυσικό και όχι μάταιο».6 Νοεμβρίου 2014 Ο Αριστοτέλης και το ζήτημα της ιδιοκτησίας (3)
    Ο Αριστοτέλης στο δεύτερο βιβλίο των «Πολιτικών» ξεκαθαρίζει την εκ διαμέτρου αντίθεσή του προς τις περί κοινοκτημοσύνης απόψεις του Πλάτωνα (για την τάξη των φυλάκων), όπως διατυπώνονται […]
  • Ο τεμπέλης οικογενειάρχης που αφήνει τα παιδιά του στο έλεος της μοίρας προκειμένου να μη δουλέψει είναι πρωτίστως ανεύθυνος.31 Οκτωβρίου 2014 Ο Άνταμ Σμιθ, η εργασία και η ηλιθιότητα (0)
    Το ότι η εργατικότητα αποτελεί προσόν δε χρειάζεται συζήτηση. Με τη δουλειά προκόβει κανείς. Ο εργατικός άνθρωπος πάει μπροστά. Προσφέρει. Είναι χρήσιμος. Παραγωγικός. Κι ως εκ τούτου […]

Ένα σχόλιο

  1. Pingback: Η Προέλευση του Άη-Βασίλη και των Χριστουγέννων - Ερανιστής

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.