Ο Παλαμήδης και το κάθαρμα της Ιθάκης
Ο Παλαμήδης και το κάθαρμα της Ιθάκης
Διαβάστε περισσότερα ›Ο Παλαμήδης και το κάθαρμα της Ιθάκης
Διαβάστε περισσότερα ›Όλη απ’ εμένα, τέκνο μου, θ’ ακούσης την αλήθεια. / Με φέραν εδώ Φαίακες θαλασσοξακουσμένοι, / που κάθε ξένον προβοδούν που φτάση στο νησί τους• / με το γοργό καράβι τους, καθώς γλυκοκοιμόμουν, / ήρθαν στο Θιάκι, μ’ έβγαλαν, και με λαμπρά μ’ αφήκαν / δώρα, χρυσά και χάλκινα, και με φαντά περίσσια• / όλα κρυμμένα σε σπηλιά με θεϊκιά βοήθεια.
Διαβάστε περισσότερα ›Άμποτε όσο σ’ αγάπησα να σ’ αγαπάη κι ο Δίας, / που απ’ τη βαρειά του ζήτουλα κακομοιριά με σώζεις. / Έρμος στα ξένα σα γυρνάς, χειρότερο δεν είναι• / μόνε για μιά παλιοκοιλιά τόσα τραβούν οι ανθρώποι, / σαν τους πλακώνη η ρήμαξη κι η συφορά κι ο πόνος.
Διαβάστε περισσότερα ›Πετιέται απάνω, στέκεται, κοιτάζει την πατρίδα, / και τότε θλιβερά βογγάει, και τα μεριά βαρώντας / με τις παλάμες, κλαίγεται και λέει μοιρολογώντας• / «Αλλοίς μου, και σε τι λογής ανθρώπων ήρθα χώρα; / νά ‘ναι άραγες ασύστατοι κι αδικοπράχτες κι άγριοι, / ή νά ‘χουνε φιλοξενιά και θεοφοβιά στο νου τους;
Διαβάστε περισσότερα ›«Έλα, καμάρι των Αχαιών, πολύμνητε Οδυσσέα, / το πλοίο σου κράτα, τη γλυκειά φωνή μας για ν’ ακούσης, / Δεν πέρασε απ’ εδώ κανείς με μελανό καράβι, / χωρίς ν’ ακούση από κοντά το γλυκολάλημά μας, / παρά μισεύει χαίροντας που έμαθε κι άλλα ακόμα, / τι ξέρουμε όσα τράβηξαν μες στην πλατειά Τρωάδα / και Τρωαδίτες κι Αχαιοί, καθώς οι θεοί τα ορίσαν.»
Διαβάστε περισσότερα ›«Περίλαμπρε Οδυσσέα, / το θάνατο μη μου ζητάς με λόγια να γλυκάνης. / Κάλλιο στη γης να βρίσκομουν, κι ας δούλευα σε ανθρώπου /μικρού, με δίχως βιός πολύ, παρά στον Άδη να είμαι, / και βασιλέας να λέγουμαι των πεθαμένων όλων.»
Διαβάστε περισσότερα ›Ώ Κίρκη, πως ζητάς εγώ να σου φερθώ με γλύκα, / που χοίρους στα παλάτια σου τους φίλους μου έχεις κάμει, / κι εμένα εδώ κρατώντας με πονηρευτά καλείς με / στο θάλαμό σου, τάχα εκεί μαζί σου να πλαγιάσω, / κι έτσι, σα γυμνωθώ, αντρειά και δύναμη μου πάρης;
Διαβάστε περισσότερα ›Κύκλωπα, αν άνθρωπος θνητός κανένας σε ρωτήξη / πως έτυχε το μάτι σου κακοτυφλιά να πάθη, / τό ‘χει τυφλώσει να τους πης ο κουρσευτής Δυσσέας, / του Λαέρτη ο γιός, που βρίσκεται στο Θιάκι η κατοικιά του.
Διαβάστε περισσότερα ›«Όμως περίσσια λαχταρώ, και το ζητώ ολοένα, / να πάω στον τόπο, να χαρώ του γυρισμού τη μέρα. («οἴκαδέ τ᾿ ἐλθέμεναι καὶ νόστιμον ἦμαρ ἰδέσθαι.») / Κι αν με χτυπήσει οργή θεού στα μελανά πελάγη, / έχω καρδιά βασταχτερή, κι απομονή θα κάνω· / έπαθα που έπαθα πολλά και ‘πόφερα άλλα τόσα / στις μάχες και στις θάλασσες· ας μου γενεί και τούτο.»
Διαβάστε περισσότερα ›Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία θ’ Οδυσσέως σύστασις προς Φαιάκας. Μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη Έφεξ’ η ροδοδάχτυλη της νύχτας κόρη Αυγούλα, κι ο Αλκίνος ο τρανόψυχος σηκώθη από τον ύπνο· σηκώθη κι ο διογέννητος, ο κουρσευτής Δυσσέας· κι ο Αλκίνος ο τρανόψυχος τον […]
Διαβάστε περισσότερα ›