«Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα.»
«Αμαρτίες του πατέρα και της μάνας τις κλαίνε τα παιδιά.», «Τα παιδιά κλαιν τα σφάλματα του πατέρα.», «Το δέντρο αμαρταίνει και το κλαδί λαβαίνει.»
Διαβάστε περισσότερα ›«Αμαρτίες του πατέρα και της μάνας τις κλαίνε τα παιδιά.», «Τα παιδιά κλαιν τα σφάλματα του πατέρα.», «Το δέντρο αμαρταίνει και το κλαδί λαβαίνει.»
Διαβάστε περισσότερα ›Αν δώσει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ’ εκείνο το ζευγά που ’χει πολλά σπαρμένα. Λείπει ο Μάρτης απ’ τη Σαρακοστή; Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές. Αλί στα Μαρτοκλάδευτα και στ’ Απριλοσπαρμένα.
Διαβάστε περισσότερα ›Ούτε κότες έχω, ούτε την αλούπω φοβάμαι. Είδε κι η αλούπω τον κώλο της κι έπεσε του πεθαμού. Όποιος έχει ορνίθια, με την αλεπού μαλώνει. Εις το δόκανο δεν μπαίνει δυο φορές η αλούπω. Η αλεπού, βλέποντας να καλιγώνουν τ΄ άλογο, σήκωσε κι αυτή το ποδάρι της.
Διαβάστε περισσότερα ›Με τον καλομελέτη σύντροφο, το βράδυ έχεις πλουτίσει Καλοτυχάω την άσκημη, κι η όμορφη μουτρώνει. Όσο κάθεται ο κερατάς, μακραίνουνε τα κέρατα του. Όπου δεν είδε παλάτι είδε φούρνο και εθιαμάστη.
Διαβάστε περισσότερα ›Κουβεντούλα κουβεντούλα, τρώει ο λύκος τη βετούλα. Ανταμικό [= συνεταιρικό, μεσιακό] γαϊδούρι, ή του λύκου ή του ψόφου. Λύκο, γιατί είν’ ο σβέρκος σου χοντρός; Γιατί κάνω τη δουλειά μοναχός μου. Λύκε τ’ είσαι χοντρολαίμης; Δεν οκνεύω και χοντραίνω.
Διαβάστε περισσότερα ›Οι καλές νοικοκυρές ανάρια μελετούνται. Εκείνος που κρατά τον αετό απ’ την ουρά και τη γυναίκα απ’ το λόγο της, δεν κρατά τίποτα. Γυναίκα οπού περπατεί και τα πισινά (ή τον κώλο της) κουνεί, θώριε την χωρίς τιμή. Βάρ’ της νιας με την καλάμα, της γριάς με τη ματσούκα.
Διαβάστε περισσότερα ›Του Γεναριού το φεγγάρι είναι σαν του Αλωνάρη. Τυρί μαλλί τον Αύγουστο κι αγγούρια τον Γενάρη. Τώρα το μεσοχείμωνο ζητάει κι η γριά ξυλάγγουρα. Φάε βετούλι τον Γενάρη και γίδα τον Αλωνάρη.
Διαβάστε περισσότερα ›