Τι σημαίνει: γεντέκι
Για καμμιά τσομπανοφλοέρα μ’ επήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να σου κατέβηκε να σου τραβήξω γιουντέκι ή ν’ αρμενίσουμε κουσέρβα;
Διαβάστε περισσότερα ›Για καμμιά τσομπανοφλοέρα μ’ επήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να σου κατέβηκε να σου τραβήξω γιουντέκι ή ν’ αρμενίσουμε κουσέρβα;
Διαβάστε περισσότερα ›φαφατζής ή φάφας λέγεται αυτός που βγάζει, πετυχαίνει φάφες, ο τυχεράκιας, ο κωλόφραδος, ενώ υπάρχει και το επίθετο φαφατζίδικος (φαφατζίδικο γκολ). Σε πιο σοβαρές αναμετρήσεις, ειδικά στο μπιλιάρδο, οι φαφατζίδικες στεκιές δεν μετράνε καθόλου στη βαθμολογία, και το παιχνίδι παίζεται χωρίς φάφες.
Διαβάστε περισσότερα ›Ο στρατηγός Μακρυγιάννης γράφει: Ἦταν μπεζερισμένοι ὅλοι ἀπὸ τὴν ἀκαταστασίαν. Δυὸ χρόνια κοντά μας κυβέρνησε ἀγγελικά. Καὶ μᾶς γύμναζε καὶ τὴν οἰκονομίαν – Σᾶς λέγω ὡς τίμιος ἄνθρωπος, ποτὲ δὲν θέλησα νὰ εἶμαι ἀναντίον του, ὅτι μπεζερίσαμεν ἀπὸ τῆς ἀκαταστασίες.
Διαβάστε περισσότερα ›Ύστερα απ’ την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης στη Χαλκιδική και την κατάσβεσή της, ο αιμοχαρής Διαρβεκήρ βαλεσή Αβδούλ – Αμπούτ ή Αμπαλαμπούτ πασάς, οδηγώντας 25 χιλιάδες στράτευμα κατέστρεψε την Κασσάνδρα φονεύοντας περίπου 15 χιλιάδες ανθρώπους, ενώ άφησε χίλιους στρατιώτες στο Άγιο Όρος και υποχρέωσε τον Σπαντωνή, επίτροπο των Μονών στη Θεσσαλονίκη, να πληρώσει 700.000 γρόσια
Διαβάστε περισσότερα ›γρέκι ή αγρέκι λέγεται το κρυσφήγετο άγριου ζώου, λημέρι, σπηλιά, καταφύγιο, πρόχειρο περίφραγμα· κατοικία. Ο Αραβαντινός αναφέρει : γρέκι= η κοίτη του λαγωού. Ετυμολογικά προέρχεται μάλλον από το τούρκικο eğrek, που σημαίνει αυλάκι.Βρίσκουμε τη λέξη σ’ ένα ωραίο παλιό σαρακατσάνικο τραγούδι.
Διαβάστε περισσότερα ›Το υποκοριστικό χλιαρούλι σημαίνει το κουταλάκι, ας πούμε του γλυκού. Μεγεθυντικό είναι η χουλιάρα η χλιάρα, δηλαδή η κουτάλα. Ο Ηλίας Πετρόπουλος γράφει σχετικά: Την φασουλάδα την τρώγανε σε γαβάθα και με ξύλινο χουλιάρι. Το ξύλινο χουλιάρι δεν έχει μεταλλική γεύση και δεν καίει τη γλώσσα.
Διαβάστε περισσότερα ›260 δημώδη ελληνικά άσματα & οι νότες τους
Διαβάστε περισσότερα ›Τι σημαίνει: λάσιος Γράφει ο Δημήτρης Τζήκας Το επίθετο λάσιος ο –ια –ιο είναι ομηρικό και σημαίνει δασύτριχος, πυκνόμαλλος, μαλλιαρός, τριχωτός. Στην Ιλιάδα διαβάζουμε : «Παφλαγόνων δ᾽ ἡγεῖτο Πυλαιμένεος λάσιον κῆρ / ἐξ Ἐνετῶν, ὅθεν ἡμιόνων γένος ἀγροτεράων» Ο Καζαντζάκης αποδίδει το λάσιον […]
Διαβάστε περισσότερα ›Αν η επιλογή της «επίσημης» εθνικής γλώσσας ήταν απλώς θέμα πρακτικής διευκόλυνσης, θα ήταν σχετικά εύκολη• θα έπρεπε να επιλέξει κάποιος το ιδίωμα που ήταν περισσότερο πιθανό να ομιλείται και ή να κατανοείται από τους περισσότερους πολίτες, ή εκείνο που θα διευκόλυνε περισσότερο την επικοινωνία μεταξύ τους.
Διαβάστε περισσότερα ›Κείμενα μαζί: Μια συνεργατική προσπάθεια για ψηφιοποίηση κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας
Σας προτείνω να επισκεφτείτε την εξαιρετική ιστοσελίδα του Νίκου Σαραντάκου. Είναι πραγματικός θησαυρός.