Ετικέτα: Βασίλης Μαλισιόβας

Με τ’ ασβέστωμα δεν ανακατεύονταν οι άντρες. Μαναχά οι γ’ναίκες ασβέστωναν. Ε, οι άντρες είχαν άλλες δ’λειές.
Αλλά είναι και τ’ άλλο… Οι άντρες είναι… τσαπατσούληδες, μπορεί ν’ αλείψουν μέχρι και τα νταβάνια! Δεν είναι μερακλήδες όπως οι γ’ναίκες.

Ασβέστης: Καθαρές αλλά και βρόμικες ιστορίες…

Τα παλιά παλιά τα χρόνια δεν ήταν τσιμέντα και τέτοια πράματα. Τότε είχαν το κερέτσι. Ήταν ειδικό χώμα, τό ’φκιαναν χαμούρι (λάσπη, μείγμα) κι έβαναν μέσα και τραγόμαλλο (ως συνδετικό υλικό), τό ’κοβαν ψιλούτσικο. Αυτό το κερέτσι τού ’χαν για χτίσιμο. Κι όσο πέραγε ο καιρός, τόσο έσφιγγε (σκλήραινε) αυτό το κερέτσι, γιατί το τραγόμαλλο δεν παθαίνει τίποτα.

Διαβάστε περισσότερα ›
Πάσχα του παλιού καιρού: Αγώνας για μερικά αυγά, λίγο κρέας…

Πάσχα του παλιού καιρού: Αγώνας για μερικά αυγά, λίγο κρέας…

Το πρωί τ’ Σταυρωμένη Παρασκευή πέραγαν τα λιανοπαίδια μ’ ένα καλάθι στολισμένο με λουλούδια, έβαναν και μαύρη κορδέλα. Πάαιναν από σπίτι σε σπίτι κι έλεγαν (τραγουδούσαν) τα Πάθη τ’ Χριστού: “Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται…”. Το βράδυ έψελναν παρέες παρέες στ’ν εκκλησία: άλλη παρέα οι άντρες, άλλη οι γ’ναίκες, άλλη τα παιδούρια… “Η ζωή εν τάφω…”.

Διαβάστε περισσότερα ›
Τα παλιά τα χρόνια δεν είχαμαν φυλλάδια (τσιγαρόχαρτα) για να στρίβουμε τσιγάρες. Τότε π’ μάζωναμαν τ’ς ρόκες (καλαμπόκια) και τ’ς ξεφλούδαγαμαν, έβγαναμαν τα καλά τα φύλλα, τα μέσα, τα μαλακά, τά ‘κοβαμαν στα μέτρα απ’ το τσιγάρο κι έφκιαναμαν… θηρίες τσιγαρόνες (τεράστια τσιγάρα)!

Τσιγάρα με καπνό και… ό,τι άλλο έβρισκαν μπροστά τους!

Αλλά μ’ άρεσε το τσιγάρο. Αρχίν’σα να καπνίζω. Με ροκόφυλλα τύλιγαμαν τον καπνό. Διαλέγαμαν τα μαλακά τα φύλλα απ’ τ’ς ρόκες, τα κόβαμαν κρυφά απ’ το σπίτι (γονείς) και τά ‘χαμαν έτοιμα όταν πάαιναμαν να φ’λάξουμε τα πρόβατα. Γιατί εκεί δεν είχαμαν ψαλίδι! Πού να βρεις ψαλίδι πέρα στ’ς λάκκες;

Διαβάστε περισσότερα ›
Το σαπούνι τ’ αγόραζαμαν στο μπακάλη. Κι άμα δεν είχαμαν λεπτά, τό ‘δωναμαν (του δίναμε) αυγά. Είδος μ’ είδος (ανταλλακτική οικονομία). Δεν είχαμαν λεπτά εκειά τα χρόνια. Δεν κυκλοφόραγαν λεπτά. Απούθε να έπαιρναμαν λεπτά; Πούλαγαμαν κανιά πρατίνα (προβατίνα), αγόραζαμαν τα χρειαζούμενα: λάδι, σπίρτα, βαφές για να βάψουμε τα γνέματα (νήματα) για τα προικιά μας…

Τα καλύτερα καλλυντικά των προγόνων μας… ήταν τα νιάτα τους!

Ήταν ένας… στ’ς 4 μήνες έρθονταν να κουρευτεί. Τζιοπάνος ήταν, είχε πρόβατα πολλά. Κι όργωνε με τ’ άλογα. Κάποτε είχε έρθει με τ’ς αλαιμαριές (περιλαίμια αλόγων) απόξω απ’ το κουρείο! Κι όταν έβγανε το καπέλο… μύρ’ζε ξ’νίλας. Το καπέλο δεν το ‘βγανε ποτέ απ’ το κεφάλι του! Το ‘βγανε τότε π’ θα κουρεύονταν κι όταν κοιμάνταν!».

Διαβάστε περισσότερα ›
Τσίπουρο, κρασί, ξίδι: Γλυκόξινες ιστορίες...

Τσίπουρο, κρασί, ξίδι: Γλυκόξινες ιστορίες…

«Στα β’νά εμείς οι βλάχοι δεν ήξεραμαν τι είναι λεμόνι. Ακούς λεμόνι στα β’νά… Μπα… Δέποτε! Δεν ήξεραμαν τι λοϊώ είν’ αυτό και πώς το λέν’, δεν ηύρισκες τέτοιο πράμα στα χωριά. Εγώ μέχρι π’ παντρεύ’κα και σιαδώθε (μετέπειτα), κόντευα να γένω μισόκαιρη (μεσόκοπη), δεν είχα ιδεί λεμόνι στα μάτια μ’… Όχι! Ούτε πορτοκάλι… Πώς ζηούμαν (ζούσαμε), μωρέ Βασίλη μ’…

Διαβάστε περισσότερα ›
Και τα κοκότια άμα λαλάν’ ώρα θάμπωμα (στο σούρουπο), θα έχουμε αλλαξοκαιριά, αλλαή καιρού. Γιατί τα κοκότια δε λαλάν’ όλες τ’ς ώρες, το πρωί λαλάν’, αχάραγα, και μας ξυπνάν’… Τα παλιά τα χρόνια μάς ξύπναγαν, για να πάμε στα χωράφια, στα γιδοπρόβατα.

Πουλιά, ζώα, έντομα: Οι… βοηθοί των πρακτικών μετεωρολόγων!

«Τ’ράμε (τηράμε: παρακολουθούμε) τα σημάδια τ’ καιρού εμείς, αλλά γλέπουμε και στ’ν τηλεόραση τι καιρό θα κάμει τ’ν άλλη τ’ μέρα. Μας παίρουν κι τα παιδιά μας τηλέφωνο, γιατί εμείς δεν έχουμε Ιντερνέτ. Ε, ούτ’ εμείς, ούτε αυτοίνοι τα πετ’χαίνουν όλα… Λαθεύουν κι οι παπαδιές!».

Διαβάστε περισσότερα ›
Οι άντρες φόραγαν καπελάκια, φκιασμένα με πανί, σκέτο. Κι από μέσα ένα χαρτόνι για να στέκει. Και το ‘βαναν στο κεφάλι. Και το φύλαγαν αυτό το καπέλο… σαν τ’ χήρα το κακό τ’ς (ενν. την τιμή!). Αφού δεν είχαν τίποτ’ άλλο, μωρέ Βασίλη μ’... Τι να έκανε ο κόσμος…

Κληματαριές, πλατάνια, φτέρες: Τα… δωρεάν κλιματιστικά!

«Τώρα ολούθε τσακώνονται ο κόσμος με τ’ αρκουντίσιου! Κι στα σπίτια κι στ’ αμάξια… Έτσι κάνουν κι τα πιδιά μ’ κι τ’ αγγόνια μ’… “Μην τ’ ανοί’ς πουλύ! Ζήβα το (κλείσ’ το)! Ιγώ δεν του θέλου… Πούντιασα”! Άλλους του θέλει πουλύ γιατί ζεσταίνεται. Δεν ξέρουν ου κόσμους τι τ’ς φταίει για να τσακωθούν όλη τ’ν ώρα…».

Διαβάστε περισσότερα ›