Ἦτο ὥρα δεκάτη τῆς πρωίας. Ὁ διδάσκαλος, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὸ πρωινὸν μάθημα τῆς πρώτης τάξεως, εἶχεν ἀποπέμψει τοὺς βαρυκεφάλους μαθητὰς καὶ εἶχεν ἀρχίσει νὰ παραδίδῃ εἰς τὴν δευτέραν. Κάτω εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ σχολείου, ἐπὶ τοῦ κατωφλίου τῆς θύρας καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, μὲ τὰ βιβλία των ὑπὸ τὴν μασχάλην ἢ ἀνοικτὰ ἐπὶ τῶν γονάτων, χωρὶς ν᾽ ἀναγινώσκωσιν, ἐκάθηντο οἱ μαθηταὶ τῆς τρίτης τάξεως, περιμένοντες νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά των, περὶ τὴν ἑνδεκάτην, διὰ ν᾽ ἀκροασθῶσι καὶ αὐτοὶ τὸ πρωινὸν μάθημα.
Διαβάστε περισσότερα ›