ζακόνι το: έθιμο, συνήθεια, συνήθιο, άγραφος νόμος.
[< μεσν. ζακόνι < σλαβ. zakonu]1
Κακό ζακόνι οπώχετε εσείς οι χαραμίδες,2 / τον άνθρωπο τον σφάζετε κι έπειτα τον ρωτάτε.
Ζακόνι τόχουν τα βουνά ποτέ να μη γεράσουν, / το καλοκαίρι πράσινα και τον χειμώνα άσπρα.3
Ού κακό χρόνο να ‘χουν αυτοί και το ζακόνι τους, οι παλιόγυφτοι! Γι να μην κεράσουν ένα ποτήρι ρακί, χαιρετούν με τα χαρτιά αλαφράγκα και αυτοί τα ψαλιδοκέρια.4
Παροιμίες
Κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη. [= κατά τόπους υπάρχει διαφορά ηθών, εθίμων, συνηθειών.]
Το ‘χει ο Ζαχαριάς ζακόνι. [= για όσους έχουν κακές συνήθειες, έξεις, χούγια.]5
Αγάπα τον φίλο σου με το ζακόνι που ‘χει.
Αγάπα τον, κυρά, με το ζακόνι πο ‘χει.6
Το γατί το μουτζουρωμένο το ζακόνι δεν το αφήνει. [= οι κακές συνήθειες δεν κόβονται.]
Ζακόνι το ‘χουν τα βουνά, να βρέχουν να χιονίζουν.
1 Χρηστικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας. Ακαδημία Αθηνών. Αθήνα, 2003.
2 Χαραμής είναι ο κλέφτης, ο ληστής, ο λησταντάρτης. Παναγιώτης Αραβαντινός. Συλλογή δημωδών ασμάτων της Ηπείρου. Εκ του Τυπογραφείου Πέτρου Περρή. Εν Αθήναις, 1880.
3 Παραδοσιακό τραγούδι.
4 Μιχαήλ Χουρμούζης. Ο Υπάλληλος. Εκ της Τυπογραφίας Αγγέλου Αγγελίδου. Εν Αθήναις, 1836.
5 ΚΕΕ. Τόχει ο Ζαχαριάς ζακόνι άσπρα πόδια να σηκώνει. / Ανάθεμά σε Ζαχαριά με το ζακόνι πόχεις, / κάθε βδομάδα πόλεμο, κάθε βραδιά γυναίκα. Παραδοσιακό.
6 ΚΕΕ.
















































