14 Οκτωβρίου 2026 at 18:04

Έλληνες στα Γκουλάγκ: Το Μαρτυρολόγιο ενός αγνοημένου Ελληνισμού…

από

Έλληνες στα Γκουλάγκ: Το Μαρτυρολόγιο ενός αγνοημένου Ελληνισμού…

Στη μνήμη του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη

Γράφει ο Γιώργος Καραμπελιάς

Ο μέγας Αλέξανδρος Σολζενίτσιν, με το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ άνοιξε τον δρόμο για την οριστική και τελεσίδικη επαναξιολόγηση του σοβιετικού ολοκληρωτισμού ως ένα δολοφονικό καθεστώς βίας και τρομοκρατίας που συναγωνίζεται επάξια, ως προς τις μεθόδους του, τον γερμανικό ναζισμό. Δεν γνωρίζω εάν όντως το έργο του Σολζενίτσιν είναι το σημαντικότερο μυθιστόρημα στην ιστορία, όπως έχει συχνά χαρακτηριστεί, το βέβαιο πάντως είναι πως αποτέλεσε το τελευταίο καρφί στο φέρετρο του σταλινισμού. Ο μύθος του σοβιετικού κομμουνισμού εξέπνευσε οριστικά.

Ο ελληνικής καταγωγής Ιβάν Τζουχά, στο βιβλίο του, Έλληνες Πολίτες στα Γκουλάγκ. Ένα βιβλίο που διαβάζεται δύσκολα (που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις), χωρίς να είναι λογοτέχνης, αλλά ιστορικός, επιτελεί ένα αντίστοιχο έργο σε ό,τι αφορά τη μοίρα των Ελλήνων κρατουμένων του σταλινικού καθεστώτος. Ο Τζουχά δεν έζησε τα στρατόπεδα του Γκουλάγκ, είναι πολύ νεότερος καθώς γεννήθηκε το 1952, αλλά εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, διερευνά την περίοδο του μεγάλου τρόμου και της «Ελληνικής Επιχείρησης», κατά τους φοβερούς ένδεκα μήνες του 1937-1938.

Έλληνες Πολίτες στα Γκουλάγκ. Ένα βιβλίο που διαβάζεται δύσκολα.
Έλληνες Πολίτες στα Γκουλάγκ. Ένα βιβλίο που διαβάζεται δύσκολα.

Η «Ελληνική Επιχείρηση» και οι επαναλαμβανόμενες διώξεις των Ελλήνων μέχρι το 1949, αφορούν τουλάχιστον 80.000 Έλληνες και εντάσσονται στα πλαίσια των γενικότερων διώξεων που, σύμφωνα με τον ιστορικό Roy Μedvedev, προκάλεσαν τον θάνατο τουλάχιστον 20 εκατομμυρίων ανθρώπων – είτε εκτελεσμένους, είτε νεκρούς στα στρατόπεδα, είτε θύματα των σκόπιμων λιμών όπως το Χολοντομόρ στην Ουκρανία.

Το έργο που Ιβάν Τζουχά επικεντρώνεται  στους διωγμούς που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια του μεγάλου τρόμου, του 1937-1938, και αφορούν τη λεγόμενη «Ελληνική Επιχείρηση». Η Ελληνική Επιχείρηση αφορά τη σύλληψη 14 χιλιάδων περίπου Ελλήνων ελληνικής και σοβιετικής υπηκοότητας, εκ των οποίων το 80% εκτελέστηκε και οι υπόλοιποι στάλθηκαν στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας από όπου επέστρεψαν μόνο οι μισοί. [Το 1942, το 1944 και το 1949 ακολούθησαν νέα κύματα διωγμών που συμπεριέλαβαν πάνω από 62.000 Έλληνες].

Ο συγγραφέας έχει καταγράψει μαρτυρίες επιζώντων και των συγγενών τους· έχει μελετήσει και «ανακαλύψει» όλα τα σχετικά ντοκουμέντα: αρχεία της ΚαΓκεΜπε, των «τριάδων» που ανελάμβαναν τις εκκαθαρίσεις, της «δυάδας» των Γιεζόφ και Βισίνσκι που τις επόπτευε, ακόμα και του ίδιου του Στάλιν. Ο Τζουχά έχει επισκεφτεί τα ίδια τα στρατόπεδα, έχει ξαναζήσει τη διαδρομή των κολασμένων της Κολιμά ή της Βορκουτά. Ως απόσταγμα λοιπόν της εικοσαετούς εργασίας του, έχει καταγράψει με εξαντλητική ακρίβεια τη μοίρα των 13.548 θυμάτων της επιχείρησης, πολύ συχνά με προσωπικές μαρτυρίες των ελαχίστων επιζώντων ή των συγγενών τους.

Ο Τζουχά υπογραμμίζει ότι ο μεγάλος διωγμός των Ελλήνων δεν αφορούσε μόνο τα σαράντα περίπου στελέχη του ΚΚΕ που βρίσκονταν εκείνη την εποχή στη Σοβιετική Ένωση (από τους οποίους διεσώθησαν μόλις δύο) αλλά στρέφεται μαζικά εναντίον του ελληνικού «έθνους», στα πλαίσια των εθνικών εκκαθαρίσεων που πραγματοποιήθηκαν ενάντια στους Λετονούς, τους Γερμανούς, τους Πολωνούς και άλλους. Αντικείμενο των διώξεων ήταν και οι πολυάριθμοι Έλληνες που διατηρούσαν ακόμα την ελληνική υπηκοότητα και, ήταν οι κατ’ εξοχήν ύποπτοι για «κατασκοπεία», καθώς διατηρούσαν στενές σχέσεις με τους συγγενείς τους στην Ελλάδα και επομένως μπορούσαν να είναι πιο δεκτικοί σε ξένες επιρροές από ότι οι Σοβιετικοί.

Η Ελληνική Επιχείρηση άρχισε στις 11 Δεκεμβρίου 1937, όταν εξεδόθη από τον Γενικό Επίτροπο της Κρατικής Ασφάλειας Γιεζόφ η «ονομαστική» ελληνική διαταγή – αρ. 50215. Στην εισαγωγή της διαταγής υπογραμμίζεται πως «η ελληνική κατασκοπεία αναπτύσσει εντατικά κατασκοπευτικές, υπονομευτικές και στασιαστικές δραστηριότητες στην Ε.Σ.Σ.Δ.», «στις ελληνικές αποικίες του Ροστόφ, του Κρασνοντάρ, του Καυκάσου, του Ντονέτσκ, της Οδησσού και άλλων περιοχών της Ουκρανίας, στην Αμπχαζία, στην Κριμαία, καθώς και οι διάσπαρτες ομάδες Ελλήνων σε διάφορες πόλεις και περιοχές»…

«Γι’ αυτό στις 15 Δεκεμβρίου, ταυτόχρονα σε όλες τις Δημοκρατίες και τις Περιφέρειες, θα πρέπει να συλληφθούν όλοι οι Έλληνες… ύποπτοι για κατασκοπευτική, ανταρτική και εθνικιστική αντισοβιετική δραστηριότητα. β) πρώην μεγαλέμποροι, μαυραγορίτες και λαθρέμποροι, γ) Έλληνες οι οποίοι αναπτύσσουν εντατική εθνικιστική δραστηριότητα, δ) πολιτικοί πρόσφυγες από την Ελλάδα και όλοι οι Έλληνες οι οποίοι ήρθαν στην Ε.Σ.Σ.Δ. παράνομα». (Πρόκειται κυρίως για στελέχη του ΚΚΕ που είχαν δραπετεύσει από τις ελληνικές φυλακές ή διώκονταν στην Ελλάδα).

Στις 31 Δεκεμβρίου 1937, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, είχαν συλληφθεί ήδη 6.229 Έλληνες σε ολόκληρη τη χώρα για να ακολουθήσουν και υπόλοιποι στη συνέχεια. Οι συλλήψεις δεν ακολουθούσαν πάντα κάποιο συγκεκριμένο κατάλογο ονομάτων, αλλά πολύ συχνά απλώς συμπλήρωναν τον απαιτούμενο αριθμό συλλήψεων. Ο συγγραφέας παραθέτει την περίπτωση του ελληνικού χωριού Αχαλσένι, κοντά στο Μπατούμ, όπου τελικά επιλέχτηκε ο αγρότης Μουρατίδης γιατί δεν ήταν συγγενής με κανένα από τα μέλη του προεδρείου του κολχόζ.

Αυτή η τρομακτική ιστορία της καταδίωξης και της εξολόθρευσης ενός σημαντικού μέρους του ελληνισμού της Ανατολής, ο οποίος, μετά τις διώξεις των κεμαλικών, υπέστη και τη σταλινική θηριωδία, παραμένει ασύγγνωστα αγνοημένη στην Ελλάδα… Όπως σημειώνει ο Ιβάν Τζουχά: «Η κατάσταση αυτή, προφανώς, δεν είναι φυσιολογική. Για την Ελλάδα και τους Έλληνες, ιστορικοί διαφόρων κρατών έχουν γράψει δεκάδες χιλιάδες βιβλία, ιστορικά και εκλαϊκευτικά άρθρα, έχουν γυριστεί εκατοντάδες ταινίες μυθοπλασίας, ντοκιμαντέρ και εκλαϊκευτικές ταινίες… Στο πλαίσιο αυτού του επίμονου ενδιαφέροντος για την ελληνική ιστορία, μοιάζει ως ανωμαλία η λευκή κηλίδα στην ιστορία των Ελλήνων της Ε.Σ.Σ.Δ., οι οποίοι είναι μέρος του ελληνικού κόσμου».

Οι αιτίες αυτής της πρωτοφανούς παραθεώρησης είναι πολλές. Ανάμεσά τους μπορούμε να σημειώσουμε τις κυριότερες:  

Κατ’ αρχάς, την περιορισμένη επικοινωνία με τον σοβιετικό και ρωσικό κόσμο. Άλλωστε, στις συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου, η μεν ηγεμονική στην Ελλάδα σταλινική Αριστερά ήθελε να αποσιωπήσει εντελώς τις σταλινικές διώξεις, οι δε κυβερνήσεις της Δεξιάς και του Κέντρου δεν ήθελαν να προσθέσουν ένα ακόμα θέμα αντιπαράθεσης με τη σοβιετική κυβέρνηση. Επιπροσθέτως, και μετά τη μεταπολίτευση, η τεράστια επιρροή της κομμουνιστικής Αριστεράς, ιδιαίτερα στον χώρο των ιστορικών ερευνών και των εκδόσεων, μιας Αριστεράς που στις περισσότερες εκδοχές της δεν έχει απογαλακτιστεί από τη σταλινική της παράδοση, συνέβαλε στη συσκότιση αυτής της εθνοκάθαρσης που άγγιζε τα όρια της γενοκτονίας. Πόσο μάλλον που η σοβιετική εξουσία, μέχρι το 1990, εμπόδιζε συστηματικά κάθε σχετική έρευνα. Και μόνο μετά την κατάρρευσή της, το 1990, και ιδιαίτερα μετά τον επαναπατρισμό των ομογενών της Γεωργίας και μεγάλου αριθμού των Ελλήνων Ποντίων, εμφανίστηκε ένα κάποιο, αν και περιορισμένο σε λίγους θαρραλέους ερευνητές, ιστορικό έργο αποκατάστασης της αλήθειας – ο Βλάσης Αγτζίδης είναι ένας από τους πρώτους σκαπανείς της.

Δεύτερη, και ίσως εξίσου σημαντική, αν όχι και σημαντικότερη, αιτία είναι το γεγονός πως αυτές οι διώξεις δεν αφορούσαν κάποιο γνωστό και προβεβλημένο τμήμα του ελληνισμού της διασποράς, αλλά το άγνωστο μέχρι χθες κομμάτι του, που κατοικούσε στα βόρεια της Μαύρης Θάλασσας, τη Γεωργία, την Ουκρανία, την Αμπχαζία… Γι’ αυτούς δεν έχουν γραφεί παρά ελάχιστες ιστορικές μελέτες, όπως από την Μαριάννα Κορομηλά, και ακόμα λιγότερες διδακτορικές εργασίες. Όταν μιλάμε και σήμερα για απόδημο ή υπερπόντιο ελληνισμό, σχεδόν πάντα ξεχνούμε αυτούς τους ελληνικούς πληθυσμούς που κάποτε ζούσαν στην περιοχή αυτή για χιλιάδες χρόνια. Άλλωστε, σε αυτόν τον διασπορικό πληθυσμό, εξαιτίας και της σοβιετικής ισοπέδωσης, δεν θα βρούμε, τουλάχιστον στην πρόσφατη περίοδο, πολλές γνωστές προσωπικότητες, επιχειρηματικές και καλλιτεχνικές, που θα μπορούσαν να τραβήξουν το φως της δημοσιότητας και του δημόσιου ενδιαφέροντος. Όπου φτωχός κι η μοίρα του.

Τέλος, διότι, γενικότερα, το νεότερο ελληνικό κράτος δείχνει μια γενικευμένη αδιαφορία και διαπνέεται από φοβικά αισθήματα αναφορικά με την ανάδειξη και διεκδίκηση επανορθώσεων για τους διωγμούς που έχει υποστεί ο ευρύτερος ελληνισμός. Το ελλαδικό κράτος δείχτηκε πάντα τσιγγούνικο, ως μητριά, απέναντι στα δίκαια και τα μαρτύρια του ευρύτερου ελληνισμού. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μόλις πριν τριάντα χρόνια αναγνωρίστηκε η γενοκτονία των Ποντίων ενώ εγκαταλείφθηκε κυριολεκτικά το ζήτημα της εξόντωσης των αγνοουμένων της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Ας σκεφτούμε το παράδειγμα, στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, των Εβραίων ή των Αρμενίων.

Ας ελπίσουμε αυτό το βιβλίο, καρπός μιας υποδειγματικής έρευνας, να προσφέρει έστω ένα λιθαράκι στην ανέγερση του «μνημείου» του χαμένου ελληνισμού της Σοβιετικής Ανατολής.

ΥΓ. Η έκδοση αυτού του έργου οφείλεται εν πολλοίς στον αείμνηστο Δημήτρη Τριανταφυλλίδη που έχει πραγματοποιήσει και μεγάλο μέρος της μετάφρασής του. Ο άνθρωπος που με πάθος πραγματοποίησε ένα τεράστιο και πρωτοπόρο έργο σχετικά με τις ρωσικές σπουδές στην Ελλάδα και συνέβαλε στην αποκάλυψη του εύρους των σταλινικών διώξεων – μεταξύ άλλων μετέφρασε στα ελληνικά δύο από τους τρεις τόμους του «Αρχιπελάγους» του Σολζενίτσιν–, δυστυχώς, δεν βρίσκεται πια μαζί μας. Ως ελάχιστο φόρο τιμής και ως αναγνώριση της συμβολής του στην έκδοση του βιβλίου, αφιερώνεται στη μνήμη του η ελληνική έκδοση.

Τίτλος: Έλληνες Πολίτες στα Γκουλάγκ. Ένα βιβλίο που διαβάζεται δύσκολα.

Συγγραφέας: Ιβάν Τζουχά

Μετάφραση: Δημήτριος Τριανταφυλλίδης & Κώστας Μαυρόπουλος

Επιμέλεια: Ξανθή Προεστάκη & Χριστίνα Σταματοπούλου

Πρόλογος: Γιώργος Καραμπελιάς

Κυκλοφορεί από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις 

Πηγή: Έλληνες στα Γκουλάγκ: Το Μαρτυρολόγιο ενός αγνοημένου Ελληνισμού… | Liberal.gr

(Εμφανιστηκε 3 φορές, 3 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.