6 Οκτωβρίου 2026 at 21:25

Θεία Ανδριάνα, η ανδρεία σου θα μας εμπνέει….

από

Θεία Ανδριάνα, η ανδρεία σου θα μας εμπνέει….

Γράφει ο Βασίλης Μαλισιόβας

Κάθε φορά που φεύγει ένας ηλικιωμένος, αισθάνομαι ότι  ο κόσμος μας μικραίνει. Αυτό έγινε πρόσφατα με τον θάνατο της θείας Ανδριάνας (Ανδριανή Σαλαμούρα, 1927–2026).

Το σπίτι της είχε για εμένα μια συμβολική θέση και αξία: ήταν το πρώτο που έβλεπα όταν πήγαινα στο χωριό μου και το τελευταίο φεύγοντας. Το θερμό «Καλώς όρισες» το άκουγα πρώτα από το δικά της χείλη και αντιστοίχως το «Καλό δρόμο! Ώρα καλή!» φεύγοντας.

Μολονότι δεν είχαμε συγγενική σχέση με αυτή τη γλυκύτατη γερόντισσα, την ένιωθα πολύ δικό μου άνθρωπο. Από τα παιδικά μου χρόνια, μάλιστα, θυμάμαι κάτι πολύ χαρακτηριστικό: Επειδή ήταν ολόιδια με τη δίδυμη αδερφή της, την επίσης αείμνηστη Δέσπω, πάντα τις μπέρδευα, οπότε τις προσφωνούσα και τις δύο «θείες». Εξάλλου, όσοι άνθρωποι κοντεύουν τον αιώνα ζωής, κατά κάποιο τρόπο είναι συγγενείς όλων μας, αφού εκπροσωπούν τον κύκλο του καλού, έναν ολόκληρο κόσμο που νιώθει κανείς ότι ολοένα και περισσότερο ξεθωριάζει. 

«Θέλουν δ’λειά τα χωράφια... Τέτοια μέρα, χαρά Θεού, κι να κάτσω στο σπίτι; Να πάει χαμένη τέτοια μέρα; Μπα... Εμείς οι παλιοί δε μπορούμε να κάτσουμε με τα χέρια σταυρωμένα... Αφού είμαστε ορθοί, δ’λεύουμε... Ας μας πονούν κι τα ποδάρια... Οι νέοι δε δ’λεύουν σήμερα. Θέλουν λεφτά... κι να κάθονται στον παχύ τον ίσκιο!».
«Θέλουν δ’λειά τα χωράφια… Τέτοια μέρα, χαρά Θεού, κι να κάτσω στο σπίτι; Να πάει χαμένη τέτοια μέρα; Μπα… Εμείς οι παλιοί δε μπορούμε να κάτσουμε με τα χέρια σταυρωμένα… Αφού είμαστε ορθοί, δ’λεύουμε… Ας μας πονούν κι τα ποδάρια… Οι νέοι δε δ’λεύουν σήμερα. Θέλουν λεφτά… κι να κάθονται στον παχύ τον ίσκιο!».

~  ·  ~

Η θεία Ανδριάνα ήταν μια Ηπειρώτισσα παλαιάς κοπής. Σαν να ξεπήδησε από μια σελίδα παλιού βιβλίου. Σαν να ζωντάνευε με τις αφηγήσεις της αυτά που εμείς ξέρουμε ως κάτι πολύ μακρινό. Σαν μια Σουλιώτισσα που δεν θυσιάστηκε στον ηρωικό χορό του Ζαλόγγου, επειδή την άφησαν πίσω οι άλλες ηρωίδες για να διδάσκει στους νεότερους τι σημαίνει γενναιότητα, αξιοπρέπεια, εργατικότητα, αλληλεγγύη…

Γεννημένη το έτος 1927, έζησε μια ζωή αφάνταστα σκληρή ήδη από τα παιδικά της χρόνια κατά την εποχή του Μεσοπολέμου, όσο –και κυρίως– κατά την Κατοχή και τον Εμφύλιο.

«Ήμασταν παραπεταμένα εμείς τα ορφανά. Φτώχεια… με το σακί! Από τότε π’ αγρίκ’σα (θυμήθηκα τον εαυτό μου), δούλευα, στα ξένα τα χωράφια, στα κοπάδια να φ’λάω γιδοπρόβατα. Και πείνα να ιδούν τα μάτια σου… Τι να σ΄ πρωτομολοήσω…».

Σκληρή δουλειά απ’ τα χαράματα μέχρι το βράδυ: σκάψιμο, σκάλισμα, θέρισμα… Το μεροκάματο δεν ήταν χρήματα, αλλά μερικές χούφτες καλαμποκίσιο αλεύρι. Φαγητό; Χλωρά κρεμμύδια με αλάτι! Και, αν υπήρχε, ένα ξεροκόμματο ψωμί. Ακόμα και το μεσημεριανό διάλειμμα έπρεπε να είναι σύντομο. Μου έλεγε με εύλογο παράπονο ότι κάποτε δούλευε ως εργάτρια στα κτήματα ενός πλούσιου. Το μεσημέρι σταμάτησαν μαζί με την αδερφή της για να ξεκουραστούν λίγο και πήγαν δίπλα σ’ ένα ρέμα να πιουν κρύο νερό. Σε λίγο φώναξε η γυναίκα του αφεντικού: «Άντε! Ελάτε ν’ αρχίσετε τη δουλειά! Σε λίγο θα νυχτώσει…».

Τη φρίκη της Κατοχής την διεκτραγωδούσε με μοναδική αφηγηματική μαεστρία. Από τις αμέτρητες  εξιστορήσεις, εκείνες που ξεχώρισα ήταν ότι μου έλεγε πως έτρεχαν ξυπόλυτες να πάνε νωρίτερα από τα γιδοπρόβατα στις γκορτσιές (άγριες αχλαδιές), ώστε να προλάβουν να φάνε τα γκόρτσα πριν τα φάνε τα ζώα! Μελαγχολούσε όταν ανακαλούσε στη μνήμη της τα υποτυπώδη τρόφιμα της Κατοχής (όπως το γκορτσόξιδο, η τυρογαλόπιτα και το ψωμί από αλεσμένα λούπινα), που ήταν άνοστα και με πολύ χαμηλή θρεπτική αξία. Ποτέ όμως δεν την άκουσα να μεμψιμοιρήσει. Πάντα αυτάρκης και ολιγαρκής, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι του παλιού καιρού, «ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ τὰ πάντα κατέχοντες» (απόστολος Παύλος). Και θυμόταν τη μεταφορά προμηθειών και πυρομαχικών με τα επιταγμένα άλογά τους, αλλά και τη λεηλασία τροφίμων από τους αντάρτες στη διάρκεια του Εμφυλίου.

Όταν της εξέφραζα τον θαυμασμό μου για τα βιώματά της, η γενναιόψυχη συνομιλήτριά μου έλεγε:

«Ε, πάν’ αυτά πέρασαν… Αλλά είδες, ωρέ Βασίλη… Νηστικιά και κακομοιριασμένη τόσα χρόνια! Αλλά με τέτοια πείνα και ζω ακόμα! Άλλοι πο’ ’τρωγαν καλά φαϊά κι κρεάσια… έχουν χρόνια π’ πέθαναν!».

Η εργατικότητα της μακαρίτισσας θείας ήταν άρρηκτα δεμένη με τη ζωή της, από την παιδική της ηλικία μέχρι τα βαθιά γεράματα. Πριν από κάποια χρόνια, θυμάμαι που την είδα να βγαίνει απ’ το σπίτι… κρατώντας στο ένα χέρι το μπαστούνι και με το άλλο είχε το τσαπί στην πλάτη! Είδε την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου και μου είπε με χαμόγελο:

«Θέλουν δ’λειά τα χωράφια… Τέτοια μέρα, χαρά Θεού, κι να κάτσω στο σπίτι; Να πάει χαμένη τέτοια μέρα; Μπα… Εμείς οι παλιοί δε μπορούμε να κάτσουμε με τα χέρια σταυρωμένα… Αφού είμαστε ορθοί, δ’λεύουμε… Ας μας πονούν κι τα ποδάρια… Οι νέοι δε δ’λεύουν σήμερα. Θέλουν λεφτά… κι να κάθονται στον παχύ τον ίσκιο!». 

Πάντα αυτάρκης και ολιγαρκής, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι του παλιού καιρού, «ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ τὰ πάντα κατέχοντες» (απόστολος Παύλος).
Πάντα αυτάρκης και ολιγαρκής, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι του παλιού καιρού, «ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ τὰ πάντα κατέχοντες» (απόστολος Παύλος).

~  ·  ~

Η συχωρεμένη θεία βοηθούσε όπου μπορούσε, ειδικά αν αρρώσταινε κάποιος, αλλά και στο δυσάρεστο καθήκον της φροντίδας του νεκρού ήταν πρώτη (όταν τα γραφεία τελετών ήταν κάτι άγνωστο στα χωριά). Με πικρία μού έλεγε: «Τόσο κόσμο βόηθησα, αλλά τώρα εμένα δεν έρθεται κανένας να με καλημερίσει. Δε θέλω να μ’ δώκει τίποτα, κ’βέντες θέλω να μ’ πει. Γιατί έγινε έτσι ο κόσμος σήμερα;».

Χρυσοχέρα γυναίκα, έφτιαχνε αριστουργήματα ακόμα και με τα πιο απλά υλικά. Εκτός από πλεχτά με νήματα, έκοβε πλαστικές σακούλες και τις έπλεκε για να τις κάνει «πατάκια» για να καθαρίζουν τα παπούτσια τους όσοι έμπαιναν στο σπίτι.

Η αυλή της ήταν μνημείο νοικοκυροσύνης και οικιακής οικονομίας! Οι παλιοί τενεκέδες από τυρί ή λάδι ασβεστώνονταν και μετατρέπονταν σε καλαίσθητες γλάστρες, οι παλιές κούκλες γίνονταν σκιάχτρα, παλιά ξύλα χρησίμευαν για διαχωριστικά… Τα πάντα αξιοποιούνταν σε δεύτερη και τρίτη χρήση μέχρι να εξαϋλωθούν!

Το καλαμπόκι ήταν ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά των προγόνων μας, αφού με αυτό εξασφάλιζαν το αλεύρι της χρονιάς.
Το καλαμπόκι ήταν ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά των προγόνων μας, αφού με αυτό εξασφάλιζαν το αλεύρι της χρονιάς.

~  ·  ~

Το φετινό καλοκαίρι, βλέποντας τις δυνάμεις της να μειώνονται, μου είπε: «Με γλέπ’ς, δεν είμαι καλά… Τι να τ’ν κάμ’ς τέτοια ζωή, άμα δε μπορείς να κάν’ς τίποτα μαναχός σου; Τι… Ίσια να ζεις και να τυραγνάς τ’ς αλλουνούς κι να τυραγνιόσαι κι εσύ…». Και συμπλήρωσε με μια συγκλονιστική κουβέντα, λογοτεχνικής χροιάς: «Έτσι μο’ ’ρθεται, μωρέ Βασίλη, να πάω εδώια από πάνω στ’ν Παναϊά (ναός Κοίμησης της Θεοτόκου, όπου βρίσκεται το νεκροταφείο του χωριού μας) και… να σκάψω με τα νύχια τον τάφο τ’ς αδερφή μ’ κι να μπω κι εγώ μέσα!».

Ο Θεός άκουσε αυτό που μου εκμυστηρεύτηκε η καλοκάγαθη γριούλα και την κάλεσε κοντά Του με γαλήνιο, οσιακό τρόπο. Μόλις είχε ξημερώσει η Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου (εορτή του Τιμίου Σταυρού, που προτυπώνει την ανάσταση). Η θεία Ανδριάνα δεν άνοιξε τα μάτια της. Τα είχε κλείσει για πάντα, πέφτοντας για ύπνο το προηγούμενο βράδυ… Ένα χρόνο πριν μπει στα 100 χρόνια της, είχε κατακτήσει ήδη την αιωνιότητα…

Αισθάνομαι ευλογημένος που την άκουγα με προσοχή για τόσα χρόνια και κατέγραφα τις ιστορίες της. Η αγωνιστικότητά της θα με εμπνέει, το ήθος της θα με καθοδηγεί! Και οι ιστορίες που μου αφηγήθηκε θα εξακολουθούν να συγκινούν πολλούς από εμάς…

Λεβέντισσα θεία Ανδριάνα, έχει πολλά δέντρα και λουλούδια εκεί ψηλά στον Παράδεισο. Σε φαντάζομαι με το τσαπί στο χέρι να τα φροντίζεις…

Αιωνία η μνήμη σου! 

Οι αγαπημένες δίδυμες αδελφές Ανδριάνα και Δέσπω έσμιξαν για πάντα στην αιωνιότητα....
Οι αγαπημένες δίδυμες αδελφές Ανδριάνα και Δέσπω έσμιξαν για πάντα στην αιωνιότητα….

Βασίλης Μαλισιόβας, φιλόλογος – συγγραφέας.

(Εμφανιστηκε 2 φορές, 2 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.