Για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896
Γράφει ο Κότσης Παναγιώτης
Α. Oι απαρχές
Στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ, επί Θεοδοσίου Α΄, τελούνται οι τελευταίοι Ολυμπιακοί Αγώνες της αρχαιότητας. Το άγαλμα του Δία, μαζί με άλλα έργα τέχνης, μεταφέρθηκε από την Ολυμπία στην Κωνσταντινούπολη[1]. Γύρω στο 425 μ.Χ, ο ναός του Δία στην Ολυμπία θα πυρποληθεί, έπειτα από διαταγή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄.
Παρά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων, η γοητεία τους δεν έσβησε. Αναλυτικά, κατά την διάρκεια της πρώιμης Αναγέννησης άρχισε να συζητείται η αναβίωσή τους και, ιδίως, μετά την ανάπτυξη του ουμανισμού[2]. Ακόμη, η αναβίωση των Αγώνων υπήρξε επιθυμία πολλών θαυμαστών του αρχαίου κάλλους, οι οποίοι, κατά τα τέλη του 18ου με τις αρχές του 19ου αιώνα επισκέπτονταν τον χώρο της Ολυμπίας, ο οποίος, ωστόσο, είχε βυθιστεί στην λήθη. Βέβαια, ανεξάρτητα από τον συσχετισμό με μνημεία και τόπους, πολλοί υπήρξαν αυτοί, οι οποίοι επιχείρησαν να ξαναζωντανέψουν το πνεύμα του Ολυμπισμού.
Στην Ελλάδα, η πρώτη σκέψη για αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων πραγματοποιήθηκε στην Ηλεία και, συγκεκριμένα, στο δήμο Πύργου, το 1838. Ωστόσο, η πραγματική απαρχή των σύγχρονων Ολυμπιάδων στην Αθήνα προήλθε από την γενναία χορηγία του Ε. Ζάππα, ο οποίος εμπνεύστηκε από μία εισήγηση, την οποία έκανε ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος, το 1859. Κατά συνέπεια, η δημιουργία των Ολυμπίων ως μίας πανηγύρεως με μη αμιγώς αθλητικό χαρακτήρα, έγινε θεσμός στην ελληνική ζωή. Επιπλέον, τα Ολύμπια είχαν τοπικό χαρακτήρα. Τέλος, οι «Ζάππειες» Ολυμπιάδες, όπως αποκλήθηκαν, διεξήχθησαν τέσσερις φορές. Αναλυτικότερα, το 1859 διεξήχθησαν τα Α΄ Ολύμπια, το 1870 τα Β΄ Ολύμπια, το 1875 τα Γ΄ Ολύμπια και, το 1888-1889 τα Δ΄ Ολύμπια[3].
Εκτός από την ημεδαπή, προσπάθειες αναβίωσης των Ολυμπιακών έγιναν και στο εξωτερικό. Πρωτεργάτης για την αναβίωση των Αγώνων υπήρξε ο Βρετανός γιατρός William Brookes, ο οποίος διοργάνωσε ετήσιες αθλητικές εκδηλώσεις, οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν ως συνδυασμός προτύπων βικτωριανής και αρχαίας εποχής. Ειδικότερα, το 1850, ο Brookes ίδρυσε στην γενέτειρά του, στο Wenlock, την «Ολυμπιακή Τάξη» (“The Olympian class”) με στόχο την βελτίωση της σωματικής και ψυχικής υγείας των κατοίκων, μέσα από την άσκηση. Μία δεκαετία αργότερα, ιδρύθηκε η Ολυμπιακή Εταιρεία του Wenlock, η οποία, ως το 1895, διοργάνωσε 34 αγώνες.
Το 1881, ο Brookes πρότεινε την διεθνοποίηση των αγώνων. Η προσπάθειά του αυτή φαίνεται από την αλληλογραφία του με τον Έλληνα Ιωάννη Γεννάδιο, ο οποίος υπηρετούσε την εποχή εκείνη ως διπλωμάτης στο Λονδίνο. Η προσπάθεια αυτή δεν καρποφόρησε, λόγω διαφοράς φιλοσοφίας μεταξύ των δύο ανδρών[4]. Ο Brookes οραματιζόταν αγγλοελληνικούς αγώνες στα πρότυπα των αντίστοιχων της αρχαιότητας.

Β. Η δράση του Pierre de Coubertin και το Συνέδριο του 1894
Η πρωτοβουλία για την αθλητική ιδέα του Ολυμπισμού οφείλεται σε έναν άνθρωπο, ο οποίος την έκανε στόχο της ζωής του. Πρόκειται για τον Γάλλο βαρόνο Pierre de Coubertin. Όντας μελετητής της αρχαιοελληνικής γραμματείας και παιδαγωγός, ο de Coubertin συνέλαβε την ιδέα της αναβίωσης σε μία εποχή, κατά την οποία ο Γερμανός Kurtius με την ομάδα του, πραγματοποιούσαν ανασκαφές στον χώρο της Ολυμπίας. Βέβαια, ο υπό μελέτη Γάλλος παιδαγωγός, ήδη από το 1887, είχε αφοσιωθεί στην αναμόρφωση της σωματικής αγωγής και, την διδασκαλία της στα σχολεία.
Ο de Coubertin είχε μυηθεί στην ολυμπιακή ιδέα από τον Brookes, όταν, σε νεαρή ηλικία, επισκέφθηκε το Wenlock. Μετά από μία σειρά διαλέξεων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις ΗΠΑ, την Μ. Βρετανία και την Γαλλία, τον Νοέμβριο του 1892, ο de Coubertin ανακοινώνει στην Σορβόννη ότι οι αρχαίες Ολυμπιάδες θα γίνουν ξανά, αλλά με σύγχρονη οργάνωση. Η ανακοίνωση αυτή έγινε με αφορμή την επέτειο ιδρύσεως της Ένωσης των Γαλλικών Αθλητικών Σωματείων.
Το επόμενο έτος, ο de Coubertin, ως γενικός γραμματέας της Ενώσεως των Γαλλικών Αθλητικών Σωματείων και, έχοντας υπ’ όψιν του την τάση για επαγγελματισμό, την οποία παρουσίαζε ο σύγχρονος αθλητισμός, συνέλαβε ένα παράτολμο σχέδιο. Σαφέστερα, ξεκίνησε να οριοθετεί τον αθλητισμό μέσα στο ολυμπιακό πλαίσιο, παραμένοντας όχι μόνο στην κλασσική ελληνική παράδοση, αλλά και σε μία διεθνή προσπάθεια εξέλιξης του φίλαθλου πνεύματος. Έχοντας ως αφορμή το πλαίσιο του φιλελευθερισμού, έθεσε επί τάπητος το ζήτημα διοργάνωσης συνεδρίου, το οποίο ορίστηκε για τον Ιούνιο του 1894, με την ονομασία «Διεθνές Συνέδριον των Παρισίων δια την μελέτην και την διάδοσιν των αρχών του φιλαθλλητισμού».
Την πρωτοβουλία για σύγκληση συνεδρίου ανέλαβε η Ένωση των Γαλλικών Αθλητικών Σωματείων. Με εγκύκλιο της 15ης Ιανουαρίου 1894, ο Coubertin κάλεσε όλες τις ενώσεις των αθλητικών γυμναστικών σωματείων των ευρωπαϊκών χωρών στο Παρίσι. Το πρόγραμμα του συνεδρίου περιλάμβανε ζητήματα φιλαθλητισμού και ανασύστασης αθλητικών αγώνων.
Στην Ελλάδα, ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, ο οποίος έδρευε στην Αθήνα, έλαβε πρόσκληση του Γάλλου βαρόνου για συμμετοχή στο Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο του Παρισιού. Στην πρόσκληση περιλαμβανόταν και τα θέματα του συνεδρίου. Ένα θέμα υπήρξε η εξέταση της δυνατότητας αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Πανελλήνιος δέχθηκε την πρόσκληση, αλλά, ο πρόεδρός του αδυνατούσε να παρευρεθεί. Η άρνηση αυτή- πιθανόν- οφείλεται στην κακή οικονομική κατάσταση του συλλόγου. Ο σύλλογος αδυνατούσε να καλύψει τα έξοδα μετακίνησης.
Μετά από υπόδειξη του διευθυντή της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών στην Αθήνα, η εκπροσώπηση της Ελλάδος θα πραγματοποιείτο από τον γνωστό συγγραφέα, Δημήτριο Βικέλα, ο οποίος, κατά την εποχή εκείνη, διαβιούσε στο Παρίσι. Η πρόταση αυτή έγινε από τον Α. Ραγκαβή.
Στις 16 Ιουνίου 1894, άρχισε το πρώτο διεθνές αθλητικό συνέδριο στο Παρίσι. Στα πλαίσια του Συνεδρίου λειτούργησαν δύο επιτροπές. Η μία ήταν επιφορτισμένη με τον φιλαθλητισμό ενώ η δεύτερη με την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Η δεύτερη εκ των προαναφερθέντων επιτροπή, είχε τον Βικέλα ως πρόεδρο, τον βαρόνο de Tour ως αντιπρόεδρο και ως γραμματέα τον Maurice Borel, εκπρόσωπο των γαλλικών αθλητικών σωματείων. Τα λόγια του de Coubertin απηχούν την ατμόσφαιρα, η οποία επικρατούσε εκείνη την εποχή στην αίθουσα του Συνεδρίου. Αναλυτικά: «Ένα είδος ξεχωριστής συγκίνησης απλώνεται, η οποία σαν την αρχαία ευρυθμία αναδύεται από το βάθος των αιώνων. Η ελληνικότητα διείσδυσε με τον τρόπο αυτό στην τεράστια αίθουσα. Ήδη, από εκείνες τις πρώτες ώρες, το Συνέδριο είχε πετύχει. Ήξερα από τότε, συνειδητά ή όχι, ότι κανείς δεν θα ψήφιζε εναντίον της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων».
Η επιλογή των Αθηνών προτάθηκε από τον Βικέλα, στην τελευταία συνεδρίαση. Στην ομιλία του, ο Βικέλας είπε: «Μην ξεχνάτε κύριοι, ότι αν προχωράτε σύμφωνα με το ελληνικό πνεύμα, εμείς οι Έλληνες το κατέχουμε πιο άμεσα. Αν είστε οι εγγονοί της κοινής προγόνου, εμείς είμαστε οι γιοι {…} Εδώ δεν ομιλώ στο όνομα του συλλόγου που αντιπροσωπεύω. Έχω ακόμη λιγότερες δυνατότητες να δεσμεύσω την κυβέρνησή μου. Αισθάνομαι ότι όλος ο κόσμος στην Ελλάδα θα αγκαλιάσει μία ευνοϊκή απόφαση του συνεδρίου και θα προσπαθήσει να την τιμήσει. Δεν σας ζητώ να δεσμεύσετε αμετάκλητα την οργανωτική επιτροπή, που εσείς θα ορίσετε{…} Προτείνω απλά το Συνέδριο να εκφράσει την ευχή του, ώστε ο εορτασμός των Ολυμπιακών Αγώνων να διεξαχθεί στην Αθήνα»[5]. Η παραπάνω πρόταση υποστηρίχθηκε και από τον de Coubertin, αλλά και τα άλλα μέλη της Ολυμπιακής Επιτροπής και, έγινε δεκτή.
Μετά την αποδοχή της ομιλίας του Βικέλα και την έκδοση σχετικού δελτίου, οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες θα γίνονταν στην Ελλάδα. Ο Βικέλας έγινε πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (ΔΟΕ). Οι κανονισμοί, οι οποίοι είχαν θεσπιστεί από την ΔΟΕ, προέβλεπαν ότι ο πρόεδρός της έπρεπε να προέρχεται από την χώρα, η οποία θα διοργάνωνε τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Εν συνεχεία, ο Coubertin ήλθε το ίδιο έτος στην Αθήνα. Χάρη στην προστασία, αλλά και την δραστηριοποίηση του διαδόχου Κωνσταντίνου, ο de Coubertin συνάντησε στην Ελλάδα ανθρώπους, οι οποίοι θα εργάζονταν με ενθουσιασμό για την προετοιμασία. Στις 24 Νοεμβρίου 1894, με πρωτοβουλία του de Coubertin πραγματοποιήθηκε συνάντηση 29 προσωπικοτήτων, για τη συγκρότηση της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων (ΕΟΑ). Για την θέση του επίτιμου προέδρου προτάθηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος. Από την πλευρά του, ο διάδοχος ανέλαβε την προεδρία της ΕΟΑ, με αντιπρόεδρο τον Ιωάννη Φωκιανό.
Η επιλογή του Φωκιανού για την θέση του αντιπροέδρου δεν ήταν τυχαία. Ο Φωκιανός, το 1868, διορίστηκε διευθυντής του Δημόσιου Γυμναστηρίου και, αργότερα, δίδαξε Γυμναστική στο ελληνικό διδασκαλείο του «Συλλόγου προς διάδοση των ελληνικών γραμμάτων» στην- υπό οθωμανική κυριαρχία- Θεσσαλονίκη. Ακόμη, από το 1879 ήταν διευθυντής στο Κεντρικό Γυμναστήριο της Αθήνας. Επίσης, ο Έλληνας γυμναστής, Φωκιανός, ήταν πρόεδρος του «Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου», ο οποίος είχε ιδρυθεί το 1891. Επιπλέον, ο Φωκιανός πίστευε στα πλεονεκτήματα της φυσικής αγωγής και, για το λόγο αυτό, αγωνίστηκε για να καθιερωθεί σαν μάθημα στα σχολεία της χώρας. Τέλος, ο Φωκιανός άφησε και συγγραφικό έργο. Το χαρακτηριστικότερο βιβλίο του τιτλοφορείται «Εγχειρίδιον Γυμναστικής» και, κυκλοφόρησε το 1883.
Οι τιτάνιες προσπάθειες των Coubertin και Βικέλα καθώς και η υιοθέτηση της διοργάνωσης από τον διάδοχο Κωνσταντίνο, αφού ο τελευταίος είχε οριστεί πρόεδρος της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων, ενίσχυσαν την ιδέα της αναβίωσης του αρχαίου θεσμού.
Η ανακοίνωση της επιστροφής των Αγώνων στην ολυμπιακή γη κινητοποίησε το πνεύμα του φιλελληνισμού στην Δύση. Ο δυτικός Τύπος χαιρέτησε ευμενώς την αναβίωση αυτή. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα δημοσιεύματα του περιοδικού “Bachelor of Arts” και στις εφημερίδες “Express”, “Post”, “Times” του Chicago και στην εφημερίδα «Κήρυξ», η οποία εκδιδόταν στην Βοστώνη. Συνολικά, ο φιλελληνισμός του αμερικανικού Τύπου υπήρξε έκδηλος[6].
Στον ελληνικό Τύπο, αναδημοσιεύονται απόσπασμα της εφημερίδας «Εμπορικός Μηνύτωρ», από την Νέα Υόρκη. Συγκεκριμένα, διαβάζουμε: «Ο λιμήν του Πειραιώς θέλει χρησιμεύσει εις την τέλεσιν λεμβοδρομιών και άλλων ναυτικών ασκήσεων. Ενώ πάσαι αι ανεγνωρισμένης αξίας νεώτεραι ασκήσεις θέλουσιν εκτελεσθή, θα γίνη επίσης ενδιαφέρουσα απόπειρα, όπως αναγεννηθώσι και εκτελεσθώσι κατά τον αρχαίον τρόπον πολλαί των ασκήσεων ρώμης και αντοχής, αίτινες απετέλουν το κυριώτερον θέλγητρον των αγώνων της κλασσικής Ελλάδος. Η αμερικανική και αι άλλαι εν Αθήναις αρχαιολογικαί σχολαί συντρέχουσι δραστηρίως το έργον, ο βασιλεύς και η κυβέρνησις της Ελλάδος θέλουν προσδώσει όλον το επίσημον αυτών κύρος, ουδεμία δε απομένει αμφιβολία περί της μοναδικής και λαμπράς του έργου επιτυχίας»[7]. Τέλος, η «Επιθεώρησις των Επιθεωρήσεων», ένα αμερικανικό περιοδικό, αφιερώνει ολόκληρο άρθρο για την επιστροφή των Ολυμπιακών Αγώνων, γραμμένο από τον καθηγητή William Sloane[8].

Γ. Προετοιμασία και διεξαγωγή Ολυμπιακών Αγώνων
Η επιστροφή των Ολυμπιακών Αγώνων και η επικείμενή τους διεξαγωγή στην Αθήνα συνέπεσε με μία εποχή, κατά την οποία ήταν εμφανή τα σημάδια από την πτώχευση του 1893. Η πτώχευση είχε επιφέρει πλήγμα ως προς την αξιοπιστία του ενώ, την ίδια στιγμή, το κράτος όφειλε να ανταπεξέλθει και στις πιέσεις για την εκπλήρωση των εθνικών του στόχων. Φυσικά, υπήρχε πολιτική αστάθεια με συχνές εναλλαγές στην πρωθυπουργία του Τρικούπη με τον Δηλιγιάννη.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Χαρίλαος Τρικούπης, δεν συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό του de Coubertin για την τέλεση των Αγώνων. Σε κάθε ευκαιρία, τόνιζε ότι δεν μπορούσε να δαπανήσει χρήματα για την διεξαγωγή αγώνων από το ταμείο του κράτους. Στις 10 Ιανουαρίου 1895, ο Τρικούπης υπέβαλε την παραίτησή του στον βασιλιά Γεώργιο, εμμένοντας στις θέσεις του ως προς την οικονομική στήριξη των Αγώνων. Αμέσως, συστάθηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Νικόλαο Δεληγιάννη, για να ενεργήσει νέες εθνικές εκλογές. Σημειώνεται ότι ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός, ο οποίος κατοικούσε στο Παρίσι, γνώριζε προσωπικά τον Βικέλα και είχε ταχθεί υπέρ της πρότασης για διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων στην πρωτεύουσα του μικρού ελληνικού βασιλείου.
Η προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες έγινε συστηματική, όταν ο εξ Ηπείρου ομογενής, Γεώργιος Αβέρωφ αποφάσισε, έπειτα από κάλεσμα του διαδόχου Κωνσταντίνου, να βοηθήσει στην ανακατασκευή του Παναθηναϊκού Σταδίου. Αναλυτικότερα, στις 10 Μαΐου 1895, υπεγράφη ψήφισμα από την συνεδρίαση του 12μελούς συμβουλίου υπό την προεδρία της Αυτού Βασιλικής Υψηλότητας σύμφωνα με την επιστολή του Αβέρωφ ότι διαθέτει «το ποσόν των δραχμών πεντακοσίων ογδοήκοντα πέντε χιλιάδων προς διασκευήν του Παναθηναϊκού Σταδίου, επί τη τελέσει των διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων το προσεχές έτος 1896, και όπως το Στάδιον χρησιμεύσει ως διαρκές Γυμνάσιον των εν Αθήναις Αθλητικών Συλλόγων και τελεσιν καθ’ ορισμένας εποχάς Πανελληνίων Ολυμπιακών Αγώνων». Σύμφωνα με μία άλλη πηγή, η αναδιαμόρφωση του Παναθηναϊκού Σταδίου είχε κόστος 920.000 δραχμών[9].
Γεμάτος από ενθουσιασμό, ο Κωνσταντίνος συνόδευσε την ανακοίνωσή του αυτή με το να στηθεί μαρμάρινος ανδριάντας υπέρ του χορηγού. Πιο αναλυτικά, ανέθεσε σε μία τριμελή επιτροπή, υπό τους Λ. Δεληγιώργη, Α. Ζαΐμη και Τ. Φιλήμονα να μεριμνήσουν για την εκτέλεση του σχεδίου. Το σχέδιο εκτελέστηκε με μεγάλη ταχύτητα και ο ανδριάντας του Αβέρωφ τοποθετήθηκε στην είσοδο του Σταδίου.
Σε σύντομο χρονικό διάστημα, συγκροτήθηκε η «Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων». Η Επιτροπή αυτή, εκμεταλλευόμενη την εμπειρία, την οποία διέθεταν τα μέλη της από την διεξαγωγή των τοπικών αγώνων, κατάφερε να αποπερατώσει το έργο της εντός 14 μηνών. Συγκεκριμένα, καταρτίστηκε επιτροπή κριτών, οι οποίοι ήταν γνωστοί ως «Ελλανοδίκες». Επίσης, τυπώθηκαν προγράμματα και προκηρύξεις. Επιπρόσθετα, δημιουργήθηκαν πολλές αθλητικές εγκαταστάσεις, όπως για παράδειγμα το ποδηλατοδρόμιο στο Φάληρο και το σκοπευτήριο στην Καλλιθέα.
Δεν πρέπει να υποβαθμιστεί ο ρόλος του Δημητρίου Βικέλα. Αφού πραγματοποιήθηκε η εξύψωση του Αβέρωφ σε εθνικό ευεργέτη, συνδέοντας την προσφορά του με σπουδαία έργα, τότε το ίδιο πρέπει να συμβεί με τον Βικέλα, προσδίδοντάς του τον τίτλο του ευεργέτη και του εθνικού φιλάθλου[10].
Η έναρξη των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων πραγματοποιήθηκε την 25η Μαρτίου/ 5η Απριλίου 1896, η οποία ήταν και Κυριακή του Πάσχα.[11] Η επιλογή της 25ης Μαρτίου ήταν συμβολική. Για την ακρίβεια, συνέπιπτε με την επέτειο της εθνικής μας παλιγγενεσίας. Επίσης, το Πάσχα, λόγω της παγίωσης της Μεγάλης Ιδέας συμβόλιζε και την Ανάσταση Του Έθνους.
Στους αγώνες αυτούς συμμετείχαν- συνολικά- 285 αθλητές, οι οποίοι προέρχονταν από 14 κράτη. Εκτός από τα αγωνίσματα του στίβου, διεξήχθησαν τα αγωνίσματα της οπλομαχίας, της άρσης βαρών, της σκοποβολής, της πάλης και της γυμναστικής.
Τον ύμνο των Ολυμπιακών Αγώνων συνέθεσε ο Σπυρίδων Σαμάρας ενώ οι στίχοι ανήκαν στον Κωστή Παλαμά[12]. Ακόμη, την ημέρα της τελετής έναρξης, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Γεωργίου Αβέρωφ, με δωρεά του οποίου ανεγέρθηκε το Παναθηναϊκό Στάδιο. Κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων κυκλοφόρησε μία αναμνηστική σειρά γραμματοσήμων, κάτι, το οποίο συντελούσε επιτυχία. Το μικρό κράτος, υπό το όνομα «Ελλάδα» απεδείχθη άξια διοργανώτρια του πραγματοποιούμενου ονείρου. Με άλλα λόγια, παρά τα οξεία οικονομικά προβλήματα, τα οποία αντιμετώπιζε η κυβέρνηση του Θ. Δηλιγιάννη, κατέστη δυνατό να οργανωθούν οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες στην κοιτίδα τους, την Ελλάδα.

Δ. Η θέσπιση του Μαραθωνίου και η νίκη του Λούη
Το πιο εντυπωσιακό αγώνισμα των Ολυμπιακών Αγώνων είναι, αναντίρρητα, ο Μαραθώνιος δρόμος. Η ονομασία του οφείλεται στην μάχη του Μαραθώνα, το 490 π.Χ, όταν και οι Αθηναίοι πέτυχαν μία περιφανή νίκη κατά των Περσών. Η ιστορική παράδοση αναφέρει ότι ο δρομέας Φειδιππίδης, μετά την ελληνική νίκη στον Μαραθώνα, αποφάσισε να τρέξει μέχρι την Αθήνα. Όταν έφτασε στην Αθήνα, φώναξε «Νενικήκαμεν» και, λίγο αργότερα, εξέπνευσε.
Η ιστορία θέσπισης του Μαραθωνίου ξεκίνησε με μία ομιλία του de Coubertin στον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός», την 4η Νοεμβρίου 1894. Επρόκειτο για μία ομιλία, η οποία προκάλεσε αίσθηση σε ένα πολυπληθές ακροατήριο. Ακολούθησε συνάντηση του Coubertin με τον Τρικούπη. Στην συνάντηση αυτή, ο Γάλλος φιλέλληνας δεν κατάφερε να πείσει τον Έλληνα πρωθυπουργό, ώστε ο τελευταίος να αλλάξει την θέση του για τους Αγώνες. Ακόμη, ο Coubertin επισκέφθηκε το στάδιο, στο οποίο οι εργασίες δεν είχαν αποπερατωθεί και, προέβη σε προσεγγίσεις με πολιτικούς και μερίδα του Τύπου. Με την ολοκλήρωση των επαφών του, επισκέφθηκε τον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας.
Στην συνάντηση της 24ης Νοεμβρίου 1894, η οποία οδήγησε στον καταρτισμό της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων, συζητήθηκε το πρόγραμμα των αγώνων, το οποίο, μετά από συνεννόηση με αθλητικά σωματεία, είχε συντάξει ο de Coubertin. Στο πρόγραμμα αυτό σημειώθηκαν τροποποιήσεις, όπως για παράδειγμα η εξαίρεση ορισμένων αγωνισμάτων και η προσθήκη νέων. Μεταξύ των αγωνισμάτων, τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν στο πρόγραμμα, ήταν η ιππασία[13].
Το Συμβούλιο γνωμάτευσε και, ο διάδοχος Κωνσταντίνος, με την ιδιότητα του προέδρου της ΕΟΑ, αποδέχθηκε την κατάργηση των ιππικών αγώνων. Ως βάση χρησιμοποιήθηκε το κείμενο της απόφασης του Συνεδρίου του Παρισίου, σύμφωνα με το οποίο μία χώρα, η οποία θα αναλάμβανε την διεξαγωγή Ολυμπιακών Αγώνων, δικαιούνταν να αφαιρεί από το πρόγραμμα «ους δεν ηδύνατο τυχόν να τελέση επιτυχώς εν αύτη ή να προσθέση άλλους, μη αναγεγραμένους, εν τω καταρτισθέντι υπό της Συνόδου γενικώ προγράμματι»[14].
Τον Δεκέμβριο, ο Βικέλας επιστρέφει από το Παρίσι και, παραχωρεί συνέντευξη στην εφημερίδα «Εστία». Στην συνέντευξη αυτή αναφέρθηκε και στο πρόγραμμα των αγώνων. Πιο αναλυτικά, διαβάζουμε: «Σημειώσατε και τούτο ακόμη, ότι δεν θα γίνουν όλοι οι αγώνες, τους οποίους το μέγα πρόγραμμα του γενικού οργανισμού αναγράφει, αλλ’ όσοι δύνανται να γίνουν εδώ, όσοι είναι πρόσφοροι προς την φύσιν της χώρας και όσοι δεν υπερβαίνουν τα μέσα μας. Διά τούτο θα παραλειφθούν οι ιπποδρομίαι, ίσως και άλλα τινα»[15].
Η θέσπιση του μαραθωνίου ενισχύθηκε και από τον Τύπο της εποχής. Διαβάζουμε: «Η κεντρική επιτροπή ερύθμισε και ρυθμίζει τα έργα της συμφώνως προς τας αποφάσεις του Συνεδρίου, πολλά δε μέρη του υποβληθέντος υπό του Κομητάτου προγράμματος των αγώνων μετέβαλεν, ως λόγου χάριν ανήρεσε τους ιππικούς αγώνας, οι οποίοι δεν ήτο δυνατόν να τελεσθώσιν ελλείψει επαρκών μέσων προσθέσασα τον μαραθώνιον δρόμον»[16].
Η πρόταση διεξαγωγής του μαραθωνίου δρόμου έγινε από τον Γάλλο Michel Breal. Η ιδέα αυτή όχι μόνο υποστηρίχθηκε από τον de Coubertin, αλλά έγινε δεκτή και από τους Έλληνες με ενθουσιασμό, διότι οι τελευταίοι αναζητούσαν μία νέα ταυτότητα ως προς την σύνδεσή τους με το αρχαίο αγωνιστικό πρότυπο, το οποίο επικρατούσε. Έτσι, ο μαραθώνιος δρόμος εντάχθηκε στο πρόγραμμα των αγώνων. Μάλιστα, ο Breal αγωνοθέτησε και το έπαθλο του νικητή. Για την θέσπιση του μαραθωνίου, σημαντικό ρόλο είχε η εξαίρεση των ιππικών αγωνισμάτων. Τέλος, για την πρόταση του Breal, σημαντικό ρόλο είχαν δύο παράγοντες. Αρχικά, ρόλο έπαιξε η φιλελληνική διάθεση, την οποία είχε ο Breal. Ο δεύτερος παράγοντας υπήρξαν οι επανειλημμένες ανασκαφές στον Τύμβο του Μαραθώνα, ο οποίος ονομαζόταν «Σωρός».
Ο πρώτος- από χρονολογική άποψη- μαραθώνιος πραγματοποιήθηκε στις 10 Μαρτίου 1896 και, είχε τον χαρακτήρα αγώνα πρόκρισης για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Νικητής αναδείχθηκε ο Χαρίλαος Βασιλάκος με χρόνο 3 ώρες και 18 λεπτά. Ο μετέπειτα νικητής, Σπύρος Λούης, τερμάτισε πέμπτος[17]. Ο αγώνας αυτός υπήρξε το πρώτο πανελλήνιο πρωτάθλημα μαραθωνίου.
Ο Λούης ήταν ένας φτωχός νεροκουβαλητής από το Μαρούσι και, υπήρξε νικητής του πρώτου- χρονολογικά- μαραθωνίου, στους Ολυμπιακούς αγώνες. Σαφέστερα, κάλυψε την διαδρομή σε 2 ώρες 58 λεπτά και 50 δευτερόλεπτα. Επιπλέον, κατά την είσοδό του στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο, αποθεώθηκε από περίπου 70.000 θεατές. Η εικόνα του Λούη με την φουστανέλα έκανε το γύρο του κόσμου ενώ, το όνομα Σπύρος Λούης κατέστη συνώνυμο του μαραθωνίου και των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Η νίκη του Σπ. Λούη στον μαραθώνιο είχε και συμβολικό χαρακτήρα. Πιο αναλυτικά, λόγω του ότι φορούσε το παραδοσιακό ένδυμα της φουστανέλας, αναπτέρωσε τους εθνικούς πόθους των Ελλήνων, δηλαδή την μετατροπή του οράματος της «Μεγάλης Ιδέας» σε απτή πραγματικότητα. Ωστόσο, η Ελλάδα ήταν διπλωματικά απομονωμένη και, σύντομα, οδηγήθηκε σε πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Ελλάδα συνετρίβη και, το όνειδος του πολέμου αυτού υπήρξε αξεπέραστο.
Φωτογραφικό υλικό
Ο Σπύρος Λούης.
Pierre de Couberdin. Η ψυχή για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ανυπόγραφο άρθρο «Και πάλιν ολυμπιακοί αγώνες. Νέα συνδιάλεξις μετά του κ. Βικέλα», εφημερίδα Εστία, αρ.φ. 29, 24-12-1894, σελ. 2
Ανυπόγραφο άρθρο «Οι Ολυμπιακοί Αγώναι», εφημερίδα Άστυ, αρ.φ. 1474, 29-12-1894, σελ. 3
Ανυπόγραφο άρθρο «Ολυμπιακοί Αγώνες», εφημερίδα Ακρόπολις, αρ.φ. 1125, 4.1. 1896, σελ. 3.
Γεωργιάδη, Κ. «Το χρονικό της αναβίωσης», περιοδικό 7 ημέρες, εφημερίδα Καθημερινή, τχ. 550, 31-3-1996, σελ. 9-12
Γράψα, Ε. (2012) Η Ελλάδα πάντα μπορεί. Αθήνα 1896. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες και ο Τύπος της εποχής, Αθήνα: Κέντρο Μεσογειακού και Νησιωτικού πολιτισμού Μεσόνησος
Λαμπίρη, Γ. «Μαραθώνιος: Η ιστορία του δημοφιλούς αθλήματος του στίβου», εφημερίδα Τα Νέα, αρ.φ. 24566, 20-8-2004, σελ. 14.
Λινάρδου, Π. «Ο Βικέλας και οι Ολυμπιακοί Αγώνες» στο περιοδικό Μελέτη, τ. Α΄, Μάρτιος 2004, σελ. 67- 81
Πικρού, Ι. (1978) «Οι εξελίξεις στην Ελλάδα από το 1895 ως τις αρχές του 1897» στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σελ. 88-125
Συντακτική ομάδα (1996) «Ολυμπιάδες» στην εγκυκλοπαίδεια Νέα Δομή, τ. 25, σελ. 221-226
Τσόνια, Σ. (2016) Α΄ Διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες 1896: μαραθώνιος δρόμος. Η γένεση και το χρονικό, (Διδ. Διατριβή), Σέρρες: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Χρήστου, Θ. (2019) Πέτρος Σωκρ. Κόκκαλης (1896-1962): Ο αστός επαναστάτης ιατρός. Από τον αντιβενιζελισμό στον λενινισμό, Καλαμάτα: Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Georgiadis, K. (2003) Olympic Revival Olympic Revival : The Revival of the Olympic Games in Modern Times. Athens: Pharos
Young, D. (1996) The Modern Olympics. A Struggle for Revival. Baltimore. Maryland
Vasiliev, A. (1972) Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453, τ. 1, Αθήνα: Πάπυρος Πρες
[1]) Βλ και Vasiliev, A. (1972) Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453, τ. 1, Αθήνα: Πάπυρος Πρες, σελ. 109
[2]) Βλ και λήμμα σύνταξης «Ολυμπιάδες» στην εγκυκλοπαίδεια Νέα Δομή, τ. 25 (1996), σελ. 223
[3]) Βλ και Georgiadis, K. (2003) Olympic Revival Olympic Revival : The Revival of the Olympic Games in Modern Times. Athens: Pharos, p. 22.
[4]) Βλ και Young, D. (1996) The Modern Olympics. A Struggle for Revival. Baltimore. Maryland, p. 62-63.
[5]) Βλ και Γεωργιάδη, Κ. «Το χρονικό της αναβίωσης», περιοδικό 7 ημέρες, εφημερίδα Καθημερινή, τχ. 550, 31-3-1996, σελ. 10.
[6]) Βλ και Γράψα, Ε. (2012) Η Ελλάδα πάντα μπορεί. Αθήνα 1896. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες και ο Τύπος της εποχής, Αθήνα: Κέντρο Μεσογειακού και Νησιωτικού πολιτισμού Μεσόνησος, σελ. 50.
[7]) Βλ και ανυπόγραφο άρθρο «Οι Ολυμπιακοί Αγώναι», εφημερίδα Άστυ, αρ.φ. 1474, 29-12-1894, σελ. 3
[8]) Βλ και Γράψα, Ε. (2012) Η Ελλάδα πάντα μπορεί. Αθήνα 1896. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες και ο Τύπος της εποχής, Αθήνα: Κέντρο Μεσογειακού και Νησιωτικού πολιτισμού Μεσόνησος, σελ. 35-36.
[9]) Βλ και Πικρού, Ι. (1978) «Οι εξελίξεις στην Ελλάδα από το 1895 ως τις αρχές του 1897» στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σελ. 93
[10]) Βλ και Λινάρδου, Π. «Ο Βικέλας και οι Ολυμπιακοί Αγώνες» στο περιοδικό Μελέτη, τ. Α΄, Μάρτιος 2004, σελ. 69
[11]) Βλ και Χρήστου, Θ. (2019) Πέτρος Σωκρ. Κόκκαλης (1896-1962): Ο αστός επαναστάτης ιατρός. Από τον αντιβενιζελισμό στον λενινισμό, Καλαμάτα: Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, σελ. 48.
[12]) Βλ και Πικρού, Ι. (1978) «Οι εξελίξεις στην Ελλάδα από το 1895 ως τις αρχές του 1897» στην ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σελ. 93.
[13]) Βλ και Τσόνια, Σ. (2016) Α΄ Διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες 1896: μαραθώνιος δρόμος. Η γένεση και το χρονικό, (Διδ. Διατριβή), Σέρρες: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, σελ. 43
[14]) Ό.π, σελ. 44-45.
[15]) Βλ και ανυπόγραφο άρθρο «Και πάλιν ολυμπιακοί αγώνες. Νέα συνδιάλεξις μετά του κ. Βικέλα», εφημερίδα Εστία, αρ.φ. 29, 24-12-1894, σελ. 2
[16]) Βλ και ανυπόγραφο άρθρο «Ολυμπιακοί Αγώνες», εφημερίδα Ακρόπολις, αρ.φ. 1125, 4.1. 1896, σελ. 3.
[17]) Βλ και Λαμπίρη, Γ. «Μαραθώνιος: Η ιστορία του δημοφιλούς αθλήματος του στίβου», εφημερίδα Τα Νέα, αρ.φ. 24566, 20-8-2004, σελ. 14.












































