11 Φεβρουαρίου 2024 at 19:26

Μεταφορικά μέσα: Πόδια, κάρα, βαγόνια χωρίς παράθυρα…

από

Μεταφορικά μέσα:

Πόδια, κάρα, βαγόνια χωρίς παράθυρα…

Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*

Ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού πριν από κάποια χρόνια. Λίγους μήνες μετά, θα παραδιδόταν ολοκληρωμένο το μεγαλόπνοο και πραγματικά σωτήριο έργο της Ιονίας Οδού, που ενώνεται με την Ολυμπία Οδό στην Πελοπόννησο.

Εκείνη τη μέρα λοιπόν, κάποιος γνωστός μου έφυγε με το ΚΤΕΛ από την Άρτα για την Αθήνα. Από μια σειρά ατυχών συγκυριών (σφοδρή χιονόπτωση, κλείσιμο γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου λόγω θυελλωδών ανέμων, ασυνεννοησία μεταξύ κρατικών φορέων για τη διαχείριση της κατάστασης…) ξέρετε πόσες ώρες έκανε για να φτάσει στην Αθήνα; Είκοσι! Και αριθμητικά: 20! Είκοσι ώρες!

Το λεωφορείο είχε φύγει από την Άρτα στις 12 το μεσημέρι της 7ης Ιανουαρίου και έφτασε στην Αθήνα την άλλη μέρα το πρωί στις 8, με τον οδηγό και τους επιβάτες κάτι παραπάνω από εξουθενωμένους…

Ανήκουστη και αδιανόητη δοκιμασία! Όχι όμως και για τους μεγαλύτερους σε ηλικία…

Το άλογο του βασιλιά… κώλωσε στο γιοφύρι!

 

Καλοκαιρινή η συνάντηση με τον 94χρονο κ. Απόστολο, στην Άνω Καλεντίνη Άρτας. Του είχα πει τι ώρα θα τον επισκεφτώ, οπότε αυτός περιχαρής με περίμενε σε μια γέφυρα, λίγο πιο πέρα από το σπίτι του. Μετά το καλωσόρισμα, μου εξιστορεί μια άγνωστη ιστορία που συνδέεται με το συγκεκριμένο τοπόσημο:

«Ήρθα περπατώντα να σε καρτερέσω. Με τα ποδάρια πάαιναμαν ολούθε τότε που ’μασταν νέοι… Ε, είχαμαν κι άλογα…

Κάτσε να σ’ το πω τι γίν’κε κάποτε σ’ αυτό το γιοφύρι… Πέραγε κάποτε ο βασιλιάς ο Γεώργιος ο Α΄. Απ’ το Πλατανόρεμα έρχονταν απάνω, δεν τον ξέρω καλά τον τόπο εκεί…

Πέρασε από ’δώ απ’ τ’ν Απάνω Καλεντίνη, Τυμπά, Βουργαρέλι…

Ήταν στρατός ελληνικός απάνω στα χωριά τότε. Συνδέονταν με τα Γιάννενα τότε. Από Άγναντα, Πράμαντα…

Κι όταν πέρασε απ’ το χωριό ο βασιλιάς καβάλα στ’ άλογο, μολόγαγαν οι μπαρμπάδες μ’, οι παλιοί, να ιδείς τι έπαθε…

Όταν έφτασε στ’ μέση στ’ν καμάρα, σταμάτ’σε τ’ άλογο γιατί κάτι είειδε, σκιάχ’κε (φοβήθηκε) και δεν έκανε πέρα. Κώλωσε! Ούτε πίσω μπόρ’γε να γυρίσει, ήταν στενό το γιοφύρι.

Σιγά τ’ς φ’λάχτρες (προστατευτικά κιγκλιδώματα) που ’χε… Κάνα μ’σό μέτρο…

Και διάταξε τον υπασπιστή του να ρίξει με τ’ όπλο!

Κι όταν τ’φέκ’σε ο υπασπιστής στον αέρα, σκιάχ’κε τ’ άλογο και ξεκίν’σε! Και διάφ’κε απέκεια ο βασιλιάς, πέρασε το γιοφύρι και πάει στ’ δ’λειά του…».

«Ξέσκεπο ήταν αχπάνω το κάρο…»

Το άλογο, πολύτιμο μεταφορικό μέσο, μπορούσε να αποκτήσει και μια άλλη χρησιμότητα, σύροντας άμαξα.

Η μητέρα μου, η οποία γεννήθηκε στο Πλατανόρεμα, παραποτάμιο συνοικισμό του Αράχθου (οκτώ χιλιόμετρα από την Άρτα), έχει τον λόγο:

«Το πρώτο για τον κόσμο ήταν το… δύο τραμ! Με τα ποδάρια πάαινε ο κόσμος. Περπατώντα.

Όταν ήμαν κούτσικη, αγρίκ’σα (θυμάμαι) πρώτα τα κάρα με άλογα! Είχε ο μακαρίτ’ς ο Τσιμπλής κάρο και με πήγε ο μακαρίτ’ς ο πατέρας μ’ στο γιατρό στ’ν Άρτα. Ήμαν 6-7 χρονών τότε (1941-42). Και με κορόιδευαν οι αδερφάδες μ’ “Κράκαρα κρούκαρα, πάαινες με το κάρο…” κι εγώ νευριάζομαν!

Το κάρο είχε δυο ρόδες ξύλινες κι ο καροτσέρ’ς κάθονταν μπροστά, κράταγε το χαλινάρι απ’ τ’ άλογο κι οδήγαγε το κάρο. Η καρότσα είχε παραπέτια, σανίδες για ν’ ακουμπάει ο κόσμος τ’ν πλάτη. Αλλά είχε και σανίδες να κάθομαστε.

Άργηγε (αργούσε) πολύ το κάρο… περπάταγε τ’ άλογο σα να πααίνει περπατώντα ο άνθρωπος! Εμ, τι… Σαν τ’ αμάξια είναι;

Ξέσκεπο ήταν αχπάνω (από πάνω) το κάρο. Άμα έπιανε βροχή… άφ’ το (άφησέ το)! Θα γένοσαν λούτσα!

Θ’μάμαι τότε η Άρτα ήταν σα χωριό. Κάτι κουτσόσπιτα… Λίγα ήταν τ’ αρχοντόσπιτα, τα ψ’λά. Όλοι πάαιναν περπατώντα ή αν είχαν κανένα άλογο για να κ’βαλάν’ ξύλα στ’ν Άρτα κι όταν γύρναγαν για τα χωριά κρέμαγαν τα τροβάδια κι γύρναγαν στο κατοικιό τ’ς.

Ξέρ’ς κι τι άλλο θ’μάμαι; Επειδής ήταν πολλά άλογα στο δρόμο, έβγαιναν οι κυρίες με τα φαράσια και… μάζωναν τ’ς κατσίνες (καβαλίνες, κοπριές) απ’ τ’ άλογα, για να τ’ς βάλουν στα λουλούδια τ’ς. Τ’ αλογοφούσκι είναι καλό, στέκει αφράτο και για τα λουλούδια, για τα κήπια, για όλα…

Πού θα ηύρισκαν άλλο φ’σκί στ’ν Άρτα; Κι να ’ναι και τζιάπα…».

«Ας λέμε “βόιδι” κάποιον που ’ναι χαζός. Τα βόιδια είναι φιλότιμα ζώα, καλά, έχουν μυαλό. Με τα βόιδια έκαναμαν και χωράφι (οργώναμε) και με τ’ άλογα».
«Ας λέμε “βόιδι” κάποιον που ’ναι χαζός. Τα βόιδια είναι φιλότιμα ζώα, καλά, έχουν μυαλό. Με τα βόιδια έκαναμαν και χωράφι (οργώναμε) και με τ’ άλογα».

Αραμπάς: το βαρύ αμάξι

 «Με τον αραμπά του αυτός…», λέμε για κάποιον που πηγαίνει πολύ αργά. Η παροιμιώδης αυτή φράση έχει, φυσικά, αντικειμενική βάση, καθότι αναφέρεται στο παλιό αυτό μεταφορικό μέσο που το έσερναν βόδια.

Έχει ήδη φθινοπωριάσει, η ζαμπέλα (τοπική ποικιλία σταφυλιού) έχει ήδη ωριμάσει κι εγώ κάθομαι με τον 93χρονο συνομιλητή μου σε ορεινό χωριό της Άρτας και συζητάμε…

«Ήταν ένας εδώια παρακατούλια απ’ το μαχαλά μας κι αυτός έζεψε δυο βόιδια σ’ ένα κάρο. Αυτό τό ’λεγαν αραμπά κι κ’βάλησε ούλα τα λιθάρια για να χτίσει το σπίτι του.

Στ’ μέρα μ’ γίν’κε αυτό π’ σ’ μολογάω.

Ας λέμε “βόιδι” κάποιον που ’ναι χαζός. Τα βόιδια είναι φιλότιμα ζώα, καλά, έχουν μυαλό. Με τα βόιδια έκαναμαν και χωράφι (οργώναμε) και με τ’ άλογα. Ε, τα βόιδια δεν είναι φορτιάρ’κα ζώα (για μεταφορά φορτίων) όπως είναι τ’ άλογα, τα μ’λάρια, τα γομάρια, τ’ αλογικά π’ τά ’λεγαμαν. Ειδικά τ’ άλογα είναι πολύ νοητά (νοήμονα) ζώα.

Εδώ στα ορεινά δεν είχαμαν κάρα, γιατί δεν ίσιωμα ο τόπος, να πααίνει ολούθε το κάρο, όπως πααίνει στον κάμπο, που ’ναι ντιπ σιάδι.

Εμείς εδώ στα χωριά δεν είχαμαν κάρα, είχαμαν αλοϊκά (αλογικά: άλογα), μέχρι… τώρα π’ κυκλοφόρησε τ’ αμάξι (επεκτάθηκε η χρήση τροχοφόρων).

Μετά τ’ άλογα… ήρθαν τα τραχτέρια! Τα τραχτέρια έκαναν κι χωράφι, αλλά τα ’χαν γι’ αγώια…

Τα τραχτέρια πάαιναν και στον παλιόδρομο, γιατί έχουν ψ’λές ρόδες, δεν είναι σαν τ’ αμάξι».

«Το λεφωρείο ήταν πολύ παλιό. Τα καθίσματα ελεεινά! Σκισμένα πέρα-δώθε».
«Το λεφωρείο ήταν πολύ παλιό. Τα καθίσματα ελεεινά! Σκισμένα πέρα-δώθε».

Άμαξα ή παϊτόνι:

το… προπολεμικό ταξί!

Το νήμα της αφήγησης επί του θέματος παραλαμβάνει ευγενέστατη βιομάρτυρας:

«Προπολεμικά στα Γιάννενα, για να πάν’ οι ανθρώποι από σπίτι σε σπίτι έπαιρναν άμαξα, τ’ν είχαν όπως έχουμε σήμερα το ταξί. Τ’ς άμαξες τ’ς έλεγαν και παϊτόνια.

Για να κ’βαλάν τα πράματα ήταν οι χαμάλες, μακριά κάρα, ξύλινα, απάνω από δύο μέτρα. Μεγαλύτερες απ’ τα χειραμάξια ήταν οι χαμάλες. “Δε θέλω, χειραμάξι, έχω πολλά πράματα, να μ’ βρεις χαμάλα με γερό άλογο”, έλεγε ο άλλος. Ήταν κι οι αραμπάδες κι οι νταλίκες, με άλογα όλα αυτά. Τ’ νταλίκα τ’ν έσερναν δύο άλογα κι είχε τέσσερις ρόδες.

Τι έλεγα… Για το παϊτόνι, που ’ταν όχημα πολυτελείας.

Οι άμαξες ήταν πολυτελείας, ομορφοφκιαγμένες, για να κ’βαλάν’ τ’ς αρχόντους. Είχαν βελούδινα καθίσματα, κουρτινάκια ωραία.

Ήταν κι άμαξες αν’χτές, ήταν και κλειστές… που ’ταν σαν καμαρούλα, σα δωματιάκι. Σκεπαστές! Πώς έχουμε τώρα τα κλειστά αμάξια και τ’ αν’χτά… Άμα έβρεχε, έκλειναν αυτά τα παϊτόνια.

Ε, άμα είχε κακοκαιρία, ο κόσμος κάθονταν στα σπίτια του, δεν είχε κανιά δ’λειά να σεργιανάει με τ’ βροχή.

Ενώ τώρα πο’ ’χουμε τ’ αμάξια, βγαίνουμε όξω, ό,τι καιρός να ’ναι…

Οι αρχόντοι στα Γιάννενα είχαν θ’κό τ’ς αμάξι, αφού είχαν πολλούς παράδες, τ’ς έφταναν νά ’χουν κι αμαξά και στάβλο με άλογο και σπιτάκι για τον αμαξά.

Όποια ώρα ήθελαν να πάν’ κάπου, φώναζαν τον αμαξά:

-Τοίμασε τ’ αμάξι, να πάμε κάπου…

Άμα ήταν φτωχός… μάζωνε τα ποδαράκια του κι έκοβε δρόμο! Κι έτρωγε τ’ βροχή, το κρύο, το χιόνι… Και πούντιαζαν και πέθαιναν, χωρίς γιατρούς, χωρίς φάρμακα…

Η φτωχολογιά άμα αρρώσταινε, άμα είχε κάναν παρά, φώναζε το γιατρό στο σπίτι. Αλλιώς, πέθνησκε στο κρεβάτι.

Ήταν ακριβό το παϊτόνι για τ’ φτώχεια (φτωχούς ανθρώπους), για να κ’βαλήσουν τον άρρωστο. Αλλά και πού να τον πήγαιναν, αφού δεν ήταν νοσοκομεία…

Ο κοσμάκης τα παλιά τα χρόνια δεν ήξερε τι είναι… πέρα απ’ το χωριό τ’ς!

Αν πάαινες σε κάνα παν’γύρι μαναχά στ’ άλλο το χωριό…

Δεν ταξίδευε ο κόσμος τότε. Τα παιδιά τ’ς τα πάντρευαν στο ίδιο το χωριό, άμα τα πάντρευαν τ’ς έφκιαναν και μια καμαρούλα και… θαραπαύονταν (ικανοποιούνταν). Κι έκανε κουμάντο ο πατέρας, ούτε λεπτά στα χέρια δεν έπιαναν τα παιδιά, ας ήταν και παντρεμένα!

Τότε ο ν’κοκύρ’ς κάθονταν στο μαγαζί του, στο αργαστήρι του και δε σήκωνε κεφάλι! Και δεν περίσσευε δεκάρα. Και να περίσσευε κανιά δεκάρα, τ’ συμμάζωναν για να παντρέψουν τ’ς τσιούπρες, να σπουδάσουν τα παιδιά (αγόρια)…

Τώρα; Καμία φρον’μάδα (σύνεση, προνοητικότητα)! Μαζώνουν τα λεπτά και τα σκορπάν’ στα ταξίδια! Γκιζεράν’ σαν τ’ς σιατούρ’δες (περιφέρονται σαν τους ανόητους)! Αλλού τα παιδιά, αλλού οι γονέοι…

Μέχρι κι οι άντρες φοράν’ κάτι παντελόνια… ούτε κοντά ούτε μακριά (εννοεί βερμούδες)… Πώς τα λέν’, μωρ’ Βασίλη; Μασκαρ’λίκια! Κι οι γ’ναίκες τετράπαχες και φοράν’ κάτι κολλητά… και ξεκινάν’ άντρες και γ’ναίκες να πάρουν τ’ς δρόμους σβάρα…».

«Ο κάθε αγωιάτ’ς είχε δυο-τρία ζώα, μπορεί και τέσσερα, όσα μπόρ’γε να ταΐσει (συντηρήσει). Με τ’ αγώια έκανε τ’ δ’λούλα (δουλίτσα) του, κι ο κόσμος ευκολύνονταν (εξυπηρετούνταν) κι αυτός κέρδαινε τα λεπτούλια του (κέρδιζε τα λεφτουδάκια του)».
«Ο κάθε αγωιάτ’ς είχε δυο-τρία ζώα, μπορεί και τέσσερα, όσα μπόρ’γε να ταΐσει (συντηρήσει). Με τ’ αγώια έκανε τ’ δ’λούλα (δουλίτσα) του, κι ο κόσμος ευκολύνονταν (εξυπηρετούνταν) κι αυτός κέρδαινε τα λεπτούλια του (κέρδιζε τα λεφτουδάκια του)».

 

Μεταφορά οικοδομικών υλικών

 

Σήμερα όταν θέλουμε να μεταφέρουμε μικρά ή μεγάλα αντικείμενα από μια περιοχή σε μια άλλη, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι… να σχηματίσουμε τον αριθμό τηλεφώνου της μεταφορικής εταιρείας, η οποία αναλαμβάνει όλα τα υπόλοιπα! Ο συνομιλητής μου, 94 ετών, έχει άλλες αναμνήσεις για το θέμα:

«Ξέρ’ς, ήταν επάγγελμα τ’ αγωιάτη…

Τα λιθάρια για το σπίτι μ’ τα κ’βάλησε ένας αγωιάτης απ’ το Τετράκωμο (Άρτας), είχε τέσσερα μ’λάρια…

Ο κάθε αγωιάτ’ς είχε 2-3 ζώα, μπορεί και τέσσερα, όσα μπόρ’γε να ταΐσει (συντηρήσει). Με τ’ αγώια έκανε τ’ δ’λούλα (δουλίτσα) του, κι ο κόσμος ευκολύνονταν (εξυπηρετούνταν) κι αυτός κέρδαινε τα λεπτούλια του (κέρδιζε τα λεφτουδάκια του).

Ήταν πολύ κουραστική η δ’λειά τ’ αγωιάτη, απόσταινε (κουραζόταν) γιατί έπρεπε να φορτώσει και να ξεφορτώσει το φόρτωμα (φορτίο) κι αναγκάζονταν να πάει και ποδαράτος. Αν κάνα ζώο δεν είχε φόρτωμα κανονικό, καβαλίκευε κι ο αγωιάτ’ς, πάαινε καβάλα. Σπάνια γένονταν αυτό, γιατί ολοένα κάτι θα βρίσκονταν για να κ’βαλήσουν τ’ άλογα.

Δουλεμένοι οι αγωιάτες, αποσταμάρα (κούραση) μεγάλη… Και τα χέρια τ’ς πόναγαν και τα ποδάρια. Πέθαιναν παράκαιρα (πρόωρα) κι οι αγωιάτες κι όλος ο κόσμος. Άκ’γες ότι πέθαινε κάνας 65-70 χρονών κι έλεγαν: “Ε, γέροντας ήταν αυτός, άφ’ τον (άφησέ τον)… Πάει καλιά του…”».

Οι χειμωνιάτες… ήταν και αγωγιάτες!

 

«Ωρέ Βασίλη, σ’ αποζήτ’σαμαν πολύ… Δε ματαπέρασες… Πότε θα ξεκόψεις να έρθ’ς σιαδώ (θα αποδεσμευθείς για να έρθεις); Όποτε ματάρ’ς (ματαέρθεις: ξαναέρθεις) στο χωριό σου, να έρθ’ς δώθε, να σ’ ιδούμε κι εμείς…».

Αυτή ήταν η μόνη κουβέντα που είπαμε τηλεφωνικά με τη θεια-Ευανθία, οπότε η συνέχεια της συζήτησης (στα τέλη Οκτωβρίου) ήταν στο κυριολεκτικά και μεταφορικά ζεστό σπιτάκι τους. Τον λόγο έχει ο σύζυγός της, ο μπαρμπα-Γιάννης:

-Καλώς όρ’σες! Διάβα (πέρνα) μέσα! Μην ξυπολιόσαι, μωρέ! Έμπα! Έχουμε ζέστα καλή… Κανα-δυο μέρες έχουμε π’ άναψαμαν τ’ μασίνα (ξυλόσομπα)… Ψένουμε κι κάστανα…»

Το ταξίδι στον χωροχρόνο ξεκινάει…

«Τι; Αν θ’μάμαι τ’ς αγωιάτες; Α, καλά… Κάθε φαμ’λιά είχε και φορτιάρ’κα μ’λάρια, αυτά π’ τα φορτώνουν… πώς έχουν τώρα ο κόσμος φορτηγάκια, αγροτικά… Εμείς τα μ’λάρια και τ’ άλογα τά ’λεγαμαν φορτιάρ’κα, τά ’χαμαν για να κ’βαλάμε το βιο μας, ό,τι σόδευαμαν: σιτάρι, καλαμπόκι…

Μέχρι το Πλατανόρεμα έρθονταν αμάξι, απέκεια απάνω με τα μ’λάρια. Μ’λαρόδρομος!

Κάρα δεν είχαμαν εδώ στα χωριά μας, γιατί είναι κακότοπος, όλο λιθάρια είν’ εδώ…

Οι αγωιάτες φόρτωναν στα μ’λάρια και στ’ άλογα ό,τι χρειάζονταν το χωριό, τα μαγαζιά τι ήθελαν: πετρέλι (πετρέλαιο για τις λάμπες πετρελαίου που είχαν για φως), μακαρόνια, ρύζια, ζάχαρη… Τα μαγαζιά ήταν τότε παντοπωλεία, δεν ήταν μαναχά καφενεία για νά ’χει καφοζάχαρη και ούζο. Είχε απ’ ούλα τα πράματα. Γενικό εμπόρευμα…

Οι αγωιάτες κίναγαν απ’ το χωριό, αλλά δεν πρόπαγαν (προλάβαιναν) να φτάσουν μονομερίς στ’ν Άρτα, το βράδυ κοιμάνταν στο χάνι (πανδοχείο) τ’ Τσιμπλή. Έτσι έλεγαν τότε τ’ν Κάτω Καλεντίνη… Χάνι!

Άναφτε μια φωτιά καλή ο μακαρίτ’ς ο Τσιμπλής, συμμαζώνονταν όλοι γύρα-γύρα, έτρωγαν ό,τι είχαν στα τροβάδια (τροβάδες: υφαντές τσάντες για τον ώμο), στα σακούλια… και τό ’κοβαν ύπνο! Αποσταμένοι τ’ς ήταν (ήταν κουρασμένοι), βρεμένοι, κοιμάνταν… Ούτε κρεβάτι ήθελαν… Τ’ν κάπα είχαν και για στρώμα και για σκέπασμα! Τ’ μ’σή κάπα τ’ν έβαναν καταή για στρώμα και με τ’ν άλλη τ’ μ’σή σκεπάζονταν και… τα παπούτσια για προσκέφαλο! Ο ένας σιαδώ κι ο άλλος σιακεί (προς τα εκεί)! Τα ποδάρια τ’ς τά ’χαν ούλοι σιακεί που ’ταν το τζιάκι, η φωτιά. Για να π’ρώνονται (πυρώνονται: ζεσταίνονται), να ξαποσταίνουν…

Για τα μ’λάρια και τ’ άλογα αγόραζαν χορτάρι απ’ το χαν’τζή (τον χανιτζή, ιδιοκτήτη χανιού, πανδοχείου) για να τα ταΐσουν. Δε μπόρ’γαν να κ’βαλήσουν τριφύλλι… Ε, μπορεί να είχαν λίγο κριθάρι στο ταϊσάρι (μικρός τροβάς, όπου έβαζαν την τροφή του ζώου) για να φάν’ τα μ’λάρια.

Το πρωί οι αγωιάτες σηκώνονταν αχάραγοι, να φορτώσουν και να φύβγουν. Τ’ αγώι ξυπνάει τον αγωιάτη! Κ’βάλαγαν εμπόρευμα: καρύδες (καρύδια), μαλλιά (από πρόβατα), τυρί, ό,τι π’λιόνταν στο χωριό… τα διάβαζαν (διαβίβαζαν: μετέφεραν) στ’ν Άρτα και τα πούλαγαν.

Κι απ’ τ’ν Άρτα αγόραζαν προμήθειες για να τ’ς φέρουν στα Θοδώριανα, στο χωριό μας. Φόρτωναν τα μ’λάρια, έρθονταν πάλι και κοιμάνταν στον Τσιμπλή και διάβαιναν στο Βουργαρέλι. Εκεί δεν είχαν χάνια. Οι αγωιάτες κοιμάνταν όξω, άμα έβρεχε κοιμάνταν απ’κάτω απ’ τα ελάτια. Σαν το σκ’λί στ’ν κρικέλα! Όπως το σκ’λί το δένουν στ’ν κρικέλα και κάθεται όξω, είτε βροχή είναι, είτε χιόνι, είτε ζέστα…

Οι αγωιάτες πληρώνονταν το κάθε αγώι με το φόρτωμα, πόσες οκάδες ήταν, αν ήταν μεγάλο το εμπόρευμα κι είχε… μπόγο… μπαλαούρο (είχε μεγάλο όγκο). Παράδειγμα, ήθελε ένας να πάει απάνω στο χωριό μας μια κασέλα ή τάλαρο (ξύλινο τυροβάρελο)… αυτό είναι μπαλαούρο για το ζώο, μην κρούσει από ’δώ, μην κρούσει από ’κεί, γιατί τότε δεν ύπαρχαν δρόμοι, ολούθε αλογόστρατες ήταν. Μην τ’ράς τώρα π’ γιόμ’σε ο τόπος αμάξια…

Ήταν κάτι χειμωνιάτες (αυτοί που παραμένουν και τον χειμώνα) στο χωριό μ’, κάτι παλικάρια, π’ κ’βάλαγαν στ’ς πλάτες τα εμπορεύματα άμα είχε πολύ χιόνι και δε μπόρ’γαν τα μ’λάρια να κάμουν αγώια. Ζαλιγκώνονταν στ’ν πλάτη, ζαλιά (φόρτωμα) με τ’ς τριχιές, και κ’βάλαγαν τα πράματα απ’ το Βουργαρέλι στα Θοδώριανα. Είναι δυο ώρες καλές, πατημένες (συμπληρωμένες) απόσταση, για να πας με το ποδάρι. Κι αυτοίνοι δεν περπάταγαν μαναχά, ήταν και φορτωμένοι, σαράντα οκάδες ο καθενένας. Όχι σαράντα κιλά, σαράντα οκάδες!».

«Εμείς δε μπήκαμαν σε… πολυτελείας τρένο. Μπήκαμαν σ’ ένα τρένο… πο’ ’βαναν τα μ’λάρια μέσα! Ήταν για ζωντανά, όχι γι’ ανθρώπους…».
«Εμείς δε μπήκαμαν σε… πολυτελείας τρένο. Μπήκαμαν σ’ ένα τρένο… πο’ ’βαναν τα μ’λάρια μέσα! Ήταν για ζωντανά, όχι γι’ ανθρώπους…».

Παραλίγο να σκοτωθεί με το κάρο!

Ο προηγούμενος συνομιλητής μου ανέφερε ότι οι ορεινές περιοχές δεν είναι κατάλληλες για την κίνηση κάρων. Άλλος πληροφορητής περιγράφει την παρ’ ολίγο ολέθρια αγορά του εν λόγω ιπποκίνητου οχήματος…

«Είμαι 79 χρονών, τόσο είναι κι η γ’ναίκα μ’, είμαστε συνομόλικοι. Άμα ήταν μεγαλύτερη, δε θα τ’ν έπαιρνα…

Τα τόπια (ο τόπος, τα τόπια, όπως τα τοίχια, τα κήπια κ.λπ.) τα θ’κά μας είναι κακοτράχαλα, δεν έχει π’θενά ίσιωμα.

Εμείς τ’ άλογα είχαμαν για να κ’βαλάμε τα σπορίματα (δημητριακά), τα ξύλα, όλα…

Στ’ν Άρτα και στον κάμπο είχαν κάρα με άλογα, γιατί είναι ο τόπος ίσιος.

Τα παλιά τα κάρα είχαν στρόγγυλες ρόδες μεγάλες, σιδερένιες. Αφού ήταν μεγάλη η ρόδα, άργηγε να γυρίσει και πάαινε σιγά σιγά το κάρο. Μπόρ’γες να πας και σε παλιόδρομο.

Κάποτε αγόρασα κι εγώ κάρο, 1965-70, αυτού μέσα ήταν. Έλεγα με το νου μ’, αφού πήρα το κάρο, θα πααίνω στα χωράφια και θα κ’βαλάω ό,τι θέλω με το κάρο.

Αυτό το κάρο π’ αγόρασα είχε λαστιχένιες ρόδες, κούτσικες (μικρές), κι έφευγαν γλήγορα! Φρστ… Φρστ… έρχονταν γύρα! Αλλά πάαινε γλήγορα αυτό το κάρο! Το κάρο μαζί με τ’ άλογο τ’ αγόρασα από ένα καμποχώρι (Άρτας). Μόλις μού ’πε αυτός ότι θα κ’βαλάω πέτρες και ξύλα με το κάρο, είπα εγώ “Σώθ’κα”!

Αλλά πού να ήξερα εγώ τι ήταν το κάρο…

Αυτές οι ρόδες που ’χε το κάρο π’ αγόρασα ήταν λαστιχένιες και πάαιναν γλήγορα στο δρόμο, ό,τι να ’ταν, όχι μαναχά στ’ δημοσιά, αλλά και στον παλιόδρομο! Οι ρόδες αυτές ήταν για κάμπο, δεν έκαναν εδώ για τα χωριά τα θ’κά μας.

Κι όταν τού ’φερα εδώ στο χωριό… Εγώ δε σκέφ’κα τα λιθάρια πο’ ’χει εδώ ο τόπος… Πού να πάει το κάρο μες στα λιθάρια… Παλιόδρομος! Ούτε καρόδρομος δεν ήταν!

Θ’μάμαι μία φορά είχα πάει να φέρω πέτρες για το σπίτι, ήθελα να φκιάσω τοίχια. Το φόρτωσα καλά το κάρο και κίν’σα (ξεκίνησα)…

Είχε έναν κατήφορο εκεία πέρα που ’ναι το γιοφύρι… Έκαμε κάτω το κάρο φορτωμένο… κι άιτε να το σταματή’εις! Ολομία (παραλίγο) να πάμε απ’κάτω στο στεφάνι (γκρεμό), μέσα στο ρέμα θα πέφταμαν!

Γλιτώσαμαν κι εγώ και τ’ άλογο!

Η δ’λειά ήταν να μη σκοτωθώ εγώ… γιατί άλογο θ’ αγοράζαμαν άλλο!

Γιώργος (το όνομά του) θα ματάρχονταν; Όχι!

Ε, δεν ήταν το τυχερό μ’ να πάω εκεί… Έπρεπε να ζήσω ακόμα, να τυραγνιστώ ακόμα…

Το κάρο το χάλασα κοντά (ύστερα)! Τα ξύλα τά ’βαλα στο τζιάκι και κάτι σωλήνες που ’χε, κάτι σίδερα που ’χε, τά ’μπηξα για φούρκες (υποστυλώματα), να στέκει η κρεβατίνα για το κλήμα!».

Θάνατος… καθ’ οδόν προς τον γιατρό!

Όταν ήμουν μικρός, άκουγα κάποιες φράσεις στο χωριό που αντιλαμβανόμουν μεν ότι ήταν κατάρες, όμως δεν μπορούσα να καταλάβω τη σημασία τους. «Στα ξύλα να τον φέρουν!», «Στο χιράμι να τον φέρουν, Θεούλη μ’…», «Στο τσιόλι… Παναΐα μ’!» (επίκληση Θεού και Παναγίας… για να «πιάσει» η κατάρα!).

Αφού δεν υπήρχαν οχήματα, η μεταφορά ασθενών, εκτός από επίπονη, ενίοτε εξελισσόταν σε μακάβρια. Ο πατέρας μου έχει τον λόγο:

«Αφού δεν ήταν αμάξι π’θενά, τ’ άλογα βασίλευαν (κυριαρχούσαν).

Άμα ήταν κάνας πολύ άρρωστος, πώς να τον κ’βαλήσουν στ’ άλογο, αφού δε μπόρ’γε να σταθεί ορθός…

Προτού το ’50 ήταν αυτό π’ θα σ’ μολοήσω… Ήμαν λιανοπαίδι εγώ.

Ήταν κάποτε ένας εδώ στο χωριό κι αρρώστ’σε από πλεμονία. Μ’σόκαιρος (μεσήλικας) ήταν. Τ’ πεθαμού! Γιατροί δεν ήταν. Τον έβαλαν τον έρμο στα ξύλα για να τον πάν’ στο γιατρό στ’ν Άρτα…

Α, να σ’ πω πώς γένονταν το κ’βάλημα στα ξύλα! Άμα ήταν κάνας κιντυνεμένος (βαριά άρρωστος, ετοιμοθάνατος), έπαιρναν δυο τέμπλες (μεγάλα) ξύλα, έραβαν ένα τσιόλι, ένα χιράμι στα δυο ξύλα και τον έβαναν μέσα! Φορείο κανονικό!

Έπρεπε να το κ’βαλήσουν τέσσεροι άντρες γεροί για να βαστάξουν το βάρο αυτό.

Αυτόν τον άνθρωπο π’ αρρώστ’σε από πλεμονία, τον έβαλαν στα ξύλα και τον πήγαιναν στ’ν Άρτα. Και κοπά (απ’ τον σύντομο δρόμο), απ’ τ’ς ράχες. Γιατί δημοσιά δεν ήταν τότε. Δεν ήταν π’θενά δρόμος δημόσιος. Μέχρι το Πλατανόρεμα ήταν δημοσιά.

Τον πάναιγαν (πήγαιναν) τον ανθρωπάκη για τ’ν Άρτα, αλλά στο Θετοκιό (Μονή Θεοτοκίου, Θεοτοκιό η περιοχή, πολύ κοντά στην πόλη της Άρτας)… πάει καλιά του ο άνθρωπος! Πέθανε! Δεν τον πήγαν στ’ν Άρτα. Τι… Πεθαμένο θα τον πάαιναν;

Και τον γύρ’σαν πάλι οι ίδιοι μαναχοί τ’ς για το χωριό. Οι ίδιοι οι ανθρώποι. Σαν κι (μήπως) ήταν άλλοι να τ’ς αλλάξουν; Τον ήφεραν πεθαμένο στο χωριό! Κι ήταν κι ανήφορος. Ζωντανό τον πάαιναν, μπανούζι (κρύο) τον ήφεραν τον κακότυκο…

Στενός ο δρόμος, να ’χ’ς τέτοιο βάρο στ’ς πλάτες. Πού να πατήσεις… Μέσα στα ντρόχαλα (πέτρες)… Όπ’θε ηύρισκαν πάταγαν μέσα στον κακόδρομο, για να γυρίσουν πάλι στο χωριό, να τον φέρουν τον έρμο…».

«Μετά τον πόλεμο, καμία γέφυρα δεν ήταν. Αλλά το χειμώνα ήταν πρόβλημα… Έφκιαναν γέφυρες μπέλεϊ (στρατιωτικές, για άμεση και υποτυπώδη κάλυψη της ανάγκης)».
«Μετά τον πόλεμο, καμία γέφυρα δεν ήταν. Αλλά το χειμώνα ήταν πρόβλημα… Έφκιαναν γέφυρες μπέλεϊ (στρατιωτικές, για άμεση και υποτυπώδη κάλυψη της ανάγκης)».

Αρρώσταιναν… και οι μεταφορείς!

Μαρτυρία 89χρονης συνομιλήτριας από τα Γιάννενα:

«Το φορείο τό ’λεγαν ξυλοκρέβατο. Δεν ήταν φορείο κανονικό… Ήταν μία γριντά από ’δώ, μία γριντά από κεί… Η γριντά είναι δυνατό ξύλο. Με γριντές έφκιαναν τα νταβάνια, να βαστάν’.

Το ξυλοκρέβατο, π’ λες, Βάσιο μ’ (χαϊδ. Βασίλη), είχε γριντές και στ’ μέση έβαναν ένα γερό πανί, καραβόπανο, πο’ ’βαναν τα πανιά στα καράβια τα παλιά τα χρόνια.

Στο ξυλοκρέβατο έβαναν τ’ς αρρώστους, για τον φτωχό τον κόσμο ήταν αυτό… Τι θα νά ’χαν; Αμάξι νοσοκομειακό (ασθενοφόρο); Μπα… Και γιατρό πού να βρεις… Σ’ όλα τα Ζαγόρια αν ήταν κανας-δυο…

Αλλά εμείς ήμασταν τυχεροί, γιατί απ’ το Καπέσοβο, μέχρι το Τσεπέλοβο, που ’ταν ο γιατρός, είναι σκάρτη ώρα με τα ποδάρια.

Αυτός ήταν καλός γιατρός και δεν έπαιρνε και λεπτά. Γιατί ήταν φτωχός ο κόσμος. Λεφτά δεν είχαν. Άιτε να τό ’δωναν (του έδιναν) κανιά κότα, κάνα αυγό τ’ γιατρού…

Για να τον πάν’ έναν άρρωστο στο γιατρό, ή κανιά γ’ναίκα που ’ταν να γεννήσει και δε μπορούσε ν’ ανεβεί στ’ άλογο, τ’ν κουβάλαγαν μ’ αυτό το ξυλοκρέβατο.

Τέσσεροι άντρες κ’βάλαγαν το ξυλοκρέβατο, δυο μπροστά και δυο πίσω.

Και δρόμος να μην υπάρχει… Μέσα στα μονοπάτια, στ’ς γιδόστρατες περπάταγαν με το ξυλοκρέβατο και τον άρρωστο… Απόσταιναν πολύ! Να περπατάν’ μέσα στα β’νά και στα λαγκάδια! Στα χωριά μας, ξέρ’ς, όλο β’νά είναι, δεν είναι π’θενά κάμπος…

Τ’ς έβγαινε η ψυχή να κ’βαλάν τ’ς κιντυνεμένους με το ξυλοκρέβατο! Αρρώσταιναν (οι μεταφορείς) κι αυτοίνοι μέχρι να φτάσουν… Κι αν τον γλίτωναν και τον άρρωστο! Γιατί πολλοί πέθαιναν στο δρόμο… Πάαιναν σαν το σκ’λί στ’ αμπέλι.

Τώρα, ό,τι και να πάθει ο άνθρωπος, θα έρθει το νοσοκομειακό τ’ αμάξι να τον πάρει. Και λέμε κιόλα “Άργησε πολύ να έρθει! Έκανε μ’σή ώρα!”. Στα χρόνια μας… έκανες μια μέρα να πας τον άρρωστο στο γιατρό, να τον κ’βαλάς με το ξυλοκρέβατο…».

Σχετικά με το ξυλοκρέβατο, άλλος χρονομάρτυρας μάς μιλάει για μια άλλη χρησιμότητα:

«Αφού δεν ήταν αμάξια εκειόν τον καιρό, το ξυλοκρέβατο τού ’χαν και για να κ’βαλάν’ τ’ς πεθαμένους. Έπαιρναν δυο ξύλα μακριά, κάρφωναν κι άλλα ξ’λάκια μ’κρά, όπως η σκάλα γένονταν.

Κι δεν είχαμαν κι ξύλα… Δεν ηύρισκες απ’θαμή σανίδα για να φκιά’εις κάσα (φέρετρο). Ξαναγκάζοσαν να φκιάσεις τέτοιο ξυλοκρέβατο.

Αφού τον κ’βάλαγαν τον πεθαμένο, μακριά από ’δώ (απευχή), τον πάαιναν στ’ν εκκλησία, τον έβαναν στο νεκροκρέβατο μαζί με το ξυλοκρέβατο. Αν δεν είχαν νεκροκρέβατο, τον απίθωναν κατασάουρα, καταή!

Κι όταν τον πάαιναν τον πεθαμένο στον τάφο, τα ξύλα αυτά τα πέταγαν αχπάνω κι εκεί έμνησκαν και σάπ’ζαν…».

«Τα παλιά τα κάρα είχαν στρόγγυλες ρόδες μεγάλες, σιδερένιες. Αφού ήταν μεγάλη η ρόδα, άργηγε να γυρίσει και πάαινε σιγά σιγά το κάρο. Μπόρ’γες να πας και σε παλιόδρομο».
«Τα παλιά τα κάρα είχαν στρόγγυλες ρόδες μεγάλες, σιδερένιες. Αφού ήταν μεγάλη η ρόδα, άργηγε να γυρίσει και πάαινε σιγά σιγά το κάρο. Μπόρ’γες να πας και σε παλιόδρομο».

Ο γιατρός καβάλα στ’ άλογο!

 

Σχετική με τη μεταφορά γιατρού (που πολλές φορές ήταν κυριολεκτικά ζήτημα ζωής ή θανάτου) είναι και η ακόλουθη αφήγηση:

 «Όταν γένν’σα το πρώτο μ’ παιδί, το 1960, πήγαν και πήραν το γιατρό από ένα άλλο χωριό. Ποιος θα με ξεγένναγε εμένα… Στο σπίτι γένναγαν τότε οι γ’ναίκες.

Πήγε, π’ λες, καληώρα σου (ευχή), με τ’ άλογο ο μακαρίτ’ς ο κουνιάδος μ’, για να φέρει το γιατρό. Με τι να έρθονταν; Περπατώντα; Όχι…

Ούτε αμάξια δεν ύπαρχαν, ούτε δρόμοι… Γιδόστρατες μαναχά…

Έτσι γένονταν τότε με τ’ς γιατρούς. Τ’ς ήφερναν καβάλα στ’ άλογο για να νοσηλέψουν κάναν άνθρωπο ή να ξεγεννήσουν κανιά γ’ναίκα.

Ποιος είχε αμάξι τότε; Κα’ένας! Τι… Οι γιατροί θα είχαν; Ή… θα έφκιαναν δρόμ’ς οι γιατροί;

Δεν τ’ς κακοφαίνονταν στ’ γιατρούς η ταλαιπώρια, αφού έτσι ήταν η ζωή τα παλιά τα χρόνια. Όλοι ήμασταν το ίδιο, κακοπορεμένοι. Και οι τζιοπαναραίοι κι οι μαστόροι κι ούλος ο κόσμος…

Το γιατρό τον πλέρωναν, δεν τον άφ’νε κα’ένας απλήρωτο! Και να μην είχε κάποιος λεπτά, θα χρεώνονταν στον αδερφό, στο γείτονα, για να πληρώσει το γιατρό.

Τ’ άλογο… τό ’δωναν τζιάπα (το έδιναν δωρεάν)! Χάλευε (ζητούσε), παράδειγμα, ένας τ’ άλογο ή το μ’λάρι από έναν άλλο και δεν τον πλέρωναν. Έλεγαν “Α μ’ δώκ’ς (θα μου δώσεις) λίγο τ’ άλογο, να πάρω το γιατρό;”. Έτσι έκαναν τότε, αλληλοβοηθιόνταν ο ένας με τον άλλον. Δεν είχαν ξεσυνέργεια (αντιπαλότητα, ανταγωνισμό)».

«Τα καρναβαλάκια (παλιά οχήματα) είχαν τζιάμια κανονικά. Τα ψωνάκια τ’ ο καθενένας τά ’χε στον τροβά του, καταή στα ποδάρια του. Άμα είχε κάνας πλειότερα (περισσότερα) πράματα ή κανένα καμπάτικο (ογκώδες) πράμα, τό ’βαναν αχπάνω (στην οροφή) κι εκεί τά ’δεναν με σιτζίμια, τριχιές, για να μην πέσουν».
«Τα καρναβαλάκια (παλιά οχήματα) είχαν τζιάμια κανονικά. Τα ψωνάκια τ’ ο καθενένας τά ’χε στον τροβά του, καταή στα ποδάρια του. Άμα είχε κάνας πλειότερα (περισσότερα) πράματα ή κανένα καμπάτικο (ογκώδες) πράμα, τό ’βαναν αχπάνω (στην οροφή) κι εκεί τά ’δεναν με σιτζίμια, τριχιές, για να μην πέσουν».

Ο πιτσιρικάς τρόμαξε απ’ το αυτοκίνητο!

 

Ο πατέρας μου θυμάται σαν να ήταν χθες τότε που για πρώτη φορά είδε αυτοκίνητο:      

«Θ’μάμαι τότε π’ πρωτούειδα αμάξι…

Ήταν γύρα το ’44. Μπορεί νά ’χαν φύβγει οι Γερμανοί, τότε πάαινε να γένει πάλι κράτος.

Ήμαν 10-11 χρονών. Φόραγα κοντά παντελονάκια. Άνοιξη ήταν. Είχα πάει με το μακαρίτη τον πατέρα μ’ στ’ν Άρτα, κατέφ’καμαν (κατεβήκαμε) να π’λήσουμε ξύλα με τ’ φοράδα. Είχαμαν και κανα-δυο κοκότια (κοκόρια), τα πούλησαμαν κι αυτά. Εκείνοι που ’χαν λεπτά έτρωγαν τα κοκότια, όχι εμείς…

Αμάξι δεν είχα ματαϊδεί ποτέ. Στέκομαν με τον πατέρα μ’, μπροστά στ’ν εκκλησιά στον Αϊ-Γιώρη (κεντρική οδός Σκουφά) και… τ’ράμε! Ξεκάμπ’σε (εμφανίστηκε) ένα αμάξι! Σα… τζιποτράχτερο ήταν (σαν μετασκευασμένο αγροτικό 4Χ4)! Στρατιωτικό ήταν; Ένα αμάξι ήταν κι έτ’χε να το ιδώ κι εγώ, αλλά δεν ήμαν ξεθαρρεμένος. Μου ’ρθε παραξενιά πού είδα τέτοιο πράμα να κινείται, δε ματάχα ιδεί αμάξι!

Σκιάχ’κα και κραπατσαλώθ’κα (φοβήθηκα και γαντζώθηκα) απ’ τα ποδάρια τ’ πατέρα μ’!

-Μη σκιάζεσαι, μ’ λέει, ο πατέρας μ’. Αυτοκίνητο το λέν’ αυτό. Δε μας π’ράζει…

Έκατσαμαν στ’ν άκρη, πέρασε τ’ αμάξι, πάει στ’ δ’λειά του ο άνθρωπος…

Κοντά είειδαμαν κι άλλα αυτοκίνητα, θα ήταν κανιά δεκαριά στ’ν Άρτα, πόσα να ήταν…

Σήμερα άμα πας στ’ν Άρτα… πάλι σκιάζεσαι, αλλά μη σε πατήσουν τα πολλά τ’ αμάξια! Δε βρίσκ’ς ούτε ν’ αράξεις τ’ αμάξι! Έτσι είναι τώρα ολούθε. Φλισούρι (πληθώρα) τ’ αμάξια…».

Τα καρναβάλια… μετέφεραν κόσμο!

Καταλυτικής σημασίας ήταν η μετάβαση από τα ιπποκίνητα στα μηχανοκίνητα οχήματα. Η μητέρα μου αφηγείται σχετικά:

«Κοντά (έπειτα) απ’ τα κάρα, βήκαν αμάξια καρναβαλάκια, μ’κρά. Χώραγαν κανιά δεκαπενταριά ανθρώπους. Παλιακά αμάξια. Είχε θέσεις π’ κάθομασταν, αλλά σντρουμωμένα (στριμωχτά). Δε γκρίνιαζε κα’ένας, ήταν όλοι ίσιοι στ’ν ταλαιπώρια!

Αυτά τα καρναβαλάκια (παλιά οχήματα) είχαν τζιάμια κανονικά. Τα ψωνάκια τ’ ο καθενένας τά ’χε στον τροβά του, καταή στα ποδάρια του. Άμα είχε κάνας πλειότερα πράματα ή κανένα καμπάτικο (ογκώδες) πράμα, τό ’βαναν αχπάνω (στην οροφή) κι εκεί τά ’δεναν με σιτζίμια, τριχιές, για να μην πέσουν… Εμ, τι…

Τα καρναβάλια αυτά έτρεχαν λίγο, αλλά όχι σαν τα λεφωρεία που ’ναι τώρα…».

 

Γιάννενα – Αθήνα… 15 ώρες!

Την ταινία «Η αρχόντισσα κι ο αλήτης» την έχουμε δει όλοι. Ένα παλιό λεωφορείο γεμάτο κόσμο «παθαίνει λάστιχο» σ’ ένα δρόμο κάπου στα Γιάννενα.

Απ’ τα Γιάννενα λοιπόν η πληροφορήτρια (γενν. 1935), θυμάται το πρώτο ταξίδι της στην Αθήνα, το 1954:

«Το λεφωρείο ήταν πολύ παλιό. Τα καθίσματα ελεεινά! Σκισμένα πέρα-δώθε. Παλιά αυτοκίνητα.

Μέχρι το ’49 ήταν ο Εμφύλιος, φτώχεια μεγάλη! Αφού πολέμαγαν τόσα χρόνια, πρώτα με τ’ς Γερμανούς κι κοντά (έπειτα) συναμεταξύ τ’ς, πολέμαγε ο ένας τον άλλον στον Εμφύλιο…

Ο κόσμος άμαθος από αμάξια! Τ’ς έπιανε η βενζίνα (ζαλίζονταν απ’ τα καυσαέρια του οχήματος). Το ξερατό πήγαινε σύννεφο! Σαράντα φορές ξερνούσα! Ζωκόπαγε (βρόμαγε) το λεφωρείο ξερατό! Μας μέραζε (μοίραζε) ο εισπράχτορας χαρτοσακούλες για να ξερνάμε μέσα! Χαρτοσακούλες είχαμαν, πλαστικό δεν υπήρχε τότε, όχι…

Κι τ’ς σακούλες τ’ς πετάγαμαν απ’ το παράθυρο! Κι άμα έρχονταν κάνα αμάξι από πίσω, τ’ πήγαινε στα μούτρα το ξερατό!

Χαρτοσακούλες με ξεράσματα, γιόμ’ζε ο τόπος! Βρομοκοπιές!

Κι άμα είχαν κι παγανά (μικρά παιδιά), άσ’ τα, βράσ’ τα! Με το συμπάθειο, τά ’καναν κι απάνου τ’ς τα παιδιά, ξέρναγαν κι απάνου στ’ς μάνες τ’ς…

Αλλ’νού τό ’πεφτε η σακούλα με το ξέρασμα μέσα στο λεφωρείο…

Μην τα ρωτάς, Βασίλη μ’…

Κάναμαν 12 ώρες από Γιάννενα για Αθήνα, μέχρι και 15 άμα χάλαγε τ’ αμάξι!».

Βασικό σνακ… το ψωμοτύρι!

Επειδή το ταξίδι ήταν πολύωρο, οι επιβάτες έπρεπε όχι απλώς να έχουν κάτι για να τσιμπολογήσουν, αλλά φαγητό κανονικό, για να αντέξουν μέχρι την Αθήνα. Συνεχίζει η συνομιλήτριά μου το ταξίδι στον χωροχρόνο…

«Αν ήταν από χωριό, θα άν’γαν (άνοιγαν) το φτα (ο φτας: πετσέτα, συνήθως καρό, για το φαγητό) κι από μέσα θα νά ’βγαιναν τα φαουλάτα: ψωμοτύρι, ψωμί κι κρομμύδι, σκόρδα, αυγά βραστά… Σ’ έπαιρνε η μπόχα απ’ τ’ μυρωδιά! Το καλοκαίρι είχαν κι ντομάτες, πασαλείφονταν… Γένονταν τα μούτρα τ’ς, παρασήμειωμα! Κι ούτε χαρτοπετσέτες να σκουπ’στείς. Με κάνα χειρομάντ’λο σφουγγιόνταν, οι γ’ναίκες με τ’ν ποδιά, ή κι με το μανίκι απ’ τα ρούχα!

Άμα ήταν κάνας εχούμενος (ευκατάστατος), θα νά ’χε κεφτέδες με κρομμύδι κι σκόρδο, ή πίτες, παστουρμά… Μύρ’ζαν κι αυτά… Ξεθεωμός!

Κι άμα τ’ς έπιανε το λεφωρείο (τους ζάλιζε), πού να σταθείς μέσα στ’ αμάξι με τόσα ξερατά…».

Πλύσιμο λεωφορείου στον Λούρο…

Όσοι ταξίδευαν από την παλιά επαρχιακή οδό από ή προς τα Γιάννενα, θα θυμούνται τη στάση στον Λούρο. Τα πολύ παλιά χρόνια όμως, το λεωφορείο έπρεπε να σταματήσει… πάση θυσία! Απτόητη η ηλικιωμένη συνομιλήτρια:

«Στο Λούρο σταμάταγαμαν λίγο, να πιούμε νερό, αλλά να ξαποστάσει κι τ’ αυτοκίνητο. Έβγαζαν καπνούς οι μηχανές. Κόσιευε (έτρεχε) ο εισπράκτορας να φέρει νερό μ’ ένα μπαγράτσι (κουβά) να ρίξει νερό στ’ μηχανή για να κρυώσει. Άναβε η μηχανή κι έβγανε καπνούς.

Αλλά γένονταν κι τ’ άλλο… Έρ’χνε νερό στο πάτωμα απ’ το λεφωρείο, για να φύγουν τα ξερατά! Γιατί άμα ήταν μ’κρά πιδιά, πού να κάνουν μετό στ’ χαρτουλίνα (χαρτοσακούλα)…

Εκεί στο Λούρο ήταν μαγαζιά, αλλά δεν κάθονταν ο κόσμος, δεν πίναμαν καφέ. Βαστούσαμαν τα λεφτά να πιούμε καφέ στο καράβι στο Ρίο.

Δεν ξοδεύαμαν λεφτά. Μετράγαμαν κι τ’ δεκάρα. Μεγάλη ανέχεια! Τότε ήταν π’ ξεκίν’σε ο κόσμος για τ’ Γερμανία, να πάει να βρει δ’λειά…».

«Σταμάτα εδώια… Έχει καλά σύκα!»

Το ταξίδι συνεχίζεται, όπως και η αφήγηση…

«Περνάγαμαν τ’ν Άρτα, βλέπαμαν το γιοφύρι κι σηκώνουνταν όλοι να το ιδούν καλύτερα!

Ήταν κι κάποιοι π’ κορόιδευαν. Φώναζαν στα παράθυρα:

-Νεραντζόκωλοι!

Περνάγαμαν τ’ν πλατεία με τ’ άγαλμα τ’ Ζέρβα, αλλά δε σταματάγαμαν στ’ν Άρτα.

Έβγαναν πωρ’κά (οπωρικά: φρούτα) στο δρόμο κι τα πούλαγαν, ανάλογα με τ’ν εποχή: πορτοκάλια κι μανταρίνια το χειμώνα, κεράσια κι σύκα το καλοκαίρι. Σταμάταγε ο σωφέρης για να πάρουμε πωρ’κά. “Σταμάτα εδώια! Έχει καλά σύκα, να πάρουμε”, λέγαμαν εμείς. “Όχι, θα σταματήσουμε παρακατούλια”, έλεγαν τα σωφέρια…

Το Πάσχα όταν ερχόμασταν απ’ τ’ν Αθήνα για το χωριό, μοσκοβόλαγε ο κάμπος τ’ς Άρτας, οι λεμονιές κι οι πορτοκαλιές ήταν ανθισμένες».

Πανσπερμία χαρακτήρων

Επειδή το ταξίδι διαρκούσε μία μέρα, αποκαλυπτόταν ο χαρακτήρας του κάθε ανθρώπου:

«Αφού ήμασταν απάνω από 12 ώρες, δεν κρύβοσαν, ξεβρακώνονταν όλοι (ξεγυμνώνονταν οι χαρακτήρες)!

Άλλος έκανε τον όμορφο, το μάγκα! Κι άμα ήταν κι καμιά ξωτ’κιά (πανέμορφη), σηκώνονταν τάχα κάτι να δείξει, κάτι να πει… “Εδώ είναι ο Καρβασαράς (Αμφιλοχία). Τώρα θα φτάκουμε στ’ Αγρίνιο…”.

Κι φώναζε ο οδηγός:

-Κάτσε κάτου, ωρέ!

Ήταν άλλοι π’ τσακώνονταν. Έλεγαν στ’ς γ’ναίκες:

-Πού πάαινες, μωρή γ’ναίκα, να ταξιδέψεις με το παγανό (μωρό)! Πνίηκε στο σκουσμό! Μας σήκωσε μπουχούρια (μας σήκωσε καπνό στο κεφάλι, μας πήρε το μυαλό)! .

Κι έλεγαν αυτές:

-Τι να κάνω, ωρέ; Να… του πνίξω;».

«Οι μηχανές… βόγκαγαν σα γερόντοι!»

Οι ώρες ήταν πολλές και κυλούσαν αργά και βασανιστικά. Άβολα καθίσματα, κρύο τον χειμώνα και ζέστη το καλοκαίρι…

«Πού να κάτσεις τόσες ώρες καταή. Τι να κάμ’ς… Το χειμώνα πούντιαζε ο κόσμος, το λεφωρείο έμπαζε από παντού, το καλοκαίρι σε βάραγε ντάρα (ντάλα) ο ήλιος! Κουρτινάκια δεν ήταν…

Το λεφωρείο γκραγκανούσε (έκανε θόρυβο) από παντού, βροντούσαν κι τα σίδερα, κι οι μηχανές βόγκαγαν σα γερόντοι, ήταν παλιές, τ’ αμάξια ήταν βασαν’σμένα κι αυτά, σαν τ’ς ανθρώπ’ς που ’ταν τυραγνισμένοι.

Παλιά, παλιούρα όλα! Δεν ήταν αμάξι καινούργιο τότες! Πάλι καλά που ’ταν κι αυτά τ’ αμάξια κι γένονταν συγκοινωνία… Ήξερες θα φύγεις τότε, τ’ν τάδε ώρα… Γιατί τα παλιά τα χρόνια δεν ήταν ούτε πρακτορεία (σταθμοί υπεραστικών λεωφορείων)».

Χαλάρωση αλλά… και τρόμος στο φέριμποουτ!

Ύστερα από πολλές ώρες ταξιδιού, το λεωφορείο από τα Γιάννενα έφτανε επιτέλους στο Αντίρριο, για να περάσουν απέναντι με το πορθμείο. Καμία σχέση με αυτά που θυμόμαστε εμείς οι νεότεροι:

«Τα καράβια στο Ρίο ήταν παλιά κι αυτά. Γκρου, γκρου οι άγκυρες… Έτριζε κι το καράβι…

Άμα ήταν άνοιξη ή καλοκαίρι, άν’γε η ψ’χή μας, απ’ τ’ μπόχα απ’ το λεφωρείο παίρναμαν ανάσα θαλασσ’νή…

Όταν ήταν καλός ο καιρός, κατεβαίναμαν απ’ τ’ αμάξι.

Αλλά άμα είχε κακοκαιριά, μην τα ρωτάς! Έβαναν ντάκους ξύλινους στ’ αμάξια, για να μην κουνηθούν κι πααίνουν πέρα-δώθε (δεν είχε απόλυτη ευστάθεια το πλοίο). Γιατί άμα ξέφευγε ένα αμάξι κι χτύπαγε τ’ άλλο, θα χτύπαγε τ’ μπουκαπόρτα κι θα έπεφταν στο νερό! Θα πάαιναν… άπατα (στο βυθό) ο κοσμάκης!

Το χειμώνα, άμα είχε θαλασσοταραχή, δε μας έβγαζαν απ’ το λεφωρείο, δεν κατέβαινε ο κόσμος απ’ τ’ αμάξια, για… να είναι βαριά, να μην κουνιόνται!

Τότε σκιάζομασταν (φοβόμασταν) μη γένει κάνα κακό, καμιά χαλασιά! Ήμασταν μέσα στο λεφωρείο κι πάαιναμαν πέρα-δώθε! Απ’ το φόβο μας, σταυροκοπιόμασταν, λέγαμαν τροπάρια! “Τη υπερμάχω…”».

«Εδώ στα ορεινά δεν είχαμαν κάρα, γιατί δεν ίσιωμα ο τόπος, να πααίνει ολούθε το κάρο, όπως πααίνει στον κάμπο, που ’ναι ντιπ σιάδι».
«Εδώ στα ορεινά δεν είχαμαν κάρα, γιατί δεν ίσιωμα ο τόπος, να πααίνει ολούθε το κάρο, όπως πααίνει στον κάμπο, που ’ναι ντιπ σιάδι».

Μετά το Ρίο… άρχιζε το γλέντι!

Με αναπτερωμένο λοιπόν το ηθικό, μετά και τη δοκιμασία στον διάπλου Αντιρρίου-Ρίου, όλοι έλεγαν μεταξύ τους «Άει, ωρέ! Φτάκαμαν!».

Πού να ήξεραν όμως οι δυστυχείς ότι είχαν να διασχίσουν όλη τη βόρεια Πελοπόννησο.

Και τότε άρχιζε το γλέντι: «Σαν πήρα ένα κατήφορο, στην άκρη το ποτάμι και το ποτάμι ήταν θελό, θελό, κατεβασμένο…».

Η συνομιλήτριά μου θυμάται:

«Τα γιοφύρια ήταν γκρεμ’σμένα, άλλα τίναξαν οι Γερμανοί, άλλα οι αντάρτες… Ήταν κι απ’ τ’ς Γερμανούς, άλλα απ’ τ’ς αντάρτες. Το καλοκαίρι τα λεφωρεία πέραγαν μέσα απ’ τ’ν ποταμιά (κοίτη). Λούρος, Αχελώος…

Απ’ το Ρίο και πέρα, το λεωφορείο πάαινε άκρα άκρα απ’ τ’ θάλασσα. Καμία γέφυρα δεν ήταν. Αλλά το χειμώνα ήταν πρόβλημα… Έφκιαναν γέφυρες μπέλεϊ (στρατιωτικές, για άμεση και υποτυπώδη κάλυψη της ανάγκης).

Χόρταινε το μάτι μας να γλέπουμε θάλασσα. Αλλά χάλαγε καμιά φορά το λεφωρείο και καρτερούσαμαν ώρες μέχρι να το φκιάσουν.

Θ’μάμαι μία φορά χάλασε το λεφωρείο κι ήφεραν απ’ αλλού μάστορα για να το σιάσει (επισκευάσει).

Τι να κάνουμε κι εμείς για να περάσει η ώρα, νέα παιδιά ήμασταν… Παίξαμαν τσιουλέγκα, π’ το λέν’ και σκλέντζα. Αλήθεια, Βασίλη μ’, εσύ έχεις παίξει ποτέ τσιουλέγκα;

Και πώς το παίζουν; Είναι ένα μεγάλο ξύλο, η σκλέντζα, σα μπαστούνι να πούμε, γύρω στο μ’σό μέτρο. Κι είναι και το σκλεντζί, μια πιθαμή μεγάλη, ξυμένο από ’δώ κι από ’κεί, κάνει μύτη. Κι άμα βαρέσεις το σκλεντζί με τ’ σκλέντζα, αυτό πετάζεται στον αέρα. Κι εκεί στον αέρα πρέπει να το βαρέσεις πάλι, για να πάει μακριά, να μην το φτάνει ο άλλος (αντίπαλος) με τρία πηδήματα. Τρεις φορές έπρεπε να το βαρέσεις. Άμα δεν το πήγαινες μακριά, κέρδιζε ο άλλος…».

 

Βαγόνια για μουλάρια… και ανθρώπους!

Ο 90χρονος συνομιλητής μου ανακαλεί στη μνήμη του το πρώτο ταξίδι του με τρένο:

«Εμείς δε μπήκαμαν σε… πολυτελείας τρένο. Μπήκαμαν σ’ ένα τρένο… πο’ ’βαναν τα μ’λάρια μέσα! Ήταν για ζωντανά, όχι γι’ ανθρώπους!

Αυτό π’ σ’ μολογάω γίν’κε το 1957, εγώ ήμαν 23 χρονών τότε, ήμαν φαντάρος.

Μπήκα στο τρένο στο Μεσολόγγι, γιατί είχαμαν… λίγο τρένο στο Μεσολόγγι (τότε λειτουργούσε για κάποια χιλιόμετρα η σιδηροδρομική γραμμή). Απ’ το Μεσολόγγι το τρένο μάς πήγε στο Κρυονέρι (Αιτωλοακαρνανίας), από ’κεί μάς πήρε καράβι και μας έβγαλε στ’ν Πάτρα. Είναι πιο… μακρύτερο (μεγαλύτερης διάρκειας) απ’ ό,τι είναι το Ρίο-Αντίρριο.

Δεν είχα ματαμπεί στο τρένο, όχι.

Τα βαγόνια π’ μας έβαλαν ήταν για μ’λάρια! Γιατί τα μ’λάρια τότε ήταν τ’ς πρώτης ανάγκης, γιατί δεν υπήρχαν δρόμοι για στρατιωτικούς σκοπούς! Στα μ’λάρια φόρτωναν πυρομαχικά, οπλομηχανήματα… Είχαμαν μ’λάρια π’ κ’βάλαγαν όλμους 200 οκάδες! Είχαν ειδικά σαμάρια! Εκείνοι πο’ ’φκιαναν τ’ς όλμους… έφκιαναν και τα σαμάρια! Κι ούλα με… μάντες, με λωρίδες! Όχι με τριχιές και σύρματα…

Το τρένο αυτό δεν είχε παράθυρα! Τίποτα! Σανιδοκλεισμένο! Και σανιδοστρωμένο καταή. Αφού ήταν για φορτηγό… για να βάνουν τα μ’λάρια μέσα! Αλλά μας έβαλαν κι εμάς, ανά 30 σε κάθε βαγόνι!

Φόραγαμαν τα καλά τα ρούχα, τ’ς εξόδου, και γίν’καμαν σα γ’ρούνια απ’ τ’ σκόνη! Ακόμα και τα γ’ρούνια, άμα βγαίνουν απ’ τ’ λάσπη, πιο καθαρά είναι απ’ ό,τι ήμασταν εμείς τότε!

Καταή είχε σανίδια παλιά, τι πάτωμα λες να ήταν… Έμπαιναν τα μ’λάρια με τα πέταλα και τα καρφιά…

Αλλά ήταν στεγνά, δεν είχαν βάλει έγκαιρα (πρόσφατα) μ’λάρια, για να βρομάει κιόλα…

Όταν έφτασαμαν στο Κρυονέρι, κατέφ’καμαν απ’ το τρένο, μπήκαμαν στο καράβι και πέρασαμαν απ’ τ’ν άλλη τ’ μεριά, στ’ν Πάτρα. Εκεί μας άφ’καν σ’ ένα γήπεδο και μπήκαμαν σ’ άλλο τρένο…

Αυτό το τρένο είχε… εβδομήντα βαγόνια! Τα θ’μάμαι σα νά ’ναι τώραϊα!

Τρένο κανονικό ήταν αυτό, όχι για μ’λάρια! Όλο φαντάροι ήταν μέσα!

Μ’ αυτό το τρένο έφτασαμαν μέχρι τ’ Σταυρούπολη, σιμά στ’ν Ξάνθη. Ανάμεσα Καβάλα και Ξάνθη.

Αργό πολύ ήταν αυτό το τρένο, αλλά τι να έκαναμαν… Δεν παραπονιόνταν κα’ένας… Ήμασταν παιδάκια ξενούμενα, το πλήθος ήμασταν χωριάτες, μετά τ’ν Κατοχή… Χωριατόπαιδα νηστικά, αγράμματα και ξεφραγκωμένα… Κι μας κορόιδευαν κιόλα στο στρατό… Εμάς τ’ς χωριάτες μάς βλαχοφάναγαν (μας θεωρούσαν βλάχους, άξεστους) οι πολιτσιάνοι (αστοί, κάτοικοι πόλεων), μας έλεγαν “Είστε βλάχοι! Βλαχαδερά!”».

«Οι λωποδύτες οι ταζιτζήδες…»

Τη σκυτάλη της αφήγησης παίρνει πρόσχαρος βιομάρτυρας (γεν. 1930), ο οποίος λέει πως, εκτός από την ταλαιπωρία της μεταφοράς τους με βαγόνια για ζώα, στη συνέχεια έπεφταν θύματα επιτήδειων ταξιτζήδων, επαγγελματική ομάδα με χείριστη εκπροσώπηση ήδη από εκείνα τα μακρινά χρόνια:

«Λέμε για χρόνια πίσω… Πάν’ 70 χρόνια και παραπάνω… Το 1952 γίν’κε αυτό π’ σ’ μολογάω… Στα 21 μάς έπαιρναν φαντάρους, εγώ τότε ήμαν 22 χρονών.

Δεν είχα ματαμπεί σε τρένο. Δεν ήξερα τι σόι πράμα είν’ αυτό. Πολλοί δεν είχαμαν ειειδεί αμάξι στα μάτια μας, όχι… Τρένο πού να το ιδείς; Στ’ν τηλεόραση; Αφού δεν ήταν ούτε ρεύμα, ούτε τηλεόραση.

Αυτό το τρένο ήταν αργό, εμπορικό, τού ’χαν για φορτηγό, να μεταφέρουν… ζώα, γελάδια. Μεταγωγικό τρένο. Δεν είχε παράθυρα ντιπ! Δεν ήξερες αν είναι μέρα ή νύχτα όξω, γιατί δεν ήγλεπες τίποτα…

Μας έκλεισαν μέσα στα βαγόνια ολουνούς τ’ς φαντάρους, πολλά παιδιά τότε, και δεν έφεγγε ολότελα μέσα! Σκοτάδι! Σαν τα ζώα μάς είχαν κι εμάς μέσα σ’ αυτά τα βαγόνια. Αλλά, δόξα τω Θεώ, δεν έπαθαμαν τίποτα… Δε μας κακοφάνηκε. Σάματι ήξεραμαν τι μας γένονταν τότε… Άργησαμαν, αλλά έφτασαμαν.

Αυτό το παλιό το τρένο π’ μας πήρε απ’ τ’ν Πάτρα, μας ήφερε στ’ν Αθήνα και μας… διανόμευσαν (διένειμαν) στα Κέντρα εκπαίδευσης, όπ’θε ήταν ο καθένας: άλλος για το Μεγάλο Πεύκο, άλλος για τ’ Λαμία…

Πού να ήξερα κι εγώ πού είναι αυτές οι πόλεις…

Να σ’ πω κι ένα άλλο π’ γένονταν με τ’ς λωποδύτες τ’ς ταξιτζήδες. Τ’ς ήταν εκεί στο σταθμό των τρένων κι έλεγαν “Θα σας πάμε εμείς στο Κέντρο…”. Μας κορόιδευαν, γιατί μας καταλάβαιναν ότι είμαστε ανέβγαλτοι χωριάτες. Έμπαιναμαν μέσα στο ταξί, μας ήφερναν κανιά γύρα και μας άφ’ναν λίγο παρακάτω και μας έλεγαν “Α, έφτασαμαν, κατεβάτε!” Λωποδύτες…».

Ο βαρκαδόρος και τα… δωρεάν δρομολόγια

Στο ταξίδι μας στο παρελθόν, θα κάνουμε μια στάση στο παραλίμνιο χωριό Κάτω Καλεντίνη, συγκεκριμένα στον συνοικισμό Μηλιανά (όχι το ομώνυμο χωριό της Άρτας). Εκεί συνάντησα ένα ζευγάρι αγαπημένων φίλων, τον Γιώργο και τη Γεωργία Κοσμά. Ο πατέρας της κ. Γεωργίας ήταν βαρκαδόρος, δουλειά την οποία έκανε και ο άντρας της. Εκείνο που με συγκινεί βαθύτατα ήταν ότι θεωρούνταν αυτονόητο ότι… κανείς δεν έπαιρνε ποτέ αμοιβή γι’ αυτή τη δουλειά, αφού τη θεωρούσε ένα είδος κοινωνικής, ιερής θα έλεγα, υποχρέωσης. Ο λόγος πρώτα στην κ. Γεωργία:

«Προτού γένει η λίμνη (τεχνητή λίμνη Πουρναρίου / δημιουργήθηκε το 1981), ο πατέρας μ’ είχε βάρκα ξύλινη. Ο πατέρας μ’ ήταν βαρκαδόρος. Δημητράκη Γιώτη τον έλεγαν. Γεννήθηκε στο Δίστρατο, εκεί χαμ’λά που ’ναι η λίμνη. Εγώ τον θ’μάμαι με τ’ βάρκα από τότε π’ γεννήθ’κα (1943).

Ο βαρκαδόρος είχε βάρκα για να πααίνει τον κόσμο απ’ τ’ μία μεριά στο ποτάμι στ’ν άλλη, το χειμώνα γένονταν αυτό.

Είναι ένα ποτάμι εδώ, όχι ο Μέγας (Άραχθος). Ο Μέγας είναι παραπανούλια, κα’ (κατά) το Δίστρατο.

Το χειμώνα άμα είναι κατεβασμένο το ποτάμι, είναι πολύ το νερό, κι είναι και κρύο. Ε, ήταν και κάποιοι π’ δε σκιάζονταν (φοβούνταν) και πέραγαν πέρα κολυμπώντα. Ξυπολιόνταν, μάζευαν το παντελόνι μέχρι το γόνα και διάβαιναν πέρα. Αλλά ήταν και κάποιοι π’ σκιάζονταν να περάσουν, αλλά δεν έμπαιναν και στ’ βάρκα, γιατί σκιάζονταν μην πνιουν. Αυτοίνοι δεν πέραγαν ποτέ πέρα!

Το καλοκαίρι, άμα ήταν λίγο νερό… τραγανό, να τρέχει λίγο λίγο το νερό, σα ρυάκι, πέραγα. Απ’ τα χινοπώρια και δώθε, π’ κατεβάζει νερό το ποτάμι, τότε έμπαινα στ’ βάρκα, αλλά ποτέ μαναχή μ’.

Ο πατέρας μ’ πέραγε τον κόσμο απ’ τ’ μία μεριά στ’ν άλλη. Παράδειγμα, άμα ήθελε να πάει απ’ το Δίστρατο στο Κορφοβούνι –χαμ’λά στο ποτάμι, όχι στ’ ράχη, γιατί απάν’ είχαν δρόμο, δημοσιά– τον πέραγε με τ’ βάρκα πέρα και τον… ξαναεπέστρεφτε δώθε! Με τ’ φωνή γένονταν αυτό! Φωνάζαμαν δυνατά! Δεν ήταν τηλέφωνα τότε. “Ω, Δημητράκη! Έλα να με πάρ’ς με τ’ βάρκα!”, φώναζαν. Ακούμαν γιατί ήταν κοντινά. Άμα δεν ακούμαν καλά, παράδειγμα γιατί είχε αέρα, βάναμαν τ’ αυτί στο χώμα… γιατί έρθεται η ακουή καλύτερα! Απάνω είν’ ο αέρας, κάτω στο χώμα είναι πιο ήσυχα.

Κ’βάλαγε και πράματα ο πατέρας μ’ με τ’ βάρκα… Ήταν ένας απ’ τη Νησίστα (Ροδαυγή) κι έρθονταν και στο χωριό, μάζευε τα γνέματα (νήματα) κι έφκιανε τροβάδια και σακιά, τσιουβάλια. Αυτός πάαινε σε πολλά χωριά και μάζωνε τα γνέματα. Τα φορτώνονταν στ’ν πλάτη, πάαινε στο σπίτι, είχε αργαλειό κι έφκιανε τα τροβάδια και τα σακιά. Όταν τα τελείωνε, μας τά ’φερνε. Αυτός ήταν… μόνιμος επιβάτ’ς στ’ βάρκα τ’ πατέρα μ’, τον πάαινε πολλές φορές πέρα-δώθε!

Και να σ’ πω… Ο πατέρας μ’ δεν έπαιρνε ούτε μία δραχμή, δεν πληρώνονταν γι’ αυτήνη τ’ δ’λειά! Έτσι ήταν τότες ο κόσμος, βοηθιόνταν ο ένας με τον άλλον. Δεν έπαιρνε κανένας λεπτά!  Όλοι βόηθαγαν ο ένας τον άλλον!

“-Ω, Δημητράκηηη! Έλα να με περάσεις πέρα με τ’ βάρκα”, φώναζε ένας.

Έλεγε ο βαρκαδόρος, ο πατέρας μ’:

-Εεεε! Άκ’σααα! Έρθομαι πέρα να σε πάρω!

Τον ήφερνε δώθε και δε μάλαζε λεπτά (δεν άγγιζε χρήματα)!

Δεν ήξεραν τέτοια πράματα τότε ο κόσμος. Τήραγαν πώς να εξυπηρετήσουν ο ένας τον άλλον, όχι να δουν τι θα τ’ς δώκουν!

Τώρα… τζιάπα δεν έχει τίποτα! Με το λεπτό στο χέρι γένονται όλα! Ακόμα και συγγενής νά ’ναι ο άλλος»!

Τη σκυτάλη της αφήγησης παίρνει ο σύζυγός της, ο φίλτατος Γιώργος:

«Είχαμαν βάρκες ξύλινες και πάαιναμαν πέρα-δώθε, απ’ τ’ μία μεριά στ’ν άλλη, να περάμε το ποτάμι απέκεια (απέναντι), για να πάμε στα χωράφια, είχαμαν και ζωντανά.

Είμαι γινωμένος το 1943, ο μαχαλάς μας εδώ είχε κόσμο πολύ τα παλιά τα χρόνια.

Είχε φκιάσει βάρκα ο πεθερός μ’ από πλάτανο. Σκίσαμαν το ξύλο με τσεκούρι και με πριόνια, δεν είχαμαν άλλα εργαλεία. Μηχανήματα υπήρχαν, αλλά δεν είχαμαν εμείς απού (που) ’μασταν φτωχοί.

Η βάρκα ήταν 3-4 μέτρα και τ’ν είχαμαν για το χειμώνα. Για να κ’βαλάμε και κόσμο και πρόβατα. Τα πρόβατα τά ’χαμαν απέκεια, στα Μεγάλα Δέντρα, έτσι το λέμαν, εκεί είχαμαν λάκκες για να βοσκάν’. Είχαμαν και χωράφια, σπέρναμαν καλαμπόκια, τριφύλλια, γρασίδια, ό,τι είχε ο καθένας. Είχαμαν και καλύβια καλά εκεί, για να κάθομαστε εκεί. Τα καλύβια τα φράζαμαν (φτιάχναμε) γύρα-γύρα με ρείκια και τ’ αλείφταμαν με λάσπη, με χώμα, γιατί αλλιώς θα σε σιούρ’ζε ο αέρας, θα είχε πολύ κρύο!

Είχαμαν κατοικιό κανονικό εκεί, μαειρεύαμαν κιόλα. Γιατί άμα κατέβαζε το ποτάμι, έπρεπε να κάτσεις εκεί, δε μπόρ’γες να έρθ’ς δώθε. Έρθοσαν δώθε, αλλά όχι κάθε βράδυ. Γιατί και να έρθοσαν το βράδυ, το πρωί έπρεπε να ματαπάς πάλι.

Αλλά συνήθως για τον κόσμο ήταν η βάρκα. Αλλά κανιά φορά έβαναμαν και πράματα (ζώα), άμα ήθελες να φέρ’ς δώθε γίδια και πρόβατα κι ήταν φουσκωμένο το ποτάμι, έπρεπε να τα κ’βαλήσεις με τ’ βάρκα. Γιδοπρόβατα κ’βαλάμαν, όχι γιαλάδια κι άλογα! Πού να τ’ βάλ’ς τ’ γιαλάδα μες στ’ βάρκα! Πρώτο και κύριο, δε μπορείς να τ’ βάλ’ς μες στ’ βάρκα! Και να τ’ βάλ’ς, θα γυρίσει η βάρκα, θα πας μέσα κι εσύ… άπατα! Άκλαυτος!

Ήμαν βαρκαδόρος για να ξεπερετάω τον κόσμο. Λεπτά δεν πήρα ποτέ γι’ αυτήνη τ’ δ’λειά! Τι λεπτά να πάρω; Απ’ τ’ς μαχαλιώτες; Θα ήταν ντροπή να τ’ς χαλέψω λεπτά! Ο ένας βόηθαγε τον άλλον.

Έπρεπε να ξέρ’ς να κουπίσεις τ’ βάρκα, πώς θα τ’ν κουμαντάρ’ς, γιατί αλλιώς σ’ έπαιρνε κάτω η σιούδα (ρεύμα) και… πάαινες αλλού γι’ αλλού!

Στ’ βάρκα είχαμαν ένα ξύλο μακρύ, φουρκάτα το λέμαν (λέγαμε), αλλά στον πάτο είχε μύτη σιδερένια, για να μη χαλάει το ξύλο. Να σ’φλάς μέσα το ξύλο και ν’ ακουμπάει το σίδερο στον πάτο, στο χώμα. Άμα δεν είχες φουρκάτα… σ’ έπαιρνε το νερό και σε πάαινε τον κατήφορο… όπ’θε ήθελε!

Πρέπει να πααίν’ς κόντρα στο ποτάμι για να βγεις δώθε. Άμα πας όπως πααίνει το νερό (κατά τη φορά κίνησης), θα σε πάρει η σιούδα κάτω και… πού θα βγεις!

Ήθελε μαστοριά τότε πο’ ’φτανες στ’ν ακροποταμιά, για να βγεις πέρα. Ήθελε τέχνη, δεν ήξεραν όλοι να ρίξουν τ’ βάρκα. Άμα δεν ήξεραν τ’ δ’λειά αυτήνη τ’ βαρκαδόρου… θα πίνιγαν τον κόσμο!

Κι ακούς, ωρέ Βασίλη… Ποτέ δεν κιντύνεψε κόσμος να πνιουν, γιατί μας φύλαγε κι ο Θεός, αλλά κι εμείς ξέραμαν πώς να πάμε τ’ βάρκα, να τ’ν πάμε εκεί π’ θέλαμαν… όχι εκεί που ’θελε η βάρκα να μας πάει!

Κάθε μέρα κάναμαν αυτήνη τ’ δ’λειά με τ’ βάρκα, άμα ήταν χειμώνας. Πάαινες πέρα και ματαγύρναγες. Τ’ν έκανα πολλά χρόνια, μπορεί και 25, αυτήνη τ’ δ’λειά τ’ βαρκαδόρου.

Άμα είναι καλοκαίρι, στύβει το νερό. Πααίν’ς με το ποδάρια, δε θέλ’ς βάρκα. Αλλά και πού να τ’ βάλ’ς τ’ βάρκα χωρίς νερό;».

«Μυρίζουν τώρα… τ’ αεροπλάνα;»

Το πιο εξελιγμένο και ταχύτατο μεταφορικό το αφήσαμε για το τέλος. Συνομιλήτριά μου από τα Γιάννενα μολογάει το άλμα που σημειώθηκε από το πατίνι… μέχρι το αεροπλάνα!

«Αλλιώς ο κόσμος τότε… Δυσκολίες πολλές… Όλοι παιδεμένοι ήμασταν… Εσείς τώρα ζείτε στον αφρό…

Με τ’ς πολέμους και με τον Εμφύλιο, ο κόσμος είχε ξεχάσει τι είναι το αμάξι, η συγκοινωνία… Ολούθε πηγαίναμαν με τα ποδάρια και με τα ζώα, τα καημένα…

Θ’μάμαι τότε με τ’ν Κατοχή, δεν είχαμαν φως και νερό εδώ στα Γιάννενα. Για νερό πηγαίναμε στ’ λίμνη. Για να μην πηγαίνει η μάνα μ’ στ’ λίμνη, γιατί ήταν μακριά, πήγαινε ο αδερφός μ’… μ’ ένα πατίνι! Έβαζαν απ’ κάτω απ’ το πατίνι ρόδες με ρουλεμάνια, π’ τά ’χαν από πριν απ’ τον πόλεμο. Ξύλινο ήταν το πατίνι, μόνος του τό ’φκιαχνε. Και πίσω απ’ το πατίνι είχε ένα κασόνι σανιδένιο, αυτό ήταν από σαπούνια, γιατί ο πατέρας μ’ είχε μπακάλικο.

Τότε πού να ηύρισκες μπιτόνια πλαστικά… Μοναχά κυκλοφορούσαν κάτι παγούρια πλαστικά π’ τά ’χαν φέρει οι στρατιώτες απ’ το αλβανικό μέτωπο.

Ο αδερφός μ’ σ’ αυτό το κασόνι έβαζε γκιούμια (μεταλλικά υδροδοχεία), είχαν και κούπωμα (καπάκι) αυτά. Αυτά τα γκιούμια τα γέμ’ζε στ’ λίμνη και τα κ’βάλαγε με το πατίνι στο σπίτι ο καημένος… Παιδάκι ήταν ντιπ, 12-13 χρονών. Το νερό αυτό π’ κ’βαλούσε με τα γκιούμι ήταν για περέτειο (για πλύσιμο πιάτων, πότισμα λουλούδια κ.λπ.). Για πιει (πόσιμο) ο αδερφός μ’ πήγαινε με βάρκα στ’ μεσόλιμνη, εκεί που ’ταν καθαρό το νερό κι έφερνε νεράκι για να πιούμε.

Είχαμαν στα σπίτια δίκτυο για νερό, αλλά μία φορά τ’ βδομάδα έδιναν οι Ιταλοί κι οι Γερμανοί νερό, έδιναν βενζίνα στ’ν εταιρεία ύδρευσης για να φτάσει το νερό σ’ όλα τα σπίτια. Κι η μάνα κόσιευε η έρμη να γεμίσει κάθε κατσαρολικό, για να ’χουμε νερό όλη τ’ βδομάδα. Είχε κι ένα καζάνι μεγάλο, χαλκωματένιο, αυτό τού ’χαν για να λιώνουν οι παππούδες το βούτυρο. Ε, σ’ αυτό το καζάνι έλιωναν το βούτυρο. Το ρεύμα ερχόταν μία ώρα το 24ωρο, στ’ς 8 ή 9 το βράδυ. Τότε βαρούσαμε παλαμάκια απ’ τη χαρά μας εμείς τα παιδιά, γιατί θα τρώγαμαν με φως.

Στα χρόνια τ’ς Κατοχής δεν ξέραμαν τι είναι η βενζίνα και το πετρόλαδο και μας πείραζε η μυρωδιά. Δεν ήταν να μπεις σε λεωφορείο μετά τον πόλεμο και τον Εμφύλιο, γιατί βρόμαγαν τα πατώματα (δάπεδο) και τα καθίσματα. Ή να είσαι στο δρόμο και να πέραγε λεφωρείο, μπορεί… να σο’ ’ρθονταν σακούλα με μετό στα μούτρα!

Το 1952 εγώ μπήκα σ’ αεροπλάνο… κι από τότε δε ματαμπήκα! Τότε ήταν οι ΤΑΕ (Τεχνικαί Αεροπορικαί Εκμεταλλεύσεις – αεροπορική εταιρεία που ιδρύθηκε το 1935).

Γιατί ταξίδεψα μ’ αεροπλάνο; Γιατί πήγαμαν αεροπορικώς Γιάννενα – Θεσσαλονίκη, εγώ κι η μάνα μ’, για να παντρέψουμε τον αδερφό μ’ στ’ν Κατερίνη. Απ’ τ’ Θεσσαλονίκη, αφού έφτασαμαν με τ’ αεροπλάνο, πήραμαν το τρένο για τ’ν Κατερίνη. Σ’ αεροπλάνο δεν είχα ματαμπεί.

Τι θ’μάμαι; Στ’ αεροπλάνο είχε… σακούλες για ’μετό, γιατί μας έπιανε (ζάλιζε) και τ’ αεροπλάνο! Μύρ’ζε βενζίνα… Αλήθεια, μωρ’ Βασίλη, μυρίζουν τώρα τ’ αεροπλάνα;!!».

***

Τα χρόνια πέρασαν. Αραμπάδες και κάρα συναντούμε μόνο στα βιβλία ή σε παλιές ελληνικές ταινίες, όπως και στις παροιμιώδεις φράσεις που χρησιμοποιούμε σήμερα. Τα πάντα εξελίσσονται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, φυσικά και στον τομέα των μεταφορών. Ήδη έχουν προαναγγελθεί ιπτάμενα αυτοκίνητα, ώστε να αντιμετωπιστεί το φλέγον ζήτημα της κυκλοφοριακής συμφόρησης στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Από την άλλη όμως, κανείς δεν ξέρει πόσο δραματικά μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα. Μια είδηση που μου κέντρισε το ενδιαφέρον στο Διαδίκτυο παρουσιάζει έναν Γάλλο που αναγκάστηκε να πάρει άλογο για να πηγαίνει στη δουλειά επειδή ακρίβυνε η βενζίνη!

Η μόνη βεβαιότητα της ζωής είναι η αβεβαιότητα…

Email: [email protected]

LinkedIn: Vasilis Malisiovas

*Ο φιλόλογος Β. Μαλισιόβας είναι ο συγγραφέας των βιβλίων «Κάτσε να σου μολογήσω – Ηπειρώτικες ιστορίες από το παρελθόν που μιλούν στο παρόν» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) και (σε συνεργασία με τον Π. Δημητρακόπουλο) «Περί ευχών – Τι και γιατί ευχόμαστε σε κάθε περίσταση» (εκδόσεις Άγκυρα)

(Εμφανιστηκε 306 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.