16 Οκτωβρίου 2023 at 22:21

Τι… μαγειρεύουμε με τις λέξεις;

από

Τι… μαγειρεύουμε με τις λέξεις;

 

Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*

________________________

Οι μεταφορές στη γλώσσα δεν είναι απλώς γλωσσικά μέσα για να εμπλουτίσουμε εκφραστικά τον λόγο μας, αλλά ο τρόπος να δώσουμε την κατάλληλη βιωματική ακρίβεια σε νοηματικό περιεχόμενο που θα ήταν σχεδόν επικοινωνιακά ρηχό, αν δηλωνόταν κυριολεκτικά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο απλός, άτυπος, καθημερινός, εκφραστικός λόγος (σε αντίθεση με τον τυπικό, επίσημο και ακαδημαϊκό) είναι το προνομιακό πεδίο της μεταφοράς. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τις διαλέκτους, όπως και για τη λογοτεχνία. Συνεπώς, όσο περισσότερο προχωρούμε στον βιωματικό λόγο, τόσο περισσότερο κυριαρχεί η γλωσσική λειτουργία της μεταφοράς.

Η τροφή με όλα της τα παρεπόμενα (συστατικά, μαγείρεμα, κατανάλωση, γεύση κ.λπ.) είναι ίσως ο βασικότερος μηχανισμός που μας διατηρεί στη ζωή με πραγματικά αρχετυπική αξία για την ανθρώπινη ύπαρξη και κοινωνία, επομένως δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένας θησαυρός μεταφορικών χρήσεων. Στο άρθρο μας θα εντοπίσουμε μόνο μερικές από αυτές, είτε σε καθημερινές χρήσεις είτε σε στερεότυπες φράσεις είτε σε παροιμίες – αν και το πεδίο τους είναι τόσο ευρύ, που μόνο στο πλαίσιο μιας διατριβής ή ενός ειδικού λεξικού θα μπορούσε να καλυφθεί με αξιώσεις πληρότητας.

Η τροφή με όλα της τα παρεπόμενα (συστατικά, μαγείρεμα, κατανάλωση, γεύση κ.λπ.) είναι ίσως ο βασικότερος μηχανισμός που μας διατηρεί στη ζωή με πραγματικά αρχετυπική αξία για την ανθρώπινη ύπαρξη και κοινωνία, επομένως δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένας θησαυρός μεταφορικών χρήσεων.
Η τροφή με όλα της τα παρεπόμενα (συστατικά, μαγείρεμα, κατανάλωση, γεύση κ.λπ.) είναι ίσως ο βασικότερος μηχανισμός που μας διατηρεί στη ζωή με πραγματικά αρχετυπική αξία για την ανθρώπινη ύπαρξη και κοινωνία, επομένως δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένας θησαυρός μεταφορικών χρήσεων.

Α. Γεύση

Το βασικότερο στο φαγητό είναι η γεύση του, και αυτό οδηγεί σε πληθώρα φράσεων δηλωτικών αξίας ή απαξίας.

  • αλμυρός: (για ακριβή τιμή) Ωραία αυτά τα πέδιλα, αλλά αλμυρούτσικη η τιμή τους.
  • ανάλατος: (αδιάφορος) ανάλατο διήγημα.
  • άνοστος: (ανούσιος) άνοστο αστείο.
  • βαρύς: (για κάτι δύσκολα διαχειρίσιμο από ψυχολογική άποψη) Μου έπεσε πάρα πολύ βαρύ αυτό που μου είπε η κόρη μου, ότι την αδίκησα στην κληρονομιά.
  • γλυκανάλατος: (για επιτηδευμένο συναισθηματισμό) γλυκανάλατη ταινία.
  • γλυκόπικρος: (που συνδυάζει χαρά και λύπη) γλυκόπικρος αποχαιρετισμός.
  • γλυκός: (χαριτωμένος) Τι γλυκό παιδάκι!
  • εύπεπτος: (για πολιτισμικό προϊόν χαμηλού επιπέδου) Το είδα το βιβλίο του συναδέλφου. Πολύ εύπεπτο…
  • λύσσα: (για υπερβολή) Εντάξει, είπαμε να υπερβάλεις, αλλά το ’κανες λύσσα
  • νερόβραστος: (αδιάφορος, ανούσιος) νερόβραστο ανέκδοτο.
  • νοστιμιά: (ουσία, ενδιαφέρον) Αν δεν θα υπάρχει και φωτογραφικό υλικό στο βιβλίο, δεν θα έχει καμία νοστιμιά.
  • νόστιμος: (ελκυστικός [κυρίως για γυναίκα]) νόστιμη γραμματέας (αλλά και με υποκορισμό, π.χ. Αυτόν τον νοστιμούλη τον σερβιτόρο δεν τον έχω ξαναδεί)
  • ξινίζω: (δυσανασχετώ, κυρίως στη φράση ξινίζω τα μούτρα) Ξίνισε τα μούτρα της μόλις τον είδε.
  • ξινίλα: (δύστροπη συμπεριφορά) Τι ξινίλα βγάζει αυτός ο άνθρωπος…
  • ξινομούρης: (δύστροπος) βλ. ξινός.
  • ξινός: (δύστροπος, στριμμένος): Τι ξινός άνθρωπος… (πβ. φράση μου βγαίνει ξινό: μου βγήκε ξινό το πάρτι. Κόλλησα κορονοϊό).
  • πικρός: (πολύ δυσάρεστος) Πικρό αντίο σε όσους απολύθηκαν σήμερα.

 

Β. Πρώτες ύλες μαγειρέματος

  • αλάτι: Ως υπερπολύτιμο άρτυμα γεύσης, παλαιότερα όμως και ως μέσο συντήρησης των τροφών, απαντά σε ποικιλία φράσεων ήδη από τα αρχαία χρόνια (πβ. Ματθ. 5,13: Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται;). Χαρακτηριστική η λόγια φράση ἄλατι ήρτυμένος λόγος (για καλλιεπή λόγο). Επίσης, απαντά σε πολλές βιωματικές εκφράσεις, π.χ. Μαζί φάγαμε ψωμί κι αλάτι (=μας συνδέει ισχυρή φιλία) // Ό,τι είπαμε, νερό κι αλάτι (=περασμένα, ξεχασμένα) // Κάνω κάποιον τ’ αλατιού (=τον δέρνω αλύπητα).
  • αλατοπίπερο: (για ιδιαίτερα σημαντικό συστατικό) Το χιούμορ είναι το αλατοπίπερο της ζωής.
  • κολοκύθι: (στον πληθ. κολοκύθια, ειρωνικά για ανόητα λόγια). – Έτσι είπε; Κολοκύθια! Τίποτα δεν θα σου κάνει… (Απαντά με την ίδια σημασία και στις φράσεις κολοκύθια με τη ρίγανη / κολοκύθια στο πάτερο!).
  • κρεμμύδι: στη φράση τον έκανα με τα κρεμμυδάκια (=τον κατατρόπωσα).
  • λεμονόκουπα: (για έκφραση αποδοκιμασίας): Τον πήραν με τις λεμονόκουπες (βλ. ντομάτα, γιαούρτι).
  • μαϊντανός: (κυρίως για κάποιον που παρίσταται σε εκπομπές ή συζητήσεις χωρίς σημαντική συμμετοχή) ο γνωστός τηλεοπτικός μαϊντανός.
  • ντομάτα: (για έκφραση αποδοκιμασίας) τον πήραν με τις ντομάτες (βλ. γιαούρτι, λεμονόκουπα).
  • ξίδι: (ως ειρωνική απάντηση σε θυμωμένο άνθρωπο) –Πάντως, η Ντίνα μού είπε ότι την πείραξε αυτό που είπες… –Ξίδι (ενν. να πιει)!
  • πιπέρι: (ως επίπληξη σε κάποιον που μιλάει με απρέπεια) Θα σου βάλω πιπέρι στο στόμα / στη γλώσσα. Επίσης, χρησιμοποιείται στη φράση Όποιος έχει πολύ πιπέρι, βάζει και στα λάχανα (για κάποιον που κάνει κάτι καταχρηστικά).
  • πιπεράτος: (για λόγο καυστικό ή και πονηρό): πιπεράτο αστείο/σχόλιο.
  • πράσο: στη φράση πιάνω κάποιον στα πράσα (=τον πιάνω επ’ αυτοφώρω).
  • σκόρδο: Απαντά κυρίως ως επιφώνημα (σκόρδο! / σκόρδα!) για εξουδετέρωση τής βασκανίας, όπως επίσης στη φράση σκόρδο ο ένας, κρεµµύδι ο άλλος (για δύο άτομα που δεν συμφωνούν σε τίποτα).
  • σκορδόπιστος: άπιστος εραστής (ίσως επειδή η οσμή του σκόρδου κάνει κάποιον ανεπιθύμητο για ερωτική συνεύρεση).
  • σκορδοκαΐλα: (πλήρης αδιαφορία) –Έτσι είπε; Κι εμένα σκορδοκαΐλα µου! (σκασίλα µου).
    Η λέξη «πίτα» χρησιμοποιείται σε μεταφορικές χρήσεις σχετικές με ισοπέδωση (π.χ. Αυτός που παραβίασε το κόκκινο, συγκρούστηκε με δύο αυτοκίνητα! Κι έγιναν… πίτα!), όπως και σε παροιμίες, π.χ. Από πίτα που δεν τρως τι σε νοιάζει κι αν καεί (=μη σε νοιάζει για κάτι που δεν σε αφορά), Θέλει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο (για κάποιον που έχει υπερβολικές απαιτήσεις), Πέσε πίτα να σε φάω (για κάποιον που δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια) κ.λπ.
    Η λέξη «πίτα» χρησιμοποιείται σε μεταφορικές χρήσεις σχετικές με ισοπέδωση (π.χ. Αυτός που παραβίασε το κόκκινο, συγκρούστηκε με δύο αυτοκίνητα! Κι έγιναν… πίτα!), όπως και σε παροιμίες, π.χ. Από πίτα που δεν τρως τι σε νοιάζει κι αν καεί (=μη σε νοιάζει για κάτι που δεν σε αφορά), Θέλει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο (για κάποιον που έχει υπερβολικές απαιτήσεις), Πέσε πίτα να σε φάω (για κάποιον που δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια) κ.λπ.

 Γ. Τροφές, φαγητά

  • γιαούρτι: (για έμπρακτη έκφραση αποδοκιμασίας) Τον πήραν με τα γιαούρτια τον δήμαρχο (με την ίδια σημασία το ρήμα γιαουρτώνω· βλ. κ. λεμονόκουπα, ντομάτα).
  • γλάρος (και γλαρόσουπα): στις φράσεις μη φας, θα ’χουμε γλάρο / γλαρόσουπα (= οι προσπάθειές σου θα αποτύχουν [επειδή ο γλάρος δεν τρώγεται])
  • κεφτές: για άνθρωπο χαλαρό, νωθρό (πβ. λαπάς, χαλβάς).
  • λαπάς: για άνθρωπο χαλαρό, νωθρό (πβ. κεφτές, χαλβάς).
  • λουκάνικο: στρατιωτικός σάκος.
  • μπιφτέκι: σκωπτικά, για τον αρχόμενο σχηματισμό φαλάκρας.
  • μπουγάτσα: μειωμένης αντίληψης, χαλαρός, νωθρός, ανυπόληπτος.
  • πατσάς: στη φράση Βουρ στον πατσά! (για ανθρώπους που επιδίδονται μετά μανίας σε κάτι).
  • πίτα: σε μεταφορικές χρήσεις σχετικές με ισοπέδωση (π.χ. Αυτός που παραβίασε το κόκκινο, συγκρούστηκε με δύο αυτοκίνητα! Κι έγιναν… πίτα!), όπως και σε παροιμίες, π.χ. Από πίτα που δεν τρως τι σε νοιάζει κι αν καεί (=μη σε νοιάζει για κάτι που δεν σε αφορά), Θέλει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο (για κάποιον που έχει υπερβολικές απαιτήσεις), Πέσε πίτα να σε φάω (για κάποιον που δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια) κ.λπ. Στην αργκό σημαίνει και τον μεθυσμένο.
  • ρύζι: κυρίως στη φράση βράζε ρύζι (για αρνητική εξέλιξη), που απαντά κυρίως στη λόγια μορφή βράσε όρυζα (άνθος ορύζης: παιδική κρέμα).
  • σαλάτα: στη φράση τα κάνω σαλάτα (αποτυγχάνω πλήρως σε κάτι).
  • σάλτσα: (περιττές λεπτομέρειες ή υπερβολές σε αφήγηση) Βρε, άσε τις σάλτσες και πες μας τι έγινε χθες που έλειπα απ’ το γραφείο… Τσακώθηκες με τον Στάθη;
  • τουρλού: (λαδερό φαγητό με ανάμεικτα λαχανικά, στη φράση τουρλού τουρλού δηλώνει μεταφορικά την ακατάστατη ανάμειξη) Τα έχει τουρλού τουρλού τα ρούχα στο δωμάτιό του, πρέπει να τα τακτοποιήσω εγώ.
  • φακή: στη φράση παλικάρι της φακής (=δειλός).
  • φιλέτο: (δηλώνει το εκλεκτότερο τμήμα σε έκταση γης) Οικόπεδο-φιλέτο, 2 στρέμματα, 50 μέτρα από τη θάλασσα, πωλείται 20.000 ευρώ.
  • χυλόπιτα: (στη φράση τρώω χυλόπιτα, για ερωτική απόρριψη). Έχω φάει πολλές χυλόπιτες εγώ στη ζωή μου…
  • ψητό: (η ουσία της υπόθεσης) Άσε τα πολλά λόγια και μπες στο ψητό!

Γ. Η σύνθεση και υφή των τροφών (π.χ. υδαρότητα, στερεότητα κ.λπ.)

  • ζουμί: Δηλώνει την ουσία, το σημαντικό νόημα (π.χ. Ο δαιμόνιος ρεπόρτερ ανακάλυψε ότι τελικά η κατάρρευση της γέφυρας είχε πολύ ζουμί || το ζουμί του έργου συνοψίζεται στο εξής…), όπως επίσης το οικονομικό κέρδος (αυτές οι δουλειές δεν έχουν ζουμί). Χρησιμοποιείται επίσης σε παροιμίες (π.χ. Τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του || Η γριά η κότα έχει το ζουμί), καθώς και σε στερεότυπες φράσεις (με παίρνουν τα ζουμιά [=δακρύζω], βράζω στο ζουμί μου [=κυριαρχούμαι από δυσάρεστα συναισθήματα χωρίς να τα εκδηλώνω], με παίρνουν τα ζουμιά [=βάζω τα κλάματα]) κ.λπ.
  • κουρκούτι: (για ζαλισμένο μυαλό) Είμαι απ’ το πρωί μπροστά στον υπολογιστή, έγινε κουρκούτι (ή: έχει κουρκουτιάσει) το μυαλό μου.
  • νιανιά: (πολτοποιημένο βρεφικό γεύμα, μεταφορικά κάτι που πρέπει να το επεξηγήσουμε λεπτομερώς): Δεν έχει ιδέα από συντακτικό, πρέπει να του τα κάνεις νιανιά για να τα καταλάβει.
  • σούπα: (για αδιάφορο και ανιαρό θέαμα) Πολυδιαφημισμένη η παράσταση, αλλά τελικά ήταν σούπα. Επίσης στη φράση Ανακατεύω τη σούπα (προκαλώ ή επιταχύνω διεργασίες).
    πιάτο: (στη φράση στο πιάτο, για κάτι που δίνεται έτοιμο) Κακομαθημένος απ’ τη μάνα του, τα θέλει όλα στο πιάτο!
    πιάτο: (στη φράση στο πιάτο, για κάτι που δίνεται έτοιμο) Κακομαθημένος απ’ τη μάνα του, τα θέλει όλα στο πιάτο!

Δ. Τα υλικά μέσα (συσκευές μαγειρέματος, δοχεία φαγητού κ.λπ.)

  • καραβάνα: μεταλλικό δοχείο μεταφοράς φαγητού των στρατιωτών, κυρίως στη φράση παλιά καραβάνα (ο πολύ έμπειρος). Από εκεί και η λέξη της στρατιωτικής αργκό καραβανάς (μειωτικά) ο υπαξιωματικός του στρατού.
  • κάρβουνα: στη φράση κάθομαι σ’ αναμμένα κάρβουνα (για μεγάλη ανυπομονησία).
  • κονσέρβα: (για οτιδήποτε τυποποιημένο) Τελικά το χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα του καναλιού αυτού ήταν κονσέρβα.
  • πιάτο: (στη φράση στο πιάτο, για κάτι που δίνεται έτοιμο) Κακομαθημένος απ’ τη μάνα του, τα θέλει όλα στο πιάτο!
  • ποδιά: (σε φράση που δηλώνουν τη χρησιμοποίηση κάθε μέσου για να πετύχει κάποιος τον σκοπό του) Για να διορίσει τον γιο του στο μουσείο, φίλησε κατουρημένες ποδιές.
  • ποτήριο: (κυρίως στον λόγιο τύπο ποτήριο, σε φράσεις που δηλώνουν δοκιμασία) Θα το πιούμε το ποτήριο (αφετηρία της χρήσης αυτής είναι τα λόγια του Χριστού παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο [Mατθ. 26, 39] στην προσευχή της Γεθσημανή).
  • ταψί: (στη φράση χορεύω κάποιον στον ταψί [τον ταλαιπωρώ]) Τώρα που έχω πρόσβαση στο email του, θα τον χορέψω στο ταψί…
  • τέντζερης: στην παροιμιώδη φράση Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι (με αρνητική σημασία για άνθρωπο που μοιάζει στη συμπεριφορά με άλλον).
  • τοστιέρα: τοστιέρα μαλλιών (χρησιμοποιείται κυρίως από γυναίκες για να ισιώνουν τα μαλλιά).
  • τσανάκια: (πήλινα ή μεταλλικά σκεύη φαγητού, στη φράση χωρίζουμε τα τσανάκια μας [παύουμε να έχουμε σχέση) Τα χωρίσαμε τα τσανάκια μας με την αδερφή μου.
  • τσανακογλείφτης: ο δουλοπρεπής, ο κόλακας.
  • φούρνος: (για υψηλή θερμοκρασία) Ανοίξτε κάνα παράθυρο! Φούρνος είναι εδώ μέσα!
  • ψυγείο: (για χαμηλή θερμοκρασία) Δεν έχουμε κεντρική θέρμανση, το σπίτι μας είναι ψυγείο!

Ε. Οι εργασίες και τα υλικά του μαγειρέματος (και γενικότερα της κουζίνας)

  • άψητος: (άμαθος) Είναι άψητος από χειρωνακτική εργασία.
  • βράζω: Σε φράσεις σχετικές με υψηλές θερμοκρασίες (Βράζει η Αθήνα, με τον υδράργυρο να αγγίζει τους 45 βαθμούς), αλλά και για δήλωση εσωτερικού θυμού (Έκανα ότι τον άκουγα, αλλά μέσα μου έβραζα [=ήμουν πολύ θυμωμένος]). Επίσης, στην παροιμιώδη φράση όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε (=αντιμετωπίζουμε ως άνθρωποι παρόμοια προβλήματα).
  • εκλογομαγειρέματα: (αλλοίωση του εκλογικού αποτελέσματος) Για εκλογομαγειρέματα έκανε λόγο η πρόεδρος του κόμματος στη συνέντευξη Τύπου.
  • ζεματώ: (για πολύ υψηλές χρεώσεις σε κατάστημα) Για μια χωριάτικη σαλάτα και τέσσερα σουβλάκια πληρώσαμε 50 ευρώ! Μας ζεμάτισαν…
  • καυτός: Αυτός που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση, από πάθος (π.χ. καυτό βλέμμα / φιλί), αλλά και για κάτι ιδιαίτερα οξύ και κρίσιμο (π.χ. εβδομάδα καυτών πολιτικών εξελίξεων).
  • λαδώνω: (δωροδοκώ) Λάδωσε τον διευθυντή της Πολεοδομίας για να πάρει άδεια για το αυθαίρετο!
  • λάντζα: (χοντροδουλειά, η εργασία που δεν απαιτεί ιδιαίτερη ειδίκευση) Εργάζομαι ως προϊστάμενος σε ένα λογιστικό γραφείο. Φυσικά, έχουμε και νέους υπαλλήλους για τη λάντζα: τηλέφωνα, τιμολόγια…
  • μαγειρεύω: (δρω με ύπουλο τρόπο) –Εισαγγελέας και ανακριτής διαφώνησαν ως προς την προφυλάκιση του δράστη, ο οποίος επικαλείται ψυχική νόσο… –Είμαι βέβαιη ότι θα τα μαγειρέψουν με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην πάει ούτε μια μέρα στη φυλακή!
  • ξαναζεσταμένο: (στη φράση ξαναζεσταμένο φαγητό για κάτι συνηθισμένο και κοινότοπο) Ξαναζεσταμένο φαγητό η εργασία του, η δε βιβλιογραφία είναι προχειρογραμμένη.
  • ξεφουρνίζω: (παρουσιάζω αιφνιδιαστικά, συνήθως προκαλώντας αρνητική εντύπωση). Ήρθε ο γιος μου με μια κοπέλα για να μας τη γνωρίσει, και μάλιστα μας ξεφούρνισε ότι είναι έγκυος!
  • σερβίρω: (αποκαλύπτω· σημασία παρόμοια με του ρήματος ξεφουρνίζω) Κι εκεί που μου μιλούσε για την παιδική του ηλικία, μου σέρβιρε ότι είναι γκέι.
  • ψημένος: (μαθημένος, έμπειρος· πβ. άμαθος) Είναι ψημένος στα βάσανα από την παιδική ηλικία στα βάσανα.
  • ψήνομαι: σε φράσεις που δηλώνουν πολύ υψηλή θερμοκρασία (π.χ. Ψήνεται το Αγρίνιο, με το θερμόμετρο να δείχνει 46 βαθμούς Κελσίου [βλ. βράζω]), αλλά και στην αργκό των νέων με τη σημ. «επιθυμώ» (π.χ. ψήνεσαι για κάνα πιτόγυρο;).
  • ψήνω: (πείθω) Στην αρχή αρνιόταν, αλλά μετά τον έψησα να πάμε μαζί διακοπές. (Επίσης, στη φράση ψήνω το ψάρι στα χείλη κάποιου (τον πιέζω αφόρητα να κάνει κάτι).

ΣΤ. Η ίδια η πράξη της βρώσης, της κατανάλωσης τροφής

  • ανθρωποφαγία: (αγριότητα, απανθρωπιά· πβ. κανιβαλισμός) Για ανθρωποφαγία έκανε λόγο ο γνωστός τραγουδιστής μετά τα δημοσιεύματα που αφορούν την προσωπική του ζωή.
  • κανιβαλισμός: (αγριότητα, απανθρωπιά) βλ. ανθρωποφαγία.
  • μασάω: Χρησιμοποιείται σε ποικιλία φράσεων που δείχνουν ότι κάποιος πείθεται εύκολα (Είναι αφελής και μάσησε) ή επηρεάζεται από φόβο Μη μασάς! || Εγώ δεν μασάω), όπως επίσης στη φράση μασάω τα λόγια μου (μιλάω με υπεκφυγές).
  • χάφτω: (πείθομαι) Μου είπε ένα ψέμα, για να δικαιολογηθεί, αλλά δεν το χαψα.
  • καταβροχθίζω: (καταστρέφω) Η τεράστια πυρκαγιά καταβρόχθισε μέχρι στιγμής πάνω από 100.000 στρέμματα δάσους.
  • καταπίνω: (συνήθως σε παροιμιώδεις φράσεις) καταπίνω αμάσητο: δέχομαι χωρίς αντιρρήσεις // άνοιξε η γη και τον κατάπιε: εξαφανίστηκε
  • τρώγομαι: (τσακώνομαι) Τραγικό! Να τρώγονται μεταξύ τους… και μάλιστα για την περιουσία του νεκρού αδερφού τους! Αλλά και σε φράση όπως τρώγομαι με τα ρούχα μου (δεν ξέρω τι μου φταίει), εσύ δεν τρώγεσαι με τίποτα (δεν υποφέρεσαι) κ.ά.
  • τρώω: Το ρήμα αυτό, λόγω της σημασίας του, έχει πολύ μεγάλη εκπροσώπηση παροιμιωδών φράσεων: Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο (για κάτι που επιθυμούμε πάρα πολύ, όμως δεν έχουμε τη δυνατότητα να το αποκτήσουμε) // δεν τρώω κουτόχορτο-άχυρο (δεν είμαι αφελής) // μας είπε ότι θα έρθει για μια «καλημέρα»… και τον φάγαμε στη μάπα (υποστήκαμε) τέσσερις ώρες! // Έφαγε πεντάρα η ομάδα σας χθες! (δέχτηκε 5 γκολ και έχασε) // Θα φας καλά… (ως απειλή) // Ήταν να πάρει προαγωγή, αλλά τον έφαγε ένας άλλος (υπερίσχυσε, προκρίθηκε), που δεν είχε τα προσόντα, είχε όμως γερό μέσο || Κωστάκη, αν ξαναπειράξεις τ’ άλλα παιδάκια, θα τις φας (τις ξυλιές, δηλ. θα σε δείρω)!

Ζ. Γλυκά
Και επειδή ένα καλό γεύμα ολοκληρώνεται με γλυκό, θα τελειώσουμε το άρθρο μας με λίγες χαρακτηριστικές λέξεις που αφορούν τη ζαχαροπλαστική.

  • Η γλυκιά γεύση ή το αντίθετό της χρησιμοποιούνται συχνά για να δηλώσουν ομορφιά, χάρη, καλοσύνη (και τα αντίθετά τους), π.χ. γλύκας, γλυκούλης, γλυκερός, άγλυκος κ.λπ.
  • έδεσε το γλυκό: ολοκληρώθηκε μια αρνητική ή κωμική κατάσταση.
  • ζαχαρώνω: (επιθυμώ κάτι πολύ και ειδικότερα φλερτάρω) Ζαχάρωνε μια νεαρή απέναντι.
  • λουκούμι: (για κάτι νόστιμο και μαλακό) Λουκούμι έγινε το μοσχαράκι!
  • μελάτος: αυτός που έχει την πυκνόρρευστη υφή του μελιού (η λέξη χρησιμοποιείται μόνο για αυγά).
  • μέλι-γάλα: για αρμονικές σχέσεις.
  • παγωτό: (στην αργκό των νέων) έμεινα παγωτό: πάγωσα, έμεινα άναυδος.
  • σορόπια: ερωτικές περιπτύξεις.
  • σταφιδιάζω: ζαρώνω, ρυτιδιάζω.
  • τούρτα: Στη φράση το κερασάκι στην τούρτα (το επιστέγασμα).
  • χαλβάς: ο βλάκας.

Τέλος, ειδικά μεταξύ νέων χρησιμοποιούνται εκφράσεις τρυφερότητας που έχουν ληφθεί από τον χώρο των αρτοσκευασμάτων και των γλυκισμάτων: κριτσίνι μου, μπισκοτάκι μου

*Ο Β. Μαλισιόβας είναι φιλόλογος – επιμελητής εκδόσεων – συγγραφέας.

 

Email: [email protected]

LinkedIn: Vasilis Malisiovas

(Εμφανιστηκε 432 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.