1 Σεπτεμβρίου 2023 at 09:01

Ο Ιωάννης Μεταξάς αρχιτέκτονας του Διχασμού και της Καταστροφής

από

Ο Ιωάννης Μεταξάς αρχιτέκτονας του Διχασμού και της Καταστροφής

Σκοπός… τῆς ἀποκτήσεως τῆς ἐξουσίας εἶναι ἡ ἱκανοποίησις τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ ἑκάστου ἀνθρώπου… καὶ ἴσως, ἴσως κατὰ βάθος ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸν φόβον τὸν ὁποῖον ἐμπνέουσιν οἱ ἄλλοι, ἡ δυσπιστία πρὸς πάντα ἄλλον πλὴν ἑαυτοῦ.

Ἰ. Μεταξᾶς, Ἡμερολόγιον, τ. 2, σ. 540

Μια σειρά κειμένων του Γιώργου Καραμπελιά για την ελληνική ιστορία.

Ο Ιωάννης Μεταξάς (1871-1941)[1], ως νεαρός αξιωματικός και μέλος της Εθνικής Εταιρείας, διαπνεόταν από αντιλήψεις διαμετρικά αντίθετες από εκείνες της ωριμότητάς του: Το 1896 υποστήριζε πως η θρησκεία έχει αντικατασταθεί από τις ιδέες του διαφωτισμού: «Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία, … σβύνει καὶ σβύνει διὰ πάντα…»[2]. Τάσσεται δε ενάντια στη στρατοκρατία, ακόμα και στο εσωτερικό της Εθνικής Εταιρείας:«Παρατηρῶ ὅμως μία τάση: τὸ νὰ διευθύνει ὁ στρατὸς ὅλα…. Αὐτὸ θὰ μᾶς φέρῃ στὸν αὐταρχισμό… Θὰ μπάσω πολίτας πολλοὺς…, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξουδετερώσουν τὶς ἀπολυταρχικὲς ἰδέες τῶν συναδέλφων μου»[3].

Ως προς την Κρήτη, στις αρχές του 1897, συντάσσεται με τους πιο ρηξικέλευθους ριζοσπάστες: «… ἡ ἕνωσις (τῆς Κρήτης) μόνον δι’ ἀπηλπισμένου ἀγῶνος δύναται νὰ κατορθωθῇ. Ἀλλὰ ὁ… Βασιλεὺς εἶναι ψοφοδεής… ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἄνους, δειλὴ καὶ διεφθαρμένη. … δὲν μένει παρὰ νὰ (την) ρίψωμεν… διὰ ἐξεγέρσεως τοῦ λαοῦ… Ἐὰν πρόκειται νὰ χάσωμεν τὴν Κρήτην τότε ἂς χαθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἂς παρασύρωμεν τὴν Εὐρώπη εἰς πόλεμον…[4]».

Αυτός ο φανατικός φιλογερμανός θα χαρακτηρίζει τότε τον Κάιζερ «Δον Κιχῶτο», και τους Γερμανούς φανατικότερους εχθρούς των Ελλήνων: «… Οἱ δὲ Γερμανοί; Ὕβρεις ἐπὶ ὕβρεων ἐναντίον μας νὰ μᾶς συντρίψουν.., νὰ μᾶς ἐξαλείψουν ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς. Ὁ Αὐτοκράτωρ των προτείνει τὸν βομβαρδισμὸν τοῦ Πειραιῶς… ὁ ἀπαίσιος Δὸν Κιχῶτος»[5].

Όμως, οι απόψεις του διακρίνονταν από τόσο μεγάλη σταθερότητα(!) ώστε δύο μήνες μετά, θα αρκέσει η είσοδός του στο Επιτελείο και στο περιβάλλον του Διαδόχου για να μεταστραφεί ριζικά και τελεσίδικα:

«Ὁ πρίγκηψ Κωνσταντῖνος... Πόσο διαφορετικὸν τὸν ἐφανταζόμῃν! Καὶ ὁποία τύψις δι’ ἐμὲ νὰ ἀφεθῶ ἄλλοτε νὰ παρασυρθῶ ἀπὸ τὰς ἀδολεσχίας τοῦ κόσμου…. Δυστυχῶς, ἡ ἐπιρροὴ τοῦ πατρός του… ἔσχε τρεῖς κακὰς συνεπείας: δὲν δείχνει πολὺ σθένος πρὸς τὰ πρόσωπα, δὲν ἔχει πρωτοβουλίαν, δὲν ἐργάζεται πολύ· ἰδίως ὅμως ἡ ἔλλειψίς του εἶναι ἡ τῆς πρωτοβουλίας»[6].

Ιωάννης Μεταξάς
Ιωάννης Μεταξάς

Λίγο πριν αναχωρήσει για τη Γερμανία, απεσταλμένος του Διαδόχου, μαζί με τον Παπαβασιλείου και τον Στρατηγό θα επισκεφθούν τα Ανάκτορα και ο Κωνσταντίνος, για πρώτη φορά, θα τους αποκαλύψει τις μύχιες σκέψεις του:

«Ἀπεστρέφετο τὴν Γαλλίαν διὰ τὰς ἰδέας τῆς ἰσότητος…“Δυστυχῶς ἐδῶ δὲν ἔχομεν Κυβέρνησιν”. Καὶ ἤρχισε φιλιππικὸν κατὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος … ἐγώ, ὅστις οὐδέποτε συγκινοῦμαι ἀπὸ λόγους, ἐξῆλθον βαθύτατα συγκινημένος. Ὁ μέλλων βασιλεὺς μᾶς… ἐξεμυστηρεύθη σχεδὸν τὰ ἀπόκρυφα τῆς καρδίας του»[7].

Ο πόλεμος του 1897 αποτέλεσε ισχυρό πλήγμα για τα μέλη της Εθνικής Εταιρείας. Οι πλέον δραστήριοι αξιωματικοί . που θεωρούσαν τον Διάδοχο κατεξοχήν υπεύθυνο για την ήττα, θα στραφούν προς τον Μακεδονικό Αγώνα – Παύλος Μελάς, Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης κ.ά– όπου δεν θα συμμετάσχει κανείς  από τη «μικρή Αυλή» του Διαδόχου. Ο Μεταξάς θα εγκαταλείψει τους «νεανικούς τους ενθουσιασμούς»: « Πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ἐκυμαινόμῃν εἰσέτι τῇδε κἀκεῖσε. Ὁ πόλεμος ὅμως μὲ ἔφερεν εἰς τὴν θέσιν μου…»[8].

Η μοναρχική εμμονή

Όταν η κυβέρνηση Θεοτόκη, τον Μάρτιο του 1900, έφερε στη Βουλή Στρατιωτικό Νομοσχέδιο το οποίο παρέδιδε το στράτευμα κυριολεκτικώς στα χέρια του Διαδόχου, συνάντησε ισχυρή αντίδραση και οι αντιδράσεις δεν περιορίστηκαν στα έδρανα της Βουλής. όπως σημειώνει ο Μεταξάς: «Ἀλλά … ἡ ἀντίδρασις… ἐξηπλώθη καὶ εἰς τὸν Στρατόν». Οι «προελθόντες ἐκ τοῦ ’21 καὶ ἐντεῦθεν … θεωροῦσιν (τὸν βασιλικὸν θεσμὸν) ὡς ξένον θεσμόν, … προσπαθοῦντες νὰ μειώσωσι πᾶσαν τὴν ἰσχύν του»[9]. Ωστόσο: «… Τὸ μοναρχικὸν κόμμα (δὲν) εὑρίσκεται ἐν τῇ Βουλῇ…  εἶναι ἔξω τῆς Βουλῆς, εἶναι δὲ οὗτος αὐτὸς ὁ Διάδοχος…».Και ακολουθεί μια διακήρυξη αφοσίωσης που υπερβαίνει κάθε μέτρο.

«…καθώρισα ἤδη τὸν δρόμον μου, πρὸ πολλοῦ. Εἶμαι στρατιώτης καὶ εὐγενής (sic) … . Μοῦ εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν ὁ Βασιλεὺς εἶναι καλὸς ἢ κακός, ἐπιβλαβὴς ἢ ὠφέλιμος· δὲν ἐξετάζω ἐὰν αἱ πράξεις του προκαλοῦν καλὸν ἢ κακὸν εἰς τὸ Ἔθνος· τὸν ἀκολουθῶ τυφλῶς εἰς ὅ,τι θέλει»[10].

Έκτοτε θα παραμένει στον στενό γερμανόφιλο κύκλο του Διαδόχου και, παρόλο που θα εκδιωχθεί με την Επανάσταση του 1909 από το Επιτελείο, ο Βενιζέλος όχι μόνο θα επαναφέρει τον Κωνσταντίνο ως αρχηγό του στρατού αλλά και θα διορίσει ως υπασπιστή του τον Ιωάννη Μεταξά.

Η μεγάλη απόφαση

Σε αντίθεση με τον μύθο που θέλει τον Βενιζέλο να ακολουθεί πιστά την πολιτική της Αντάντ, η είσοδος της Ελλάδας στη βαλκανική συμμαχία, το 1912, έγινε παρά τη θέλησή της: Μόλις πραγματοποιήθηκε η επιστράτευση Βουλγαρίας, Σερβίας και Ελλάδας, στις 16 και 17 Σεπτεμβρίου 1912, οι τρεις προστάτιδες δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, άρχισαν να εξετάζουν το ενδεχόμενο να παρέμβουν στην Κρήτη[11]. Επιπλέον  οι Ρώσοι και οι Αυστριακοί, που είχαν βλέψεις στα οθωμανικά εδάφη, απέστειλαν τελεσίγραφο ότι δεν θα ανεχθούν οποιαδήποτε μεταβολή του status quo[12].

Αλλά και στο εσωτερικό μέτωπο ο πολιτικός κόσμος δεν έδειχνε κανέναν ενθουσιασμό. Ο δε Μεταξάς, που απεστάλη ως στρατιωτικός εκπρόσωπος στις διαπραγματεύσεις με τη Βουλγαρία, ευχόταν να παρέμβουν οι Ευρωπαίοι! Διαβάζουμε:

«δὲν ἤθελα τὸν πόλεμον… Δὲν τὸν θεωρῶ ὠφέλιμον διὰ τὴν Ἑλλάδα… Ἐλπίζω νὰ μᾶς σταματήσωσιν ἐν καιρῷ οἱ Εὐρωπαῖοι… (Σόφια, 19.09.1912) … Τοὐλάχιστον θὰ πάρωμεν τὴν Κρήτην; Ἐγὼ ἀμφιβάλλω πολύ… Οἰκονομικὴ κρίσις εἰς Ἀθήνας! Τὰ δικαστήρια ἐσταμάτησαν. Ἄραγε θὰ πληρώσουν οἱ ἐνοικιασταί; Ἀμφιβάλλω. Δι’ ὅλα αὐτὰ ἐγὼ θεωρῶ τὸν πόλεμον ἀσύμφορον διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν πρόκειται περὶ ζωτικοῦ ζητήματος αὐτῆς… (Σόφια 21 Σεπτεμβρίου)[13].

Ο άνθρωπος που είχε αποσταλεί για να διαπραγματευτεί τη στρατιωτική συμμαχία με τη Βουλγαρία, δεκαοκτώ ημέρες πριν την έναρξη του πολέμου, τον απεύχεται. Η απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Θεσσαλονίκης και της Κρήτης δεν αποτελούσε «ζωτικὸν ζήτημα αὐτῆς»!

Και δεν επρόκειτο για προσωπικές θέσεις του Μεταξά. Ακόμα και τον Οκτώβριο του 1915, ο υπουργός Εσωτερικών, Δημήτριος Ράλλης, αποκάλυψε πως, το 1912, είχε ταχθεί υπέρ της «καιροσκοπικῆς ἀναμονῆς»· για να του απαντήσει ο Βενιζέλος πως «κατὰ βάθος θὰ ἐνομίζατε ὅτι καλύτερον θὰ εἴμεθα… εἰς τὰ παλιὰ σύνορά μας, τὰ πρὸ τοῦ 1912»[14].

Από τότε διατηρούσε άλλωστε  ανομολόγητες σχέσεις με τη γερμανική πρεσβεία. Σε δύο τηλεγραφήματα του Γερμανού πρέσβη Κουάτ, προς το γερμανικό ΥΠΕΞ, στα 1913, ανφέρει πως ο Μεταξάς, τον διαβεβαίωνε πως εάν οι Γερμανοί πείσουν την Τουρκία να δειχθεί λιγότερο επιθετική, ίσως το Γενικό Επιτελείο θα μπορούσε να κάνει «κάτι» εναντίον του πρωθυπουργού![15]

«Θὰ μᾶς συγχωρήσῃ ὁ Θεός τὸ [«ἔγκλημα τοῦ» – δύο λέξεις διαγραμμένες] 1915; Φταῖμε ὅλοι! Καὶ ὁ Βενιζέλος ἀκόμα! – Τώρα αἰσθάνομαι πόσο ἔφταιξα!»
«Θὰ μᾶς συγχωρήσῃ ὁ Θεός τὸ [«ἔγκλημα τοῦ» – δύο λέξεις διαγραμμένες] 1915; Φταῖμε ὅλοι! Καὶ ὁ Βενιζέλος ἀκόμα! – Τώρα αἰσθάνομαι πόσο ἔφταιξα!»

Καλλίπολη: από το 1914 στο 1915

Ο ρόλος του Μεταξά υπήρξε καθοριστικός κατά το δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1915, όταν η επέμβαση του ελληνικού στρατού στην Καλλίπολη, θα απορριφθεί από τον βασιλιά επί τη βάσει των δικών του επιχειρημάτων. Και όμως, μερικούς μήνες πριν, στις 6 Ιουλίου 1914, εν όψει πιθανού ελληνοτουρκικού πολέμου, υποστήριζε την απόβαση… ακριβώς στην Καλλίπολη!

«… καίριον πλῆγμα εἶναι ἡ ἀπόβασις… εἰς Μ. Ἀσίαν καὶ ἡ ἐν αὐτῇ καταστροφὴ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Τουρκίας. Ἡ ἐπιχείρησις αὕτη εἶναι τεχνικῶς δυνατὴ… ἀλλὰ πολιτικῶς ἀποκλείεται ἕνεκα τῆς ἐχθρότητος τῆς Βουλγαρίας…». Γι’ αυτό και καταλήγει ως μοναδική λύση … την Καλλίπολη: «…πρέπει νὰ γίνωμεν κύριοι τῆς διόδου τῶν Δαρδανελλίων… δι’ ἀποβάσεως στρατοῦ…. εἰς τι σημεῖον τοῦ κόλπου τοῦ Ξηροῦ (παραλίων τῆς χερσονήσου της Καλλιπόλεως)…»[16].

Ο Μεταξάς, έγραφε ίσως για τελευταία φορά ως επιτελικός του στρατού, χωρίς τις ιδεολογικές παρωπίδες που του επέβαλλαν οι επιδιώξεις του Κωνσταντίνου και του Κάιζερ. Διότι, μετά την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου, εύχεται συμμαχία ή έστω «συμβιβασμόν» με τους Τούρκους: «Έάν ἐντὸς τοῦ Αὐγούστου κριθῇ δι’ ἀποφασιστικῶν μαχῶν ἡ τύχη τοῦ πολέμου καὶ συμμαχήσωμεν μὲ τοὺς Τούρκους ἢ μᾶλλον συμβιβασθῶμεν, τότε εἰμπορεῖ νὰ εἴμεθα ησυχώτεροι…»[17].

Με υπόμνημά του, στις 14 Ιανουαρίου 1915 (Περὶ Μικρᾶς Ἀσίας – Δυνατότητες διαμελισμοῦ), επιχειρεί να καταδείξει το ανέφικτο μιας ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία[18], για να ακολουθήσει, στις 17 Φεβρουαρίου 1915, η απόρριψη της συμμετοχής «τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐκστρατείαν τῶν Δαρδανελλίων»[19].

Και ενώ ο πρωθυπουργός έμοιαζε να πείθει τον Βασιλιά για την ανάγκη απόβασης, στο πλευρό της Αντάντ, στην ανοχύρωτη ακόμα Καλλίπολη, ο Ιωάννης Μεταξάς, ως αρχηγός του Επιτελείου, διαφώνησε ανοιχτά.

Ο Βενιζέλος κλονίστηκε, δεν απέλυσε αμέσως τον Μεταξά, και θα δώσει την ευκαιρία στον Κωνσταντίνο  να ακολουθήσει τις  παραινέσεις του Κάιζερ, και το σχέδιο της ελληνικής συμμετοχής θα ναυαγήσει[20].

Ο ίδιος άνθρωπος που το καλοκαίρι του 1914 προπαρασκεύαζε την απόβαση του ελληνικού στρατού στην Καλλίπολη, χωρίς τη συνδρομή άλλων δυνάμεων, θα την απορρίψει το 1915, παρόλο που τώρα θα διεξαγόταν με τη συνδρομή των Αγγλογάλλων, οι οποίοι παραχωρούσαν μάλιστα στην Ελλάδα την Κύπρο, την Ιωνία και τη Βόρειο Ήπειρο. Άλλωστε, το 1920, θα θεωρήσει και πάλι λανθασμένη την απόβαση στη Σμύρνη (!), ενώ, αντίθετα, το 1914, ως μόνο εμπόδιο έβρισκε τη βουλγαρική απειλή, ανύπαρκτη μετά το 1918.

Τι είχε αλλάξει μεταξύ 1914 και 1915; Απλούστατα, η συμμαχία της Τουρκίας με τις Κεντρικές Δυνάμεις. Τι είχε αλλάξει μεταξύ 1914 και 1919-1920; Η πρωταγωνιστική εμπλοκή του στον Εθνικό Διχασμό.

Άλλωστε, το ημερολόγιό του διακόπτεται αιφνιδίως στις 8 Οκτωβρίου 1915 και ξαναρχίζει σχεδόν δύο χρόνια μετά, στις 8/21 Ιουλίου 1917 δηλαδή  απουσιάζουν παντελώς τα έτη του Διχασμού, στον οποίο πρωταγωνιστεί, σε στενή σχέση με τη γερμανική πρεσβεία.

Αρχιτέκτονας του Διχασμού

Ο Μεταξάς ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος με τον στρατιωτικό ακόλουθο της Γερμανίας Φαλκενχάουζεν ώστε ο ιστορικός Στράτος Δορδανάς, που έχει ερευνήσει τα ημερολόγια του Φαλκενχάουζεν, δεν έχει πλέον καμία αμφιβολία πως «ο Μεταξάς και οι άλλοι δεν ήσαν οι μόνοι που λειτούργησαν –το λιγότερο– ως πράκτορες των Γερμανών, αποκαλύπτοντας τα κρατικά μυστικά»[21].

Το 1916 είχε επιβληθεί  από τους Συμμάχους η διεξαγωγή εκλογών  – οι οποίες ακυρώθηκαν μετά την παράδοση της Καβάλας στους Βουλγάρους από τον Κωνσταντίνο. Για τη χρηματοδότηση του προεκλογικού αγώνα, ο Μεταξάς εισέπραξε από τη γερμανική πρεσβεία, μέσω του Φαλκενχάουζεν, 100.000 φράγκα, ενώ ένα μέρος των χρημάτων, 80.000 σε δραχμές, προοριζόταν για «ειδικό σκοπό». Μας τον αποκαλύπτει  ο Φαλκενχάουζεν:

«Και το κύριο θέμα, χωρίς την επίλυση του οποίου τίποτε δεν μπορεί να προχωρήσει. Εξαφάνιση του Βενιζέλου! …  Θα κάνω ό,τι μπορώ. Το βράδυ μακρά συζήτηση με τον Μεταξά… Υπερθεματίζει. Πάντα συμφωνούμε εμείς οι δύο. Αν σε μία εβδομάδα ο Βενιζέλος δεν ζει, θα πιώ μια φιάλη σαμπάνια[22]».

Το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή, όμως δεν βρέθηκε η κατάλληλη ευκαιρία και ο «κατάλληλος» άνθρωπος. Και ο Φαλκενχάουζεν σημειώνει: «Επιτέλους δεν θα βρεθεί ένας θαρραλέος Έλληνας;» Θα μεσολαβήσει όμως η μετάβαση του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη πριν ο Φαλκενχάουζεν και ο Μεταξάς ανακαλύψουν αυτόν τον «θαρραλέο Έλληνα».

Σχετικά με την οργάνωση του εμφυλιοπολεμικού σώματος των Επιστράτων, για την οποία είχε καταδικαστεί σε θάνατο, γράφει στη σύζυγό του:

«… θαυμασία ζύμη εἶναι οἱ Ἐπίστρατοι… Καὶ θὰ εἶναι αἰωνία δόξα ἡ ὀργάνωσίς των. Δόξα, τὴν ὁποία δὲν εἰμποροῦν νὰ μοῦ κλέψουν, ἀφοῦ μοῦ τὴν ἀναγνωρίζει ἡ ἀπόφασις ποὺ μὲ καταδίκασεν εἰς θάνατον»[23].

Καθ’ όλη τη διάρκεια της κυριαρχίας του κωνσταντινισμού, είχε μόνιμες και συστηματικές σχέσεις με τους Γερμανούς ενώ, ακόμα και την τελευταία στιγμή, το 1917, πριν την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, θα προσπαθεί να προχωρήσει σε ανοικτό εμφύλιο πόλεμο με εφεδρεία τους Επιστράτους. Γράφει ο Ζαβιτσιάνος: «Ὁ Μεταξᾶς ἐθεώρησε τὴν στιγμὴν κατάλληλον διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῆς οὐδετερότητος, παρὰ τὸ πλευρόν, ἐννοεῖται, τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν. Ἔκαμε καὶ λεπτομερὲς σχέδιον εξόδου καὶ ἐπιστρατεύσεως…»[24].

Αλλά ακόμα και ο Γερμανός πρέσβης φον Μίρμπαχ θα το απορρίψει[25] και ο Κωνσταντίνος, που τον θεωρούσε υπεύθυνο για πολλά από τα στραβοπατήματά του, θα τον απομακρύνει οριστικά από το περιβάλλον του.

Στο Αιάκειο, στην εξορία, οι πεποιθήσεις του μέσα από την εμπειρία του εμφυλίου πολέμου, εμφανίζονται ανοικτά ολιγαρχικές και φασίζουσες:

«Ἀγωνίζεται σήμερον ἡ Γερμανία πράγματι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἐπικρατήσεως τῆς ἀξίας… Νέος γεννᾶται πολιτισμός… Ἡ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἀνισότης εἶναι ἡ φυσικὴ κατάστασις τῆς κοινωνίας…[26]».

Την δε είσοδο του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη. την αντιμετώπισε ως προσωπική του ήττα::

«ΤΟἱ Ἕλληνες κατέλαβον τὴν Σμύρνην… Ἐτελείωσε! Ἡμεῖς ἡττήθημεν ὁριστικῶς πολιτικῶς, ἀλλὰ ἂς μεγαλυνθῇ ἡ Ἑλλάς…, θεέ μου συγχώρησον τὰς τελευταίας μου ματαιότητας. Ἐτελείωσεν πλέον! Ὁ πολιτικός μου βίος παύει διὰ παντὸς[27]».

Οι γερμανικές παρωπίδες

Για μια έσχατη φορά με καθαρό μυαλό, την 1η Αυγούστου 1914, σε επιστολή προς τη σύζυγό του Λέλα, προβλέπει νίκη της Αγγλίας[28] ενώ, στις 4Αυγούστου, θα επαναλάβει: «Βεβαίως δὲν μᾶς συμφέρει νὰ νικήσῃ ἡ Γερμανία»[29]. Όμως, λίγες ημέρες μετά στις 13Αυγούστου, περιγράφει τη φιλογερμανική του μεταστροφή: «ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδος ἐξασφαλίζεται μόνον ἐὰν νικήσῃ ἡ Γερμανία…»[30], «ὁ γερμανικὸς πολιτισμὸς εἶναι ὁ πολιτισμὸς τοῦ μέλλοντος καὶ ἡ ἐλπὶς τῆς ἀνθρωπότητος»[31].

Και θα επιμείνει να πιστεύει στη νίκη της Γερμανίας ακόμα και έξι ημέρες πριν την κατάρρευσή της, εμμονή που εξηγείται μόνο από την απόλυτη ταύτισή του με τα πεπρωμένα της Γερμανίας:

«…εἶναι μέγα εὐτύχημα τῆς Γερμανίας ὅτι ἀπηλλάγη τῆς Αὐστρίας (είχε υπογράψει ανακωχή δύο ημέρες πριν, Γ.Κ.). Μόνον τώρα δύναται νὰ ὑψώσῃ… τὴν σημαίαν τῶν μεγάλων ἰδεωδῶν τῆς ἀνθρωπότητος, τὰ ὁποῖα ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς τάσεις τῆς γερμανικῆς ψυχῆς»[32].

Πάντως, στις 4 Ιανουαρίου 1941, 24 ημέρες πριν τον θάνατό του, θα επιστρέψει στο μοιραίο 1915, αναγνωρίζοντας την αποφασιστική σημασία της παρέμβασής του στην καθοριστικότερη στιγμή της επαναστατικής περιόδου 1909-1922: «Θὰ μᾶς συγχωρήσῃ ὁ Θεός τὸ [«ἔγκλημα τοῦ» – δύο λέξεις διαγραμμένες] 1915; Φταῖμε ὅλοι! Καὶ ὁ Βενιζέλος ἀκόμα! –  Τώρα αἰσθάνομαι πόσο ἔφταιξα!»[33]


[1] Για περισσότερα στοιχεία, βλ. τόσο στις «Εισαγωγές» του Ημερολογίου του, όσο και στα ακόλουθα: Μαρίνα Πετράκη, Ο Ιωάννης πίσω από τον ΜεταξάΗ Καθημερινή, Αθήνα 2014· Π.Γ. Βατικιώτης, Μια πολιτική βιογραφία του Ιωάννη Μεταξά, Ευρασία, Αθήνα 2005.

[2] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, 25 Σεπτεμβρίου 1896, τ. Α΄, σ. 96.

[3] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, 19 Οκτωβρίου 1896, τ. Α΄, σ. 108.

[4] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, 29 Ιανουαρίου 1897, τ. Α΄, σ. 139.

[5] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, 12 Φεβρουαρίου 1897, τ. Α΄, σ. 147.

[6] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, 22 Απριλίου 1897, τ. Α΄, σ. 187.

[7] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, 20 Αυγούστου 1899, τ. Α΄, σσ. 448-449.

[8] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, τ. Α΄, Βερολίνο 18/31 Μαρτίου 1898, σ. 527.

[9] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, τ. Α΄, Βερολίνο 18/31 Μαρτίου 1898, σ. 528.

[10] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, τ. Α΄, Βερολίνο 18/31 Μαρτίου 1898, σσ. 526-527.

[11] Πατρίς, 20 Σεπτεμβρίου 1912· Ν.Ε. Παπαδάκης (Παπαδής), Ελευθέριος Βενιζέλος  τ. Α΄, σ. 377.

[12] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία, τ. Γ΄, σ. 171.

[13] Ι. Μεταξάς,, Ημερολόγιο, 20.9/3.10.1912, τ. Β΄, σσ. 169-170· Ρένος Αποστολίδης, «Ανατίναξη του κεντρικού θρύλου ή Exhibitio Dictatoris», Νέα Ελληνικά, τχ. 3, 7, 9, 11, 16, σσ. 209-231, 524-533, σσ. 692-698, σσ. 865-868, 1.211-1.215, Γ΄, 1966-1967, εδώ, τχ. 11.

[14] ΕΣΒ, 21 Οκτωβρίου 1915, σσ. 551, 554.

[15] George B. Leon, Greece and the Great Powers 1914-1917, IMXA, Θεσσαλονίκη1974, σσ. 71-72· Quadt προς το γερμανικό ΥΠΕΞ, 3/16 Σεπτεμβρίου και 4/17 Οκτωβρίου 1913.

[16] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, 6 Ιουλίου 1914, τ. Β΄, σσ. 294-296.

[17] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, ό.π., 5 Αυγούστου 1914, τ. Β΄, σ. 339.

[18] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, τ. Β΄, 14/27.01.1915, σσ. 386-392.

[19] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιοό.π., 17 Φεβρουαρίου/2 Μαρτίου 1915, τ. Β΄, σσ. 407-413.

[20] Σκριπ και Πατρίς 19.2/4.3.1915· Χρίστος Α. Θεοδούλου, Η Ελλάδα και η Αντάντ, ΕΙΕΜ ΕΒ, Πατάκης, Αθήνα 2011, σσ. 172-173.

[21] Στράτος Ν. Δορδανάς, Οι Αργυρώνητοι, σ. 163. Βλ. και Έλλη Λεμονίδου, «Η επίδραση του γερμανικού παράγοντα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης στην Ελλάδα του Α΄ ΠΠ», Online-Compendium der deutsch-griechischen Verflechtungen, 24.06.2021.

[22] Βλ. το ημερολόγιο του Falkenhausen. Καταγραφές 1, 7, 8, 14, 15, 17 Σεπτεμβρίου 1916. Πρτθ. από Στράτος Ν. Δορδανάς, Οι Αργυρώνητοι, ό.π., σσ. 132-133.

[23] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, 2/15 Δεκεμβρίου 1920, τ. Β΄, σ. 664.

[24] Κ. Γ. Ζαβιτσιάνος, Αι αναμνήσεις του εκ της ιστορικής διαφωνίας Βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου όπως την έζησε (1914-1920) | τ. Α΄, σ. 214.

[25] Κ. Γ. Ζαβιτσιάνος, ό.π., τ. Α΄, σσ. 214-215.

[26] Ι. Μεταξάς, ό.π., Αιάκειον, 4/17 Απριλίου 1918, τ. Β΄, σσ. 458-459.

[27] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, 5/18 Μαΐου 1919, τ. Β΄, σ. 506 (υπογρ. στο πρωτότυπο).

[28] Ι. Μεταξάς, ό.π., 1.8.1914, επιστολή προς τη σύζυγο, τ. Β΄, σ. 376.

[29] Ι. Μεταξάς, ό.π., 4. 8.1914, επιστολή προς τη σύζυγο, τ. Β΄, σ. 383.

[30] Ημερολόγιοό.π., 13 Αυγούστου 1914, τ. Β΄, σ. 340.

[31] Ημερολόγιο, 2/15 Σεπτεμβρίου 1914, ό.π., τ. Β΄, σ. 361.

[32] Ημερολόγιοό.π., 4/17 Οκτωβρίου 1918, τ. Β΄, σσ. 462-463.

[33] Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, ό.π., 5 Ιανουαρίου 1941, τ. Δ΄, σ. 556.

(Εμφανιστηκε 496 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.