23 Αυγούστου 2023 at 15:39

Τι συνεπάγεται ο ακριτικός ρόλος της Ελλάδας;

από

Τι συνεπάγεται ο ακριτικός ρόλος της Ελλάδας;

Γράφει ο Γιώργος Ρακκάς

Το απαραίτητο άνοιγμα στην Ανατολική Ευρώπη και την Σκανδιναβία

του Γιώργου Ρακκά

Ο ακριτικός ρόλος της Ελλάδας διαμορφώνεται από τις εξελίξεις: τα παραδοσιακά κέντρα ισχύος στην Δύση αποδυναμώνονται, η Ρωσία διεκδικεί εκ νέου την Ανατολική Ευρώπη, η Τουρκία επιδιώκει να θέσει την Ευρώπη υπό ομηρία ελέγχοντας τα Βαλκάνια, την νοτιοανατολική Μεσόγειο, την Βόρεια Αφρική (και τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής ηπείρου). Η Κίνα συγκροτεί την δική της αποικιακή σφαίρα στην Αφρική, την Λατινική Αμερική, και την μεγάλη Ευρασιατική επικράτεια μέσω του “νέου δρόμου του μεταξιού”. Ο χώρος της Δύσης συρρικνώνεται. Η Ελλάδα όντας στην νοτιοανατολική της μεθόριο βλέπει τις πιέσεις από την Τουρκία να πολλαπλασιάζονται, μιας και η ελληνική κυριαρχία λειτουργεί ως ανάχωμα της τουρκικής επέκτασης προς τα δυτικά.

Οι κοινωνίες των παραδοσιακών κέντρων της Δύσης έχουν έλλειμμα συσπείρωσης και συνοχής. Οι κοινωνικές διαιρέσεις ανάμεσα στις ελίτ και τα μεσαία και τα κατώτερα στρώματα είναι κάθετες, δεν αφορούν μόνο στο εισόδημα, αλλά το μορφωτικό επίπεδο, την πρόσβαση, την κατανόηση και τον έλεγχο των νέων τεχνολογιών, ακόμα, την ιδεολογία και τους ηθικούς και αξιακούς κόσμους.
Οι κοινωνίες των παραδοσιακών κέντρων της Δύσης έχουν έλλειμμα συσπείρωσης και συνοχής. Οι κοινωνικές διαιρέσεις ανάμεσα στις ελίτ και τα μεσαία και τα κατώτερα στρώματα είναι κάθετες, δεν αφορούν μόνο στο εισόδημα, αλλά το μορφωτικό επίπεδο, την πρόσβαση, την κατανόηση και τον έλεγχο των νέων τεχνολογιών, ακόμα, την ιδεολογία και τους ηθικούς και αξιακούς κόσμους.

Εντός της χώρας μας όμως, η ακριτική στρατηγική αμφισβητείται. Μάλιστα, από δύο εκ διαμέτρου αντίθετα ιδεολογικά ρεύματα.

Όσοι έλκονται από τον ιδεολογικό πρόταγμα της Ευρασίας, ένα μείγμα αυταρχισμού, νοσταλγίας για μια φανταστική χρυσή εποχή παραδοσιοκρατίας, και επεκτατισμού, απορρίπτουν την ενεργοποίηση της Ελλάδας στο πλαίσιο της Δύσης. Προωθούν αντίθετα το δόγμα της ουδετερότητας. Ποιας ουδετερότητας; Εκείνης που ζητούσαν από την Ελλάδα όλες οι δυνάμεις του ηπειρωτικού ιμπεριαλισμού, οι Γερμανοί στον Πρώτο και το Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι Ιταλοί με το τελεσίγραφό τους στον Δεύτερο.

Επιθυμούν δηλαδή από μια χώρα που η ιστορία και η γεωγραφία την τοποθετούν μεταξύ των ναυτικών δυνάμεων να δώσει γη και ύδωρ στις «χερσαίες». Κάτι που ισοδυναμεί με παθητικοποίηση, η οποία, σε περιόδους όπως η σημερινή όπου οι ανταγωνισμοί οξύνονται, απειλεί την Ελλάδα με γεωπολιτική απίσχναση. Την μεταβολή, δηλαδή, της Ελλάδας από κυρίαρχης χώρας σε ευρασιατική γέφυρα, υπό την υψηλή εποπτεία της Τουρκίας.

Όμως σήμερα μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έτερη πλευρά αμφισβήτησης της ακριτικής στρατηγικής. Γιατί εμφανίζεται ως δυτικόφιλη, συμμετέχει στην κυβέρνηση, καταφέρνει ενίοτε οι θέσεις της να εκφράζονται ακόμα και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Εξίσου, διατηρεί ερείσματα στην αντιπολίτευση, εκφράζεται από καθηγητές πανεπιστημίου, διπλωμάτες, ινστιτούτα όπως το ΕΛΙΑΜΕΠ, και μπορεί να την διαβάσει κανείς σε εφημερίδες όπως το Βήμα και η Καθημερινή[1].

Η άποψη αυτή απορρίπτει την ακριτική στρατηγική και υποστηρίζει πως η Ελλάδα οφείλει να επενδύσει στις αμερικανικές προσπάθειες, ώστε να επιτευχθεί ένα modus vivendi με την Τουρκία.

Στηρίζεται στις ακόλουθες παραδοχές: α. Η Δύση απέδειξε την ενότητα και την συνοχή της με το ξέσπασμα της ρωσικής εισβολής, αιφνιδιάζοντας Πούτιν και Ερντογάν· έτσι ο τελευταίος τείνει να αναθεωρήσει την στάση του και επαναπροσεγγίζει τη Δύση. Η οποία με τη σειρά της δεν επιθυμεί να χάσει μια χώρα με την στρατηγική βαρύτητα της Τουρκίας. β. Η Ελλάδα έχει αναβαθμίσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, και τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, επομένως αυτές θα πιέσουν για μια διευθέτηση που θα λαμβάνει περισσότερα υπόψη τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, αναπόφευκτα, όχι εξ ολοκλήρου. γ. Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν διαθέτουν τα μεγέθη, ώστε ν’ αναλάβουν ακριτικό ρόλο και, επίσης, εκείνοι που τον προκρίνουν βασίζονται σε μια εθνοκρατική αντίληψη που είναι παρωχημένη για τον 21ο αιώνα.

Εντούτοις, οι παραδοχές αυτές είναι, εσφαλμένες. Στηρίζονται σε μια παρερμηνεία των τάσεων που διέπουν το παγκόσμιο σύστημα, την Δύση, την ίδια την Τουρκία.

Πρώτον, η ενότητα και η ισχύς της δυτικής συμμαχίας διαβρώνεται εκ των έσω. Από την κρίση των παραδοσιακών της κέντρων: Οι ΗΠΑ βυθίζονται ολοένα και περισσότερο σε έναν πολιτισμικό εμφύλιο ανάμεσα στον γουοκισμό και τον τραμπισμό. Η Δυτική Ευρώπη με πιο εμβληματική περίπτωση τη Γαλλία, βιώνει τους σπασμούς της πολυπολιτισμικής αποσύνθεσης, με τις παράλληλες αποσχιστικές κοινωνίες του ευρωπαϊκού ισλάμ. Στην Γερμανία, ανέρχεται θεαματικά ένα φαιοκόκκινο δημαγωγικό μέτωπο του AfD και της Σάρας Βάγκενκεχτ το οποίο ομνύει στη συμμαχία “κόκκινων-λευκών” του Πουτινισμού. Και η Βρετανία κλυδωνίζεται επικίνδυνα μετά το Brexit.

Οι κοινωνίες των παραδοσιακών κέντρων της Δύσης έχουν έλλειμμα συσπείρωσης και συνοχής. Οι κοινωνικές διαιρέσεις ανάμεσα στις ελίτ και τα μεσαία και τα κατώτερα στρώματα είναι κάθετες, δεν αφορούν μόνο στο εισόδημα, αλλά το μορφωτικό επίπεδο, την πρόσβαση, την κατανόηση και τον έλεγχο των νέων τεχνολογιών, ακόμα, την ιδεολογία και τους ηθικούς και αξιακούς κόσμους. Οι άρχουσες τάξεις, μέσα από την ιδεολογία τους, στοχοποιούν όχι μόνον τον κοινωνικό κορμό, άλλα και την ιστορία και τις κατακτήσεις του ευρωπαϊκού πολιτισμού, που πλέον καταδικάζεται στο πυρ το εξώτερο, ως φορέας ρατσισμού, σωβινισμού και πατριαρχίας.

Την ίδια στιγμή, λοιπόν, που οι κατακτήσεις του ευρωπαϊκού πολιτισμού προτάσσονται έναντι του ευρασιατικού άξονα, διασύρονται και αποδομούνται στο εσωτερικό της Δύσης από τις ίδιες τις άρχουσες τάξεις. Η πολιτική της Δύσης υπονομεύεται από τα μέσα: από τη μία ο ISIS διώκεται ως κατ’ εξοχήν φορέας της ισλαμικής τρομοκρατίας, από την άλλη η καταγγελία των ισλαμοφασιστικών τάσεων που αναπτύσσονται στα γκέτο του Παρισιού ή του Βερολίνου ποινικοποιείται ως “ισλαμοφοβία”. Έτσι, η αυτολογοκρισία της Δύσης μπλοκάρει την μετεξέλιξη της συμμαχίας της σε μια συμμαχία αξιών με ξεκάθαρο ιστορικό και πολιτιστικό στίγμα.

Ο γουκισμός και η αγεφύρωτη κοινωνική πόλωση, αποτελούν κατ’ εξοχήν συμπτώματα παρακμής. Όχι της “συλλογικής Δύσης”, όπως θέλει η ρωσική προπαγάνδα, αλλά των παραδοσιακών κέντρων της, τα οποία με αυτόν τον τρόπο κλείνουν έναν μακρύ ιστορικό κύκλο αυτοκρατορικών εγχειρημάτων και επέκτασης. Η ιδεολογία της αφύπνισης είναι το έσχατο στάδιο του ιμπεριαλισμού, η φάση ενδόρηξής του.

Η ισχύς και η επιρροή της δυτικής συμμαχίας δεν ενισχύεται, όπως ισχυρίζονται στην Ελλάδα διάφοροι, αλλά απομειώνεται. Ιδίως εκτός Δύσεως, ολοένα και περισσότερες χώρες αλληθωρίζουν προς την Ευρασία: στη Μέση Ανατολή, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα· στην Αφρική πληθαίνουν τα αντιδυτικά, φιλορωσικά, φιλοκινεζικά και φιλοτουρκικά πραξικοπήματα· στη δε Λατινική Αμερική, χαρακτηριστική είναι η στάση της Βραζιλίας, όπου και ο Μπολσονάρου και ο Λούλα, παρότι μεταξύ τους παρεμβάλλεται πολιτική άβυσσος, απέφυγαν αμφότεροι να ταυτιστούν με τη Δύση στην καταγγελία της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Άρα ούτε και η Τουρκία δεν πρόκειται να επιστρέψει σε μια Δύση που υποχωρεί. Γιατί να το κάνει; Η εντυπωσιακή αναβάθμιση της επιρροής της στην Κεντρική Ασία, την Αφρική, τα Βαλκάνια έχει ως προϋπόθεση την υποχώρηση των δυτικών παραδοσιακών κέντρων. Όταν προσεγγίζει τα τελευταία, το κάνει για τακτικούς όχι για στρατηγικούς λόγους.

Πρόσφατα, δημοσιεύθηκε ένα κείμενο για το μέλλον των αμερικανοτουρκικών σχέσεων στο Foreign Affairs, την επιδραστικότερη επιθεώρηση διεθνών σχέσεων των ΗΠΑ[2]. Υποστηρίζει πως η Τουρκία είναι αμετάκλητα “μετα-δυτική“, ωστόσο οι Αμερικάνοι και οι Ευρωπαίοι έχουν συμφέρον να κρατήσουν την μεσαία δύναμη κοντά τους δελεάζοντάς την με σχήματα οικονομικής συνεργασίας αμοιβαίου συμφέροντος: ενεργειακή συνεκμετάλλευση, μεταφορά της συναρμολόγησης από την Κίνα στην Τουρκία κ.ο.κ.

Η Τουρκία, όμως, επιδιώκει την πύκνωση της οικονομικής αλληλεξάρτησης για άλλον λόγο, καθώς της επιτρέπει να εκβιάζει τη Δύση και να της επιβάλλει τις επιλογές της. Η Δύση, και κυρίως η Ευρώπη, κινδυνεύει να καταστεί εκβιαζόμενη, όπως ήδη συμβαίνει σε ό,τι έχει να κάνει με το μεταναστευτικό, όπου η Τουρκία έχει ήδη αναλάβει ρόλο ρυθμιστή. Τόσο των παράνομων ροών προς την Ευρώπη όσο και των μουσουλμανικών πληθυσμών που εγκαταβιούν στο εσωτερικό της.

Αντίθετα με ότι πιστεύει ένα μέρος του αμερικανικού κατεστημένου, όπως οι Γερμανοί ή οι Ισπανοί, το δέλεαρ για να προσεγγίσει η Τουρκία τη Δύση είναι οι αδυναμίες της, που τις εκμεταλλεύεται για ν’ αποκτήσει το πάνω χέρι στους συσχετισμούς. Όχι η δύναμή της.

Χαρακτηριστικό ως προς αυτό, ένα στιγμιότυπο των αμερικανοτουρκικών διαπραγματεύσεων ενόψει της συνδιάσκεψης του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους, όπου η Τουρκία έπρεπε να αποδεχθεί την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ. Ο Μπάιντεν φέρεται να υποσχέθηκε στον Ερντογάν 11 δισ.$ μέσω του ΔΝΤ και το ρεπορτάζ υποστήριζε ότι η προσφορά αυτή έπαιξε τον ρόλο της στην θετική στάση της Τουρκίας κατά την διάρκεια της συνδιάσκεψης. Με το πέρας της, όμως, ο Ερντογάν μετέβη στην Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα, όπου υπέγραψε συμφωνίες υπερπενταπλάσιας αξίας. Οι αναλυτές σχολίασαν ότι μέσω αυτών, η Τουρκία ξεπουλάει τα ‘ασημικά’ της στις πετρομοναρχίες του Κόλπου. Όμως, και πάλι σφάλλουν: οι ιδιωτικοποιήσεις που συμφώνησε ο Ερντογάν στην πραγματικότητα μεταβάλλουν τους Σεΐχηδες σε συνεπενδυτές του τουρκικού γεωπολιτικού σχεδίου.

Η ακριτική στρατηγική και οι νέες συμμαχίες

Τρίτον: η ακριτική στρατηγική για τον ελληνισμό δεν συνεπάγεται εθνοκρατική περιχαράκωση αλλά άνοιγμα σε νέες συμμαχίες.

Η αντιπαράθεση Δύσης και Ευρασίας δημιουργεί έναν ευρύ μεθοριακό χώρο που ξεκινάει από την Σκανδιναβία, περνάει από την Ανατολική Ευρώπη, και καταλήγει στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, την Κύπρο και την Ελλάδα.

Διόλου τυχαία, αυτός ο χώρος περιλαμβάνει χώρες που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο παρεκκλίνουν από το μοντέλο που κυριάρχησε στα παραδοσιακά κέντρα της Δύσης.

Η Σκανδιναβία εγκαταλείπει με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα το πολυπολιτισμικό παράδειγμα. Το πράττει όχι μόνον για να υπερασπίσει την κοινωνική ενότητα που έχει διαρρηχθεί σοβαρά από τα γκέτο και τις συμμορίες. Αλλά και διότι η ανασυγκρότηση της εθνικής αλληλεγγύης αποτελεί πρωταρχική προϋπόθεση για την επιβίωση του περίφημου σκανδιναβικού κοινωνικού κράτους. Την ίδια στιγμή, η συνείδηση της ακριτικότητας αναγκάζει χώρες με πολύ μακρά παράδοση στην ουδετερότητα να την εγκαταλείψουν και να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ.

Η δε Ανατολική Ευρώπη διατυπώνει μια διαφορετική ισορροπία ανάμεσα στην δημοκρατία, το κράτος δικαίου, την υπεράσπιση του έθνους και της πολιτιστικής ταυτότητας. Εκεί, ιστορικά, τα έθνη που βρέθηκαν να διεκδικούν την ύπαρξή τους έναντι των μεγάλων αυτοκρατορικών μορφωμάτων -της Ρωσίας και των αντίστοιχων Γερμανικών- Επιχειρούν ήδη την σύνθεση ανάμεσα στην νεωτερικότητα, την ευρωπαϊκή παράδοση και την εθνική ιδιαιτερότητα.

Η κληρονομιά αυτή έδωσε τους καρπούς της από το 1989 και αργότερα, καθώς οι χώρες αυτές διέθεταν τις ιστορικές εμπειρίες και τις κοινωνικές δυνάμεις, ώστε να αποφύγουν το παράδειγμα του μαφιόζικου μετασοβιετικού μοντέλου της Ρωσίας. Eν τέλει, οι πρόσφατες δύο δεκαετίες υπήρξαν γι’ αυτές τις χώρες δεκαετίες ανάκαμψης, παραγωγικής, κοινωνικής και πολιτικής: σύμφωνα με τον Guardian, από το 1990 κι έπειτα οι οικονομίες της Πολωνίας και της Σλοβενίας επταπλασιάστηκαν, ενώ εκείνες της Τσεχίας ή της Εσθονίας πενταπλασιάστηκαν[3].

Ο δυναμισμός αυτός διαφαίνεται σήμερα στο παράδειγμα της ουκρανικής αντίστασης, στις δημιουργικές κοινωνικές δυνάμεις που συσπειρώνονται εντός της. Στην σημαντική ανανέωση που έχουν επιτύχει από το 2014 κι έπειτα, στο επίπεδο των θεσμών, των ενόπλων δυνάμεων και της κοινωνίας των πολιτών. Κάτι που επιτρέπει στην Ουκρανία σήμερα να ανθίσταται και να αποκρούει την εισβολή της Ρωσίας.

Εξάλλου, η επιτυχής ουκρανική αντίσταση και η ενεργή συμπαράσταση που εκφράζουν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης έχει ήδη μετατοπίσει το κέντρο βάρους της ΕΕ προς τα ανατολικά. Χώρες όπως η Πολωνία ή η Τσεχία βλέπουν τον ρόλο τους στην Ευρώπη ν’ αναβαθμίζεται.

Το κέντρο βάρους αφορά στο στρατιωτικό δυναμικό, κι επομένως την ευρύτερη συνεισφορά στο πεδίο της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Αφορά όμως και στην ιδεολογία, καθώς ο μεθοριακός χώρος λειτουργεί ως πολιτικό εργαστήριο. Επίσης, εξίσου σημαντικό είναι ότι ταυτοχρόνως μιλάμε για την παραγωγική ενδοχώρα της Ευρώπης, η οποία αποτελείται ως επί το πλείστον (με την εξαίρεση της Σκανδιναβίας) από κοινωνίες οι οποίες δεν έζησαν την μετάλλαξη του κοινωνικού τους ιστού, υπό την επίδραση της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης.

Στη νέα οικονομική γεωγραφία της Ευρώπης που αναδύεται στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα εντοπίζονται σημαντικά κέντρα παραγωγής, υψηλής τεχνολογίας και έρευνας, από την Σλοβενία και την Ρουμανία, μέχρι την Εσθονία και την Λιθουανία. Όσο για την Σκανδιναβία, δεν θα απωλέσει ποτέ την παραγωγική της αυτοδυναμία –η Σουηδία είναι μια χώρα στα μεγέθη της Ελλάδας που διαθέτει δική της αυτοκινητοβιομηχανία, ενώ κατασκευάζει τα δικά της μαχητικά και άρματα.

Από το 2020 κι έπειτα η απόφαση της Ελλάδας να εγκαταλείψει την κατευναστική στάση και να αντιταχθεί σθεναρά στις προκλήσεις του τουρκικού επεκτατισμού, λειτούργησε πολλαπλασιαστικά ως προς την γεωπολιτική της αξία και σημασία. Στην βάση αυτή η Ελλάδα έχει θέσει υποψηφιότητα να αποτελέσει δυνητικός ενεργειακός κόμβος της Ευρώπης. Και είναι ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της Αλεξανδρούπολης -ως προς τον τουρκικό έλεγχο των στενών του Βοσπόρου- που την καθιστά τόσο βαρύνουσα γεωστρατηγικά για όλη την δυτική συμμαχία.

Η διπλωματική ενεργοποίηση της χώρας υπήρξε επίσης αξιοσημείωτη, με την Γαλλία, τις ΗΠΑ, την Αίγυπτο και το Ισραήλ, τις χώρες του Κόλπου. Ακόμα και με την Ινδία, η οποία είναι ανερχόμενη μεγάλη δύναμη και προσέγγισε την Ελλάδα ακριβώς εξαιτίας της κοινής αντιπαλότητας με την Τουρκία.

Ωστόσο, πλην της Ινδίας, η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζεται υπερβολικά σε σχέσεις με δυνάμεις όπως οι Σαουδάραβες ή τα Εμιράτα, ακριβώς διότι αλληθωρίζουν προς την Ευρασία και δεν βλέπουν στις σχέσεις τους με τη Δύση την στρατηγική αναγκαιότητα παλαιότερων εποχών.

Επομένως, είναι απαραίτητο η Ελλάδα ν’ ανοιχτεί στον μεθοριακό χώρο της Ευρώπης και να συνάψει στενότερες σχέσεις με την Ανατολική Ευρώπη και την Σκανδιναβία. Ως προς την πρώτη, το κοινό θρησκευτικό υπόβαθρο ή η κληρονομιά του Βυζαντίου, χειραφετημένη από τις πλαστογραφήσεις του ρωσικού ιμπεριαλισμού αποτελεί σημαντικό εφόδιο. Εξάλλου το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποτελεί μοναδικό εναλλακτικό σημείο αναφοράς στους ορθοδόξους της ευρύτερης περιοχής, έναντι της τυραννίας που αντιπροσωπεύει ο ρωσικός κόσμος. Όσο για την Σκανδιναβία, υπάρχει ένα προηγούμενο αρκετών δεκαετιών συμπάθειας, σχέσεων αμοιβαιότητας και εμπιστοσύνης.

Ως εκ τούτου, απαιτείται η Ελλάδα να κινηθεί σε αυτές τις κατευθύνσεις, οι οποίες είναι καινούργιες σε σχέση με την πεπατημένη που ακολούθησε η χώρα εδώ και πολλές δεκαετίες.

Άλλωστε, η συγκρότηση ενός κοινού ακριτικού χώρου δεν είναι μόνον προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων αλλά και των ευρωπαϊκών. Είναι η μόνη ελπίδα για την ιδεολογική και πολιτική ανανέωση ολόκληρης της Ευρώπης και κατ’ επέκτασιν της Δύσης. Τώρα, που τα παραδοσιακά της κέντρα έχουν οδηγηθεί σε κορεσμό και παρακμή, ο δυτικός πολιτισμός έχει μπροστά του μόνον μια επιλογή εφόσον θέλει να ανανεωθεί. Το είχε κάνει πολύ παλιά, όταν η ισχύς της Ρώμης υποχωρούσε, το έχουν κάνει και άλλες μεγάλες δυνάμεις και πολιτισμοί: αναδιπλώνονται και ανατοποθετούνται, δημιουργούν νέα κέντρα σε περιοχές που άλλοτε φάνταζαν περιφερειακές, δευτερεύουσες ή υπνώττουσες, όπως συνέβη με την μετακίνηση του κέντρου βάρους της ρωμαϊκής ισχύος προς το Βυζάντιο.

Η Ελλάδα, με το πολιτιστικό της βάθος και την στρατηγική της σημασία, έχει κάθε συμφέρον να συμμετάσχει στην κίνηση αυτήν και να την αναδείξει.

Η υιοθέτηση μιας στρατηγικής ακριτικού χαρακτήρα, επομένως, σε τίποτα δεν έχει να κάνει με την περιχαράκωση και την απομόνωση που κηρύττουν οι αντίπαλοί της του κατευναστικού στρατοπέδου.

Αντίθετα, σχετίζεται με την προώθηση νέων σχημάτων σύμπραξης και συνεργασίας αναγκαίων όχι μόνον για την εθνική, αλλά και για την ευρωπαϊκή ανανέωση και αυτοδυναμία. Η ακριτική στρατηγική συνεπάγεται ενεργητικότερο ευρωπαϊκό ρόλο. Η κατευναστική στρατηγική, αντίθετα, οδηγεί την Ελλάδα στο να παίξει το παιχνίδι της Τουρκίας και να μεταβληθεί κι αυτή σε Δούρειο Ίππο για την άλωση και της ευρωπαϊκής αυτοδυναμίας.

Η συνειδητοποίηση, επομένως, του ακριτικού ρόλου που αποδίδεται στον ελληνισμό, δεν μας τοποθετεί στην ουρά και στο περιθώριο της Ευρώπης, όπως ισχυρίζονται σε μια περίεργη σύμπλευση ένας παραστικά δεμένος στη Δύση κατευνασμός και η ρωσοφιλία. Αλλά στην πρωτοπορία της.

[1] Βλ. πχ. Αλέξανδρος Διακόπουλος, Πέτρος Λιάκουρας, Κώστας Υφαντής, Κωνσταντίνος Φίλης, “Ελληνοτουρκικά: Ιχνηλατώντας τον δρόμο για τη Χάγη”, Καθημερινή, 30 Ιουλίου 2023.

[2] Asli Aydintasbas and Jeremy Shapiro, “Erdogan’s Post-Western Turkey.

Washington Must Embrace a Transactional Relationship With Ankara”, Foreign Affairs, 11 Αυγούστου 2023.

[3] Shaun Walker, “This is the golden age’: eastern Europe’s extraordinary 30-year revival”, The Guardian, 26 Οκτωβρίου 2019.

Πηγή: https://ardin-rixi.gr

(Εμφανιστηκε 302 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.