13 Απριλίου 2023 at 10:17

Η στεγαστική κρίση, το δημογραφικό και η απαιτούμενη αποκέντρωση

από

Η στεγαστική κρίση, το δημογραφικό και η απαιτούμενη αποκέντρωση

Του Γιώργου Ρακκά

Το στεγαστικό ζήτημα είναι ένα από τα πιο καίρια κοινωνικά ζητήματα των ημερών μας. Μάλιστα, συμπυκνώνει εντός του αρκετούς από τους μετασχηματισμούς που έλαβαν χώρα στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια: από τις δραστικές αλλαγές στις χρήσεις γης που έλαβαν χώρα στα κέντρα των μεγάλων πόλεων (ιδίως Αθήνα & Θεσσαλονίκη) με την τουριστικοποίηση, τις πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, τις «χρυσές βίζες», ή τα προγράμματα εγκατάστασης μεταναστών με επιδοτούμενο ενοίκιο, μέχρι την καθίζηση της δεκαετίας των μνημονίων, την πτώση της ιδιοκατοίκησης, την συμπίεση των εισοδημάτων, και την παλαίωση του στεγαστικού αποθέματος λόγω κάμψης των κατασκευαστικών δραστηριοτήτων.

Τα στοιχεία που δημοσιοποιούνται είναι εξόχως αποκαρδιωτικά. Σύμφωνα με στατιστικές που ανακοίνωσε η Eurostat για το 2020, στην Ελλάδα 1 στους 3 (το 33%) δαπανά άνω του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για την στέγη –ποσοστό που αναδεικνύει την χώρα μας αρνητική πρωταθλήτρια στην ΕΕ (ακολουθούν Βουλγαρία [14,4%] και Δανία [14,1%]).

Το στεγαστικό ζήτημα είναι ένα από τα πιο καίρια κοινωνικά ζητήματα των ημερών μας.
Το στεγαστικό ζήτημα είναι ένα από τα πιο καίρια κοινωνικά ζητήματα των ημερών μας.

Ο αρνητικός αντίκτυπος του στεγαστικού ζητήματος διασταυρώνεται με πολλά και καίρια ζητήματα βιωσιμότητας της ελληνικής κοινωνίας: Από τις νέες γενιές που δυσκολεύονται πλέον να νοικιάσουν το δικό τους σπίτι –πόσο μάλλον να το αγοράσουν· μέχρι τις οικογένειες, που το ακριβό κόστος της κατοικίας σαφώς τους αποτρέπει από το να κάνουν ακόμα ένα παιδί –ιδίως το 2ο που τόσο πολύ καίει το δημογραφικό ζήτημα της χώρας, καθώς εκείνο είναι που εξασφαλίζει ότι ο πληθυσμός θα πάψει να μειώνεται.

Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς οι τιμές των ακινήτων για ενοίκιο και αγορά εκτοξεύονται ακριβώς στα σπίτια εκείνα που από την άποψη των τετραγωνικών και των διαθέσιμων δωματίων μπορούν να στεγάσουν τετραμελείς οικογένειες. Στο Κουκάκι, για παράδειγμα, οι τιμές των διαμερισμάτων μεταξύ 80-100 τ.μ. με 2 υ/δ κυμαίνονται από 900-1.600€/μήνα. Στα Εξάρχεια, η τιμή αφετηρίας είναι στα 800€/ και αυξάνεται καθώς απομακρυνόμαστε από τις συνήθεις εστίες των αναταραχών (γύρω από το Πολυτεχνείο και την πλατεία) προς το Στρέφη και τη Νέαπολη. Στο Παγκράτι, τα αντίστοιχα διαμερίσματα προσεγγίζουν πλέον τα 1.300€ [πηγή]   

Η κυβέρνηση εξήγγειλε μια δέσμη μέτρων προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα:

– Το Πρόγραμμα «Σπίτι μου» για χορήγηση άτοκων –για τους τρίτεκνους ή τους πολύτεκνους– ή χαμηλότοκων δανείων σε άτομα 25-39 χρονών, με εισοδηματικά κριτήρια για την αγορά ακινήτων ως 200.000€ και 150 τ.μ., συνολικού ύψους 500 εκ. € (με πρόβλεψη διπλασιασμού σε περίπτωση επιτυχίας).

– Την «Κοινωνική Αντιπαροχή» που εντάσσεται στην στεγαστική πολιτική της ΔΥΠΑ (πρώην ΟΑΕΔ), και η οποία προβλέπει τη σύμπραξη φορέων της Γενικής Κυβέρνησης με ιδιώτες αναδόχους, για την μετασκευή αχρησιμοποίητων ακινήτων του δημοσίου σε κατοικία με προκαθορισμένο μίσθωμα. Στόχος του προγράμματος, η ανέγερση 2.500 κατοικιών για 5.000 ωφελούμενους μέχρι 39 ετών.

– Την διοχέτευση των σπιτιών που συμμετείχαν στο πρόγραμμα «Εστία» για την στέγαση των μεταναστών, σε ευάλωτους νέους και νέα ζευγάρια, καθώς και ένα πρόγραμμα ανακαινίσεων των κενών κατοικιών με την υποχρέωση της μίσθωσης –σε μια προσπάθεια ανανέωσης του στεγαστικού αποθέματος.

Οι παρεμβάσεις αυτές, έχοντας επιλέξει ως σημείο αφετηρίας την μερική και στρεβλή προσέγγιση του στεγαστικού ζητήματος, δρομολογούν μέτρα με αμφίβολα αποτελέσματα.

Η ρήτρα για άτοκο δάνειο στο τρίτο παιδί για παράδειγμα, δείχνει πως οι ιθύνοντες του σχεδιασμού δεν έχουν συνειδητοποιήσει επαρκώς πως το πρόκριμα για την αντιστροφή της δημογραφικής κάμψης που μαστίζει την ελληνική κοινωνία βρίσκεται στο 2ο παιδί –όχι στο 3ο ή στο 4ο. Τα δεδομένα, δείχνουν ότι οι περισσότερες γυναίκες σε γόνιμη ηλικία επιθυμούν να κάνουν και 2ο παιδί, ωστόσο ένας συνδυασμός προβλημάτων κόστους ζωής, έλλειψης υποδομών αλλά και υπογονιμότητας –καθώς πλέον το 1ο έρχεται σίγουρα μετά τα 30– αναστέλλει την απόφαση αυτή. Η παρέμβαση, επομένως, της κυβέρνησης θα πρέπει να εστιάζει στο 2ο και όχι στο 3ο παιδί.

Σύμφωνα με στατιστικές που ανακοίνωσε η Eurostat για το 2020, στην Ελλάδα 1 στους 3 (το 33%) δαπανά άνω του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για την στέγη –ποσοστό που αναδεικνύει την χώρα μας αρνητική πρωταθλήτρια στην ΕΕ (ακολουθούν Βουλγαρία [14,4%] και Δανία [14,1%]).
Σύμφωνα με στατιστικές που ανακοίνωσε η Eurostat για το 2020, στην Ελλάδα 1 στους 3 (το 33%) δαπανά άνω του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για την στέγη –ποσοστό που αναδεικνύει την χώρα μας αρνητική πρωταθλήτρια στην ΕΕ (ακολουθούν Βουλγαρία [14,4%] και Δανία [14,1%]).

Ο κορεσμός των μεγάλων αστικών κέντρων

Υπάρχει, και ένα ευρύτερο ζήτημα: Η αύξηση στις τιμές των κατοικιών, αποτελεί αντανάκλαση μιας γενικής ανόδου του κόστους διαβίωσης στο κέντρο των μεγάλων πόλεων –κυρίως Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ακόμα και Πάτρα– καθώς αυτά έχουν αλλάξει πλέον χρήσεις: Υπερτουρισμός και βραχυχρόνια μίσθωση, συνοικίες όπου κατακλύζονται από την εστίαση και την διασκέδαση, πύργοι γραφείων, και πολυκαταστήματα δημιουργούν ένα περιβάλλον ριζικά διαφορετικό από το γνώριμο αστικό περιβάλλον του προηγούμενου αιώνα· το τοπίο κατάρρευσης του κοινωνικού ιστού συμπληρώνεται από τα γκέτο της μαζικής μετανάστευσης καθώς και την γενική άνοδο της εγκληματικότητας. Μιλάμε πλέον για αστικά κέντρα εν πολλοίς εχθρικά για την διαβίωση των μεσαίων και χαμηλότερων τάξεων –οπωσδήποτε εκείνων που θέλουν να δημιουργήσουν οικογένεια.

Συμβαίνει σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης και των ΗΠΑ: Οι μεσαίες και χαμηλότερες τάξεις τις εγκαταλείπουν, αντίθετα, κατακλύζονται από τις δημιουργικές λεγόμενες τάξεις των υψηλών εισοδημάτων –που ως επί το πλείστον απαρτίζονται από έναν νέο τύπο μποέμ, ‘μονοπρόσωπου νοικοκυριού’. Γύρω τους πυκνώνουν και οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί που απασχολούνται στις υπηρεσίες που τα στρώματα αυτά καταναλώνουν –εστίαση, ψυχαγωγία, καθαριότητα κοκ.

Στις ΗΠΑ το κλίμα αυτό, έχει οδηγήσει σε ένα φαινόμενο εξόδου από τα εμβληματικά αστικά κέντρα του παρελθόντος. Αυτά χάνουν τον πληθυσμιακό τους δυναμισμό, ενώ νέες μικρομεσαίες πόλεις αναδεικνύονται στον χάρτη των ευκαιριών και της οικονομικής ανόδου. Εσχάτως το φαινόμενο αυτό αφορά και στις επενδύσεις τόσο στην παραγωγή όσο και στον τριτογενή τομέα. Είναι απλώς πιο φτηνό και για τις επιχειρήσεις ακόμα, να στραφούν στις ανερχόμενες Νότιες Πολιτείες, ή τα μεσοδυτικά, από την πανάκριβη από την άποψη του real estate, των υποδομών Νέα Υόρκη, ή την Καλιφόρνια, που επιπροσθέτως μαστίζεται και από πλείστα όσα προβλήματα εγκληματικότητας, περιβαλλοντικά κ.ο.κ.

Στην Ελλάδα, επίσης τα ιστορικά αστικά κέντρα σε Αθήνα και την Θεσσαλονίκη βιώνουν έναν κορεσμό. Ωστόσο η αποκέντρωση δεν ενθαρρύνεται από το ίδιο το κράτος.

Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία ώστε να γίνει μια εκκίνηση και σε ό,τι αφορά στην αποκέντρωση: Εξ άλλου τα ίδια κεφάλαια που προορίζονται να  επενδυθούν στο κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, θα αποδώσουν πολύ περισσότερα εάν στραφούν προς την περιφέρεια και συνδυαστούν με γενναία κίνητρα υπέρ της μετεγκατάστασης. Ούτως ή άλλως, η άνοδος της απομακρυσμένης εργασίας –που ήλθε σα συνέπεια της ψηφιοποίησης αλλά και της πανδημίας– μειώνει την ψαλίδα των εισοδημάτων μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας και άρα καθιστά περισσότερο βιώσιμη την αποκέντρωση απ’ ό,τι πριν.

Οι μικρές και οι μεσαίες πόλεις είναι φθηνότερες, φέρουν μέσα τους περισσότερα περιθώρια και ευκαιρίες οικονομικής ανόδου, επίσης είναι από την άποψη της χωροταξίας και της καθημερινότητας περισσότερο φιλικές ως προς τις οικογένειες.

Εδώ που έχουμε φτάσει με τις αλλαγές των χρήσεων και της οικονομικής φυσιογνωμίας στα κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, απαιτούνται πολύ περισσότερα κεφάλαια, χρόνος, και προσπάθεια ώστε να επέλθουν αλλαγές οι οποίες να φτάσουν να είναι αισθητές στα μεσαία και τα χαμηλότερα στρώματα.

Υπάρχει επίσης και το ζήτημα της συνέχειας των πολιτικών: Το μεγαλύτερο πρόβλημα του ελληνικού κράτους αφορά στη συμπεριφορά των υπουργείων που αναπτύσσουν το λεγόμενο φαινόμενο των «οργανισμών-σιλό»: λειτουργούν αποκλειστικά κάθετα, και δεν επικοινωνούν με άλλα υπουργεία που μπορεί να επηρεάζουν εξ ίσου το αντικείμενό τους. Για τη στεγαστική πολιτική τίθεται το ζήτημα των πραγματικών αποτελεσμάτων. Τα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση φιλοδοξούν να δημιουργήσουν ένα απόθεμα φτηνής κατοικίας ορισμένων χιλιάδων σπιτιών.

Την ίδια στιγμή, το κυβερνητικό πάρκο που εξαγγέλθηκε στην ΠΥΡΚΑΛ, αναμένεται να εκτοξεύσει περαιτέρω τις αξίες στο Παγκράτι, το Νέο Κόσμο, τη Δάφνη –εν τέλει στον άξονα της Βουλιαγμένης μέχρι το παραλιακό μέτωπο. Έτσι, όμως, η μία πολιτική αναιρεί τα αποτελέσματα της άλλης.   

Στον αντίποδα, η σύνδεση της στεγαστικής πολιτικής με την αποκέντρωση, λειτουργεί πολλαπλασιαστικά ως προς τα αποτελέσματα που είναι σε θέση να παράγει: Θα βοηθηθούν κάποιες χιλιάδες νέων να κάνουν μια νέα εκκίνηση στη ζωή τους, ενώ παράλληλα, θα δημιουργηθεί μια δυναμική προς την περιφέρεια, με την αντίστοιχη ανακούφιση της υπερσυγκέντρωσης σε Αττική και Θεσσαλονίκη.  

Προϋπόθεση, βέβαια, για να λειτουργήσει η πολιτική αυτή είναι να υπάρξει πραγματικός στρατηγικός σχεδιασμός σε επίπεδο περιφέρειας –γιατί τα υφιστάμενα σχέδια γίνονται στο πόδι, εν πολλοίς προσχηματικά– καθώς και ένας χάρτης περιφερειακών επενδύσεων, που θα αλληλεπιδράσει με την στεγαστική πολιτική ώστε να βοηθηθεί η έξοδος του πληθυσμού στην περιφέρεια και σε ό,τι αφορά στην απασχόληση ή τις υποδομές.

Εκεί ακριβώς απαιτείται και ο συντονισμός τόσο μεταξύ των υπουργείων όσο και ανάμεσα στις περιφέρειες και το κράτος. Πράγμα που σημαίνει εφαρμογή των αρχών της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, που ο ΟΟΣΑ θεωρεί ως εκ των ων ουκ άνευ για την σύγχρονη οργάνωση του κράτους ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, αλλά ακόμα παραμένει άπιαστο όνειρο για την ελληνική δημόσια διοίκηση εν έτει 2023.

Εν τέλει πρόκειται για δυο διαφορετικές απόψεις για το τι σημαίνει κοινωνική πολιτική. Οι μεταβιβάσεις πόρων σε στοχευμένες κοινωνικές κατηγορίες –που υπηρετεί και το σχέδιο της κυβέρνησης– ήταν μια νοοτροπία προσέγγισης της κοινωνικής πολιτικής που κυριάρχησε στις δεκαετίες του 1990, και του 2000΄. Τώρα πια όμως έχει υποκατασταθεί από μια άλλη που βλέπει την κοινωνική πολιτική όχι σαν δέσμη επιδομάτων και μεταβιβάσεων πόρων, αλλά από την σκοπιά των κοινωνικών επενδύσεων (παιδεία, υγεία, δημογραφία, αποκέντρωση) κ.ο.κ.

Η διαφορά έγκειται στο εξής: Η στεγαστική πολιτική που εξήγγειλε ο Κώστας Χατζηδάκης επηρεάζει άπαξ ορισμένες χιλιάδες, την ίδια στιγμή που στο διπλανό υπουργείο ετοιμάζουν πολιτικές που θα επηρεάσουν άλλες ορισμένες χιλιάδες προς την αντίθετη κατεύθυνση· αντίθετα, η καινοτόμος σύνδεση της στεγαστικής πολιτικής με εκείνην υπέρ της αποκέντρωσης θα λειτουργούσε υπέρ του ανασχεδιασμού της χώρας. Και θα συνέβαλε όχι μόνον ως προς την πολυκεντρικότητα, αλλά και ως προς την μονιμότερη ανάταξη της δημογραφικής πολιτικής καθώς και των όρων διαβίωσης των μεσαίων τάξεων.

Πηγή: https://ardin-rixi.gr/archives/249999

(Εμφανιστηκε 107 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.