19 Δεκεμβρίου 2021 at 21:44

Τα χοιράδια για τα Χριστού

από

Τα χοιράδια για τα Χριστού

Γράφει ο Κώστας Ι. Παλπάνης*

Κάθι χρόνου, μόλις έπιρνι η άνοιξ’ κι ζέστινι ψίχα ου κιρός, κάθι νοικουκήρς έπριπι να φρουντίς να ρίξ’ κάνα γκουτσιούνι στου κουμάσι, για να του τρανέψ’ μέχρι τα Χριστού. Καμπόσ’ έπιρναν δυο ή κι τρία γκουτσιουνούλια, γιατίς είχαν κατά νου τυχόν απώλιις κι χασούρις απού ζαμπακαριές, όπους κι όταν απουχτούσαν τα κούτσκα, γιαφτό κι έλιγαν «ένα ίσουν καγκαένα, τα δυο ίνι καλά, τα τρία πάλι ίνι πουλλά, αλλά άμα έχ’ν παρέα, τρανέβν αρχύτιρα απ’ τα μαναχά». Άμα έβγιναν όλα πέρα, έκουβαν ένα τα Αηδημητριού κι, για να μη χαλάς του κριάς απ’ τν ζέστα, χουρίς ψυγεία κι καταψύκτις, κρατούσαν όσου τς χρήζουνταν κι τάλλου τόδιναν δαν’κό. Δεν αστουχνούσαν βέβια να βγάλ’ν μοιράδ’ κι για όσνους δεν είχαν θ’κάτς χοιράδια.

Κάθι χρόνου, μόλις έπιρνι η άνοιξ’ κι ζέστινι ψίχα ου κιρός, κάθι νοικουκήρς έπριπι να φρουντίς να ρίξ’ κάνα γκουτσιούνι στου κουμάσι, για να του τρανέψ’ μέχρι τα Χριστού.
Κάθι χρόνου, μόλις έπιρνι η άνοιξ’ κι ζέστινι ψίχα ου κιρός, κάθι νοικουκήρς έπριπι να φρουντίς να ρίξ’ κάνα γκουτσιούνι στου κουμάσι, για να του τρανέψ’ μέχρι τα Χριστού.

 Στα χουριά μας ικείνα τα χρόνια είχαν κι κουπάδια μι γρούνια. Απ’ αφ’νούς αγόραζαν κι οι υπόλοιπ’, είτι μι παράδις είτι κάνουντας, όπους οι αρχαίοι, ανταλλακτικό εμπόριο, «τράμπα» όπους έλιγαν, μι αρνιά ή κατσίκια ή κι μι γένημα (βρίζα η καλαμπούκ). Πλιότιρα κι τρανύτιρα γουρνουκόπαδα κι βιλτιουμένης φυλής-κατά πως μαναχοί τ’ς πηρηφανέβουνταν- είχαν οι Μουκριώτις, στ’ς Λουνσταριές, στου Παλιχώρ αλλά κι στουν Κόκκινου τουν Νόχτου κι στ’ν Ημιρουγκουρτσιά, για να ξιχιμάζν προυσηλιακά μι τα Λουζιανίτκα βαλάνια. Ανοιξιάτ’κα, κουβαλνούσαν κι στου χουριό μας αλλά κι στ’ν Μπισιρτσιά να πλήσ’ν γκουτσιούνια κι νασμίδια. Έφιρναν τα ζιούνταβα κι τα τυφλά, που απόμισκναν απούλτα απ’ αφτά που κατέβαζαν στα Σέρια, στ’ν Κρανιά κι στ’ν Αλασόνα. Μανάρια γρούνια είχαν κι μέσα στα χουριά κι άμα τ’ απουλνούσαν απ’ του κουμάσ’ να βουσκήσ’ν, τάβαζαν στου σβέρκου λιμαριά μι ένα τρανό αντρόχ, όπους ου ζ’γός στα βόδια, για να μην μπορούν να πιρνούν μέσα απ’ τς ζαρβόντσις κι τ’ς αμπουριές κι φκιάν ζημίις στα ουβρούδια κι στα μπαχτσέδια. Πουλές φουρές όμους, τα γκουτσούνια σφηνόνουνταν ανάμισα στα παλούκια κι έτσιας έμεινι ου μύθους «σφηνώθκα, όπους του γκουτσιούν στουν φράχτ’».

 Οι τρανύτιρις οι γνέκις τς φαμπλιάς διάλιγαν τα γκουτσιούνια. Τηρούσαν καλά να είνι κινμένα κι πουδαρουμένα, όχι τίπουτας ζαμπούνκα κι μουμουτιμένα. Έπριπι να βρούν αντζιάκ ο,τ’ χάλιβαν κι να παζαρέψν σκληρά, αφού έμαθαν απ’ τς τρανύτιρις: «Να ιδρώντς άμα παζαρέβς κι όχι φόντας δλέβς». «Άντρα πέρνις ο,τ’ απιτύχς κι γκουτσιούν ό,τ’ διαλέγ’ς». Έπριπι να έχ’ν σουγλιτιρό σμούρου (κι ας λεν ότις τάχατις «όλα τα γρούνια έχ’ν τουν ίδιου σούκαλου», ιννοώντας φυσικά τς άντρις), ξέταγμα ότις θα είνι φαγανά, αλήχουδα κι όχι κακουφάγανα, γκριτζινιάρκα. Τα τηρούσαν να έχ’ν χουντρά πουδάρια κι φαρδιές πατούνις, σημείου ότις θα βάλ’ν πουλές ουκάδις κριάς αλλά κι πουλύ παστό. Ετς δε θα τς τυφλουπάνιαζαν, να τ’ς φουσκώσ’ν ό,τ’ να είνι, δηλαδής «γρούνια στου σακί». Απ’ τ’ν μέρα που θα τα ’ριχναν στου γουρνουκούμασου ήταν σα να απουκτούσαν ένα ακόμα κούτσκου, που έπριπι να το ’χουν έγνοια να μη ζαμπνίσ’ κι χαθεί αλλά κι να είνι χουρτάτου κι ζισταμένου, ούτους ώστι να ξιτσιμπλιάσ’ αγλήγουρα κι να αρχινίσ’ να τρανέβ’ κι να γιουμόζ. Μπινόβγιναν στου κουμάσ να του φκιαρίσν, να στρώσν στιγνά άχυρα κι να ρίξ’ν στ’ν κουπάνα ζισταμένα απουφάγια κι πλύματα (νιρά που έπλυναν τα πιάτα) ή ψίνα (πίτυρα κι νιρό). Γιαφτό πόστιναν κι έλιγαν. «Καλά να πάθουμι οι σαλές. Τι τα θιλνάμι τς σκρόφας τα τραγούδια; Καλά λεν «η μπάμπου βάσανα δεν είχι κι αγόραζι γκουτσιούνια». Όλα τα μύθια είνι αλήθεια».

 Τα γκουτσιούνια είχαν κι όνουμα κάμπουσις φουρές, άσχιτα αν ήταν σιρκά ή θηλκά. Ήταν ου Μπίτζιους. Όσου όμους κι να τα καθαρνούσαν, ικίνα πάλι λάσπουναν κι λουνίζουνταν κι έτς έμινι κι ου μύθους «τα γκουτσιούνια αρνιά δεν γένουντι ούτι η τρίχα τα μαλλί». Παρηγουριούνταν, όμους, γιατί ήξιρναν ότι αυτά μέχρι τα Χριστού θα γένουνταν τρανά χοιράδια κι όσου λάτζαβα είνι τόσου νόστιμου κριάς έχ’ν κι δεν θα πάενι τίπουτας χαμένου απ’ του κουρμί τα. Θα χόρτιναν τα ξυπόλτα κι τσίτσαρα πιδούλια κριάς κι θα είχαν λίπα να μαϊρέβ’ν κι να πιτίζ’ν για όλουν του χρόνου. Θα έφκιαναν κι γουρνουσάπουνου, του μόνου απουρρυπαντκό ιτότις, αφού δεν γινήθκαν σι τόπου να έχ’ν λάδια κι στα χουριά μας του λάδ ήταν δισέβριτου κι πανάκριβου για τα φτωχικά σπιτικά μας. Ακόμα κι σήμιρα, άμα κάνας έχ’ τρανή ανέχεια λέει. «Ακόμα στ’ν σαλάτα κι στου καντήλ ρίχνου λίπα». Προυτιμούσαν τα σιρκά κι γιατί έβαζαν γληγουρότιρα πλιότιρου παστό κι γιατίς τα θηλκά έσκαβαν κι χαλνούσαν τς σκίζις κι τα αντρόχια απ’ τα κουμάσια, φκιάνουντας αμπουριές φόντας βούρζαν κι έψαχναν τα σιρκά. Τα σιρκά όμους έπριπι να τα «διαλέξ’ν», δηλαδής να τα ευνουχίσ’ ένας «ειδικός χειρουργός», ώστι να σμαζώξν του νου απ’ τα θηλκά κι έτσιας ησυχασμένα κι αμέριμνα να έχ’ν του νου μούγκι να τρών «σα γρούνια» κι να νταβλαρώνουντι καταγής χουρτάτα. Γιαφτό, άμα έγλιπαν κάναν πισμένου τα πίκπκα ή τανάσκιλα τουν έλιγαν. «Σμαζώξ, ρα ξιμέτουχι! Τι μι γριντώθκις κι απόλκις τα γουντζάρια σαν τουν Μπίτζιου τουν χουρτάτου στου κουμάσ;». Στ’ν Λουζιανή διακεκριμένοι χειρουργοί ήταν ου μπάρμπα Γιώργς ου Σαμαράς κι ου μπαρμπα Αριστουτέλς ου Γκούμας. Είχαν ειδικό νυστέρι απουστιρουμένου μι τσίπουρο κι για αιμοστατικό και αποφυγή μετεγχειρητικών μολύνσεων έριχναν κουσκινιτζμέν’ στάχτη.

Έτρουγαν τα πάντα τα χοιράδια, αρκεί να μην ήταν σιάλτς, βρώμκα, ξιντμζένα, τραπέτσ’ κι βλαβιρά. Η νοικουκυρά πρόσιχι προυί, μισμέρι, βράδ’, τι θα ταΐσ’ τουν Μπίτζιου, για να μην τουν πιάς κάνας τιριβίγκους κι «τινάξ τν καρυά». Γιόμουζι τ’ν κουπάνα φαϊ κι τηρούσι μι αγουνία αν έτρουγι μι όριξ, απόδειξ’ πως ήταν γιρός. Όσου τράνιβι, άλλου τόσου πλιότιρου φαϊ τουν έριχνι. Ήξιρνι καλά πόσου απαραίτητους ίνι για εκείν’ κι για τ’ν φαμπλιά τς, που ούτι τον ευατό της δεν πρόσιχι τόσου! Μουλουγούσι κι τς μικρότιρις πως «ήταν τα παλιά τα χρόνια μια γνέκα που, αφού απόμινι χήρα, έχασι απού ζαμπακαριά κι του γουμάρ κι του γκουτσιούν. Φόντας πάεινι βαλαντουμέν στου μνημόρ, έκλιγι τουν άντρα τ’ς δίνουντας φουνή στουν Θιό κι τουν ρουτούσι. -Τουν άντρα μ, του γουμάρ’ ή του γκουτσιούν’; Τι να πρωτουκλάψου, Πανάγαθι;».

Ανάλουγα μι τν ηλικία τ κι τ’ν ιπουχή, ου Μπίτζιους είχι κι ειδικό διαιτουλόγιου αναπτύξεως κι παχύνσεως. Είχι σίγουρα δυο βασικά πλούσια γεύματα, που τα κουβαλούσι η νοικουκυρά μι του ατομικό τ’ τινικιδένιο δουχείου φαγητού, του «γκαμπρανάρ» ή «γουρνουτινικέ», αλλά κι ινδιάμισα «μικρουγεύματα κι δικατιανά». Όπουτι πιρνούσι η νοικουκυρά απ’ όξου απ’ του κουμάσ, είχι στ’ν πουδιά χαλβανιές τσουκνίδια, λάπατα, αμπιλόφυλλα, αγριχόρταρα κι λουιούν του λουιούν πρασνάδις. Ήταν παμφάγους αλλ’ όχ’ κι σαβουρουφάγους. Τουν άριζι όμους κι η ποικιλία. Όταν πεινούσι, καβαλάρουνι στ’ν πόρτα απ’ του κουμάσι κι γκούρλιζι σα να έκανι παραγγιλία efood, σήμα πως είνι ξινιστκουμένους.

 Άμα έρχουνταν ου κιρός που έβαζαν στρούγκις, ξέπλυναν καρδάρια, τσαντίλις κι μπιτόνια, για να γαλανίσ’ του νιρό για τα γκουτσιούνια. Βέβια, όταν τα γάλατα τα παρέδουναν στουν έμπουρα, όλις οι γνέκις είχαν καθημερνή έγνοια να προυλάβν να πάρ’ν τυρόγαλου. Κάθι μέρα γένουνταν πόλιμους απ’ τς γ’νέκις στουν μπατζιό (τυροκομείο), που μάλουναν για τ’ν σειρά αλλά κι για να παρν’ όσου πλιότιρου τυρόγαλου μπουρούσαν. Όλις βιάζουνταν κι όλις για τουν ίδιου λόγου, γιατίς είχαν του ψουμί στου φούρνου, του φαγί στ’ν φουτιά κι του κούτσκου στ’ν σαρμάντσα! Του τυρόγαλου ήταν του αγαπημένου ρόφημα για τα γκουτσιούνια. Όπους του γάλα Βλάχας κι του Καρνέισον για τι μας, φόντς προυτουβγήκαν, κι του Red Bull κι αφτά τα ινιργιακά ποτά στα παφίλια που τζουφνίζ’ν ιτούτα τα χρόνια οι τζιάκδις. Μόλις τόριχνι η νοικουκυρά στν κουπάνα, του τζούφνιζαν μονορούφ, όπους η Μιρσιντέζ τ’ν βινζίνα, ου Γιρμανός τς μπύρις κι όσοι μαζέβουντι στα Καζαναριά τα ρακιά. Θαυματουργό ρόφημα. Αμέσους ξιτανούσαν κι γιόμουζαν κρέας κι η διαφορά φαίνουνταν, αφού του τυρόγαλου τα πχιάνουνταν. Γιαφτό ακόμα κι τώρας, όταν κάποιους καλουπιρνάει ή συνέρχιτι απού ζαμπακαριά ή κακουχία τουν λέμι.«Ξυπλήθκις μια χαρά κι γυαλίζ’ η τρίχα σ’, όπους τα γκουτσούνια μι του τυρόγαλου».

 Ερχούντας του καλουκέρ, οι γνέκις απουλνούνταν στ’ς γκουρτσιές μι τα τρουβάδια, τα σακιά κι τα δισάκια να μαζέψ’ν γκόρτσα, για να τα στιγνώσν για τν φαμπλιά για τουν χειμώνα κι όσα ήταν ζαραλούθκα ή ζιούκις τάριχναν στα γρούνια. Αλλά κι πράσινα μήλα, κουρόμπλα, βρίκουκα, όσα ξιγλύτουναν απ’ ιμάς τα νηστκά, τα μάζιβαν για τουν ίδιου σκουπό. Αλλά κι ιμείς είχαμι κατά νου να μην παέν τίπουτας χαμένου. Απ’ ό,τ’ ετρουγάμι, έπριπι να βγάλουμι μοιράδ’ κι για τουν Μπίτζιου, αφού τουν είχαμι σαν αδιρφό μας. Τ’ν ιπουχή που έβγιναν τα καρπούζια, τα πιπόνια απ’ τα μπουστάνια κι οι κουλουκύθις απ’ τα μπαχτσέδια, οι πέτσις μαζέβουνταν για τα γρούνια. Του χινόπουρο ήταν η καλύτιρ’ ιπουχή για τα χοιράδια. Όλους ου κόσμους ήταν στα αρμάνια κι ξινυχιάζουνταν, για να μαζέψ’ν τα βαλάνια, τ’ν αγαπημέν τς στιρεά τρουφή. Τζιάμπα τρουφή, πουλύ παχυντική. Έτσ’ ου Μπίτζιους θα έβαζι κάθι μέρα κι πλιότιρου κριάς αλλά κι πχιό πουλλά αξούγκια κι παστούδια, λίγου κιρό «προυτού να φάει κι τα πουδάρια τ’» για τα Χριστού.

 Κάθι χρόνου τέτχις μέρις ιτότις, μια βδουμάδα αρχύτιρα απ’ τα Κόλιαντα, οι μανιές κι οι μανάδις μας δεν κουτάλιβαν στου Google χειμουνιάτκους προυορισμούς, για να φκιάσ’ν ριβιγιόν Χριστουγέννων ούτι αν συναλλάξ’ν τουν χρόνου κάνουντας γλύστρα στ’ν Βασιλίτσα! Δεν συλόιαζαν πότι θα παέν τα κούτσ’κα στου Μινιόν, για να διαλέξ’ν πιχνίδια κι ρούχα. Πιντάρα βέβια δεν τ’ς καίγουνταν μην τ’ς τσακώς καμιά μιλαγχουλία Χριστουγέννων κι κατάθλιψ’. Μια ήταν η έγνοια κι η σκασίλα για ικίνις τις πολυτεχνίτισις κι προκουμένις. Πόσις ουκάδις κριάς θα βγάλ ου Μπίτζιους, πόσις γκαζιριές λίπα, πόσις θ’λιές λουκανίδις θα φκιάξ’ν κι πόσα ταψιά θα γιουμόσν μι μπουμπάρια. Τα λιανουκόρτσα έπριπι να αβουηθήσ’ν τς μανάδις, ακόμα κι αν ου Λυμπήσιους αέρας λιμουχνούσι τα χιόνια κι τσιβούρζι του κρύου, για να μαθέν πόσα χουσμέτχια χρήζουντι, για να σιλαρουθεί του κριάς κι ου παστός. Τι κι αν ήταν τιμουρζμένα. Είχαν τα μάγουλα κόκκινα σαν τα Βουλγαρόμπλα κι ας μην έβαζαν δράμι μεϊκάπ, ρουζ κι κοκκινάδι! Η νοικουκυρά που μι τόσ’ φρουντίδα όλουν τουν χρόνου τράνιψι τουν Μπίτζιου απού μια νυχιά κι τουν έφκιασι γκουτζιάμ χοιράδ’, έπριπι να προυιτοιμαστεί να τουν θυσιάσ’, για να σουθεί η φαμπλιά. «Πρέπ να πέσ’ν άλλα κιφάλια, για να ζήσ’ν άλλα», έλιγι. Ο Μπίτζιους θα γένουνταν «Ιφιγένεια» κι η τροφός του «ιέρεια» που θα ιτοίμαζι τν ιερουτελεστία τ’ς θυσίας, τηρώντας τα πατρουπαράδουτα ιθίματα κι τουν σιβασμό στου θύμα.

Η μέρα που θα θυσιαζάμι τουν Μπίτζιου, όσου κι αν ακούγιτι τώρας βάρβαρου, ήταν για μας τα γκουτζιαβέλια ημέρα τρανής χαράς κι γιουρτή αξέχαστ’, αφού θα ετρουγάμι ψίχα κριάς να λιγδώσ’ τάντιρου που ίχι ξυπληθεί απ’ τα κουσιάφια κι τ’ν τσιαουπάπαρα. Βέβια δεν μας άφναν να φάμι αλίχουδα, μη μας βλάψ’ στ’ν άμαθη την κλιά κι μας τσακώσ’ καμιά ανάγκ’ κι ξημιρώσουμι όξου. Ο Μπίτζιους θα μας έφιρνι κι το καλύτιρου δώρου για τα Χριστούγιννα, που πιριμινάμι όλουν τουν χρόνου. Τ’ν φούσκα, «την ουροδόχο κύστη»! Αφτή ήταν η πρώτη μας μπάλα ποδοσφαίρου. Όσου κι αν μας άμπουζαν οι γουνίδις, για να μη γλέπουμι, ιμείς εβρισκάμι τρόπου να ήμιστι παρόντις στη θυσία, ακόμα κι αν τουν έκουβαν νυχτουχάραγα κι ας είχι κι ένα μπόι χιόνια κι ας μας έπχιανι νυχιάης κι πάγουναν τα δάχτυλα κι δεν μπορούσαμι να ξαμώσουμι. Μαζεβουμάσταν μάξους ουπάν απ’ του σφάγιου κι μας πιτάγουνταν τα μάτχια όξου σαν τουν μπάκακα, απ’ την αγουνία μας να ιδούμι τ’ν φούσκα κι να μην τρυπήσ’ κι απουμήνουμι μι του παράπουνου. Αφού τ’ν άδειαζαν κι τ’ν φούσκουναν, μας τ’ν έδουναν για να ξικινήσουμι του ντέρμπυ. Απου ιδώ απόμεινι ου λόγους «του πήραμι τν φούσκα», όταν έκουβαν ή ψουφούσι κάνα ζουντανό.

 Πριν τ’ «θυσία», η νοικουκυρά έπριπι να συνουηθεί μι τ’ς γνέκις τ’ς γιτουνιάς για τ’ν μέρα που θα έκουβι η καθιμιά τουν χοίρου, για να μπουρέσν η μια να αβουηθής τν άλλ. Είχι απού μέρις ιτοιμάσ κι τα πράσα που θα χρειάζουνταν για τ’ς λουκανίδις. Τα καζάνια κι τα λακασάδια έπριπι να είνι αγανουμένα κι να τα δανείζουντι αναμιτάξυτς. Να ζιστάν’ του νιρό, να ζματίσν του χοιράδ, για να του μαδίσν τν τρίχα, να ιλιώσν τουν παστό αλλα κι να φκιάξ τς τσιγαρίδις. Οι άντρις κι αφτοί από μέρις αρχύτιρα έκαναν πρόγραμμα για τν κάθι μέρα. Ένας, συνήθους ου τρανύτυρους, ήταν ου σφάχτης κι οι άλλ’ ήξιρναν απ’ αρχύτιρα απού πού θα πιασν του χοιράδ’, για να του γκριμίσν αλλά κι να φλάγουντι μη τς βαρέσ μι τα πίσου πουδάρια κι τς πάρ σβάρνα κι απουλθεί ζώντανου.

 Τα Κόλιαντα, παραμονή Χριστουγέννων, γένουνταν η πιο τρανή «απόβαση» κι «εκκαθάριση» στα κουμάσια των χοίρων. Μόλις έβγαζαν τουν Μπίτζιου απ’ τα γουρνουκούμασα, έριχναν καταής λίγα βαλάνια, για να ξιχαστεί κι να ηριμήσ’. Οι άντρις πιρίμιναν λίγου να ξιμπουσιαντσεί κι μι ειδικές λαβές τουν γρέντουναν. Του γκούρλιζμα τ’ ακούγουνταν μέχρι τ’ς Λαζαράδις. Κατά πως μουλουγούν «μια προυατίνα ρώτιξι κάπουτις τουν χοίρου. -Γιατίς τσιουρίζ τόσο, ρα Μπίτζιου, άμα σι τσακών’ ου νικουκύρς;

-Ισένα, προυατίνα, άμα σι γραπατσών, ή χαλέβ να συ κουρέψ’ ή να σι αρμέξ. Ιμένα, φόντς μι πιάνει, ούτι του γάλα ούτι του μαλλί έχου να μι πάρ’. Σίγουρα θα μι ρίξ’ του τουμάρ στ’ν γριντιά.» Η νοικουκυρα είχι έτοιμα στου φκιάρ απ’ του τζιάκ κάρνα μι θυμιάμα κι θυμιάτιζι τουν Μπίτζιου, για να μη μυρίζ’ γουρνίλα του κριάς κι για να φύγ’ κάθι κακό απ’ του σπίτ’. Αφού έκαναν σταυρό κι του σημείου του σταυρού στουν λιμό τ’ ζώου, η θυσία ολοκληρώνουνταν. Πρόσιχαν να μην ταλιπουριούνταν του ζώου ούτι του κριάς ν’ αρρουστήσ κι να ίνι σκληρό. Ο θύτης ιφχόταν: «Να σας αβουηθάει ου Χριστός, να του ξουδέψτι μι υγεία, κι τ’ χρόν’ τρανύτιρου. Καλές γιουρτές κι κάθι χαρά στου σπιτικό σας». Η νοικοκυρά κιρνούσι τσίπουρο μι του φιρφιρί για του καλό κι για να ζισταθούν, κι κάμπουσα μπιμπίλια κι κουκόσις για να ψυχουπιάσν. Έπιρνι λίγου αίμα κι σταύρουνι τα κούτσκα στουν αμπλέφουρα, για να μην τα πιάν’ πουνουκέφαλους κι αντράλα, αλλά κι να μην τα ζ’γών τα καλκαντζάρια κι τα ισκιώματα, αφού οι μέρις αφτές είνι αλτές.

 Αρχινούσαν του γδάρσιμου, προυσέχουντας να μην απουμείν ίχνους απ’ τουν παστό στου γουρνουτόμαρου, αλλά κυρίως να μην τουν τρυπήσ’ν, αφού απ’ αφτό θα έφκιαναν παπούτσια, τα «γουρνουτσάρουχα», αλλά κι κάλυμμα για τα σαμάρια των ζώων. Αφού έβγαζαν τ’ν φούσκα πρώτα, μιτά τηρούσαν τ’ν σπλήνα, για να ιδούν αν είνι φουσκουμέν’ στ’ν ουρά τ’ς. Τότις έλιγαν «ίνι πίσου ου χειμώνας». Άμα ήταν διπλουμέν, έλιγαν «κάποιους θα διπλώσ’ μες στουν χρόνου που έρχιτι», δηλαδής θα παντριφτεί. Άμα είχι καμιά κόκα, δηλαδής εγκοπή, πίστιβαν ότις «κάποιους θα χαθεί απ’ τν φαμπλιά». Μέχρι οι άντρις να αποσώσ’ν του γδάρσιμου κι του ξιπάστουμα, οι γνέκις έγδιρναν του κιφάλ’. Καψάλιζαν τα πουδάρια, ταφτιά κι τουν νούρου, για να γέν’ απουτρίχουσ’. Θα τα βράζαν ανάμισα στς γιουρτές, στουν λακασά, μι σκόρδα κι άλας, για να φκιάξ’ν τα πατσιά. Του κάραφλου μιτά του σούγλιζαν στου παραστάθ’, για να διώχν τα καλκαντζάρια. Οι γνέκις, σα να ήταν έμπειροι χασάπδις, ίξιρναν τι κριάς θα αλατίσ’ν για βράσμα, τι για ψήσιμου κι πώς θα του διατηρήσ’ν αλατισμένου στ’ς κάδις, για να πουρέψ’ν ως τ’ν Πασκαλιά. Έπλυναν τάντιρα κι όσα ήταν για λουκανίδις τα φούσκουναν κι τα κριμούσαν ψηλά να μην τα φτάν’ τα γατιά. Απ’ του σκώτ’ οι άντρις έκουβαν λίγα κουμάτχια, για να ψήσν παρά τ’ν νηστεία, κι ας γκρίνιαζαν οι γνέκις. «Ίμιστι ζιβγάρ, έλιγαν, αλλά ου καθένας τν ψυχή τ’ τν έχ αχώρια. Λίγου θα ψήσουμι, έτς για του καλό, αφού μι τα μπιμπίλια κρασί δεν τραβιέτι. Να πάρ’ν κι καμιά χαψιά τα πιδιά(αγόρια). Δεν κάν να ζ’λέβ’ν, γιατίς θα τα πέσει ου σπόρους». Οι πλιότιρ’ δεν έτρουγαν του πλιμόν’. Έλιγαν ίνι χουνημένου, αφού του χοιράδι ήταν συνέχεια τιντουμένου στα νιρά κι πάντα απ’ τ’ν διξιά μιριά! Έμεινι κι ου λόγους «Φάε του σκώτ’ απού του γρούν’ κι απού τουν μάστουρα πλιμόν’».

Σι ένα λιγκέρ έβγαζν τ’ν γκλίνα- λίπος τ’ς κοιλιάς, υψηλής διατροφικής αξίας όπους του βούτυρου Κερκύρας. Αφού έλιουνι κι μιτά πάγουνι (τήξις και πήξις που μας μάθιναν οι δασκάλ’), γένουνταν «Βιτάμ» για την φιλούδα. Τ’ν χρησιμοποιούσαν ακόμα κι για λιπαντικό να μαλακών τα γουρνουτσάρουχα. Σι άλλου τρανό αγγειό έβαζαν τουν «μπουσιουρτή», χοντρή λωρίδα λίπους απ’ του στήθους μέχρι τα πίσου πουδάρια, για να φκιάν καλύτιρ’ λίπα χαμηλής οξύτητας, όπους του «Άλτις, παρθένου ιξιρετικό». Μιτά του γδάρσιμου αρχινούσι του «ξιπάστουμα», η αφαίρεση του λίπους απ’ όλου του κουρμί. Τον παστό τουν έλιουναν στα καζάνια κι έτσιας γένουνταν η «λίγδα» ή αλλιώς «λίπα», του λάδ’ τ’ς χρονιάς. Για προυινό μας έδουναν λιγδουπάπαρα, για να ξιμπιζιρήσουμι ψίχα απ’ τ’ν τραχανουπάπαρα. Μπουκίτσις λίπους μι καναδυό ίνες ψαχνό κριάς, αφού τ’ς έλιωναν στα καζάνια, γένουνταν οι «τσιγαρίδις». Τς εχαφτάμι απού μέσα απ’ του καζάν κι ας ζιούρζαν ακόμα κι ζματιζουμάσταν απ’ τ’ν πείνα κι την αλιχουδιά. Τα πράσα κι οι τσιγαρίδις ήταν τα υλικά, για να γιουμόσν τ’ν τρίτη τ’ν μέρα τα Χριστού, τα Άη Στεφ, τα άντιρα για λουκανίδις. Τ’ς έβαναν στα φασιλόξυλα κάνουντας θλιές κι τ’ς κριμούσαν να στιγνώσν ως τα Φώτα που θα τ’ς δουκίμαζαν. Τς έκουβαν σι χαψιές κι μαζί μι αβγά έκαναν τηγανιά. Ήταν του πατρουπαράδουτο γεύμα, ανήμιρα τα Φώτα.

 Απουβραδίς, τ’ν παραμονή τα Χριστού, οι γναίκις έβαζαν σι τρανά μπακουρένια ταψιά μπλάνις κριάς κι του ψαρουνέφρ για του φούρνου. Αξημέρωτα, έκιγαν κι ιτοίμαζαν τουν φούρνου. Όταν πια χτυπούσι η καμπάνα για τ’ν ικκλισιά, οι νοικουκυρές φούρνιζαν τα κρέατα, τα μπουμπάρια, κι τ’ς μπάμπις, φαρδιά άντιρα γεμισμένα μι χοντροκομμένου απ’ τ’ς ίδιες κιμά και ρύζι, κι έφυφγαν μι τ’ν φαμιλιά για τ’ν Λειτουργία. Οι τζιουμπαναρέ που ήταν στα μαντριά, ακούγουντας τ’ν καμπάνα απ’ τ’ν Τρανή ικκλισιά αλλά κι απ’ τουν Αγινικάνουρα, έψηναν στς καλύβις κριάς χοιρινό, για να καν κι αφτοί Χριστούγιννα. Αφού απολνούσι η ικκλισιά, σκάζουντας η χαραή, γένουνταν του Χριστουγιννιάτ’κο τραπέζουμα. Η νηστεία, οι ψαλμωδίες της Γέννησης, η πείνα και η ανεμελιά, αλλά κι του πιντανόστιμου κριάς του Μπίτζιου έκαναν αξέχαστα τα πραγματικά θ’κά μας Χριστούγιννα.

Σίγουρα όλα αφτά τώρα μας φαίνουντι σα θρίλερ κι καναγκαιρίσις σαλαμάρις κι βαρβαρότητες για άξιστους ορεσίβιους χουριάτις. Για όσους όμους έζησαν ιτότις, η θυσία του Μπίτζιου ήταν ιερουτελεστία, ήταν θέμα επίβιωσης. Για μας τα πιδιά ήταν γιουρτή γιμάτ’ απού θύμισες, γεύσεις, μυρουδιές που θα μας ακολουθούν παντού, όπους κι οι αμαρτίις μας! Όσου μακριά ήμαστι απ’ τουν τόπου μας, τόσου πλιότιρου κουσέβ’ κι κλώθ τρόιρα του μυαλό τέτχις μέρις ικεί που τρανιψάμι κι μι όσους τρανιψάμι αντάμα αλλά κι μι αφνούς που σήκουσαν του γρέκ’ για πάντα απ’ ιδώ. Όσοι απόμειναν στου χουριό κι κοντά στου χουριό, σε πείσμα των καιρών, θα κάνουν Χριστούγιννα μι παραδουσιακά ιδέσματα, βγάζουντας μιράδ κι για τς ξινιτιμέν’. Για τι μας που αλλαξάμι σαράντα σύνουρα, ούτι του χοιρινό μι στιγνουμένα δαμάσκνα, του ψαρουνέφρ’ μι σάλτσα απού μαρτάρις κι η σούπα κουλουκύθας που θα φάμι στου ριβιγιόν, ούτι τα λουκάνκα μι πουρτουκάλ’ κι πάπρικα απ’ του χασάπ, θα ίνι όπους αφτά που μας χάριζε ου Μπίτζιους. Ιτότις μι ένα «τίπουτας», μια φούσκα απ’ του γρούν’ κι δυο τσιγαρίδις κι γκιζιρούντας όλ’ν τ’ν νύχτα στα Κόλιαντα, τάχαμι όλα. Τώρα που «τάχουμι όλα», πάλι γκρινιάζουμι πως δεν έχουμι ντίπ καντίπουτας. Μι του δίκιου τ’ς οι τρανύτιρ αναρουτιούντι κι απουρούν.

 «Τάχτι όλα κι όλις τς ιφκουλίις, γιατίς πάλι δεν ίστι ιφχαριστημέν, δεν μπορούμι να καταλάβουμι…» «Αφτόιας αναρουτιούμιστι κι μείς για τα πιδιά μας», απαντούμι μουρμουρίζουντας κι ξιούμιστι ικεί που δεν μας τρώει κι ζαρώνουμι σαν τουν γάτου τουν μυλουνάθκου.

 Ιφχαριστώ τν Κουστάντου τς Βανθίας απ’ του Νταμπούρ που κατ’ καλά δουκήθκι τουν Μπίτζιου κι πήρα αφουρμή, αφού είμι άδειους κι μπιντέλ’κους κατά πως μι κατηγουράει, να γράψου… πέντι αράδις, για να δουκθούμι όλοι αντάμα, «νοσταλγοί κι ονειροπόλοι ό,τι ζήσαμε, αγαπήσαμε χάσαμε, αλλά δεν ξεχάσαμε».

Εύχομαι τα φετινά Χριστούγεννα να είναι ευλογημένα και όχι «άΧριστα» και «άχρηστα».

ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ.

Ο Κώστας Ι. Παλπάνης είναι θεολόγος και κατάγεται από την Ελάτη Κοζάνης.

(Εμφανιστηκε 274 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.