4 Μαΐου 2017 at 07:23

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: Σταθμοί της Ιστορίας του Βυζαντίου

από

 Σταθμοί της Ιστορίας του Βυζαντίου

Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ (γενν. 29 Αυγούστου 1926) είναι Ελληνίδα βυζαντινολόγος ιστορικός. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης το 1967 και η πρώτη γυναίκα πρύτανις του Πανεπιστημίου της Σορβόννης στην 700 χρόνων ιστορία του, το 1976. Ακόμη, είναι Πρέσβης Καλής Θελήσεως στη UNICEF.

Κείμενο: Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ*

ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ πολύ πριν οι πολίτες του αποκτήσουν εθνική συνείδηση, οικοδόμησε υπομονετικά και προοδευτικά τις βάσεις της συνοχής και της ενότητας του. Αδιάκοπα αναζητούσε την πορεία, την καθοδηγητική ιδέα, μιας πολιτικής που θα του επέτρεπε να συσπειρώσει τον πολυποίκιλο και εθνολογικά πολύμορφο κόσμο που περιέκλειε στους κόλπους του. Η χριστιανική ιδέα έδωσε στη νέα αυτοκρατορία την πνευματική ενότητα, ενώ η ρωμαϊκή ιδέα τής εξασφάλισε τη βάση και τη νομιμότητα για την εξάσκηση μιας πολιτικής με παγκόσμια εμβέλεια. Οικουμενικότητα χριστιανική και ρωμαϊκή παγκοσμιότητα αποτελούν τους δύο πόλους της βυζαντινής αυτοκρατορικής ιδεολογίας, της μεγάλης οικουμενικής ιδέας που δεν έπαψε ποτέ να καθοδηγεί το έργο των Βυζαντινών κατά τη μακρά ιστορία τους.

Αναμφισβήτητα ο Ιουστινιανός (527-565) είναι ο πρώτος αυτοκράτορας που έκανε πραγματικότητα, που έδωσε σάρκα και οστά στην αυτοκρατορική βυζαντινή ιδέα. Στα χρόνια της βασιλείας του η Μεσόγειος έγινε λίμνη βυζαντινή, η Κωνσταντινούπολη είχε πετύχει να αποκαταστήσει το Imperium romanum στα παλιά σχεδόν σύνορα του και είχε, υπό την αιγίδα της, επιβάλει στον κόσμο της Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου την Pax Christiana. Τα βαρβαρικά φύλα είχαν ηττηθεί από τον βυζαντινό στρατό στην Ιταλία, στην Ισπανία και στην Αφρική· οι Πέρσες σέβονταν τις συνθήκες που είχαν συνάψει με το Βυζάντιο· τα σύνορα του Δούναβη έμοιαζαν απροσπέλαστα στους επιδρομείς και οι περιοχές του Εύξεινου Πόντου είχαν γίνει και πάλι ρωμαϊκές βυζαντινές.

Μάχη μεταξύ του στρατού του Ηρακλείου και των Περσών υπό Khosrau II. Τοιχογραφία του Piero della Francesca, 1452
Μάχη μεταξύ του στρατού του Ηρακλείου και των Περσών υπό Khosrau II. Τοιχογραφία του Piero della Francesca, 1452

Ωστόσο, αμέσως μετά τον θάνατο του Ιουστινιανού η αυτοκρατορία άρχισε να χάνει την αίγλη της· το έργο του Προκόπιου (η Απόκρυφη Ιστορία) εστιάζει στη Θεοδώρα και στον ίδιο τον Ιουστινιανό τους λόγους της κατάπτωσης. Γρήγορα το Βυζάντιο, παρά το εκτενές αμυντικό σύστημα, που είχε εγκαταστήσει στα αχανή σύνορα του κράτους ο Ιουστινιανός [είναι γνωστό από το έργο Περί Κτισμάτων του Προκοπίου], αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί. Η αντίδραση του γειτονικού κόσμου στη Reconquista, την επανάκτηση δηλαδή του δυτικού ρωμαϊκού κράτους, από τη μια πλευρά, καθώς και οι θυσίες που υπέστησαν οι Βυζαντινοί για να ανταποκριθούν στους μακροχρόνιους πολέμους από την άλλη, προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια των πληθυσμών και έγιναν αιτία των εξεγέρσεων που γνώρισε η αυτοκρατορία, κυρίως στις μεγάλες πόλεις από τις διαμάχες των Δήμων, των αθλητικών σωματείων του ιπποδρόμου, ιδιαίτερα μεταξύ των Πρασίνων και των Βένετων, που αναμείχθηκαν στη χριστολογική έριδα και αναστάτωσαν την Κωνσταντινούπολη κατά την περιβόητη Στάση του Νίκα (531). Για να εξιλεωθεί από την αιματηρή κατά των στασιαστών επέμβαση, ο Ιουστινιανός αποφάσισε να κτίσει την Αγία Σοφία· στα εγκαίνια της οποίας (537), ο αυτοκράτορας ανεφώνησε το υπερήφανο «Νενίκηκά σε Σολομώντα», απόδειξη του μεγαλείου του εγχειρήματος.

Απειλούμενη από εχθρούς εξωτερικούς, κλονισμένη από τις εσωτερικές διαμάχες, η αυτοκρατορία υποχρεώθηκε, από τα μέσα κιόλας του 7ου αιώνα, να εγκαταλείψει τη φιλόδοξη πολιτική της αναβίωσης του ρωμαϊκού μεγαλείου και να ακολουθήσει τη ρεαλιστική πολιτική που της υπαγόρευαν οι περιορισμένες τώρα δυνατότητες της, για να αντιμετωπίσει την αμηχανία των καιρών.

Μένει οπωσδήποτε αποφασιστική στροφή στην ιστορία του Βυζαντίου η βασιλεία του Ιουστινιανού. Καθ’ όλα μοναδική εποχή, χάρη στις ζηλευτές επιδόσεις σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς: στις πολεμικές επιτυχίες, στα γράμματα και στις τέχνες, στο δίκαιο ή στην οικοδομική δραστηριότητα. Θεωρήθηκε η εποχή αυτή τέλος της αρχαιότητας και αρχή του μεσαίωνα. Να σημειώσω ωστόσο ότι η έννοια του μεσαίωνα δεν αρμόζει στη βυζαντινή πραγματικότητα, παρά μόνο ως χρονική αναφορά σχετικά με τη Δύση, και αυτό γιατί το Βυζάντιο, αντίθετα από τον δυτικό ρωμαϊκό κόσμο, δεν έπαψε ποτέ: 1) να χρησιμοποιεί μία από τις δύο κλασικές γλώσσες – εννοώ βέβαια την ελληνική, αλλά ως τον Ηράκλειο και τη λατινική, 2) δεν άσκησε ποτέ εμπόριο ανταλλακτικό, αφού από τα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου ήδη διέθετε νόμισμα, βασισμένο μάλιστα στη ρήτρα χρυσού -εννοώ το περίφημο υπέρπυρο- και δεδομένου ότι 3) συνέχισε θεσμικά να έχει ο ηγέτης του κράτους τον αυτοκρατορικό τίτλο, τον οποίο μπορούσε να διεκδικήσει ο κάθε άξιος πολίτης και όχι μόνο οι άρρενες απόγονοι, όπως συνέβαινε με τους «ρήγες» των βαρβαρικών βασιλείων.

Έτσι, όταν μιλάμε για μεσαίωνα στο Βυζάντιο εννοούμε την εποχή της συρρίκνωσης της αυτοκρατορίας λόγω της αραβικής προόδου στην Ανατολή και των σλαβικών διεισδύσεων και εισβολών στην Ευρώπη – εποχή που είναι άλλωστε γνωστή και με το όνομα «Σκοτεινοί χρόνοι»: εκτείνεται grosso modo από τα μέσα του 7ου αιώνα ως τα μέσα σχεδόν του 9ου αιώνα, από το τέλος δηλαδή της βασιλείας του Ηρακλείου ως την αποκατάσταση της ορθοδοξίας (843) και ειδικότερα ως την ανάρρηση του Βασιλείου Α του Μακεδόνα (867) που εγκαινιάζει την πρώτη βυζαντινή αναγέννηση.

Από την αρχή ήδη του 7ου αιώνα, το Βυζάντιο αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει εχθρούς που είχε αποδυναμώσει πριν η ιουστινιάνειος αίγλη. Οι Αβαροσλάβοι είχαν παραβιάσει τα σύνορα στον Δούναβη και είχαν εισέλθει στις βαλκανικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, περιλαμβανομένης και της Ελλάδας· είχαν πολιορκήσει τη Θεσσαλονίκη και είχαν απειλήσει την Κωνσταντινούπολη, οι Λογγοβάρδοι εμφανίστηκαν στη βόρεια Ιταλία, ενώ οι Πέρσες εισέβαλαν στις ανατολικές επαρχίες και στην Παλαιστίνη (624). Λίγα χρόνια αργότερα (626) πολιορκούσαν οι Αβαροσλάβοι, ίσως με τη βοήθεια των Περσών, την Κωνσταντινούπολη, που σώθηκε χάρη στη θαυματουργή επέμβαση της προστάτιδας της Παναγίας της Οδηγήτριας· ο πατριάρχης Σέργιος, στον οποίο ο αυτοκράτορας Ηράκλειος είχε εμπιστευθεί την άμυνα της Πόλης όταν ο ίδιος εκστράτευε κατά των Περσών, φέρεται ως ο εμπνευστής του Ακάθιστου Ύμνου, του έργου που αποτελεί το πάνδημο ευχαριστήριο των Κωνσταντινοπολιτών στην Υπέρμαχο στρατηγό Θεοτόκο, προστάτιδα της Βασιλεύουσας.

Στα δύσκολα αυτά χρόνια της μετα-ιουστινιάνειας εποχής, η άμυνα της αυτοκρατορίας οργανώθηκε από τον Ηράκλειο (610¬641), ο οποίος θεωρείται και ο εισηγητής του συστήματος της επαρχιακής διοίκησης, που εξασφάλισε στην αυτοκρατορία εθνικό στρατό, επιφορτισμένο με την άμυνα των επαρχιών της: πρόκειται για το σύστημα το γνωστό με το όνομα «θεματική οργάνωση». Ο όρος «Θέμα» κατέληξε με τον καιρό να σημαίνει επαρχία και σώμα στρατού συγχρόνως, και αυτό ως το τέλος σχεδόν του Βυζαντίου. Η αυτοκρατορία διαιρέθηκε έτσι σε Θέματα-επαρχίες που τέθηκαν η καθεμία υπό τη διοίκηση στρατηγού, κυβερνήτη, τόσο των στρατιωτικών όσο και των πολιτικών [οικονομικών και δικαστικών] πραγμάτων του Θέματος-επαρχίας.

Η προσπάθεια του Ηράκλειου, που είχε πάρει τις διαστάσεις πραγματικής σταυροφορίας κατά των απίστων, στέφθηκε με επιτυχία. Ο αυτοκρατορικός στρατός εισήλθε στη Δασταγέρδη, κατέστρεψε την Κτησιφώντα, από όπου και επανέφερε στην Ιερουσαλήμ τον αληθινό σταυρό (630) -λογικά ο Ηράκλειος ονομάστηκε τότε από τον υμνητή του Πισίδη Σταυροφόρος-, διέλυσε την αυτοκρατορία των σασσανιδών, οικειοποιούμενος και τον τίτλο του Βασιλέως που έφεραν οι ηγεμόνες της, ενώ στο εσωτερικό άρχισε την προσπάθεια του εκβυζαντινισμού. δηλαδή του εκχριστιανισμού και του γλωσσικού εξελληνισμού των Σλάβων που είχαν διεισδύσει στην αυτοκρατορία και, τέλος, επέβαλε την ελληνική ως επίσημη γλώσσα όλων των διοικητικών υποθέσεων. Επίσης, προσπάθησε με την έκδοση της Έκθεσης να εξασφαλίσει την εκκλησιαστική ειρήνη χάρη στον μονοθελητισμό.

Έτσι, κανείς ακόμη στα χρόνια του Ηρακλείου, του αυτοκράτορα, που στη λαϊκή συνείδηση είχε εκθρονίσει τον Ιουστινιανό -λόγω του ονόματος του ο πολύς λαός τον θεωρούσε απόγονο του Ηρακλή-, δεν μπορούσε να υποψιαστεί, ότι οι επιχειρήσεις των λίγων ατίθασων Αράβων στην Ανατολή θα μπορούσαν να απειλήσουν την κραταιά αυτοκρατορία. Η μάχη κοντά στον ποταμό Yarmouk στην Παλαιστίνη, όπου τα βυζαντινά στρατεύματα ηττήθηκαν για πρώτη φορά από τους Άραβες (636), θεωρήθηκε από την Κωνσταντινούπολη ως συνοριακό επεισόδιο άνευ σημασίας, που είχαν προκαλέσει οι αντίπαλοι της θρησκευτικής πολιτικής του Βυζαντίου. Αξίζει άλλωστε να σημειωθεί ότι για λίγο καιρό η Κωνσταντινούπολη θεώρησε το Ισλάμ ως μία αιρετική κίνηση [όχι δηλαδή ως αντίπαλη θρησκεία], μια από αυτές που επιχωρίαζαν τότε στα ανατολικά κυρίως τμήματα της αυτοκρατορίας. Μανιχαίοι, Μοντανιστές, Μαρκίωνες και Καθαροί, όπως αργότερα και οι Παυλικιανοί, εμφανίστηκαν όλοι και έδρασαν στις περιοχές αυτές, που είχαν παρουσιάσει κυρίως κατά τη χριστολογική έριδα, μονοφυσιτικές αντι-κωνσταντινοπολίτικες τάσεις. Η διαγωγή αυτή θεωρήθηκε, ίσως δικαιολογημένα, ως κύριος παράγων της ραγδαίας εξάπλωσης που γνώρισε το Ισλάμ. Σε αυτές τις δυστράχηλες για το Βυζάντιο και την ορθοδοξία του επαρχίες, όπως η Συρία, η Παλαιστίνη και η Αίγυπτος, δημιουργήθηκε με πρωτεύουσα τη Δαμασκό, το Κράτος των Ομεϊαδών (660), πρώτη αραβική δύναμη που ορθώθηκε νικηφόρα κατά του Βυζαντίου, με όπλο το Djihad, δηλαδή τον ιερό κατακτητικό πόλεμο των μουσουλμάνων κατά των απίστων.

Έργο του ζωγράφου Charles de Steuben που απεικονίζει τη μάχη του Πουατιέ
Έργο του ζωγράφου Charles de Steuben που απεικονίζει τη μάχη του Πουατιέ

Στις δύσκολες συνθήκες που γνωρίζει το Βυζάντιο στην Ανατολή, προστέθηκαν, την ίδια ακριβώς εποχή, οι επιτυχίες των Βουλγάρων στη Δύση. Οι εισβολές τους στα αυτοκρατορικά εδάφη εδώθεν του Δούναβη κατέληξαν στην πάγια εγκατάσταση τους και στη δημιουργία αυτόνομου βουλγαρικού κράτους, που δεν έπαψε να παρέχει έκτοτε πράγματα στην κλονισμένη σε Ανατολή και Δύση αυτοκρατορία.

Το Βυζάντιο, υποχρεωμένο να διεξάγει διμέτωπο πόλεμο, γνώρισε πριν το τέλος του 7ου αιώνα τη συρρίκνωση των εδαφών του και την εξασθένηση των δυνάμεων του. Η παρουσία των αραβικών στόλων στη Μεσόγειο -είχαν ναυτολογηθεί και αρματωθεί στην Τρίπολη της Συρίας με τη βοήθεια των υποδουλωθέντων Βυζαντινών ναυτικών- σημάδεψε με τα ετήσια, τα «ενιαύσια» κούρσα, το τέλος της αυτοκρατορικής θαλασσοκρατίας, προκαλώντας τη δυσχέρεια των επαφών με τη χριστιανική Δύση και τον μαρασμό των παράλιων περιοχών και ναυτικών πόλεων, με επακόλουθα την κατάπτωση του διεθνούς εμπορίου και την προοδευτική αγροτοποίηση των πρώην ναυτικών πληθυσμών.

Παράλληλα, η μαζική διείσδυση των Σλάβων στα αυτοκρατορικά εδάφη [έφτασαν ως και την Πελοπόννησο], όπου και οργανώθηκαν σε ιδιότυπες διοικητικές μονάδες, με το όνομα Σκλαβηνίες και με αυτοκρατορική ανοχή, αλλοίωσε τον εθνολογικό χαρακτήρα των περιοχών όπου εγκαταστάθηκαν τα σλαβικά αυτά φύλα, ιδιαίτερα μετά την αποψίλωση της Ελλάδας λόγω της πανώλης των μέσων του 8ου αιώνα. Η αποφασιστική εθνολογική πολιτική των αυτοκρατόρων της εποχής [ιδιαίτερα του Ιουστινιανού Β’ και λίγο αργότερα του Νικηφόρου Α’] που προέβησαν σε υποχρεωτικές μετακινήσεις πληθυσμών [Σλάβοι μεταφέρονται στην Ασία, ενώ Αρμένιοι στην Ευρώπη], εμπόδισαν τις διασυνοριακές συνεργασίες ομοφύλων εναντίον του Βυζαντίου και εξασφάλισαν την απρόσκοπτη άσκηση της αυτοκρατορικής διοίκησης, που είχαν διασαλεύσει οι διασπαστικές κινήσεις αυτών των ξένων στοιχείων, σε συνεργασία με τους εκτός συνόρων ομογενείς τους.

Οπωσδήποτε, ο 8ος αιώνας εγκαινιάζει περίοδο αντιξοότητας για όλο τον χριστιανικό κόσμο. Οι Άραβες, που έχουν ήδη κατακτήσει όλες τις νότιες ακτές της Μεσογείου, με βάση τώρα την Τρίπολη στη Συρία, την Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο και το Καϊρουάν [την πρώην Καρχηδόνα] στην Τύνιδα, απειλούν τα ελληνικά, τα ιταλικά και τα γαλλικά παράλια, και βέβαια τα νησιά. Η Κύπρος γνωρίζει ένα ιδιότυπο condominium [Βυζαντινοί και Άραβες μοιράζονται την εκεί επικυριαρχία], Μάλτα, Σικελία και Βαλεαρίδες νήσοι απειλούνται αδιάκοπα από τα αραβικά κούρσα, ενώ η Κρήτη θα περιέλθει ύστερα από λίγο (μετά το 824) στους Άραβες, που θα παραμείνουν ως κυρίαρχοι μέχρι το 961.

Η Κωνσταντινούπολη θα γνωρίσει επανειλημμένες πολιορκίες από αραβικούς στόλους, με κατακλείδα αυτή του 717. Το «υγρό πυρ» απώθησε τότε τους πολιορκητές από την Κωνσταντινούπολη και η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, με το τσουνάμι που ακολούθησε, προκάλεσε τον καταποντισμό των ναυτικών τους δυνάμεων που επέστρεφαν στη Συρία. Αυτή ήταν η τελευταία ναυτική απόπειρα των Αράβων κατά της Κωνσταντινούπολης. Η αποτυχία της απέκλεισε κάθε παρουσία αραβική στον Εύξεινο Πόντο, που παρέμεινε λίμνη βυζαντινή, ως την εμφάνιση των ρωσικών στόλων [αρχίζουν οι επιθέσεις τους το 860 και λήγουν το 1044] και βέβαια, κυρίως, ως την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204) και τη δημιουργία των παροικιών τους στα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου και της Χερσονήσου [της σημερινής Κριμαίας], όπως, π.χ., η βενετσιάνικη Τάνα και ο γενοβέζικος Κάφας.

Η νίκη του Καρόλου Μαρτέλ στο Poitiers (732) λίγα χρόνια μετά την άρση της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης σημείωσε, με τη σειρά της, το τέλος της αραβικής εξάπλωσης στη δυτική Ευρώπη, όπου τη διαχείριση των αραβομουσουλμανικών συμφερόντων είχε αναλάβει το κράτος της Κόρδοβας στην Ισπανία.

Η νέα αυτή φάση του αραβοβυζαντινού αγώνα θα αναδείξει τη Μικρασία ως τη νευραλγική για την αντίσταση της αυτοκρατορίας περιοχή. Τους Άραβες αντιμετώπισε τελικά νικηφόρα ο «θεματικός» στρατός των μικρασιατικών συνόρων. Παρά τα ετήσια κούρσα που απέβλεπαν περισσότερο σε λεηλασίες, δηώσεις και αιχμαλωσίες, και όχι στην κατάκτηση νέων εδαφών, οι Άραβες παρέμειναν εκτός των Κιλικίων Πυλών και του Ταύρου στην ανατολική Μικρασία, όπου και αναπτύχθηκε ο θεσμός των Ακριτών με τα γνωστά από τον ομώνυμο ποιητικό κύκλο κατορθώματα.

Από την αρχή κιόλας του 8ου αιώνα, το Βυζάντιο, υποχρεωμένο να υπερασπισθεί τα εδάφη που παρέμειναν υπό τη δικαιοδοσία του, όταν η Ελλάδα είχε κατακλυσθεί από τις σλαβικές εισβολές και τα παράλια και τα νησιά είχαν ερημωθεί σχεδόν λόγω του κινδύνου των αραβικών ληστρικών επιδρομών, το Βυζάντιο στηρίχθηκε για να εξασφαλίσει την επιβίωση του στις ανατολικές μικρασιατικές δυνάμεις. Έτσι, λογικά, η πολιτική της Κωνσταντινούπολης θα ταυτισθεί με τα συμφέροντα και τα ενδιαφέροντα των πληθυσμών της περιοχής αυτής. Αποβάλλοντας τον ναυτικό και εμπορικό χαρακτήρα στον οποίο όφειλε έως τότε τον πλούτο του, το Βυζάντιο αναλαμβάνει τώρα την υπεράσπιση των αγροτικών πληθυσμών της ανατολικής Μικρασίας, των ελλιπώς ελληνοποιημένων και παλαιόθεν προσκείμενων σε ανατολίζουσες παραδόσεις: αυτές κυρίως που χαρακτηρίζονται από τις ανεικονικές λατρευτικές τάσεις. Οι Ίσαυροι, αυτοκράτορες καταγόμενοι από τη Γερμανικεία, το σημερινό Καρς, γνωστοί ως «ταξειδιάρηδες», δηλαδή ως στρατιωτικοί αυτοκράτορες (ταξείδιον= στρατιωτική εκστρατεία), θα είναι οι εμπνευστές της ανεικονικής κίνησης, της γνωστής με το όνομα «Εικονομαχία» που αναστάτωσε πάνω από έναν αιώνα τη βυζαντινή κοινωνία (741-843), πνευματικά, οικονομικά και πολιτικά.

Διάφορες υποθέσεις προτάθηκαν από τους ιστορικούς για την ερμηνεία της εικονομαχίας. Μίλησαν για την αντίδραση των κοσμικών δυνάμεων και στρωμάτων, ιδιαίτερα των στρατιωτικών, εναντίον του κλήρου και των μοναχών, που ζούσαν στη χλιδή, των πλουσιοπάροχα προικισμένων μοναστηριών, χωρίς να συμμερίζονται τις δυσκολίες που γνώριζε ο πολύς λαός και χωρίς βέβαια να πάψουν να αναμειγνύονται στις υποθέσεις του κόσμου, που υποτίθεται ότι είχαν εγκαταλείψει για να επιδοθούν απρόσκοπτα στη σωτηρία της ψυχής.

Μερικοί θεώρησαν την εικονομαχία ως μίμηση των μουσουλμανικών θρησκευτικών συνηθειών, με το σκεπτικό ότι η επικράτηση της θα απάλυνε ίσως τις διαφορές μεταξύ των Αράβων και των υπό την εξουσία τους πολυάριθμων τότε χριστιανών των περιοχών που είχαν πρόσφατα κατακτήσει. Άλλοι τέλος πίστεψαν ότι η εικονομαχία ήταν η απάντηση που βρήκαν οι Ίσαυροι στην αμηχανία των καιρών, διασκεδάζοντας έτσι τις λαϊκές αντιδράσεις.

Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας είναι ο γνωστότερος από τους ήρωες των ακριτικών τραγουδιών και πρωταγωνιστής ενός έμμετρου αφηγηματικού έργου του 11ου-12ου αι., το οποίο είναι γνωστό ως Διγενής Ακρίτης ή Έπος του Διγενή Ακρίτη.
Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας είναι ο γνωστότερος από τους ήρωες των ακριτικών τραγουδιών και πρωταγωνιστής ενός έμμετρου αφηγηματικού έργου του 11ου-12ου αι., το οποίο είναι γνωστό ως Διγενής Ακρίτης ή Έπος του Διγενή Ακρίτη.

Νομίζω ότι καμία από τις υποθέσεις αυτές δεν μπορεί να εξηγήσει μόνη της ένα κίνημα, μια επανάσταση θα έλεγα, όπου η καταστροφή των εικόνων δεν ήταν, κατά τη γνώμη μου, παρά μια εξαιρετική, εξωτερική όμως, πρόφαση, ενώ πραγματική αιτία φαίνεται να είναι η ανάγκη ριζικής αλλαγής των ιδεολογικών, πολιτικών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της αυτοκρατορίας. Να θυμίσω ότι ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος είναι επίσης ο εμπνευστής της Εκλογής, της σύμπτυξης δηλαδή και της συγγραφής των νόμων «επί το απλούστερον» για να είναι καταληπτοί από τον απλό λαό· ότι το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης που είχε ιδρυθεί από τον Θεοδόσιο Β’ τον Μικρό, στα 425, παρακμάζει, ότι η επιστημονική ιστοριογραφία παίρνει τη μορφή της απλής χρονογραφίας, ενώ η ανεικονική τάση οδηγεί την τέχνη των εικόνων σε μαρασμό. Οι πλούσιες εικονογραφικές παραστάσεις που κοσμούσαν προηγουμένως τους ναούς [να θυμηθούμε τα ψηφιδωτά της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα ή ακόμη της Μονής του Σινά] έχουν αντικατασταθεί από την απεικόνιση του απλού σήματος σταυρού, ανυψωμένου σε κλιμακωτή πυραμίδα, όπως, π.χ., στον ναό της Αγίας Ειρήνης στην Κωνσταντινούπολη.

Το πνεύμα με τις ρωμαιοελληνικές ρίζες και τις κλασικές καταβολές, που έτρεφε ως τότε την πολιτική, τη διανόηση, την τέχνη του Βυζαντίου, υποχωρεί κάτω από την πίεση των στοιχείων ανατολικής προέλευσης, που κυριάρχησαν στην αυτοκρατορία. Η μόνη αντίδραση έτσι κατά των εικονοκλαστικών μέτρων προέρχεται από τις δυτικές επαρχίες, την Ελλάδα και την Ιταλία, των οποίων οι πληθυσμοί είχαν από παράδοση εθισθεί στην απεικόνιση του ιερού και του θείου. Η Ιταλία θα βρει, υπό την αιγίδα του πάπα, την ευκαιρία να απομακρυνθεί από τα εικονοκλαστικά δρώμενα της Κωνσταντινούπολης, η οποία ήδη το 731 ή το 732 απέσπασε το Ιλλυρικό, τη διοίκηση των ευρωπαϊκών της επαρχιών, από τη Ρώμη και το προσάρτησε στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Οι ιταλικές επαρχίες καθώς και η Σικελία έγιναν γρήγορα έτσι εστίες του ορθόδοξου ελληνισμού. Και ενώ τα ελλαδικά μέρη κλονίζονταν από την επανάσταση του Κοσμά, που ορθώθηκε κατά της Κωνσταντινούπολης (727), το εξαρχάτο της Ραβέννας έπεφτε στα χέρια των Λογγοβάρδων (751).

Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανάδειξη ηγεμόνα από τα δυτικά τμήματα της χώρας, από την Ελλάδα, οδήγησε στην εγκατάλειψη, έστω και προσωρινά, της εικονομαχίας. Το έργο της Ειρήνης της Αθηναίας -που αυτοκρατόρησε πρώτα με τον άνδρα της, ύστερα (780) με τον γιο της και τέλος, το 797-802, μόνη ως αυτοκράτωρ βασιλεύς, όπως φέρεται στα νομίσματα- συνοψίζει την πολιτική αυτή· πρώτα με τη σύγκληση της δεύτερης συνόδου της Νικαίας (787) με αποτέλεσμα την προσωρινή παύση της εικονομαχίας, και ύστερα με την ανάληψη του αγώνα κατά του ευρωπαϊκού εχθρού, των Βουλγάρων και τη σύναψη ανακωχής με τους Άραβες στην Ανατολή.

Οπωσδήποτε προτεραιότητα των εικονοκλαστών αυτοκρατόρων ήταν η απώθηση των Αράβων του χαλιφάτου τώρα της Βαγδάτης από τις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, έργο που στέφθηκε με επιτυχία, παρά την πρόοδο συχνά των αραβικών κούρσων που έφτασαν μέχρι το Αμόριο και την Άγκυρα, διασχίζοντας Καππαδοκία και Λυκαονία.

Αντίθετα όμως, οι εικονοκλάστες αυτοκράτορες δεν κατάφεραν να εμποδίσουν την εξάπλωση των Βουλγάρων στον βαλκανικό χώρο, ούτε την κατάκτηση της Κρήτης από τους περιπλανώμενους στο Αιγαίο και την Αίγυπτο Άραβες της Ισπανίας. Η άλωση της Κρήτης και η συνεχής απειλή κατά της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας από τους Άραβες τώρα της Αφρικής, καθώς και οι επιτυχίες των Βουλγαροσλάβων σε Θράκη και Μακεδονία [η πρόοδος τους αυτή είχε ως επακόλουθο την εγκατάλειψη της Εγνατίας οδού και τη δυσχέρεια, αν όχι τη διακοπή, των επαφών με τη Δύση], οι επιχειρήσεις τέλος των Αραβικών στόλων της Κρήτης, αλλά και της Ταρσού, κατά των αιγαιακών παραλίων, έκαναν φανερό ότι ο κίνδυνος που αντιμετώπιζε τώρα η αυτοκρατορία εστιαζόταν όχι πια στα ανατολικά σύνορα, αλλά στις ευρωπαϊκές επαρχίες.

Η χειραφέτηση της Ιταλίας και γενικότερα της δυτικής χριστιανοσύνης από την Κωνσταντινούπολη με επιστέγασμα τη στέψη, τα Χριστούγεννα του 800 από τον πάπα Λέοντα Γ’, του Καρλομάγνου ως αυτοκράτορα, τίτλο που κατείχε μόνο ο βυζαντινός ηγέτης [από τότε οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου προσθέτουν στην επίσημη τιτλοφορία τους τον χαρακτηρισμό «Ρωμαίων»], προδικάζουν τις νέες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή σκηνή. Σπουδαιότερες, η ανάδειξη της Βενετίας ως κράτους «tampon» ανάμεσα στις δύο ρωμαϊκές οικουμενικές αυτοκρατορίες (το Βυζάντιο δηλαδή και τη νέα Αγία και καταχρηστικά λεγόμενη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία των Καρολιδών και μετέπειτα Οθωνιδών Γερμανών αυτοκρατόρων), αλλά και η διάσταση μεταξύ της καθολικής, παπικής και της ορθόδοξης κωνσταντινοπολίτικης εκκλησίας. Να θυμίσω ότι το πρώτο σχίσμα, επί πατριαρχίας Φωτίου χρονολογείται το 867, και ότι η πραγματική αιτία του είναι, όχι όπως πιστεύεται, η διαμάχη για τα πρωτεία ανάμεσα σε Κωνσταντινούπολη και Ρώμη, θέμα που αποτέλεσε το παντοτινό πρόσχημα της ενδοχριστιανικής διένεξης, αλλά η δικαιοδοσία πάνω στους νεοφωτισθέντες Σλάβους. Να σημειώσω παρενθετικά ότι οι Βούλγαροι βαφτίστηκαν μαζί με τον αρχηγό τους Βόριδα, το 863, ύστερα από την επιτυχία της αποστολής των Θεσσαλονικέων ιεραποστόλων Κυρίλλου και Μεθοδίου, και με προτροπή του πατριάρχη Φωτίου και του παρεξηγημένου αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ ‘, του λεγόμενου Μέθυσου. Αυτός ήταν άλλωστε και ο ανάδοχος του Βόριδα, ο οποίος προς τιμήν ακριβώς του αναδόχου του, πήρε ως χριστιανικό όνομα το Μιχαήλ.

Αυτές οι νέες ιστορικές συνθήκες υποχρέωσαν το Βυζάντιο να στρέψει την προσοχή του στα πράγματα της Δύσης, δεδομένου άλλωστε ότι οι Άραβες της Ανατολής, διηρημένοι τώρα σε διάφορα μετρίου μεγέθους κρατίδια, με χαλαρούς μόνο δεσμούς με το χαλιφάτο της Βαγδάτης, καθηλώθηκαν από τις αρχές του 11ου αιώνα κυρίως, σε θέση αμυντική έναντι του Βυζαντίου. Η διαμάχη των εικόνων λήγει με την αναστήλωση τους και τη γιορτή της Ορθοδοξίας (843). Η δυναστεία των λεγόμενων Μακεδόνων [στην πραγματικότητα είναι αρμενικής καταγωγής] που ανήλθε στον θρόνο με τον Βασίλειο Α’, θα αναλάβει έκτοτε την εδραίωση της αυτοκρατορίας στις ευρωπαϊκές επαρχίες, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια και την Ιταλία, όπου και εστιάζεται κυρίως το έργο του Βασιλείου Α’, χωρίς βεβαίως να παραβλέψει τη δύναμη των Αράβων και των συμμάχων τους, Παυλικιανών, στην Ανατολή, καθώς και την απειλή των σαρακηνικών στόλων της Κρήτης και της Ταρσού. Να σημειώσω ότι οι Ταρσηνοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη το 904, εξανδραποδίζοντας τους κατοίκους της και ότι οι Κρήτες μουσουλμάνοι λεηλατούσαν αδιάκοπα τις ακτές του Αιγαίου, παρακωλύοντας τις συναλλαγές και τις επαφές μεταξύ των πληθυσμών τους. Πρέπει να περιμένουμε το έργο των μικρασιατών αυτοκρατόρων, του Νικηφόρου Β’ Φωκά και του Ιωάννη Τσιμισκή, για να δούμε την επανάκτηση της Κρήτης, της Κύπρου και την απώθηση των Βουλγάρων από τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης όπου τους είχαν φέρει οι επιτυχίες του τσάρου Συμεών.

Οι νικηφόρες εκστρατείες, τέλος, του Βασιλείου Β’, με επιστέγασμα τη νίκη εναντίον των Βουλγάρων στο Κλειδί (1014) [σε αυτήν οφείλει το όνομα του Βουλγαροκτόνου] σημείωσαν το τέλος του βουλγαρικού κράτους με την υποταγή του στο Βυζάντιο. Οι επαρχίες του μετατράπηκαν σε Θέματα (επαρχίες) της αυτοκρατορίας (τα Παραδουνάβια ή Παράστρια) και η εκκλησία του αποτέλεσε μέρος των μητροπολιτικών ενοριών του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.

Στις αρχές ήδη του 11ου αιώνα, οι Βυζαντινοί έχουν επικρατήσει σε όλα σχεδόν τα μέτωπα. Το περήφανο επίγραμμα στον τάφο του Βασιλείου Β’ δείχνει ότι τα σύνορα της αυτοκρατορίας εκτείνονται πάλι από τον Δούναβη στο Λιβυκό πέλαγος και από την Ιταλία στον Καύκασο. Η θάλασσα, όπως το είχε δηλώσει στον Λιουτ-πράνδο, τον πρεσβευτή του Όθωνα Γ, ο Νικηφόρος Φωκάς ανήκε πάλι στους Βυζαντινούς, ενώ η Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία της Δύσης, υπό την καθοδήγηση της βυζαντινής στην καταγωγή αυτοκράτειρας της Θεοφανούς [της βασιλομήτορος του Όθωνα] προσπαθούσε να μιμηθεί τα βυζαντινά πρότυπα. Το πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης γνώριζε νέα άνθηση, πρώτα χάρη στον Καίσαρα Βάρδα, στον πατριάρχη Φώτιο και στον Λέοντα τον μαθηματικό και αργότερα, χάρη στον Κωνσταντίνο Μονομάχο (1044) με εξάρχοντες τότε τον Ψελλό και τον Ξιφιλίνο, ενώ ο διανοούμενος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ’ ο Πορφυρογέννητος (913-959) είχε ήδη παραγγείλει τη σύνταξη εγκυκλοπαίδειας που ήρθε να συμπληρώσει τα Βασιλικά, το νομοθετικό έργο του παππού του Βασιλείου Α’ και του πατέρα του Λέοντος ΣΤ του Σοφού, καθώς και τις άλλες πολυπληθείς επιστημονικές πραγματείες της εποχής (π.χ. τα ιατρικά εγχειρίδια) αλλά και τα έργα του ίδιου του αυτο¬κράτορα, τα σχετικά με τη διοίκηση του κράτους, τη διπλωματία και την οργάνωση της αυλής- τα γνωστά με τους τίτλους «Περί Θεμάτων», «Περί της Βασιλείου Τάξεως» και «Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν».

Ο θρίαμβος των εικόνων έδωσε, όπως ήταν φυσικό, νέα ώθηση στη βυζαντινή τέχνη. Οι τεχνίτες των ψηφιδωτών συνθέτουν τώρα σε φόντο χρυσό την εικονογραφική κατήχηση των πιστών γύρω από τις δεσποτικές εορτές που κυριαρχούν στον διάκοσμο του κυρίως ναού (Ευαγγελισμός, Γέννηση, Βάφτιση, Υπαπαντή, Ανάσταση του Λαζάρου, Πεντηκοστή, Είσοδος στα Ιεροσόλυμα, Σταύρωση, Εις Άδου κάθοδος, Μεταμόρφωση, Ανάληψη αλλά και Κοίμηση της Θεοτόκου, η τελευταία λόγω της εκεί παρουσίας του Χριστού). Η Κωνσταντινούπολη κοσμείται με τη Νέα Εκκλησία που ο Βασίλειος Α κτίζει σαν απάντηση στην Αγία Σοφία και με την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, ενώ αργότερα στις επαρχίες, οι μονές του Δαφνιού, του Οσίου Λουκά στο Στείρι, της Νέας στη Χίο όπως πριν και η εκκλησία της Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη, μαρτυρούν με τον ψηφιδωτό πλούτο τους την αναγέννηση της βυζαντινής τέχνης. Επίλεκτο δείγμα της αποτελούν επίσης οι πολυπληθείς εικονογραφήσεις -μικρογραφίες χειρογράφων ευαγγελίων, ψαλτηρίων, της Πεντάτευχου, αλλά και έργων κοσμικής παραγωγής, όπως π.χ. το περίφημο χειρόγραφο της ιστορίας του Σκυλίτση, σήμερα στο Escorial της Μαδρίτης.

Ο πλούτος και το μεγαλείο της Βασιλεύουσας θαμπώνουν τους πολυπληθείς ξένους, εμπόρους, διπλωμάτες, μισθοφόρους, προσκυνητές των Αγίων Τόπων, που επισκέπτονται την Κωνσταντινούπολη. Τα πολυτελή προϊόντα της βιοτεχνίας, σμάλτα, πολύτιμα σκεύη και υφάσματα χρυσοποίκιλτα, είναι περιζήτητα ανά τον κόσμο. Οι βυζαντινοί πολίτες, ιδίως των πόλεων, ζουν στη χλιδή και στην πολυτέλεια, που τους απομακρύνει προοδευτικά από τη στρατιωτική ζωή και απασχόληση· οι ευπορότεροι εξαγοράζουν τις στρατιωτικές υποχρεώσεις τους και αποδυναμώνουν έτσι τις τάξεις του θεματικού εθνικού στρατεύματος, που τείνει να αντικατασταθεί από τους πολυποίκιλους εθνολογικά μισθοφόρους (Βαράγκους, Ρώσους, Φράγκους, Κέλτες, Αλαμανούς, Νεμίτζες, Πετσενέγους κ.ά.), που είναι έτοιμοι να πουλήσουν τις υπηρεσίες τους σε όποιον πλειοδοτεί στη μισθοδοσία τους. Η αποστρατιωτικοποίηση αυτή των Βυζαντινών, αποτέλεσμα του πλούτου και της αίγλης που γνωρίζει η αυτοκρατορία για μια ακόμη φορά ανά τον κόσμο, θα έχει οδυνηρά αποτελέσματα για τη δύναμη του Βυζαντίου. Πριν κιόλας από το τέλος του 11ου αιώνα, το Βυζάντιο θα αντιμετωπίσει νέους εχθρούς που απειλούν πανταχόθεν τα εδάφη του, υποχρεώνοντας το να διεξάγει από εδώ και στο εξής πολυμέτωπο πόλεμο.

Ο φόβος της χιλιετίας [το μιλλενιαριστικό δέος], που είχε καταλάβει τα χριστιανικά πλήθη της Δύσης, ήταν άγνωστος βέβαια στο Βυζάντιο που, όπως είναι γνωστό, μετρούσε τα χρόνια, όχι από τη γέννηση του Χριστού, αλλά από την κτίση του κόσμου [το έτος χίλια ισοδυναμούσε με το έτος 6508 του βυζαντινού ημερολογίου]. Ο 11ος ωστόσο αιώνας, τόσο στο Βυζάντιο όσο και στη δυτική Ευρώπη, δηλώνει σημαίνουσα καμπή της ιστορίας τους. Για το Βυζάντιο το πρώτο ήμισυ του αιώνα αυτού μπορεί να θεωρηθεί ως το απόγειο της αίγλης και του μεγαλείου που του προσέδωσαν οι εδαφικές επεκτάσεις, αλλά και η πνευματική και καλλιτεχνική άνθηση. Η διαμάχη με τη Δύση που αρχίζει με το τελικό σχίσμα των Εκκλησιών, το 1054, θα πάρει, πριν από το τέλος του αιώνα, στρατιωτικό χαρακτήρα λόγω των νορμανδικών επιδρομών εναντίον των ιλλυρικών ακτών, των Ιονίων νήσων και της Θεσσαλίας (1081/2), αλλά και θα εξελιχθεί σε οικονομικό ανταγωνισμό, εξαιτίας της εγκατάστασης στα σπουδαιότερα λιμάνια της αυτοκρατορίας, βενετικών πρώτα, πιζάνικων και γενοβέζικων ύστερα, εμπορικών παροικιών. Αυτό, χάρη στις διομολογήσεις που πρώτος παρεχώρησε στους Βενετούς ο Αλέξιος Κομνηνός (1081), σε αντάλλαγμα της συμμαχίας τους κατά τον εναντίον των Νορμανδών αγώνα. Τα άναρχα στρατεύματα της πρώτης σταυροφορίας που διέρχονται λίγο αργότερα (1096) τα εδάφη της αυτοκρατορίας στον δρόμο προς τους Αγίους Τόπους, μεταξύ των οποίων και οι γνωστοί στους Βυζαντινούς Νορμανδοί, επιδείνωσαν τη μεταξύ Βυζαντινών και Λατίνων αντιπαλότητα και αύξησαν την καχυποψία των Βυζαντινών αναφορικά με τους πραγματικούς σκοπούς της σταυροφορίας: την απελευθέρωση δηλαδή των Αγίων Τόπων από τους Σελτζούκους Τούρκους, που είχαν ήδη κατακλύσει τη Συρία, αλλά και τη βυζαντινή Μικρασία μέχρι και αυτών των αιγαιακών παραλίων.

Η εμφάνιση των Σελτζούκων Τούρκων στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας, ήδη από την αρχή του δεύτερου ημίσεος του του αιώνα [κατέλαβαν την Αρμενία και τη Μεσοποταμία και προωθήθηκαν ως την Καισαρεία της Καππαδοκίας] και η δραματική για τους Βυζαντινούς ήττα στο Μαντζικέρτ [κοντά στη λίμνη Βαν], όπου αιχμαλωτίσθηκε στα 1071, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ρωμανός Δ’ ο Διογένης από τον Αλπ-Αρσλάν, άνοιξε τον δρόμο των Τούρκων προς τη δυτική Μικρασία, σαρώνοντας στο διάβα τους κάθε αντίσταση. Η Νίκαια παραδίδεται (1081) και γίνεται η πρωτεύουσα ενός εφήμερου σελτζουκικού κράτους· στον Πόντο εγκαθίστανται οι Τούρκοι Δανισμενήδες, ενώ ο Τζαχάς καταλαμβάνει τη Σμύρνη, ιδρύει ίδιον κράτος και με τον στόλο του παρενοχλεί τα μικρασιατικά νησιά, ως και την Πάτμο. Τέλος, στο Ικόνιο ιδρύεται το Σουλτανάτο της Ρουμ, που απετέλεσε ως την τελική πτώση της Μικρασίας, τον εις ανατολάς γείτονα του Βυζαντίου.

Την ίδια στιγμή στη Δύση, τα νορμανδικά πρώην μισθοφορικά στρατεύματα των Βυζαντινών ανεξαρτητοποιούνται, καταλαμβάνουν το Μπάρι, τελευταία κτήση της αυτοκρατορίας στην Ιταλία (1071) και διαλύουν το Αραβικό Εμιράτο του Παλέρμου της Σικελίας (1073), όπου και ιδρύουν το ιδιότυπο κράτος τους· κράμα δυτικών φεουδαρχικών παραδόσεων, αραβικών συνηθειών και βυζαντινών προτύπων. Από τις ιταλικές βάσεις τους οι Νορμανδοί επιτέθηκαν κατά των αντικρινών βαλκανικών ακτών, προκαλώντας την οργή των Βενετών, που οι νορμανδικές επιτυχίες στον μεταξύ Ιταλίας και Ιλλυρίας χώρο μπορούσαν να τους αποκλείσουν στο βάθος της Αδριατικής θάλασσας. Η συμμαχία με την Κωνσταντινούπολη ήταν η μόνη ενδεδειγμένη και σωστή άμυνα της Γαληνότατης· αυτή στάθηκε άλλωστε και η αιτία των προνομίων που απόλαυσαν οι δραστήριοι έμποροι της στα λιμάνια του Βυζαντίου, από το 1081/2 και μετά, προκαλώντας με τον καιρό αντιπαλότητες οικονομικές με τους ιθαγενείς. Στάθηκαν έτσι η αιτία των βενετοβυζαντινών συγκρούσεων του 12ου αιώνα, με κατακλείδα την αποφασιστική συμμετοχή του βενετικού στόλου στα δραματικά γεγονότα του 1204, που οδήγησαν τα φραγκικά στρατεύματα στην άλωση και τη λεηλασία της Βασιλεύουσας, κατά την τέταρτη σταυροφορία.

Στις αντιξοότητες που γνωρίζει η Κωνσταντινούπολη, πριν από το τέλος ήδη του 11ου αιώνα, σε Ανατολή και Δύση, προστίθενται την ίδια στιγμή, οι επιχειρήσεις των Πετσενέγων στη Θράκη. Οι απειλητικοί αυτοί βόρειοι γείτονες του Βυζαντίου έφτασαν ως τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης (1086) και απέκλεισαν την Πόλη, την οποία πολιορκούσε ήδη ο στόλος του Τζαχά, ο οποίος Τζαχάς είχε αυτοανακηρυχθεί Βασιλεύς Ρωμαίων. Ένας αυτόπτης μάρτυρας των δραματικών αυτών γεγονότων, ο πατριάρχης Ιωάννης της Αντιοχείας, που είχε καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη, έγραψε στον Αλέξιο Κομνηνό (1081-1118), με κάποια ίσως υπερβολή, ότι τα τείχη της Βασιλεύουσας φτάνουν για να περικλείσουν όλη την επικράτεια του! Ωστόσο, την άμυνα του κράτους οργάνωσε αποφασιστικά ο Αλέξιος Α’, χάρη στους διπλωματικούς χειρισμούς [συμμαχία με Βενετούς, αλλά και προσάρτηση των εδαφών που θα κατελάμβαναν στη Μικρασία οι σταυροφόροι στον δρόμο τους προς την Ιερουσαλήμ] και χάρη στις στρατιωτικές του ικανότητες· δεν δίστασε άλλωστε να οικειοποιηθεί και να χρησιμοποιήσει τα πλούσια εκκλησιαστικά σκεύη για την εξεύρεση πόρων προς δημιουργία μισθοφορικού στρατού, ούτε και να νοθεύσει το βυζαντινό νόμισμα για να αντεπεξέλθει στις ανάγκες του κράτους. Χάρη στο έργο του αυτοκράτορα αυτού, έργο που θα συνεχίσει με μεγαλύτερη ακόμη επιτυχία ο γιος του Ιωάννης Β’ (1118-1143), ανακτήθηκε και ειρήνευσε η δυτική Μικρασία και μεγάλο μέρος του Πόντου· η παρουσία ωστόσο των Σελτζούκων παγιώθηκε στην Καππαδοκία, τη Λυκαονία μέχρι και τη Φρυγία, και μεγάλο μέρος των αγροτικών πληθυσμών των περιοχών αυτών ασπάσθηκαν οικειοθελώς τότε το Ισλάμ, αποφεύγοντας έτσι, όπως γράφει ο Κίνναμος, τη φορολογική τους εκμετάλλευση από την Κωνσταντινούπολη.

Ο διάδοχος του Ιωάννη, Μανουήλ Α’ Κομνηνός (1143-1180), έχοντας εξασφαλίσει τη μικρασιατική βάση της αυτοκρατορίας, θα συλλάβει το μεγαλεπήβολο σχέδιο να επεκταθεί στα σταυροφορικά εδάφη της Συρίας και στην Αίγυπτο, αλλά και θα επιχειρήσει την επάνοδο των Βυζαντινών στην Ιταλία, προσπαθώντας να εναντιωθεί έτσι στις επιχειρήσεις των Βενετών που παρενοχλούσαν με τον στόλο τους τους βυζαντινούς πληθυσμούς των παραλίων. Η δεινή όμως ήττα των στρατευμάτων του Βυζαντίου στο Μυριοκέφαλο (1176) από τους Σελτζούκους του Ικονίου [θεωρήθηκε, έναν αιώνα μετά το Μαντζικέρτ, ως μια δραματική συνέχεια του] διέψευσε όλες τις ελπίδες του Μανουήλ· μετά την ταπεινωτική ήττα στο Μυριοκέφαλο, ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσας θα γράψει περιφρονητικά στον Μανουήλ: «Δεν είσαι βασιλεύς Ρωμαίων, αλλά Γραικών», προδικάζοντας έτσι τις μετέπειτα εξελίξεις.

Το Βυζάντιο της δυναστείας των Αγγέλων θα προσπαθήσει, χωρίς όμως επιτυχία, να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών. Δίχως να έχει τη δυνατότητα πια να εξοπλίσει τους βαριά καταφράκτους καβαλάρηδες, όπως ήταν οι πολεμιστές στη Δύση, ούτε να διατηρήσει σοβαρούς πολεμικούς στόλους, υπέστη τις επιθέσεις των πολυάριθμων εχθρών του [Κουμάνοι και Πετσενέγοι στον βορρά, Σελτζούκοι στην ανατολή, Βενετοί και Νορμανδοί στη δύση]. Η ύπαιθρος, από τους εκ βορρά και από ανατολή εισβολείς, και τα παράλια, λόγω των ληστρικών επιχειρήσεων της Βενετίας και των Νορμανδών, προοδευτικά ερημώνονται. Η Θεσσαλονίκη πέφτει το 1185 στα χέρια των Νορμανδών, που είχαν ήδη καταλάβει την Κόρινθο και τη Θήβα, αιχμαλωτίζοντας τους εξειδικευμένους εργάτες της πορφύρας των εκεί αυτοκρατορικών εργαστηρίων. Νορμανδοί, που δεν δίστασαν να προωθηθούν ως και στην Κωνσταντινούπολη, την οποία και επολιόρκησαν, προλογίζοντας έτσι τα δραματικά γεγονότα της τετάρτης σταυροφορίας.

Το εξασθενημένο κράτος της Κωνσταντινούπολης, πλην των δυναστικών διαταράξεων, θα αντιμετωπίσει και τα κινήματα ανεξαρτητοποίησης που εκδηλώνονται στα διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας από τους τοπικούς άρχοντες και Δυνατούς. Οι Γαβράδες στον Πόντο, οι Χαμάρετοι και οι Σγουροί στην Ελλάδα, οι Μαυροζώμηδες στη Μικρασία, αποτελούν, μεταξύ άλλων, χαρακτηριστικά παραδείγματα των αντικωνσταντινοπολιτικών βυζαντινών κινημάτων: η επιτυχία τους εξηγεί το γιατί κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και τους Βενετούς στα 1204 δεν παρουσιάστηκε καμία βοήθεια από την επαρχία, ούτε καν από τη γειτονική Θράκη. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, όταν οι χωρικοί της Θράκης είδαν, μετά την άλωση και τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, να καταφεύγουν εκεί ρακένδυτοι, πεινώντες και πένοντες οι πρώην Δυνατοί [το αρχοντολόι δηλαδή της Κωνσταντινούπολης] ευχαρίστησαν, γράφει ο Νικήτας Χωνιάτης, την Παναγία, γιατί τους έδωσε τη χάρη να τους αξιώσει να γνωρίσουν «ισοπολιτεία» με τους άλλοτε εξουσιαστές τους.

Αναπάντητο θα μείνει ίσως το ερώτημα, αν η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους στα 1204, ήταν προσχεδιασμένη ή αν αποφασίστηκε επιτόπου από τους Βενετούς και τους Φράγκους, οι οποίοι έτσι εκμεταλλεύτηκαν την έκρυθμη κατάσταση που βασίλευε στην Κωνσταντινούπολη λόγω της διαμάχης μεταξύ των δύο Αλεξίων [του Μούρτζουφλου και του Αγγέλου]. Οπωσδήποτε όμως, παραμένει χειροπιαστό το αποτέλεσμα του ανόσιου αυτού εγχειρήματος, όπου η πρώτη χριστιανική αυτοκρατορία έπεσε υπό τα πλήγματα χριστιανικού στρατού [Milites Christi ονομάζονταν οι σταυροφόροι].

Το 1204 οι Λατίνοι λήστευσαν και κατέστρεψαν παλάτια, ναούς και αγιάσματα, σαν τους χειρότερους εχθρούς του Χριστού. Τα λάφυρα, τα άγια λείψανα και τα τιμαλφή που μεταφέρθηκαν στους δυτικούς καθεδρικούς ναούς μαρτυρούν ως τα τώρα τον πλούτο, την ευσέβεια της βυζαντινής πρωτεύουσας και τη μεγαλοπρέπεια των προϊόντων της· λογικά σχεδόν οι άξεστοι στρατιώτες της Δύσης προτίμησαν να σταθούν και να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, αντί να αντιμετωπίσουν τους στρατούς του Σαλαντίν και των Φατιμιδών της Αιγύπτου.

Το 1204 οι σταυροφόροι κατέλυσαν και μοιράστηκαν την αυτοκρατορία του Βυζαντίου [Partitio Romaniae λέγεται το έγγραφο της διανομής]. Η Κωνσταντινούπολη γίνεται έδρα Λατίνων βασιλέων και καθολικού πατριάρχη, η Ελλάδα υποτάσσεται στους διαφόρους ευγενείς οίκους των σταυροφόρων, τα νησιά γίνονται κτήση βενετική με την επωνυμία Αρχιπέλαγος που εμφανίζεται τώρα για πρώτη φορά, η Κρήτη από τους Γενοβέζους περνά στους Βενετούς, ενώ η Κύπρος είχε ήδη υποταχθεί στον τυχοδιώκτη Άγγλο βασιλιά Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο (1190), που την επούλησε πρώτα στους Ναίτες (Templiers) και αμέσως ύστερα στον έκπτωτο βασιλέα της Ιερουσαλήμ Γκυ του Λουζινιάν (1192).

Η βυζαντινή αντίσταση στους σταυροφόρους θα οργανωθεί γρήγορα στην Ήπειρο, από τους Δούκες, στο πλαίσιο του Δεσποτάτου της Ηπείρου, στην Τραπεζούντα από τους Μεγάλους λεγόμενους Κομνηνούς, και στη δυτική Μικρασία με την αυτοκρατορία της Νικαίας των Λασκάρεων, η οποία αποτέλεσε το καταφύγιο της κωνσταντινοπολίτικης αριστοκρατίας και έθεσε για μοναδικό σκοπό της ύπαρξης της την ανάκτηση της Βασιλεύουσας. Στο έργο, κυρίως του Ιωάννη Βατατζή Γ’ (1222-1254), αυτοκράτορα της Νικαίας, οφείλεται η εδραίωση της βυζαντινής κυριαρχίας στη Μικρασία απέναντι στους Σελτζούκους του Ικονίου και απέναντι στους Λατίνους, ενώ ο προκάτοχος του και ιδρυτής της αυτοκρατορίας Θεόδωρος Λάσκαρις είχε απωθήσει από τη Βιθυνία τον Δαυίδ της Τραπεζούντας. Στον Βατατζή και τον διάδοχο του Θεόδωρο Β’ Λάσκαρι οφείλεται επίσης η κατάκτηση των ευρωπαϊκών εδαφών σε Θράκη και Μακεδονία [π.χ. της Θεσσαλονίκης], τόσο εναντίον των Λατίνων όσο και κατά του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Είναι οι νίκες αυτές που επέτρεψαν στη Νίκαια να πραγματοποιήσει το όνειρο της: την επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Η συνεχής αντιζηλία και αντιπαλότητα μεταξύ των βυζαντινών εξόριστων κρατών καθυστέρησε ασφαλώς την, από όλους ποθούμενη, απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης, που τελικά επιτεύχθηκε χάρη στην αδιάκοπη προσπάθεια των Λασκάρεων της Νικαίας, από τον σφετεριστή όμως του θρόνου τους, Μιχαήλ Παλαιολόγο, στα 1261.

Με την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης και την πολιτική του Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου, που απέβλεπε στην ανάκτηση των βυζαντινών επαρχιών της Ελλάδας [ο δικέφαλος αετός, το νέο αυτοκρατορικό σύμβολο, που κοιτά σε Ανατολή και Δύση συγχρόνως εκφράζει παραστατικά την παλαιολόγεια προσπάθεια], η Μικρασία κλήθηκε για μια ακόμη φορά να συμβάλει με το ανθρώπινο δυναμικό της στην πραγμάτωση αυτού του σκοπού. Όταν ο Μιχαήλ εισήλθε στην Κωνσταντανινούπολη, που είχε απελευθερώσει ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος, και την είχε ήδη εγκαταλείψει ο Λατίνος βασιλιάς Baudouin (φυγαδεύθηκε με ένα βενετσιάνικο πλοίο), ο αυτοκράτορας έγινε δεκτός θριαμβικά ως Νέος Κωνσταντίνος και στο χρυσόβουλο που εξέδωσε με αυτήν την ευκαιρία καθόρισε τις προτεραιότητες της πολιτικής του· την απελευθέρωση δηλαδή των χαμένων πατρίδων [ο όρος εμφανίζεται νομίζω τότε για πρώτη φορά]. Η Δύση, με τον πάπα καθοδηγητή, θα εκκινήσει τη σταυροφορία contra Grecos, στην αρχηγία της οποίας διακρίθηκε ο Κάρολος ο Ανδεγαβικός. Η αντιπαλότητα του Μιχαήλ με τον Κάρολο, παρά τις επιτυχίες του βυζαντινού στρατού εναντίον των Φράγκων της Αχαΐας [επέτρεψαν στην Κωνσταντινούπολη να δημιουργήσει τις βάσεις του μετέπειτα Δεσποτάτου του Μυστρά], υποχρέωσαν τη βυζαντινή διπλωματία να συνεταιρισθεί με τον πάπα, αποδεχόμενη την ένωση των εκκλησιών. Και αυτό, παρά τη γενική αντίδραση της βυζαντινής εκκλησίας και του λαού. Το μέτρο έμεινε χωρίς επαύριο, αφού όμως είχε βαθύτατα διχάσει τον βυζαντινό κόσμο. Ο Μιχαήλ Η’ κατάφερε τελικά να απομακρύνει τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε για την Κωνσταντινούπολη ο Κάρολος [η ανάμειξη των Βυζαντινών στον Σικελικό Εσπερινό δεν είναι άμοιρη αυτής της επιτυχίας]. Στάθηκε όμως αδύνατο να αναχαιτισθεί η απειλή των Τουρκομάνων κατά της Μικρασίας, της οποίας άλλωστε τα ακριτικά στρατεύματα είχαν αποδυναμωθεί από τα μέτρα του Μιχαήλ και της οποίας ο πληθυσμός δεν έπαψε να εκφράζει την αντίδραση του κατά του αυτοκράτορα Μιχαήλ και της δυτικής πολιτικής του. Είχε τυφλώσει ο Παλαιολόγος τον οκταετή νόμιμο βασιλέα Ιωάννη Δ’ και είχε εναντιωθεί στον δημοφιλέστατο πατριάρχη Αρσένιο, τον οποίον εκράτησε έκπτωτο και εξόριστο στη Βιθυνία, δημιουργώντας σχίσμα εκκλησιαστικό και πολιτικό, γνωστό ως το σχίσμα των Αρσενιατών, που διήρεσε την αυτοκρατορία επί δεκαετίες και αποδυνάμωσε τη νευραλγική επαρχία της Μικρασίας.

Στο τέλος του 13ου αιώνα, η Μικρασία, η οποία είχε λαμπρυνθεί με την αίγλη και τα κατορθώματα της αυτοκρατορίας της Νίκαιας λίγα χρόνια πριν, θα κατακλυσθεί από τα στίφη των Τουρκομάνων, νομαδικών φυλών που διαβιούσαν ληστρικώς στα σύνορα μεταξύ του Σουλτανάτου του Ικονίου και της Νικαίας. Η προώθηση των Μογγόλων στα μέσα του 13ου αιώνα προς δυσμάς επέφερε τη διάλυση του μικρασιατικού κράτους των Σελτζουκιδών του Ικονίου και επέτρεψε στις τουρκομανικές ομάδες να εξαπλωθούν και προς το Αιγαίο. Τα τουρκομανικά εμιράτα του Καραμάν, του Γκερμιάν, του Μεντεσέ, του Αϊδίν, του Σαρουχάν, του Οθωμάν και του Γιακτσή δημιουργούνται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, στα εδάφη του πρώην σουλτανάτου της Ρουμ [εμιράτο του Καραμάν] και στις περιοχές της δυτικής Μικρασίας που απέσπασαν από το Βυζάντιο. Ένα βραχύ χρονικό του έπους 1300 θα γράψει ότι είχε αιχμαλωτισθεί ήδη τότε «η πάσα Ανατολή». Ικανό μέρος των μικρασιατών Βυζαντινών θα καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη [η οργάνωση ημερησίων συσσιτίων από την εκκλησία απέβη τότε απαραίτητη], αλλά και στην υπόλοιπη Θράκη και Μακεδονία. Η πνευματική ανάπτυξη του Άθω και η σπουδαιότητα που αποκτά η Θεσσαλονίκη κατά τον 14ο αιώνα πολλά οφείλουν στην εκεί καταφυγή των Μικρασιατών. Με τη Μακεδονία και τη δυναστεία του Καντακουζηνού συνδέεται επίσης και η ανάπτυξη που αρχίζει τότε στον Μυστρά, το πνευματικό προπύργιο του πελοποννησιακού ελληνισμού μέχρι το τέλος της αυτοκρατορίας, της οποίας και επέζησε για λίγα χρόνια (ως το 1460), όπως άλλωστε και το άλλο απόκεντρο κέντρο του ελληνισμού, η αυτοκρατορία δηλαδή των Μεγάλων Κομνηνών της Τραπεζούντας (ως το 1461).

Το Βυζάντιο του 14ου αιώνα θα γνωρίσει την πορεία προς μιαν αδιάκοπη παρακμή και κατάπτωση. Οι Οθωμανοί, εγκαταστημένοι στα γειτονικά με την Κωνσταντινούπολη βιθυνικά εδάφη, κατάφεραν στα μέσα κιόλας του Που αιώνα, αν όχι και προηγουμένως, να περάσουν στην Ευρώπη [1354 ο σεισμός της Καλλίπολης που τους επιτρέπει να εγκατασταθούν στην πόλη αυτή, το κλειδί του Ελλησπόντου], ενώ οι άλλοι Τουρκομάνοι κατακτούν, τη μία μετά την άλλη, τις πόλεις της Μικρασίας [η Έφεσσος πέφτει το 1304, η Σμύρνη το 1318]. Πλην της Φιλαδέλφειας, που οργανώνε¬ται σε σχεδόν ανεξάρτητο ελληνικό κρατίδιο εν μέσω των τουρκομανικών εμιράτων, υπό την ηγεσία του μητροπολίτη της Θεοφύλακτου. Η Φιλαδέλφεια θα παραμείνει ελεύθερη ως τα 1391. Η πτώση της σημαδεύει το οριστικό τέλος της βυζαντινής Μικρασίας, αλλά και δηλώνει την ηθική παρακμή που γνωρίζει η αυτοκρατορία, της οποίας ο αυτοκράτορας (Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος) φέρεται να έχει εκστρατεύσει κατά της ελληνικής αυτής πόλης ως σύμμαχος των Οθωμανών.

Κλονιζόμενο από δυναστικές διαμάχες [μεταξύ των δύο Ανδρονίκων και μεταξύ των Παλαιολόγων και των Καντακουζηνών], αποδυναμωμένο οικονομικά από την εκμετάλλευση που του επέβαλλαν οι ιταλικές ναυτικές δημοκρατίες [η Βενετία και η Γένοβα είχαν τότε κάνει θέατρο των διαφορών τους τα λιμάνια της αυτοκρατορίας], απειλούμενο πάντα από τους Λατίνους, που δεν έπαψαν να εργάζονται για την επάνοδο τους στην Κωνσταντινούπολη, υπό την πίεση τέλος της παποσύνης που εξαρτούσε κάθε στρατιωτική δυτική βοήθεια από την ένωση των εκκλησιών υπό την αιγίδα της Ρώμης, το Βυζάντιο της εποχής αυτής γνώρισε όλη την κλίμακα των ταπεινώσεων. Αποθαρρυμένοι οι αυτοκράτορες του, θα προσπαθήσουν να προσελκύσουν και να προσεταιρισθούν τους εχθρούς της αυτοκρατορίας. Σε αυτό ακριβώς απέβλεπαν τα οθωμανικά γαμήλια συνοικέσια και οι πάρα φύση συμμαχίες, όπως, π.χ., αυτή του Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου με τους Τούρκους, αλλά και τα αλλεπάλληλα ταξίδια των αυτοκρατόρων (όπως του Μανουήλ Β’ και του Ιωάννη Ζ’) στη Δύση. Έφτασαν οι αυτοκράτορες αυτοί ως το Παρίσι και το Λονδίνο μέσω Βούδας, Μιλάνου και Βενετίας, επαίτες μιας βοήθειας η οποία ουδέποτε απάντησε στις προσδοκίες των Βυζαντινών.

Ένα αναπάντεχο ωστόσο γεγονός [η ήττα του Βαγιαζήτ από τους Μογγόλους στην Άγκυρα το 1402] προσέφερε στους, πανταχόθεν απειλούμενους, Βυζαντινούς, περίοδο ανάπαυλας μισού σχεδόν αιώνα, ως δηλαδή την τελική πτώση της Κωνσταντινούπολης στα 1453.

Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτάνου Μωάμεθ Β’, μόνο τότε η Δύση θα κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής και της απειλής κατά της καθολικής τώρα χριστιανοσύνης.

Την επαύριο της καταστροφής ο δούκας της Βουργουνδίας Φίλιππος ο Καλός έπαιρνε τον σταυρό για νέα σταυροφορία, αυτήν που ο πάπας Πίος εκήρυξε «contra Turcos» [επιχείρηση που ουδόλως ετελεσφόρησε], ενώ οι αυτοεξόριστοι Βυζαντινοί, κυρίως οι διανοούμενοι, κατέφευγαν στη Δύση (Ρώμη, Πάδοβα και Βενε¬τία) μεταλαμπαδεύοντας τα ελληνικά γράμματα στο πρόσφορο έδαφος της αναγεννωμένης τότε Ευρώπης. Τα ονόματα του Γεώργιου Τραπεζούντιου, του Θεόδωρου Γαζή, του Βησσαρίωνα του Χρυσολωρά, του Δημητρίου Χαλκοκονδύλη, του Ιωάννη Αργυρό¬πουλου, του Ιανού Λάσκαρη έρχονται αμέσως στον νου· φέρονται ως συντελεστές μιας νέας πνευματικής κίνησης στις νέες τους πατρίδες. Ενταγμένοι όμως στις κοινωνίες της Δύσης και στους κόλπους της καθολικής εκκλησίας [ο Βησσαρίωνας έγινε καρδινάλιος και παραλίγο μάλιστα και πάπας], χάθηκαν για το υπόδουλο γένος που έμπαινε τότε στην πιο σκοτεινή περίοδο της μακραίωνης ιστορίας του.

Η εφεύρεση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο επέτρεψε τη γρήγορη διάδοση της ελληνικής γραμματείας και των μεταφράσεων της, ενώ η ανακάλυψη της Αμερικής και η ταυτόχρονη πτώση της Γρανάδας (1492), του τελευταίου δηλαδή προπυργίου του Ισλάμ στη δυτική Ευρώπη, άνοιξαν νέους ορίζοντες για τους δυτικούς ευρωπαίους καθολικούς, κλείνοντας, για τη Δύση, την περίοδο του λεγομένου Μεσαίωνα. Ο Ατλαντικός ωκεανός αντικατέστησε έκτοτε σε σπουδαιότητα τη Μεσόγειο και η Ευρώπη ταυτίστηκε με την καθολική χριστιανοσύνη, αγνοώντας το βυζαντινό επίτευγμα, στο οποίο όφειλε ωστόσο το ιστορικό της είναι. Κατανοητό γίνεται εδώ το αρχαιοελληνικό δίδαγμα που διέσωσαν τα πολυάριθμα scriptoria των βυζαντινών μονών, και η επεξεργασία και αποδοχή του τριαδικού δόγματος της χριστιανοσύνης, που αποτελούν τις θεμελιώδεις καταβολές του ρωμαιογενούς, ελληνόφωνου όμως κόσμου του Βυζαντίου: αυτές είναι οι αρχές που εδραιώνουν άλλωστε ως τα σήμερα την ιστορική ευρωπαϊκή εμπειρία, και αποτελούν, πάνω από όλα, τη βάση της σύγχρονης Ρωμιοσύνης, δηλαδή των Νεοελλήνων.

*Πηγή: Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ, «Γιατί το Βυζάντιο», εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2012.

Οι φωτογραφίες είναι από εδώ: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%A0%CE%BF%CF%85%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%AD_(732)

http://www.pontos-news.gr/ru/tags/digenis-akrit

(Εμφανιστηκε 1.343 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)