5 Φεβρουαρίου 2014 στις 08:56

Ο λοιμός της Αθήνας, 430 π.Χ. (β΄ μέρος)

Από

Ο λοιμός της Αθήνας, 430 π.Χ. (β΄ μέρος)

Ο Σοφοκλής και η μυθολογική προσέγγιση

και, τέλος πάντων, Θουκυδίδης vs Σοφοκλή;

 Γράφει η Titania Matina

Στο α΄ μέρος αυτής της συζήτησης, είδαμε ότι ο λοιμός που ξέσπασε στην Αθήνα το 430 π.Χ. μάς είναι γνωστός σε όλες του τις λεπτομέρειες (συμπτωματολογία, φαινόμενα μαζικής δεισιδαιμονίας και υστερίας, ηθικές και κοινωνικές προεκτάσεις) από τη σχετική πραγματεία του Θουκυδίδη, που με ορθολογιστική προσέγγιση –και υπό το φως των καινοτομιών που εισήγαγε η ιπποκρατική ιατρική– αναπτύσσεται στο Β΄ βιβλίο της Ιστορίας του. Ένας λοιμός είχε απασχολήσει και τον Σοφοκλή, σε τραγωδία του με θέμα τον Οιδίποδα. Εκείνος όμως είχε δει το θέμα μέσα από διαφορετικό πρίσμα.

Parable of the Blind, Pieter Bruegel the Elder

Parable of the Blind, Pieter Bruegel the Elder

 Στην αρχαιότητα, ο μύθος του Οιδίποδα ήταν από τους πλέον γνωστούς. Υπαγόταν στις αφηγήσεις για την καταραμένη γενιά των βασιλέων της Θήβας. Ένας από αυτούς, ο Λάιος, είχε πάρει χρησμό από τον Απόλλωνα των Δελφών ότι το αγόρι που θα γεννιόταν από τη γυναίκα του, Ιοκάστη, θα σκότωνε κάποτε τον ίδιο και θα παντρευόταν τη μάνα του. Έντρομος, σκέφτηκε να απαλλαγεί μόλις το μωρό γεννήθηκε. Τρύπησε κι έδεσε σφιχτά τους αστραγάλους του και το παρέδωσε σε έναν υπηρέτη για να το εγκαταλείψει στο όρος Κιθαιρώνα. Ο υπηρέτης όμως δεν άφησε έκθετο το παιδί, παρά το εμπιστεύτηκε σε γνωστό του βοσκό από την Κόρινθο.  Κι εκείνος, με τη σειρά του, το παρέδωσε στο βασιλικό ζεύγος της πόλης του που ήταν άτεκνο. Το ονόμασαν Οιδίποδα λόγω των πρησμένων του ποδιών. Όταν όμως το αγόρι ενηλικιώθηκε, το αποκάλεσε νόθο κάποιος συνδαιτυμόνας σε γλέντι. Και ο Οιδίποδας ξεκίνησε για τους Δελφούς, για να ζητήσει από τον Απόλλωνα να του φανερώσει την πραγματική καταγωγή του. Ο θεός δεν του έδωσε άλλη απάντηση παρά ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα παντρευτεί τη μάνα του. Ο Οιδίποδας, λοιπόν, θέλοντας να αποφύγει το “γραμμένο” και θεωρώντας πως οι γονείς του ήταν όντως Κορίνθιοι, πήρε αντίθετη κατεύθυνση, οδεύοντας προς τη Θήβα. Στο δρόμο σκότωσε, όντας σε άμυνα, έναν γέροντα που επέβαινε σε άμαξα και τον είχε προηγουμένως προσβάλει. Αυτός ήταν ο πατέρας του. Συνεχίζοντας την πορεία του, σκότωσε το τέρας Σφίγγα, λύνοντας με το σοφό μυαλό του το αίνιγμά της για τον άνθρωπο και απαλλάσσοντας κατά τον τρόπο αυτό τη Θήβα από μεγάλο φόβητρο. Όταν, λοιπόν, έφτασε στην πόλη, του έδωσαν ως ανταμοιβή την Ιοκάστη και την εξουσία. Κι έτσι, ο Οιδίποδας έκανε με τη μάνα του τέσσερα παιδιά. Ο χρησμός είχε εκπληρωθεί, χωρίς ο ίδιος ο Οιδίποδας να το γνωρίζει. Την αλήθεια την ανακάλυψε πολύ αργότερα, οπότε αυτοτυφλώθηκε, αυτοεξορίστηκε και κατέληξε να πεθάνει περιπλανώμενος.

Τον μύθο τον δραματοποίησε ο Σοφοκλής στην περί Οιδίποδα τριλογία του, με το κρισιμότερο μέρος της υπόθεσης –εκείνο που αφορούσε στο πώς ο ήρωας ανακάλυψε την αλήθεια και αυτοτιμωρήθηκε– να αποτελεί το περιεχόμενο του κεντρικού έργου. Παρουσίαζε τον Οιδίποδα να ασκεί εδώ και πολλά χρόνια την εξουσία στη Θήβα, χωρίς επίγνωση της πραγματικής καταγωγής του, έχοντας σκοτώσει τον πατέρα του –στοιχείο που εξακολουθούσε να αγνοεί– και έχοντας την Ιοκάστη σύζυγο και μητέρα των παιδιών του. Ήταν η τραγωδία Οιδίπους Τύραννος. Ο τίτλος της σχετιζόταν με παλαιότερη πολιτική ορολογία που συνδεόταν άμεσα με το νομικό status –ή μάλλον την εθιμική υπόσταση– ενός απόλυτου άρχοντα: ένας βασιλιάς βασιζόταν στα κληρονομικά δικαιώματα τα οποία ο παραδοσιακός συντηρητισμός διαφύλασσε γι’ αυτόν, ενώ ένας τύραννος αναγορευόταν ως τέτοιος κατόπιν έντονης ποπουλαρίστικης επιθυμίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο, ότι στα αυτιά του αθηναϊκού κοινού, στο διονυσιακό θέατρο του 5ου π.Χ. αιώνα, ο όρος τύραννος ηχούσε ενοχλητικά. Ανεξαρτήτως της ποιότητας, των προθέσεων και του χαρακτήρα του ανδρός, για τύραννο επρόκειτο, δηλαδή για ό,τι πιο μισητό υπήρχε για τους πολίτες της άμεσης δημοκρατίας, που είχαν κάθε λόγο να υπερηφανεύονται για τη γραμμένη με αίμα τυραννοκτονική εποποιία της Αθήνας.

Ο Οιδίποδας, βεβαίως, σε όλη την έκταση του συγκεκριμένου έργου σκιαγραφείται ως εξαιρετικά ευφυής άνθρωπος, με ευαισθησίες και αγωνία για τον λαό της Θήβας. Πολύ περισσότερο γιατί, από τους πρώτους κιόλας στίχους του προλόγου του έργου, αντιλαμβανόμαστε ότι την πόλη αυτή την έχει χτυπήσει ανυπολόγιστων διαστάσεων κακό. Μια ομάδα παιδιών και εφήβων, με γέροντα ιερέα επικεφαλής, έχουν προσπέσει ικέτες μπροστά στον Οιδίποδα, με πλήρη εμπιστοσύνη στη φρόνηση και στα έργα του, ζητώντας του, για άλλη μια φορά, να τους βρει σωτηρία, γιατί:

«ο υπόλοιπος λαός, κρατώντας ικετευτικά στεφάνια,

στέκει στις αγορές, γύρω από της Αθηνάς Παλλάδας τους δύο

ναούς και τον μαντικό βωμό του Ισμηνού.

Κι η πόλη, όπως βλέπεις, ανυπέρβλητα

ήδη κλυδωνίζεται και να σηκώσει κεφάλι

δεν μπορεί από τα βάθη τρικυμίας φονικής,

καθώς σαπίζουν πρόωρα οι καρποί της γης,

ψοφούν τα κοπάδια των βοδιών, κι οι τοκετοί

των γυναικών αποβαίνουν άκαρποι∙ και μέσα σ’ όλα αυτά, ο φλογοφόρος θεός,

ενσκήπτοντας, η μισητή πανούκλα, αφανίζει την πόλη,

απ’ τον οποίο ρημάζει ο οίκος του Κάδμου∙ κι ο μαύρος

Άδης πλουτίζει από στεναγμούς και θρήνους» (19-30).

Ο Οιδίποδας ανταποκρίνεται με ευσυνειδησία στις εκκλήσεις, ώστε να τους καθησυχάσει. Έχει προλάβει τις επιθυμίες τους. Εδώ και μέρες, έχει στείλει τον γυναικάδελφό του, τον Κρέοντα, να ζητήσει χρησμό από τον Φοίβο των Δελφών σχετικά με την αιτία της δυστυχίας. Όταν ο Κρέοντας επιστρέφει, ανακοινώνει:

«Ξεκάθαρα ο βασιλιάς Φοίβος μάς διατάζει

το μίασμα της χώρας, που γεννήθηκε στον τόπο

αυτόν εδώ, να διώξουμε και να μην θρέφουμε μέχρι να γίνει αγιάτρευτο» (96-98).

Και παρακάτω (100-110) διευκρινίζεται: Καταστρέφει την πόλη το αίμα του προηγούμενου βασιλιά. Πρέπει να βρουν τον φονιά και είτε να τον εξορίσουν είτε να τον σκοτώσουν.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα μίασμα, μύσος, άγος – η έννοια επαναλαμβάνεται σταθερά (138, 241, 313). Είναι κάτι καταραμένο και ανίερο, μια ηθικής τάξεως βάναυση παρέκκλιση, που αντικειμενοποιείται σε νόσημα, παίρνει υλική υπόσταση πάνω στο σώμα, προσβάλλει τα κύτταρα σαν λοιμός, θρέφεται σαν απόστημα, απειλεί τα πάντα στο περιβάλλον της, τα κάνει να σαπίζουν. Κι έτσι, ο Οιδίποδας αναλαμβάνει προσωπικά τη διεξαγωγή της έρευνας, με μια προσήλωση που υπερβαίνει τη μεθοδικότητα του ανακριτή και μάλλον προσιδιάζει στην αυταπάρνηση του γιατρού. Αναζητεί «ίαση» (68), «καθαρμό» (99), «υπηρέτες ταγμένους απέναντι στην αρρώστια, για δύναμη κι ανακούφιση από τα δεινά» (217-218), «έκλυση του νοσήματος» (306-307), προκειμένου «να ξεπλυθεί όλη η μόλυνση που προέρχεται από τον νεκρό» (313). Σ’ αυτό τον αγώνα, οφείλει να ψάξει «τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η συμφορά» (99), «το ίχνος ακόμη και το πλέον δυστέκμαρτο» (109). Επιδίδεται σε «ανίχνευση μεγάλης έκτασης, στη βάση σημείων» (220-221). Οφείλει να τα πάρει «όλα απ’ την αρχή για να αποκαλυφθεί η πρωτογενής αιτία» (132).

Αυτό που διακυβεύεται στην περίπτωση του Οιδίποδα είναι η αποτελεσματικότητα της συστηματικής και ορθολογικής αναζήτησης της αλήθειας. Και σωστά οι J.-P. Vernant και P. Vidal-Naquet, στο Myth and Tragedy in Ancient Greece, παρατηρούν ότι η προβληματική αυτή είναι σύμφυτη με τον ίδιο τον χαρακτήρα του Οιδίποδα, καθώς το όνομά του ετυμολογείται μεν από το οίδημα, υποδηλώνει όμως και συνάφεια με το ρήμα οἶδα, που σήμαινε γνωρίζω. Ο ήρωας έχει τυφλή εμπιστοσύνη στις δυνατότητες της γνώσης, ενώ υποβλέπει οτιδήποτε αντιλαμβάνεται ως μαγικό, κρυμμένο στα σκοτάδια των υπαινιγμών και στην αχλύ του μυστηρίου. Εξ ου κι η βίαιη αντίδρασή του απέναντι στις σιβυλλικές παρατηρήσεις του μάντη Τειρεσία. Ο ίδιος χτίζει στο φως το οικοδόμημα της έρευνάς του. Λιθαράκι λιθαράκι. Και, σε μια κρίσιμη στιγμή της διαδικασίας, διαισθάνεται ότι, καθώς συμπληρώνει πια το παζλ, με πείσμα και με αστείρευτα αποθέματα θάρρους, βρίσκεται πολύ κοντά στο να ανακαλύψει κυριολεκτικά τα πάντα, ακόμη και την ίδια του τη φύτρα. Ευνοημένος απ’ όλους του οιωνούς, νιώθει «Παιδί της Τύχης» (1080). Ποια ειρωνεία! Η στιγμή της αποκορύφωσης της καλότυχης ευστροφίας του τον καταβαραθρώνει. Βρίσκει τον φονιά κι αυτός δεν είναι άλλος από τον εαυτό του! Ο γιατρός έχει μετατραπεί στην πιο καταραμένη νόσο!  Έχουμε εδώ την πλήρη, την πιο δραματική και εκ θεμελίων αντιστροφή των όρων του παιχνιδιού!

Είναι απολύτως βέβαιο ότι στο υπόβαθρο της τραγωδίας αυτής του Σοφοκλή διακρίνεται ο αθηναϊκός λοιμός που ξέσπασε το 430 π.Χ. Ο αιφνιδιασμός και η οδυνηρή εμπειρία των Αθηναίων απηχούνται όχι μόνο στην ομαδική ικεσία του Προλόγου, αλλά και στο τραγούδι του Χορού Γερόντων των στίχων 167-188. Αν συμφωνήσουμε, λοιπόν, μαζί με τους σύγχρονους μελετητές, πως έτσι είχαν τα πράγματα, και πως το έργο αυτό του Σοφοκλή έχασε το πρώτο βραβείο στους δραματικούς αγώνες επειδή μιλούσε στο κοινό για οικεία κακά, ποιοι υπαινιγμοί κρύβονταν –ίσως– πίσω απ’ το προσωπείο και την τραγική μετάπτωση του ρόλου του Οιδίποδα; Μια πρόχειρη απάντηση ενδεχομένως θα υποδείκνυε τους ιπποκρατικούς γιατρούς, που έπεσαν με τα μούτρα, όπως ξέρουμε από τον Θουκυδίδη, στην αντιμετώπιση του λοιμού και κατέληξαν οι ίδιοι να αποτελούν το πιο ευπρόσβλητο τμήμα του πληθυσμού. Μια διεισδυτικότερη ερμηνεία θα υποδείκνυε, ωστόσο, τον Περικλή. Εκείνος, πριν το θάνατό του απ’ την αρρώστια, κατέρρευσε κηδεύοντας τα δυο παιδιά του. Κι επίσης, εκείνος –σίγουρα–  θα είχε ακούσει νωρίτερα ικεσίες σαν αυτές του ιερέα της τραγωδίας που έμμεσα αφήνει αιχμές προς τα μεγαλεπήβολα και συστηματικά οργανωμένα περίκλεια σχέδια για την τοιχοποιία και την ολοκλήρωση της απεδαφικοποίησης της αθηναϊκής ηγεμονίας.

«Γιατί, αν μέλλει να κυβερνάς αυτή τη χώρα, όπως το κάνεις τώρα,

καλύτερο είναι να την ορίζεις με λαό κι όχι αδειανή.

Γιατί δεν αξίζει τίποτε ούτε πύργος ούτε καράβι,

αν είναι έρημο, χωρίς ανθρώπους μέσα.» (54-55)

Τι άλλο θα είχε να προσάψει, μέσω του Οιδίποδά του, ο Σοφοκλής στον πρώτο του αθηναϊκού δήμου; Η σκιαγράφηση ενός ήρωα μιαρού, που προερχόταν από την καταραμένη βασιλική γενιά των Λαβδακιδών της Θήβας, συμμεριζόταν ενδεχομένως τη δεισιδαιμονική βεβαιότητα πολλών Αθηναίων, την οποία επίσης καταγράφει ο Θουκυδίδης (1. 126. 2), ότι ο Περικλής καταγόταν απ’ την αριστοκρατική γενιά των Αλκμεωνιδών την οποία βάραινε αρχαίο άγος; Όχι απαραίτητα, νομίζω. Ωστόσο, η μαγικο-θρησκευτική προσέγγιση του Σοφοκλή στο θέμα του λοιμού, μέσω της πτώσης του ήρωά του, διαπερνάται μάλλον από τον άξονα εκείνο που είναι κεντρικός στην αρχαία τραγωδία. Κι αυτός είναι ο άξονας της ύβρεως, της καταπάτησης, δηλαδή, και της υπέρβασης των ορίων που αντικειμενικά υπάρχουν στη σκέψη και στη δράση των ανθρώπων. Ο Περικλής έφτασε στα όριά της την πολιτική τέχνη, αυτή την τέχνη που περιγράφεται απ’ τον Οιδίποδα ως «ανώτερη από κάθε άλλη στην πολυζήλευτη ανθρώπινη ζωή» (380-381). Κι αυτά τα όρια τα ξεπέρασε, με τρόπο υπεροπτικό προς τους εχθρούς –και εντέλει αφύσικο. Ποντάροντας στη δυναμική της θαλασσοκρατίας, καταδίκασε την πόλη και τον εαυτό του σε μια παράλογη λοιμώδη στενοχωρία.

Τι θα έλεγε ο Θουκυδίδης, που ασφαλώς είχε παρακολουθήσει την παράσταση του Οιδίποδα Τυράννου, για την προσέγγιση του Σοφοκλή στο θέμα; Θα αποτολμήσω να υποθέσω ότι δεν διαφώνησε. Κι εκείνος σκοπίμως τοποθέτησε στην Ιστορία του, ακριβώς πριν την αφήγηση των γεγονότων του λοιμού εκείνο τον περίφημο Επιτάφιο Λόγο του Περικλή, που προκαλεί ερωτήματα. Γιατί για τους νεκρούς κάποιων ασήμαντων αψιμαχιών υποτίθεται ότι εκφωνήθηκε, χρησιμοποιείται όμως από τον Θουκυδίδη για να προβάλλει το ιδεώδες του Περικλή για την αθηναϊκή δημοκρατία και ηγεμονία. Κι έτσι, στο μυαλό του αναγνώστη, προκύπτει ένα καλότυχο πριν (η ακμή της ηγεμονίας) κι ένα οδυνηρό μετά (ο λοιμός). Εντυπωσιακή αντίστιξη –σχολιάζουμε, συνήθως, οι φιλόλογοι. Θα αποτολμήσω να πω: τραγική μετάπτωση! Και με σοφόκλειους όρους….

 

(Εμφανίστηκε 317 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Υποβολή σχολίου