20 Αυγούστου 2013 at 17:44

Ο Βιζυηνός και τα ασυγχώρητα αμαρτήματα

από

Ο Βιζυηνός και τα ασυγχώρητα αμαρτήματα

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

«Το Αμάρτημα της μητρός μου» είναι καθαρά αυτοβιογραφικό. Είναι το οικογενειακό χρονικό του Βιζυηνού, που εκτυλίσσεται χωρίς μελοδραματισμούς ή επιτηδευμένες δραματοποιήσεις, αφού όλες οι συγκινησιακές εξάρσεις γίνονται περιττές μπροστά στη δύναμη της ίδιας της εξιστόρησης και το ανίκητο των ρεαλιστικών περιγραφών. Με άλλα λόγια, παρακολουθούμε το μεγαλείο της αφηγηματικής απλότητας που ξεδιπλώνεται χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς φαμφάρες και ακροβασίες, αλλά με προσγειωμένη λογοτεχνική οικονομία καθιστώντας σαφές ότι οι επεξηγηματικές παρεμβάσεις, από πλευράς συγγραφέα, λειτουργούν ως εκμαίευση συναισθημάτων, δηλαδή ως ασυγχώρητη φλυαρία. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η δύναμη του πηγαίου λογοτεχνικού ταλέντου που λειτουργεί με τρόπο απόλυτα φυσικό, δίνοντας την εντύπωση ότι η διαδικασία της λογοτεχνικής δημιουργίας είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο ή, ακόμη πιο σωστά, ότι δεν υπάρχει καμιά τέτοια διαδικασία, αφού όλα εναποθέτονται στο αυθόρμητο, ως κάτι αυτονόητο.  

«Το Αμάρτημα της Μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού σε σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη με τον Ηλία Λογοθέτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο
«Το Αμάρτημα της Μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού σε σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη με τον Ηλία Λογοθέτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο

Μια μητέρα – ο πατέρας έχει πεθάνει – προσπαθεί να αναθρέψει τα τέσσερα παιδιά της, τρία αγόρια κι ένα κορίτσι, κάνοντας θυσίες αιματηρές και δουλεύοντας σκληρά. Ο μεγάλος αδερφός είναι ο Χρηστάκης, ακολουθεί ο Γιωργής (ο ίδιος ο Βιζυηνός), η Αννιώ και τέλος ο Μιχαήλος, ο μικρότερος. Η Αννιώ είναι η χαϊδεμένη. Η μητέρα της κάνει όλα τα χατίρια: «Ως και εις τα γράμματα δεν την εβίαζεν. Αν ήθελεν, επήγαινεν εις το σχολείον, αν δεν ήθελεν, έμενεν εις την οικίαν». Όμως, τα αδέρφια δεν πικραίνονται, ούτε κρατούν κακία. Ξέρουν ότι η Αννιώ είναι άρρωστη: «Όλος ο κόσμος το έλεγεν ότι είχεν εξωτικόν». Η μητέρα φτάνει σε απελπισία. Κάνει ότι είναι δυνατό: «…. ο ιερεύς ανέγνωσεν ήδη επί της ασθενούς τους εξορκισμούς του κακού, διά παν ενδεχόμενον». Όμως η Αννιώ δεν λέει να συνέλθει. Η μητέρα καταφεύγει ακόμη και στα «σαλαβάτια των μαγισσών» και στο «χαμαγλί», με τις «μυστηριώδεις αραβικάς λέξεις». Παρακολουθούμε τη σύγχυση της πίστης και την απόγνωση, δηλαδή την τυφλή αναζήτηση της ελπίδας, που όλοι γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει: «Η θρησκεία έπρεπε να συμβιβασθή με την δεισιδαιμονίαν». Τελικά, η μητέρα παίζει το τελευταίο της χαρτί. Παίρνει την Αννιώ στην αγκαλιά και πηγαίνει στην εκκλησία, αποφασισμένη να μείνει μέσα σαράντα μερόνυχτα: «Διότι μέχρι τοσούτου ημπορεί να αντισταθή η τρομερά ισχυρογνωμοσύνη των δαιμονίων, εις τον αόρατον πόλεμον, μεταξύ αυτών και της θείας χάριτος». Η Αννιώ όμως δεν αναρρώνει. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μια μέρα ο Γιωργής την ακούει να ψιθυρίζει στην εικόνα του Χριστού: «Πάρε μου όποιο θέλεις και άφησέ μου το κορίτσι…….. Ενθυμήθηκες την αμαρτίαν μου και εβάλθηκες να μου πάρης το παιδί, για να με τιμωρήσεις». Και συμπλήρωσε: «Σου έφερα δύο παιδιά μου στα πόδια σου….. χάρισέ μου το κορίτσι!»

            Η απομάκρυνση της Αννιώς από την εκκλησία, μετά την προτροπή του ιερέα, είναι η ολοκλήρωση της οικογενειακής τραγωδίας, που όμως για το Γιωργή παίρνει διαστάσεις προσωπικές, αφού είναι ο μόνος που κατέχει το μυστικό της μητρικής προδοσίας. Ο μικρός Γιωργής, απελπιστικά μετέωρος, καλείται να σηκώσει το αφόρητο βάρος μιας ανομολόγητης συμφοράς, ενός αμετάκλητου κι επώδυνου παρελθόντος που επικρέμεται σαν κατάρα, σχεδόν σαν μεταφυσική απειλή. Όταν το ίδιο βράδυ βρίσκει τη μητέρα να θυμιάζει τα ρούχα του άντρα της καλώντας τον να βοηθήσει την Αννιώ, σε μια απεγνωσμένη μεταφυσική – πνευματιστική ακροβασία, κάθεται δίπλα της και λέει: «Έλα, πατέρα – να πάρης εμένα – για να γιάνη το Αννιώ». Η επίδειξη της αυτοθυσίας δεν είναι παρά το σιωπηλό παράπονο απέναντι στη μάνα, που οφείλει να διοχετευτεί και που μοιραία παίρνει τη μορφή της αυταπάρνησης. Είναι η έκκληση της αγάπης, που λειτουργεί σαν ασύνειδη εκδίκηση και που, αφού δεν μπορεί αλλιώς να εκπληρωθεί, παίρνει τη μορφή της υποταγής. Με άλλα λόγια, είναι η παιδική ομολογία της γνώσης του απαγορευμένου, που είναι αδύνατο να κρατηθεί μυστικό και που χρειάζεται ειδικό χειρισμό στην αποκάλυψή του ή αλλιώς η αθωότητα που συγκρούεται πάνω στις λεπτές ισορροπίες των ενηλίκων, δηλαδή η βαρβαρότητα της πρώιμης ενηλικίωσης: «Δεν ησθανόμην ο ανόητος ότι τοιουτοτρόπως εκορύφωνα την απελπισίαν της!…. Ήμην πολύ μικρός τότε, και δεν ηδυνάμην να εννοήσω την καρδίαν της». Και κάπως έτσι ξετυλίγεται το κουβάρι της ενοχής που αφορά τον ενήλικο Γιωργή, απέναντι στις παιδικές μνήμες που γίνονται όλο και δυσκολότερες στη διαχείρισή τους.    

«Το Αμάρτημα της Μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού σε σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη
«Το Αμάρτημα της Μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού σε σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη

Αν ο Βιζυηνός εκφράζει την παιδική ενοχή, που πρέπει να είναι συγχωρητέα και που οφείλει να απαλυνθεί και να δικαιολογηθεί με το πέρασμα του χρόνου  (πράγμα που όμως δεν συμβαίνει πάντα), η μητέρα εκφράζει τον έτερο πόλο της ενήλικης ενοχής, που γίνεται αξεπέραστη, της ενοχής που δεν θα ομολογηθεί ποτέ και θα λειτουργεί πάντα υπογείως παίρνοντας τη μορφή του πιο χειροπιαστού εφιάλτη. Γιατί η μητέρα, μετά το θάνατο της Αννιώς υιοθετεί ένα κορίτσι και το μεγαλώνει με στερήσεις αβάσταχτες. Κι αφού το παντρεύει, υιοθετεί και δεύτερο απαιτώντας από τα παιδιά της να δουλεύουν σκληρά για να το μεγαλώσουν. Γιατί έρχεται σε σύγκρουση με τα παιδιά της που αρνούνται να παρακολουθήσουν τη μητρική εμμονή. Γιατί κινείται στο παράλογο, εκπληρώνοντας μια θεϊκή επιταγή που επωμίστηκε αυτοβούλως. Μοιραία, κανείς πλέον δεν μπορεί να την καταλάβει. Η ανεξήγητη συμπεριφορά της μητέρας είναι το ανεξέλεγκτο της προσωπικής υποταγής στο αναπόδραστο μιας αδυσώπητης μοίρας που διαρκώς ζητά και που ποτέ δεν ικανοποιείται. Το επίπλαστο της υποκειμενικής πραγματικότητας που ποτέ δε θα βρει ανακούφιση. Η μετατροπή της ζωής σε αιώνιο κυνήγι παρηγοριάς, που όμως γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι δεν θα έρθει ποτέ. Η αέναα επιτηδευμένη αυτοτιμωρία. Κι αυτό είναι η θλιβερή όψη της ενοχής, που παίρνει διαστάσεις νοσηρές, δηλητηριάζοντας όλες τις χαρές και μετουσιώνοντας το παράφορο σε νόημα ύπαρξης. Η εκμηδένιση κάθε ευτυχίας. Το πιο αδιαπέραστο ανελεύθερο.

            Χρόνια αργότερα η μητέρα εξομολογείται στον Βιζυηνό ότι το πρώτο της παιδί, που ήταν κορίτσι, το πλάκωσε στον ύπνο της και το έπνιξε. Κι αν η ομολογία της ενοχής είναι από μόνη της μια μικρή επανάσταση, αφού προϋποθέτει την πιο αμείλικτη έκθεση του εαυτού, ταυτόχρονα σηματοδοτεί και τις αξίες μιας ολόκληρης εποχής, καθώς η ενοχή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η σύγκρουση του ατόμου μ’ αυτές τις αξίες. Γι’ αυτό ο Βιζυηνός είναι ο μάστορας της ηθογραφίας. Γιατί η μητέρα, πέρα από την τραγωδία του χαμένου παιδιού και της προσωπικής ευθύνης, είχε να αντιμετωπίσει και την κοινωνική κατακραυγή και το θρησκευτικό φόβο της διαρκούς επικείμενης τιμωρίας και τη σκληρότητα της ίδιας της ζωής, με το χαμό του άντρα της και της Αννιώς, που μόνο ως θεϊκή απόδοση δικαιοσύνης μπορούσε να ερμηνευτεί. Όταν όμως ο Βιζυηνός οδήγησε τη μητέρα του στον Πατριάρχη Ιωακείμ για να βρει παρηγοριά κι όταν «ο αείμνηστος εκείνος γέρων» της πρόσφερε την ανακούφιση της λυτρωτικής εξομολόγησης και της οριστικής συγχώρεσης μπροστά στο θεό, στα λόγια του (του Βιζυηνού): «Τώρα πιά πιστεύω, ότι ήλθεν η καρδιά σου στον τόπον της» ήρθε η απάντηση: «Τι να σε πω, παιδί μου! Ο Πατριάρχης είναι σοφός και άγιος άνθρωπος……. Μα τι να σε πω! Είναι καλόγερος. Δεν έκαμε παιδιά, για να μπορή να γνωρίση τι πράγμα είναι το να σκοτώση κανείς το ίδιο το παιδί του!»

(Εμφανιστηκε 1.265 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν