Εκεί που μας χρωστούσανε, μας πήραν και τ’ αμπέλι.
χρωστώ: οφείλω· πρέπει να δώσω, να καταβάλω ή να επιστρέψω χρηματικό ποσό: Και μου είπε αυτός ο Μίμης πως μας έχεις σκλαβωμένους του λόγου σου… πως εγώ ο Αλέξανδρος Οφιομάχος, που με βλέπεις εδώ, σου χρωστώ καπιτάλια! [1] Μας έχεις […]
Διαβάστε περισσότερα ›





























