24 Ιουλίου 2026 at 20:45

Μια λιγότερο γνωστή μαρτυρία του 1821 για τον θάνατο του Καπετάν Αντρούτσου (πατέρα του Οδυσσέα)

από

Μια λιγότερο γνωστή μαρτυρία του 1821 για τον θάνατο του Καπετάν Αντρούτσου (πατέρα του Οδυσσέα)

Γράφει ο Ηλίας Χρ. Θάνος,

Ερευνητής, Συγγραφέας, Αρθρογράφος,

Πρόλογος

Στη σύγχρονη ιστοριογραφία έχει επανειλημμένα επισημανθεί ότι ακόμη και μεμονωμένες μαρτυρίες, όταν αξιολογούνται με τη δέουσα κριτική μεθοδολογία, μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στον εμπλουτισμό ή και στην αναθεώρηση παγιωμένων ερμηνειών. Η αξία μιας πηγής δεν εξαντλείται στην αριθμητική της επιβεβαίωση, αλλά εδράζεται στο περιεχόμενο, το πλαίσιο παραγωγής της και στη σχέση της με το ευρύτερο σώμα των διαθέσιμων δεδομένων.

Στο πλαίσιο αυτό, το παρόν κείμενο επιχειρεί την ανάδειξη και παρουσίαση μιας λιγότερο γνωστής μαρτυρίας των αρχών του 19ου αιώνα, η οποία αναφέρεται στον θάνατο του Καπετάν Αντρούτσου, πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Σύμφωνα με την εν λόγω πηγή, ο θάνατός του αποδίδεται όχι σε τυχαίο περιστατικό ή σε απλή πολεμική αναμέτρηση, αλλά σε μεθοδευμένη ενέργεια που αποδίδεται στον Αλή πασά των Ιωαννίνων.

Η μαρτυρία αυτή, δημοσιευμένη το 1821 σε ευρωπαϊκό τύπο και αναπαραγόμενη μέσω διεθνούς δημοσιογραφικού δικτύου, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφενός λόγω της χρονικής της εγγύτητας προς τα γεγονότα, αφετέρου λόγω του τρόπου με τον οποίο εντάσσει το συγκεκριμένο περιστατικό στο ευρύτερο πολιτικοστρατιωτικό πλαίσιο της περιόδου. Παρά το γεγονός ότι η αξιοπιστία της δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων δεδομένη, η καταγραφή και η κριτική της προσέγγιση αποτελούν αναγκαίο βήμα για μια πληρέστερη κατανόηση των ιστορικών εξελίξεων.

Σκοπός της παρούσας εργασίας δεν είναι η οριστική επίλυση του ζητήματος, αλλά η τεκμηριωμένη παρουσίαση της μαρτυρίας και η ένταξή της στη σχετική συζήτηση, με στόχο την περαιτέρω διερεύνηση και αξιολόγησή της από την ιστορική έρευνα.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος (Ιθάκη, 1788 —Αθήνα, 5 Ιουνίου 1825)
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος (Ιθάκη, 1788 —Αθήνα, 5 Ιουνίου 1825)

Η ανταπόκριση

Η πολύ ενδιαφέρουσα αυτή πληροφορία βρίσκεται δημοσιευμένη στο φύλλο της 4ης Δεκεμβρίου 1821 της Αμερικάνικης εφημερίδας «Richmond enquirer» σε αναδημοσίευση από την Γερμανική εφημερίδα «Allgemeine Zeitung».

Η ανταπόκριση έχει ως εξής:

«ΕΛΛΑΔΑ. [Από την Allgemeine Zeitung της 17ης Σεπτεμβρίου.]

Πληροφορίες σχετικά με τα τελευταία γεγονότα στην Ελλάδα.

Καθώς το μεγάλο και δίκαιο ενδιαφέρον για τον αγώνα των Ελλήνων, το οποίο είναι παντού αισθητό, αρχίζει τώρα να εκδηλώνεται στην πράξη, κατέβαλα κάθε προσπάθεια για να αποκτήσω ακριβή γνώση της πιο πρόσφατης κατάστασης των πραγμάτων στην Ελλάδα, ώστε να είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε καλύτερα με ποιον τρόπο μπορεί να εκτελεστεί με τον βέλτιστο τρόπο η απόφασή μας να τους βοηθήσουμε. Προβαίνοντας σε αυτό, οφείλω κατ’ ανάγκην να αναφέρω πολλά πράγματα που είναι ήδη γνωστά στο κοινό.

Η ναυτική δύναμη των Ελλήνων, η οποία έχει καταπλήξει την Ευρώπη, αποτελεί σχεδόν εξ ολοκλήρου αποκλειστική ιδιοκτησία πλούσιων εμπορικών οίκων στα τρία μικρά νησιά της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών, όπου είναι τώρα συγκεντρωμένο το επιχειρηματικό πνεύμα των Ελλήνων εμπόρων, το οποίο αναπτύχθηκε υπό την προστασία μιας ελευθερίας που διατηρήθηκε με δυσκολία χάρη σε μεγάλη σύνεση και μεγάλη λεπτότητα χειρισμών. Ο οίκος του Κουντουριώτη στην Ύδρα, ο επικεφαλής του οποίου κατέχει περιουσία 3 εκατομμυρίων ισπανικών δολαρίων και διαθέτει 30 εξοπλισμένα πλοία στον ελληνικό στόλο, είναι ο πλέον διακριθείς για τον πλούτο και τις ευρείες αντιλήψεις του. Άλλοι οίκοι, ανάλογα με τα μέσα τους, έχουν συνεισφέρει πέντε πλοία, ή δύο, ή ένα· πολλοί με πιο περιορισμένα μέσα έχουν συνεργαστεί για να συνεισφέρουν ένα πλοίο στον στόλο. Ο στόλος των Αθηναίων συνήθιζε να τροφοδοτείται από τις πλούσιες οικογένειες, και στην αναβίωση του ίδιου θεάματος στις μέρες μας, δεν έχουμε τη μοναδική απόδειξη της επιμονής με την οποία οι Έλληνες εμμένουν στα αρχαία τους έθιμα. Η ισχύς του ναυτικού που συντηρείται από αυτή την Ελληνική Χάνσα (Grecian Hansa) δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, αλλά διαθέτουν περίπου 150 πλοία που φέρουν από 15 έως 35 κανόνια, περίπου τον ίδιο αριθμό πλοίων που φέρουν από 5 έως 15 κανόνια, και πάνω από 500 που φέρουν μόνο λίγα κανόνια. Τα 150 μεγαλύτερα σκάφη, με αντίστοιχο αριθμό μικρότερων, είναι χωρισμένα σε τέσσερις σχεδόν ίσους στόλους, εκ των οποίων ο πρώτος είναι σταθμευμένος προ των Δαρδανελίων, ο δεύτερος στις Κυκλάδες και, πρόσφατα, στον αποκλεισμό της Θεσσαλονίκης. Ο τρίτος προστατεύει τα τρία νησιά που δεσπόζουν στη θάλασσα και παρατηρεί τις κινήσεις των πλοίων της Μπαρμπαριάς (Βερβερίων), και ο τέταρτος απασχολείται στο Ιόνιο Πέλαγος εναντίον των υπολειμμάτων του τουρκικού στόλου στα λιμάνια της Αιτωλίας και της Ηπείρου, καθώς και στον αποκλεισμό των τουρκικών παραθαλάσσιων τοποθεσιών. Μικρές μοίρες και μεμονωμένα πλοία διατηρούν την επικοινωνία και συνοδεύουν τα μεταγωγικά. Σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, αρκετοί από αυτούς τους στόλους ενώνονται εναντίον ενός κοινού εχθρού. Φαίνεται παράδοξο το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ποτέ το όνομα κάποιου ναυάρχου. Ο λόγος είναι ότι, καθώς η συγκρότηση αυτού του ιδιόμορφου στόλου γίνεται από κοινού, η διοίκηση είναι επίσης κοινή και ποικίλλει ανάλογα με τη δύναμη που συνεισφέρει ο κάθε οίκος. Ο καθένας θεωρεί ότι γνωρίζει τη δουλειά εξίσου καλά με τον άλλον, και όπως στον Μαραθώνα με τους Δέκα Στρατηγούς, έτσι και στη Μυτιλήνη και πρόσφατα στην Τένεδο, αρχηγός είναι εκείνος στην ημέρα διοίκησης του οποίου διεξάγεται η μάχη.

Οι ειδήσεις για τα τελευταία γεγονότα στην ηπειρωτική Ελλάδα συνδέονται με τη γνώση της εσωτερικής της κατάστασης και των εχθροπραξιών εναντίον του Αλή Πασά.

Όταν ο Μωάμεθ ο Δεύτερος κατέκτησε την Ελλάδα, αρκέστηκε στην κατάληψη των πεδινών εκτάσεων, των οχυρών και των παραθαλάσσιων πόλεων. Ούτε ο ίδιος ούτε οι ακόλουθοί του, οι οποίοι προώθησαν τις κατακτήσεις τους προς την κατεύθυνση της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, έδωσαν σημασία στα φυσικά οχυρά των ελληνικών βουνών. Ως εκ τούτου, το σύνολο των ελληνικών βουνών παρέμεινε αρχικά ανυπότακτο. Εκεί κατέφυγε το ανεξάρτητο τμήμα των κατοίκων, προκειμένου να συνεχίσει έναν ανταρτοπόλεμο (Guerilla) υπό γενναίους αρχηγούς που ονομάζονταν Καπεταναίοι (Kapitanys). Αυτά τα βουνά παρέμειναν ανεξάρτητα μέχρι τις μέρες μας, καθώς οι Τούρκοι δεν είναι ούτε πρόθυμοι ούτε κατάλληλοι να διεξάγουν ορεινό πόλεμο. Ο Καπετάνιος συνήθως συγκεντρώνει μια ομάδα από 50 έως 200 σθεναρούς νεαρούς και άνδρες, οι οποίοι είναι αφοσιωμένοι σε αυτόν για ζωή και θάνατο, και επιτίθενται στον εχθρό με σκοπό την καταστροφή και τη λαφυραγώγηση, στους δρόμους και στις πόλεις. Αποτελώντας αρχικά τον ανυπότακτο πυρήνα του έθνους και ευρισκόμενοι σε διαρκείς συγκρούσεις με την υποδούλωση, συχνά επιτίθενται αδιακρίτως σε όλους εντός των ορίων του εχθρού, από τον οποίο αποκαλούνται Κλέφτες (Kleptai), όπως ακριβώς τα υπολείμματα του υποδουλωμένου λαού που διατήρησαν την ανεξαρτησία τους στα βουνά αποκαλούνταν Latrones (Ληστές) από τους Ρωμαίους.

Τέτοιες ομάδες, όταν δεν υπόκεινται σε αυστηρή πειθαρχία, ασφαλώς εκφυλίζονται σε συμμορίες ληστών, και με αυτόν τον τρόπο οργανώθηκαν ελληνικές, αλβανικές και αρβανίτικες συμμορίες ληστών· όμως η πλειονότητα των Καπεταναίων διαχωρίζει αυστηρά τον Χριστιανό από τον Μουσουλμάνο, με τον οποίο βρίσκεται σε πόλεμο, και τιμωρεί τη λεηλασία του πρώτου με θάνατο, σύμφωνα με τον παλαιό νόμο. Οι Πασάδες, αδυνατώντας να προστατευτούν από την τολμηρή ανεξαρτησία και το θράσος των Καπεταναίων, συνήθως έρχονται σε διαπραγματεύσεις μαζί τους, και εκείνοι συχνά, έναντι μιας ονομαστικής υποταγής, λαμβάνουν μισθό, εφόδια και την εποπτεία της περιοχής που προστατεύεται από τα όπλα τους. Μια τέτοια περιοχή που παραδίδεται στην προστασία ενός Καπετάνιου ονομάζεται Αρματολίκι (Armatolion) του. Τα βουνά της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας καλύπτονται ιδιαίτερα από αυτά τα Αρματολίκια, και η ελευθερία των Μανιατών, των Αγραφιωτών, των Σουλιωτών, των Μαυροβουνίων και των Μιρδιτών, που τόσο τρέμουν οι Τούρκοι, στηρίζεται σε αυτό το θεμέλιο. Γίνεται εύκολα αντιληπτό από αυτό ότι τα ελληνικά Αρματολίκια, ως τα τελευταία άσυλα της παλαιάς ελληνικής δύναμης και ανεξαρτησίας, το ανυπότακτο κέντρο του ελληνικού έθνους, αποτελούν επί του παρόντος την ελπίδα και την εγγύηση για καλύτερες μέρες στην Ελλάδα. Όταν ο Αλή Πασάς είχε ως στόχο να αποκτήσει μια πιο στέρεη κυριαρχία στην Αιτωλία και την Ήπειρο από ό,τι οι προκάτοχοί του, προσέλκυσε στην υπηρεσία του τους Καπεταναίους της επαρχίας του και τις ομάδες τους με μεγάλα δώρα και ακόμη μεγαλύτερες υποσχέσεις. Στη συνέχεια άρχισε να τους εξοντώνει έναν προς έναν, όχι δημόσια, αλλά κρυφά, μέσω δολοφόνων τους οποίους μετά έβγαζε από τη μέση, για να αποτρέψει κάθε υποψία εις βάρος του ως ηθικού αυτουργού. Έτσι χάθηκε, μεταξύ πολλών άλλων, ο πατέρας του Οδυσσέα, ο οποίος είναι τώρα αρχηγός τολμηρών ομάδων στη Θεσσαλία. Οι υπόλοιποι, ανακαλύπτοντας εγκαίρως την προδοσία, εγκατέλειψαν τον δολοφόνο και αποσύρθηκαν στα ανεξάρτητα Αρματολίκια τους. Όταν πέρυσι η Πύλη είχε αποφασίσει την πτώση του Αλή, και ο Ισμαήλ Πασόμπεης προέλαυνε με 5.000 μόνο Τούρκους μέσω Θεσσαλίας εναντίον της τετραπλάσιας δύναμης του Αλή, κάλεσε σε βοήθεια εναντίον του κοινού εχθρού όλους τους Καπεταναίους που ήταν εξοργισμένοι εναντίον του (του Αλή). Σε σύντομο χρονικό διάστημα του έφεραν 10.000 μάχιμους άνδρες και εκείνος άνοιξε την εκστρατεία με έναν στρατό 15.000 ανδρών. Ο Αλή κατείχε τα ορεινά περάσματα που οδηγούν πάνω από τους Καλαρίτες, και πιο βόρεια πάνω από το Μέτσοβο, από τη Θεσσαλία προς την Ήπειρο. Οι Καπεταναίοι βρήκαν μέσα να περάσουν τα βουνά από δρόμους γνωστούς μόνο στους ίδιους. Δεχόμενος επίθεση παντού, από εμπρός και από πίσω, και αποκομμένος από κάθε πόρο, ο Αλή, χωρίς να δώσει μάχη, υποχώρησε στα Ιωάννινα. Ο στρατός διαλύθηκε, και με τις εκλεκτές ομάδες των παλαιών του φίλων και συνεργατών, κυρίως Καπεταναίων, που του είχαν παραμείνει πιστοί, κλείστηκε στο πλούσια εφοδιασμένο φρούριο της πρωτεύουσάς του. Από εδώ έβαλε φωτιά στην πόλη και ανάγκασε τον Πασόμπεη, που δεν ήταν προετοιμασμένος για πολιορκία, να παραμείνει άπραγος δίπλα στα ερείπια των Ιωαννίνων. Αυτό τον κατέστησε ύποπτο στην Πύλη. Καθώς είχε καλέσει τους Χριστιανούς στα όπλα και παρέμενε αδρανής προ των Ιωαννίνων, το Διβάνι θεώρησε ότι ο Ισμαήλ Πασόμπεης είχε σκοπό να εγκαθιδρύσει μια ανεξάρτητη ηγεμονία στην Ήπειρο, και διόρισε ως διάδοχό του τον ισχυρό Καβάνοσογλου, τον Ρούμελη Βαλεσή (Rumli Basili). Όταν ο Πασόμπεης του παρουσίασε τους Έλληνες Καπεταναίους ως τους άνδρες που είχαν φέρει τον τουρκικό στρατό προ των Ιωαννίνων, εκείνος τους απέπεμψε με σκληρά λόγια και μάλιστα με απειλές. Ένας Πασάς της ακολουθίας του, ο Ομέρ, αναγνώρισε μεταξύ των Καπεταναίων τον Διαμαντή, εχθρό του οίκου του. Τον κάλεσε πίσω. «Σε γνωρίζω», του είπε, «είσαι ο Διαμαντής που σκότωσε τον αδελφό μου και του πήρε 20.000 γρόσια». «Είμαι ο Διαμαντής», απάντησε εκείνος· «σκότωσα όντως τον αδελφό σου και του πήρα τα χρήματά του, αλλά ήταν εχθρός μου και συναντηθήκαμε σε έντιμη μάχη· τώρα είμαστε αδέλφια και φίλοι· για τα παλιά δεν πρέπει να μιλάμε». «Κάνεις λάθος, Γκιαούρη», ήταν η απάντηση· «εμείς δεν γινόμαστε ποτέ φίλοι με σκυλιά. Θα δώσεις αναμφίβολα ικανοποίηση και θα παραμείνεις στα χέρια μου ως δολοφόνος του αδελφού μου».

Όταν οι Καπεταναίοι έμαθαν ότι ο Διαμαντής κρατούνταν, αποφάσισαν αρχικά να τον απελευθερώσουν με τη βία· όμως ένας από αυτούς, ο Τζόνκος (Τσόνκος) από τη Θεσσαλία, μυημένος στην Εταιρεία (Hetaeria), τους έπεισε να είναι πιο συγκρατημένοι για την ώρα. Δεν είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή να εμπλακείτε απροετοίμαστοι, οδηγούμενοι στην καταστροφή σας. Σύντομα θα ξεκινήσει ένας ευγενέστερος αγώνας για την ελευθερία όλης της Ελλάδας· γι’ αυτό φυλάξτε τους εαυτούς σας και τα όπλα σας. Οι Καπεταναίοι αγόρασαν την ελευθερία του Διαμαντή, απέσυραν, αν και όχι χωρίς μάχη, τις ομάδες τους από τις τουρκικές δυνάμεις και αποσύρθηκαν για δεύτερη φορά στα βουνά τους. Κατόπιν τούτου, ο Αλή Πασάς ήρθε ξανά σε διαπραγματεύσεις μαζί τους και τους πρόσφερε όπλα και θησαυρούς για τη βοήθειά τους. Εκμεταλλεύτηκαν τα μέσα του δόλιου γέροντα και προέλαυσαν εναντίον των Τούρκων προ των Ιωαννίνων. Αυτή είναι η απαρχή ενός πολέμου που έκτοτε έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή Τουρκία και παραλίγο να οδηγήσει την Ευρώπη σε μια γενική πολιτική καταστροφή. Διότι ο Καβάνοσογλου, εγκαταλειμμένος στα δικά του μέσα, παρενοχλούνταν από τις ομάδες των Καπεταναίων και ήταν εξίσου ανίσχυρος εναντίον των Ιωαννίνων όσο και ο Πασόμπεης. Σύντομα έλαβε έναν διάδοχο στο πρόσωπο του Μπέμπα Πασά, ο οποίος είχε επιδείξει μεγάλη στρατιωτική ικανότητα στις εκστρατείες κατά της Ρωσίας και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης. Ωστόσο, ο Μπέμπα δεν έφτασε καν στον τόπο του προορισμού του, καθώς πέθανε ξαφνικά, όπως πιστεύεται από δηλητήριο. Ο Χουρσίτ Αχμέτ (Chorsetachmet), Πασάς του Μοριά, στον οποίο ως έναν από τους πιο άγριους βαρβάρους βαρύνει η κατάρα των Ελλήνων, επιφορτίστηκε τώρα να τιμωρήσει τον άτιμο επαναστάτη. Ο Χουρσίτ Αχμέτ έφυγε από την Πελοπόννησο με τον στρατό του, ο οποίος κατά τη διαδρομή του μέσω Θεσσαλίας αυξήθηκε σε 12.000 άνδρες, και εμφανίστηκε προ των Ιωαννίνων, όπου η καλύτερη δύναμή του αναλώθηκε σε μάταιες εφόδους εναντίον αυτού του ισχυρού φρουρίου, και στην απόκρουση των εξόδων του Αλή και των επιθέσεων των Καπεταναίων, στους οποίους είχαν τώρα ενωθεί οι Αγραφιώτες και οι Σουλιώτες. Η Εταιρεία, η οποία, ως γνωστόν, είναι μια Ένωση ή Σύλλογος που ιδρύθηκε για την απελευθέρωση της Ελλάδας και είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στα νησιά και τα παραθαλάσσια μέρη, θεώρησε αυτή τη στιγμή –όταν, λόγω της πιο θαυμαστής αλληλουχίας περιστάσεων, η Πελοπόννησος ήταν ελεύθερη από τους τρομερούς τυράννους της και από την κύρια τουρκική δύναμη, η Θεσσαλία προστατευόταν ελάχιστα, και η Αιτωλία και η Ήπειρος αποτελούσαν παντού θέατρο πολέμου– ως ιδιαίτερα ευνοϊκή για να ξεσηκωθούν εναντίον των υποδουλωτών τους, παρόλο που ήταν μόνο εν μέρει προετοιμασμένοι και υπήρχε ακόμη ιδιαίτερη έλλειψη όπλων. Οι στόλοι τους συγκεντρώθηκαν και όρμησαν την περασμένη Άνοιξη σε κάθε μέρος της Ελλάδας.—Μετά από σκληρές μάχες, οι Τούρκοι απωθήθηκαν στα φρούρια, τα οποία εν μέρει έχουν παραδοθεί και εν μέρει πολιορκούνται. Ο αγώνας ήταν πιο πεισματώδης στην Ήπειρο, όπου ο τουρκικός πληθυσμός που ήταν ικανός να φέρει όπλα είχε ενισχύσει τον στρατό προ των Ιωαννίνων. Αλλά εδώ, μετά από πολυάριθμες μάχες, οι Τούρκοι κάμφθηκαν και αναγκάστηκαν τελικά να υποχωρήσουν. Με περίπου 3.000 άνδρες, ο Πασόμπεης, ο οποίος παρέμεινε με τον στρατό, ενίσχυσε τη φρουρά της Άρτας. Με τον υπόλοιπο στρατό, περίπου 3.000 άνδρες, ο Χουρσίτ Αχμέτ υποχώρησε στα περάσματα του Μετσόβου, προσποιούμενος ότι είχε διαταχθεί να πάει στη Θεσσαλία και ότι ο Μαχμούτ Πασάς της Σκόδρας (Scutari) επρόκειτο να τερματίσει τον πόλεμο κατά του Αλή. Σύμφωνα με τις τελευταίες ειδήσεις από τη Γενεύη, στη Μακεδονία, της 20ής Ιουλίου, ένα τμήμα αυτού του σώματος είχε φτάσει εκεί σε χωριστές ομάδες, από παρακαμπτήριους δρόμους, στην πιο άθλια κατάσταση, καθώς το πέρασμα του Μετσόβου είχε καταληφθεί από τους Καπεταναίους. Κανείς δεν γνώριζε τίποτα για τον Χουρσίτ Αχμέτ, και καθώς η Θεσσαλονίκη ήταν ήδη κυκλωμένη από την ξηρά, τα υπολείμματα του στρατού του προσπάθησαν να φτάσουν στα βουνά προς τον Βορρά, για να διεισδύσουν στη Βοσνία, με τον κίνδυνο να εξολοθρευτούν πλήρως από τους Καπεταναίους. Οι Έλληνες, έχοντας εκκαθαρίσει την ύπαιθρο χώρα και τη θάλασσα από τον εχθρό, προσπάθησαν να κερδίσουν τις οχυρές θέσεις στο εσωτερικό της Ελλάδας, να οργανώσουν τη δύναμή τους σε διάφορα σημεία σε πέντε στρατιές και να εξαπλώσουν την εξέγερση από τη Θεσσαλία προς τη Μακεδονία και τη Θράκη. Οι ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με αυτό το θέμα έχουν περιέλθει σε γνώση μας:—Στην Πελοπόννησο, οι δυνάμεις που δεν έχουν διαβεί τον Ισθμό παραμένουν προ της Κορώνης (Koran), του Ναυπλίου (Napoli) και των Πατρών, με δύναμη περίπου 15.000 ανδρών, και κρατούν αυτά τα φρούρια αποκλεισμένα.

Οι υπόλοιπες ομάδες των Πελοποννησίων είναι ενωμένες στα περίχωρα της Τριπολιτσάς και μάχονται τους Τούρκους σε αυτή την πόλη, οι οποίοι, από τους πρόσφυγες από όλα τα μέρη της Πελοποννήσου, έχουν ενισχυθεί σημαντικά και, αν και σε μεγάλη έλλειψη νερού και εφοδίων, σύμφωνα με τις τελευταίες ειδήσεις, αμύνονταν με όλο το θάρρος της απελπισίας. Καθώς δεν λυπήθηκαν κανέναν Έλληνα κάτοικο της πόλης, οι Έλληνες έχουν ορκιστεί να τους εκδικηθούν. Η Πελοπόννησος, αν και εξασθενημένη και ερημωμένη από τις συμφορές του περασμένου αιώνα, εξακολουθεί να περιλαμβάνει, κατά μετριοπαθή εκτίμηση, 40.000 μάχιμους άνδρες. Οι Μανιάτες του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (Petro Mavromeehaly), ενός από τους πιο ισχυρούς Καπεταναίους τους, έχουν σχεδόν εννέα χιλιάδες καλά εξοπλισμένους και γενναίους άνδρες στο πεδίο της μάχης. Οι άλλοι αρχηγοί των Πελοποννησίων δεν είναι γνωστοί· γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι ο Περραιβός (Perrhaeos) συγκρότησε στην Πελοπόννησο την πρώτη ομάδα με την οποία εισέβαλε στη Βοιωτία και ξεσήκωσε εκείνη τη χώρα μαζί με την Αττική και τη Φωκίδα. Ποια αλλαγή θα επιφέρει η άφιξη εκεί του Δημητρίου Υψηλάντη, μένει να φανεί. Το δεύτερο σώμα των Ελλήνων βρίσκεται στην Αιτωλία και την Ακαρνανία και πολιορκεί, μεταξύ άλλων μερών που ακόμα αντιστέκονται, τη Ναύπακτο (Lepanto). Οι Αιτωλοί εξακολουθούν να είναι οι πιο ανήμεροι από τους Έλληνες και οι πιο σκληροί εχθροί των Τούρκων. Πιο βόρεια, στην αρχαία Ήπειρο, οι Καπεταναίοι έχουν ενωθεί με τους Σουλιώτες. Η ένοπλη δύναμη εδώ, συμπεριλαμβανομένων των στρατευμάτων του Αλή, ανέρχεται σε 30.000 άνδρες, οι οποίοι βρίσκονται εν μέρει προ της Άρτας και της Πρέβεζας, εν μέρει εκκαθαρίζουν το εσωτερικό από τους Τούρκους και επιτηρούν τις οχυρές θέσεις που βρίσκονται στην κατοχή τους. Ο Αλή, απαλλαγμένος από τον τρόμο μιας πολιορκίας και επιτηρούμενος από τους Έλληνες, ζει ήσυχος στα Ιωάννινα με την ηρωική σύζυγό του, τη Βασιλική (Basilissa), μια Ελληνίδα, η οποία έχει μοιραστεί μαζί του όλες τις μεταβολές της τύχης του και τον κρατά πιστό στην ελληνική υπόθεση. Μια μοίρα των Σουλιωτών κατέχει πιο βόρεια τα περάσματα από τα οποία ο Κόιντος Φλαμινίνος βρήκε άλλοτε είσοδο προς την Ήπειρο και τη Θεσσαλία, αφού αντιμετώπισε ή απέφυγε τις θέσεις του Φιλίππου της Μακεδονίας. Πέρα από αυτό, στην Αλβανία, η ειρήνη διατηρείται με συμφωνία μεταξύ Χριστιανών και Τούρκων, οι οποίοι είναι σχεδόν ίσοι σε δύναμη και έχουν δώσει ομήρους ο ένας στον άλλον, και ακόμη πιο πέρα, εντός της Ιλλυρίας, ο ισχυρός Πασάς της Σκόδρας δεν τολμά καμία αποφασιστική κίνηση.—Συγκρατείται από τους Μαυροβούνιους και τους Μιρδίτες, τους συμπατριώτες του Σκεντέρμπεη. Προς τα βόρεια της επαρχίας του, οι Αυστριακοί συγκεντρώνουν σημαντική δύναμη στη Ραγούσα (Ragusa), προκειμένου, όπως φαίνεται, με το ξέσπασμα των εχθροπραξιών, να αναζητήσουν δρόμο μεταξύ Βοσνίας και Ιλλυρίας προς τη Μακεδονία. Αυτή είναι η κατάσταση των βόρειων περιοχών της Ελλάδας. Στη Θεσσαλία υπάρχει ένα τέταρτο Σώμα Στρατού. Εδώ βρίσκεται ο Οδυσσέας, ο οποίος, μετά την υποχώρηση του Χουρσίτ Αχμέτ, πράγματι νίκησε τον Πασά των Τρικάλων εκεί, και στη συνέχεια προέλαυσε με τον Περραιβό, ο οποίος διείσδυσε από τη Βοιωτία μέσω των Θερμοπυλών και ενώθηκε με τον Άνθιμο Γαζή, τον αρχηγό των Μαγνήτων. Η δύναμη αυτών των αρχηγών εκτιμάται σε 20,000 άνδρες. Όταν η δύναμη των Τούρκων της Θεσσαλίας κάμφθηκε σε σκληρές μάχες στα Τρίκαλα, τη Λάρισα και το Ζητούνι (Zeituni), ένα τμήμα της ενωμένης δύναμης στη Θεσσαλία κατευθύνθηκε (υπό τον Περραιβό) προς τον Στρυμόνα και τη Μακεδονία. Αυτό ήταν το σύνθημα για την εξέγερση αυτής της πλούσιας επαρχίας, η οποία ξέσπασε στις 20 Ιουνίου στις τρεις Χερσονήσους. Οι τρεις Χερσόνησοι της Κασσάνδρας, της Τορώνης και του Άθω, οι οποίες συνδέονται μαζί με την ηπειρωτική χώρα στη Θεσσαλονίκη, περιλαμβάνουν 80 κωμοπόλεις, πόλεις, χωριά και μοναστήρια, επί των οποίων οι Επίσκοποι Ιερισσού, Αδραμερίου και Κασσανδρείας, καθώς και οι Μοναχοί του Αγίου Όρους, ασκούν μεγάλη εξουσία, ως Κύριοι μεγάλου μέρους της χώρας και έχοντας μεγάλη προσωπική υπόληψη. Ως εκ τούτου, όταν κατά την εν λόγω ημέρα οι Επίσκοποι κάλεσαν τον λαό στα όπλα, η εξέγερση υπήρξε καθολική. Οι Μοναχοί προμήθευσαν όπλα, πολεμοφόδια και κανόνια, και ήδη στις 25 Ιουνίου η Θεσσαλονίκη είχε αποκλειστεί από τις ομάδες των Επισκόπων, των Μοναχών και των Θεσσαλών αρχηγών, ενώ την ίδια στιγμή ο στόλος από τις Κυκλάδες έλαβε θέση προ του λιμένος. Οι άλλες ελληνικές επαρχίες, η Αττική, η Βοιωτία, η Φωκίδα, είναι δευτερευούσης σημασίας για τον κύριο αγώνα. Αλλά το κέντρο των ελληνικών γεγονότων από εδώ και στο εξής είναι προφανώς η Θεσσαλία, η οποία σε σύνδεση με τη Μακεδονία και τη Βοιωτία προσφέρει μεγάλα μέσα για τον εξοπλισμό στρατιωτών, και από όπου πρέπει να καθοδηγούνται οι μεγάλες κινήσεις προς τη Βοσνία, τη Μακεδονία και τη Θράκη».

Η δοξολογία της 23ης Μαρτίου 1821 στην Καλαμάτα, στις όχθες του ποταμού Νέδωνος. Καλαμάτα. Μπενάκειο Μουσείο.
Η δοξολογία της 23ης Μαρτίου 1821 στην Καλαμάτα, στις όχθες του ποταμού Νέδωνος. Καλαμάτα. Μπενάκειο Μουσείο.

Συμπεράσματα

Από την παραπάνω ανταπόκριση προκύπτουν ορισμένα ουσιώδη συμπεράσματα. Πρώτον, καταγράφεται μια πρώιμη και αξιοπρόσεκτη μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο Καπετάν Αντρούτσος δεν έχασε τη ζωή του σε τυχαία σύγκρουση ή σε απλή πολεμική αναμέτρηση, αλλά έπεσε θύμα μεθοδευμένου δόλου του Αλή πασά, στοιχείο που, εφόσον αξιολογηθεί ως αξιόπιστο, μεταβάλλει αισθητά την ιστορική ερμηνεία του θανάτου του. Δεύτερον, το κείμενο αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο των Καπεταναίων και των Αρματολικιών ως πυρήνων ένοπλης αντίστασης, οι οποίοι διατήρησαν ζωντανή την πολεμική και πολιτική αυτονομία των Ελλήνων πριν και κατά την Επανάσταση. Τρίτον, παρουσιάζει τον Αλή πασά όχι μόνο ως τοπικό ηγεμόνα, αλλά και ως παράγοντα αποσταθεροποίησης, του οποίου οι συγκρούσεις με την Πύλη δημιούργησαν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ευνοήθηκε η ελληνική εξέγερση. Τέλος, η ανταπόκριση δείχνει ότι ο Αγώνας του 1821 δεν ήταν ένα αποσπασματικό γεγονός, αλλά μια σύνθετη στρατιωτική και πολιτική διαδικασία, στην οποία συνυφαίνονταν η δράση των τοπικών οπλαρχηγών, οι ναυτικές δυνάμεις των νησιών, οι περιφερειακές εξεγέρσεις και οι διεθνείς εντυπώσεις που ήδη προκαλούσε η ελληνική υπόθεση στην Ευρώπη και την Αμερική.

Επίλογος

Επέλεξα να δημοσιεύσω όλη την ανταπόκριση καθώς πέρα από την πολύ σημαντική πληροφορία για τον θάνατο του Καπετάν Αντρούτσου, που μας παραδίδει, παρέχονται και αξιοσημείωτες πληροφορίες για την κλεφτουριά καθώς και για τον πρώτο χρόνο της Επανάσταση που μπορεί να ενδιαφέρουν πολλούς.

Σημείωση: Θεωρείστε ότι μπορείτε να παραπέμψετε στο παρόν άρθρο με ρητή αναφορά του συγγραφέα του άρθρου, του τίτλου και του εντύπου/ιστοσελίδας που είναι δημοσιευμένο.

Πηγή:

εφημ. Richmond enquirer, Δεκεμβρίου 4, 1821, διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο: https://www.loc.gov/resource/sn84024735/1821-12-04/ed-1/?sp=4&q=Odysseus&r=0.007,-0.013,0.757,0.455,0. (2/6/2026).

(Εμφανιστηκε 1 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.