χρωστώ: οφείλω· πρέπει να δώσω, να καταβάλω ή να επιστρέψω χρηματικό ποσό:
- Και μου είπε αυτός ο Μίμης πως μας έχεις σκλαβωμένους του λόγου σου… πως εγώ ο Αλέξανδρος Οφιομάχος, που με βλέπεις εδώ, σου χρωστώ καπιτάλια! [1]
- Μας έχεις στα χέρια σου και μας κάνεις ό,τι θέλεις![2] ● Χρωστώ είκοσι πέντε φράγκα, κι αν δεν τα βρω, θα μου στρίψουν είκοσι πέντε φορές το λαρύγγι.[3]
- Εσύ δεν έχεις να πλερώσεις ετσεί που χρωστάς, τσαι μου θέλεις και σαλτανάτια[4] τσαι παντρειές.
- Τι, βερεσέδια; Όσο γι’ αυτά, αν μαζέψεις ένα δυάρι να με πάνε εμένα από ‘δω ίσα με την Άντρο καβάλα απάνω στο βασταγούρι· αμ είδα ‘γω τι ψωρίληδες είναι εκείνοι που σου χρωστάνε. Τι θαρρείς, πως δεν τους είδα;[5]
- Δυο φορές της είχε κάνει αγωγή εξώσεως για καθυστερούμενα μισθώματα· μα η Ελενάρα κλάφτηκε στον πρόεδρο, πήρε αναστολή και, τελικά, κατάφερε να πληρώσει τα χρωστούμενα. Τα κατάφερνε μόνη της, δίχως δικηγόρο. Ήταν πανέξυπνη, κολπατζού, καλά πληροφορημένη για τα πάντα. Ο πρόεδρος θάμαξε την καπατσοσύνη της, τη βοήθησε όσο μπορούσε.[6]
- Κάθε φορά που περνούσε από κει, ένιωθε ένα φόβο άρρωστο, που τον έκανε να ντρέπεται και να ζαρώνει τα φρύδια του. Χρωστούσε κάμποσα λεφτά στη σπιτονοικοκυρά του και φοβότανε μήπως βρεθεί μύτη με μύτη μαζί της.[7]
// Υποχρεούμαι να κάνω, να δώσω ή να επιστρέψω κάτι: χρωστώ τρία βιβλία στη δανειστική βιβλιοθήκη.
// Αισθάνομαι ηθική υποχρέωση, έχω ηθικό καθήκον: Ω καταραμένε, τι σου χρωστούσα να πειράξεις την ησυχία του σπιτιού μου, την καλύτερη κοπέλα του μπόργου, ω που να πιάνεις χρυσάφι και να γένεται χώμα!»[8]
- Τέτοιο κρίμα λοιπόν χρωστάει να μας πλερώσει, / για να μάθει του Δία την εξουσία να στρέγει / και τους φιλάνθρωπους τους τρόπους του ν’ αφήσει.[9]
- Και μ’ ένα λόγο σύντομο σου λέω να ξέρεις· / στον Προμηθέα χρωστούν οι άνθρωποι όλες τις τέχνες.[10]
- Ο Θεός να μη μ’ το χρωστάει![11]
- Η Μεσοποταμία ξανακέρδισε την κεντρική θέση, την οποία είχε χάσει από τις ημέρες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η Βαγδάτη, με το κυκλικό της τείχος, δεν χρωστούσε τίποτα στις μεγάλες πόλεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας: ήταν η μετενσάρκωση των κυκλικών πόλεων της Ασσυρίας και της κεντρικής Ασίας[12]
- Όλη του την αξία τήνε χρωστάει / στο μάγειρα του κι όποιος πάει στο σπίτι του / δεν πάει γι’ αυτόν, για τα φαγιά του πάει.[13]
- Τον τίτλο του τον χρωστούσε στη συλλογή κοχυλιών και φυτών, στην τέχνη του να βαλσαμώνει πουλιά και ιδίως στη φήμη ότι θα κληροδοτούσε στην πόλη μια συλλογή φυσικής ιστορίας. Αυτό τον καθιέρωσε σ’ όλο το νομό σαν μεγάλο φυσιοδίφη και διάδοχο του Μπυφόν.[14]
[< μεσν. χρωστώ < μτγν. χρεωστῶ][15]

Φράσεις
- Πάρ’ τα (να μη στα χρωστάω)! & Πάρε πέντε κι άλλα πέντε δέκα! [= υβριστική έκφραση που συνοδεύεται από μούντζα.]
- Χρωστάω τα μαλλιοκέφαλά, τα μαλλιά της κεφαλής μου, τα κέρατά μου, τ’ άντερά μου, δεν ξέρω τι χρωστάω (λαϊκό): οφείλω μεγάλο χρηματικό ποσό, είμαι καταχρεωμένος.
- «Χρωστάει της Μιχαλούς.» [= είναι τρελός, παλαβός, κουζουλός. Μοσχομάγκας δε τις ήρχισε να τετερίζει εκ προχείρου εμπνεύσεως χοροπηδών: Ό,τι σου ‘καμε ο τσαγκάρης / δεν μπορεί να σου το βγάλει / μητ’ μαραγκού η πλάνη. / Καρκαλού, Καρκαλού, / που χρωστάς στη Μιχαλού.][16]
- Χρωστάει σε όποιον μιλάει ελληνικά. [= μτφ. χρωστάει χρήματα σε πολλούς ανθρώπους. Υπάρχουν άνθρωποι που έκαναν λάθος επιλογές και σήμερα χρωστούν σε όποιον μιλάει ελληνικά.]
- «Χρωστάει καλό ο κόσμος;» [= ο κόσμος, οι άνθρωποι είναι αχάριστοι και κακόβουλοι. –Μην κουνηθείς από ‘κει κι έρχομαι να σε πάρω να πάμε καμιά βόλτα, της λέω. –Άπαπα, έρχεται η απάντηση. Κι αν μας δει κανένα μάτι; Χρωστάει καλό ο κόσμος; Καλύτερα να ‘ρθω από ‘κει… Αλλά μη βάλεις τίποτα με το μυαλό σου… Έτσι, για δυο λεπτά θα περάσω.][17]

Παροιμίες
- Αν δεν χρωστάς, έμπα εγγυητής (ή βεκίλης). [= ειρωνικώς, και θα χρωστάς σίγουρα όσα δανείζονται άλλοι.]
- Στον κακό χρωστούν όλοι. [= ενν. ψευδώς ισχυρίζεται ότι του χρωστούν.][18]
- Κερνάς, χάνεις· χρωστάς, πληρώνεις.[19] [= επί ασώτων και σπάταλων.]
-
Εκεί που μας χρωστούσαν, μας πήραν και το βόδι.
- Εκεί που μας χρωστούσανε, μας πήραν και τ’ αμπέλι.[20] [= ενώ είχαν υποχρέωση να δώσουν, αυτοί πήραν· αντί να μας βοηθήσουν, όπως υποσχέθηκαν, εμείς τους βοηθήσαμε τελικά· αντί να μας πουν αυτοί «ευχαριστώ», εμείς τους χρωστάμε χάρη.]
- Να μη χρωστάς σε πλούσιο, φτωχό να μη δανείζεις.[21] [= ενν. επειδή ο πλούσιος θα σε κυνηγάει για την εξόφληση του χρέους κι ο φτωχός θα δυσκολεύεται στην αποπληρωμή του.]
-
Ή μέλι επί γλώττης ή αργύριον εν χειρί.[22] [= ή με τον καλό τον λόγο ή με τον παρά στο χέρι· για όσους χρωστούν, οφείλουν· αν δεν έχεις να πληρώσεις, τουλάχιστον ας στάζει μέλι το στόμα σου, ας είσαι γλυκομίλητος, ευγενικός κι ευχάριστος, τερπνός.]
- Τα χρωστείς πλερώνεις, τα κερδίζεις χάνεις. [= για όσους κατασπαταλούν τα κέρδη τους.][23]
- «Αν σ’ εκείνον που χρωστάς δεν μπορείς να πληρώσεις, ταπεινά να του μιλείς.» [= ιταλική παροιμία.][24]
- «Σου χρωστώ, να με φας· μου χρωστάς, θα σε φάω.» [= στις οικονομικές δοσοληψίες οι άνθρωποι συμπεριφέρονται αμείλικτα. Θα βγάλω το άχτι μου· γλίτωσα από του χάρου τα δόντια, και τώρα που γλίτωσα, χατίρια πια δεν έχει. Σου χρωστώ, να με φας· μου χρωστάς, θα σε φάω· και γρήγορα, όσο ζούμε ακόμη.][25]
-
«Αν σ’ εκείνον που χρωστάς δεν μπορείς να πληρώσεις, ταπεινά να του μιλείς.» [= ιταλική παροιμία.][26]
- «Κάθε αλεπού χρωστά να δώσει το τομάρι της στον γδάρτη.» [= αγγλική παροιμία· μτφ. οι πονηροί έχουν κακό τέλος· συνήθως λέγεται όταν χωρίζουν άνθρωποι, χωρίς να έχουν ελπίδα ότι θα συναντηθούν ξανά· ως τόπος της μελλοντικής συνάντησης ορίζεται ο τάφος, ο «άλλος κόσμος» των νεκρών.][27]
[1] Καπιτάλι σημαίνει χρηματικό κεφάλαιο, χρηματικό ποσό.
[2] Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Σκλάβοι στα δεσμά τους. Εκδ. Ελευθερουδάκης. Αθήνα, 1922.
[3] Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Οι χωριάτες. Μετάφραση: Ε. Στεφανάκη. Εκδ. Γκοβόστη. Αθήνα, 1973.
[4] Σαλτανάτι σημαίνει φιγούρα, επίδειξη. Σωτήρης Καρτέσιος. Ο Καρπάθιος, ή Ο κατά φαντασίαν ερωμένος: κωμωδία εις πράξεις τρεις. Τύποις Αυγής. Αθήνησιν, 1862.
[5] Δημήτριος Ι. Κόκκος. Ο Μπάρμπα-Λινάρδος. Κωμειδύλλιον Εις πράξεις τρεις, Εν Αθήναις, 1903.
[6] Μιχάλης Καραγάτσης. Το δέκα. Ειδική έκδοση της REAL MEDIA Α.Ε. Αθήνα, 2014.
[7] Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Έγκλημα και τιμωρία. Μετάφραση: Σωτήρης Παταντζής. Διεθνείς Εκδόσεις Δεληχρυσού, 1950.
[8] Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Η Τιμή και το Χρήμα. Εκδόσεις Ελευθερουδάκη. Εν Αθήναις, 1921.
[9] Αισχύλος. Επτά επί Θήβας. Μετάφραση: Ιωάννης Ζερβός. Εκδόσεις Φέξη. Αθήνα, 1912.
[10] Αισχύλος. Προμηθεύς Δεσμώτης. Μετάφραση: Ιωάννης Μ. Γρυπάρης. Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Αθήνα, 1930.
[11] Λέγεται ως ευχή. Χρήστος Χρηστοβασίλης. Διηγήματα της ξενιτειάς. Εκδ. Χαράλαμπος Ανδρεάδης. Τυπογραφείο. Γ. Δ. Ευστρατίου. Αθήνα, 1907.
[12] Peter Brown. Ο κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας 150-750 μ.Χ. Μετάφραση: Ελένη Σταμπούλη. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Αθήνα, 1989.
[13] Μολιέρος. Ο μισάνθρωπος. Απόδοση στα νέα ελληνικά: Κώστας Βάρναλης. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Αθήνα, 2008.
[14] Ονορέ ντε Μπαλζάκ. (Honoré de Balzac, 1799-1850). Οι χωριάτες. Μετάφραση: Ε. Στεφανάκη. Εκδόσεις Γκοβόστη. Αθήνα, 1973.
[15] Χρηστικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας. Ακαδημία Αθηνών. Αθήνα, 2003.
[16] Ιωάννης Κονδυλάκης.
[17] Πάνος Κολιόπουλος. Αντ΄αυτών. Midnight Publishing, 2014.
[18] Τον κακόν όλοι χρεωστούν τον. Βυζ. Επιρρήματα των ανθρώπων ερμηνευμένα παρά κυρίου Μιχαήλ του Ψελλού. Βλ. // Πολίτου. Τομ. Α’. Σελ. 6.
[19] Δημήτρης Δημητράκος. Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης. Εκδόσεις Δομή Α.Ε. Αθήναι, 1953.
[20] Η το βόδι.
[21] Βενέδικτος Θεολογίτης. Παροιμίες, ιστορίες, τραγούδια της Αιτωλοακαρνανίας και της Δυτικής Ελλάδας γενικότερα. Αγρίνιο, 2008.
[22] Παρθενίου Κατζιούλη. Παροιμιών συναγωγή. Πολίτου. Τομ. Α’.
[23] Κρητικαί Μελέται: Ιστορία-Αρχαιολογία-Λαογραφία. Διεύθυνσις Γεωργίου Α. Σήφακα. Αθήνα, 1933.
[24] Νικόλαος Πολίτης. Παροιμίαι. Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου. Εν Αθήναις, 1902.Π
[25] Νίκος Καζαντζάκης.
[26] Νικόλαος Πολίτης. Παροιμίαι. Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου. Εν Αθήναις, 1902.Π
[27] Νικόλαος Πολίτης. Παροιμίαι. Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου. Εν Αθήναις, 1902.














































