1 Φεβρουαρίου 2026 at 16:42

Αστοχίες ευχών και λόγων στην περίσταση του πένθους

από

Αστοχίες ευχών και λόγων στην περίσταση του πένθους

Η αμήχανη εκλογίκευση του θανάτου

Κείμενο – φωτογραφίες: Βασίλης Μαλισιόβας*

Πρόλογος

Ο θάνατος αποτελεί αναμφίβολα μια από τις πιο ακραίες και πολυεπίπεδες δοκιμασίες της ανθρώπινης ύπαρξης – υπαρξιακή, ψυχολογική, πνευματική και κοινωνική. Όχι τυχαία έχει χαρακτηριστεί «μέγας και έσχατος εχθρός», ενώ για την Εκκλησία η στάση απέναντί του λειτουργεί ως κριτήριο πνευματικής ωριμότητας, σε σημείο που ορισμένοι μιλούν για ένα άτυπο «όγδοο μυστήριο».

Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου δεν αφορά μόνο το ίδιο το γεγονός του θανάτου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι άλλοι στέκονται απέναντι σε αυτόν. Τη στιγμή που το πένθος αγγίζει κάποιον άμεσα, ο λόγος –ή η απουσία του– αποκτά καθοριστική σημασία. Ένα άγγιγμα, μια σιωπή, μια λιτή φράση μπορούν να στηρίξουν· αντίθετα, ένας άστοχος ή αδιάφορος λόγος μπορεί να προκαλέσει θυμό, αποξένωση ή αίσθημα παγερού κενού.

Από γλωσσολογική σκοπιά, οι εκφράσεις που συνοδεύουν το πένθος δεν λειτουργούν πρωτίστως πληροφοριακά, αλλά πραγματολογικά: Δεν αποσκοπούν στο τι λέγεται, αλλά στο πώς και με ποια στάση λέγεται. Είναι εκείνες οι πολύ σημαντικές στιγμές της γλώσσας, όπου ο λόγος λειτουργεί περισσότερο ως κίνηση σχέσης, όχι ως μήνυμα. Όταν ο λόγος αποσπάται από τη σχέση και γίνεται αυτοσχεδιαστικός, διεκπεραιωτικός ή σχολιαστικός, παύει να επιτελεί τον υποστηρικτικό του ρόλο και μετατρέπεται σε πηγή αδεξιότητας, αμηχανίας, δυσφορίας – αν όχι, επιπλέον οδύνης.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, ακόμη και με περιορισμένη μόρφωση, συχνά χρησιμοποιούν με ακρίβεια και μέτρο τον παραδοσιακό λόγο της συμπαράστασης. Αντίθετα, οι πιο κραυγαλέες αστοχίες –ή ακόμη χειρότερα, η πλήρης απουσία ανταπόκρισης–παρατηρούνται συχνά σε νεότερους και τυπικά εγγράμματους ομιλητές. Οι νεότερες γενιές δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να σταθούν απέναντι στο πένθος του άλλου. Ο θάνατος ανακοινώνεται, αλλά δεν «ακούγεται».

—Πέθανε η μητέρα μου! —Τι λες, ρε συ… Να σε ρωτήσω… Το είδες το mail που σου έστειλα το πρωί;

—Έχασα τον πατέρα μου! —Έλα, ρε bro! Δε μου λες… Μήπως ξέρεις κάνα καλό έθνικ εστιατόριο προς την παραλία;

Κι όμως, τη στιγμή της απώλειας, αυτό που ζητείται δεν είναι η ευφυΐα του λόγου, αλλά η αλήθεια της παρουσίας. Ένας λόγος ή μια στάση που να στηρίζει πραγματικά – και όχι να πληγώνει, να εξοργίζει ή να αποκαλύπτει την αδυναμία μας να συμμεριστούμε τον πόνο του άλλου.

Πέρα από την ίδια την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου (συγγενούς, συντρόφου, φίλου, συναδέλφου), ο θάνατος σηματοδοτεί και ένα ολόκληρο επικοινωνιακό πλαίσιο σχετικά με τις ευχές, αλλά και τις γενικότερες συζητήσεις που αναπτύσσονται γύρω από το πένθος. Το πένθος, εξ ορισμού, αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη περίσταση, που –μεταξύ άλλων– προκαλεί και μεγάλη αμηχανία.
Πέρα από την ίδια την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου (συγγενούς, συντρόφου, φίλου, συναδέλφου), ο θάνατος σηματοδοτεί και ένα ολόκληρο επικοινωνιακό πλαίσιο σχετικά με τις ευχές, αλλά και τις γενικότερες συζητήσεις που αναπτύσσονται γύρω από το πένθος. Το πένθος, εξ ορισμού, αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη περίσταση, που –μεταξύ άλλων– προκαλεί και μεγάλη αμηχανία.

«Χαμός»: Μια λέξη που πληγώνει

Ασυναίσθητα, πολλοί χρησιμοποιούν τη λέξη «χαμός» για να περιγράψουν τον θάνατο. Για παράδειγμα: Τα θερμά μου συλλυπητήρια για τον χαμό του αδερφού σου!

Η λέξη «χαμός» δεν τονίζει απλώς το αμετάτρεπτο και οριστικό του θανάτου, αλλά –με τρόπο που κατά πάσα πιθανότητα δεν το συναισθάνεται ο ομιλητής– δείχνει και μια αντίληψη που παραπέμπει στον μηδενισμό: Ότι ο νεκρός χάθηκε για πάντα, άρα δεν υπάρχει καμία προοπτική μετά θάνατον. Η λέξη αυτή βυθίζει σε ακόμη μεγαλύτερη θλίψη τον πενθούντα, ωθώντας τον προς την απελπισία.

Στην ίδια συνάφεια αξίζει να αναφερθεί και η χρήση του επιθέτου «άδικος». Για παράδειγμα: «Για τον άδικο χαμό του συναδέλφου, εκφράζουμε την αμέριστη συμπαράστασή μας στην οικογένειά του…». Όσοι χρησιμοποιούν άκριτα αυτή τη λέξη, καλό είναι να αναρωτηθούν εάν υπάρχει «δίκαιος» θάνατος.

Εναλλακτικές γλωσσικές επιλογές: η κοίμηση, η απώλεια. Επίσης, καλό είναι να χρησιμοποιείται η λέξη «κοιμητήριο», όχι «νεκροταφείο», διότι αμβλύνεται η αρνητική φόρτιση που ούτως ή άλλως έχει το γεγονός του θανάτου.

Στην προσπάθειά τους να «σπάσουν τον πάγο» που δημιουργεί σε μια συζήτηση η αναγγελία του θανάτου, πολλοί ρωτούν τον πενθούντα για το αίτιο που προκάλεσε την απώλεια του προσφιλούς προσώπου του
Στην προσπάθειά τους να «σπάσουν τον πάγο» που δημιουργεί σε μια συζήτηση η αναγγελία του θανάτου, πολλοί ρωτούν τον πενθούντα για το αίτιο που προκάλεσε την απώλεια του προσφιλούς προσώπου του

Η αιτιολογία του θανάτου

Στην προσπάθειά τους να «σπάσουν τον πάγο» που δημιουργεί σε μια συζήτηση η αναγγελία του θανάτου, πολλοί ρωτούν τον πενθούντα για το αίτιο που προκάλεσε την απώλεια του προσφιλούς προσώπου του:

—Από τι πέθανε ο ξάδερφός σου; —Είχε καρκίνο… —Ε, άμα είχε καρκίνο…

—Είχε προβλήματα υγείας ο κουνιάδος σου; —Ναι, είχε πάθει εγκεφαλικό πέρυσι… Δεν μπορούσε να περπατήσει… —Ε, αφού ήταν έτσι…

Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που συνάγεται από τον συνομιλητή είναι ότι θεωρεί τον θάνατο όχι απλώς δικαιολογημένο, αλλά και λυτρωτικό. Και βέβαια, προβάλλει με τον πιο ωμό τρόπο μια πεποίθηση που εδραιώθηκε με τη μετανεωτερικότητα: Ότι δηλαδή μόνο οι αρτιμελείς και υγιείς πρέπει να βρίσκονται στο προσκήνιο.

Φυσικά, όσο κι αν –με δεδομένες τις περιορισμένες ψυχοσωματικές αντοχές των περισσοτέρων– όλοι ενδόμυχα μπορεί να δουν τον θάνατο ενός προσφιλούς προσώπου ως λύτρωση, αυτό σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να λέγεται ανοιχτά, και μάλιστα όταν το πένθος είναι πρόσφατο.

Ο τρόπος θανάτου

Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η πίστη του ομιλητή, καθώς και η σχέση του με μεταφυσικές καταστάσεις, κυρίως αν πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή, κάτι που αποτελεί βασική χριστιανική διδασκαλία:

—Τον βρήκαν νεκρό στον καναπέ… —Ο καλύτερος θάνατος!

—Πέθανε στον ύπνο του! —Μια χαρά!

—Κι εκεί που χόρευε… ανακοπή! —Ευλογημένος άνθρωπος! Μακάρι κι εμείς να πεθαίναμε με τον ίδιο τρόπο… (πρβλ. την απευχή «…από εμφυλίου πολέμου και αιφνιδίου θανάτου…»)

—Τον επισκέφθηκε ο Θεός. Έχει καρκίνο του ήπατος…

—Δοκιμάζεται πάλι με την υγεία του. Δόξα τω Θεώ!

—Είχαμε το μνημόσυνο ενός συναδέλφου… —Και στα δικά σας! (ευχή μοναχών προς λαϊκούς — χρειάζεται μεγάλη προσοχή η διατύπωση ευχών εκτός πλαισίου κοινότητας)

Η ηλικία του νεκρού

Μολονότι αυθορμήτως η πρώτη ερώτηση μετά την αναγγελία θανάτου είναι αυτή που αφορά την ηλικία, καλό είναι να αποφεύγεται.

—Πόσο χρονών ήταν ο πατέρας σου; —Είχε μπει στα 90… —Α, εντάξει ήταν μετά… / Μια χαρά! (Δεν υπάρχει «η σωστή ηλικία» για γονείς, αφού για ψυχολογικούς λόγους είναι υπέρχρονα πρόσωπα)

Αξίζει να επισημανθεί η αστοχία της ερώτησης περί ηλικίας, αφού, εφόσον γνωρίζουμε περίπου την ηλικία του συνομιλητή μας, μπορούμε να υπολογίσουμε κατά προσέγγιση και την ηλικία των γονέων του.

Άλλες αστοχίες:

—Εσύ να είσαι καλά! Τά ’ζησε τα χρονάκια του ο πατέρας σου…

—Ε, μη σε πάρει κι από κάτω… Η μάνα σου κόντευε τα 85!

—Πόσο χρονών ήταν; —88… Α, εντάξει… Πλήρης ημερών…

—Αυτόν μην τον κλαις… Πέθανε, ησύχασε! Εμάς να λυπάσαι που έχουμε τόσα βάσανα…

—Ε, μεγάλος άνθρωπος ήταν… Μη στενοχωριέστε… Εσείς να είστε καλά…

—Μην κάνεις έτσι… Η μητέρα σου ήταν 93 χρονών, μην το ξεχνάς…

—Έλα τώρα, μην κλαις… Πόσο θα ζούσε ο πατέρας σου; Μακάρι να φτάσουμε κι εμείς στην ηλικία του…

—Ο Θεός ξέρει πότε είναι η ώρα του καθενός…

—Τι; 98 χρονών;! Και στενοχωριέσαι;!! Εμάς δεν μας βλέπω να φτάνουμε ούτε τα 70…

Στη συνάφεια της ηλικίας διατυπώνονται ευχές που περισσότερο πληγώνουν παρά παρηγορούν.

Κωμικοτραγικές ευχές

Μπορεί να προκαλούν θυμηδία οι κάτωθι ευχές, όμως τις έχω ακούσει ο ίδιος από παρισταμένους σε κηδεία όπου εξέφραζαν τα συλλυπητήριά τους στους συγγενείς του νεκρού. Ο λόγος που χρησιμοποιήθηκαν είναι διότι θυμίζουν αντίστοιχες που χρησιμοποιούμε σε ευχάριστες περιστάσεις:

«Να τον χαίρεστε!» (Απολύτως άστοχη – δικαιολογείται μόνο με δεδομένο το άγχος του ομιλητή να διατυπώσει μια ευχή)

«Να σας ζήσει!» (Αντί: «Να ζήσετε να τον/την θυμάστε»)

Ταφή και καύση

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η κηδεία ενός ανθρώπου ολοκληρωνόταν με την ταφή του στο κοιμητήριο, οπότε οι ευχές που λέγονταν είτε εκεί είτε στον ναό ήταν δεδομένες: «Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει…», «Καλή ανάσταση!», «Καλό Παράδεισο…», «Ο Θεός να τον αναπαύσει εν χώρα ζώντων…».

Σήμερα, με την καύση να διαδίδεται ως επιλογή, ευχές όπως οι παραπάνω φαντάζουν αδόκιμες, άστοχες, ίσως και προσβλητικές, με δεδομένη την απουσία πίστης του νεκρού και των συγγενών του στη μετά θάνατον ζωή.

Υβριδικές, νεοφανείς και «New Age» ευχές

Στον σύγχρονο λόγο του πένθους εμφανίζονται ολοένα και συχνότερα ευχές υβριδικού χαρακτήρα, αποκομμένες τόσο από την εκκλησιαστική παράδοση όσο και από το παραδοσιακό λαϊκό ήθος, επηρεασμένες κυρίως από τη μαζική κουλτούρα, τον συγκρητισμό και τη γλώσσα των Μέσων.

—Να είναι καλά εκεί που είναι…

—Καλό ταξίδι στο φως…

—Πέτα ψηλά…

—RIP (Rest In Peace: «Αναπαύσου εν ειρήνη» – το ακρωνύμιο είναι χαραγμένο σε επιτύμβιες πλάκες και έχει διαδοθεί μέσω των ξένων ταινιών)

Το ρήμα «συλλυπούμαι» και οι αλλοιωμένες εκδοχές του

Μία από τις πιο γνωστές εκφράσεις που εκφράζουν ψυχική συμπαράσταση είναι το ρήμα «συλλυπούμαι», δηλαδή «συμμετέχω στο πένθος του συνομιλητή». Εδώ εντοπίζονται, λόγω ομοηχίας, διαδεδομένες παρασυνδέσεις:

«Σε λυπούμαι» (δηλαδή «σε λυπάμαι»)

«Σας ελυπούμαι» (ανύπαρκτος γλωσσικά τύπος, σπανίως χρησιμοποιείται σε ιδιώματα, αποκλειστικά από ολιγογράμματους ή αναλφάβητους χρήστες)

Το ίδιο το ρήμα «συλλυπούμαι» σημαίνει «εκφράζω τα συλλυπητήριά μου, συμμετέχω στο πένθος», όμως παρουσιάζει ενδιαφέρον το ότι, κανονικά, δεν θα ήταν απαραίτητο το αντικείμενο. Ο λανθασμένος τρόπος χρήσης του ρήματος (με στένωση σημασίας, δηλαδή χρήση μόνο σε περίσταση πένθους) πλέον γενικεύθηκε και καθιερώθηκε (αρχή «usus norma loquendi»).

Η αδυναμία έκφρασης

Πολλοί είναι αυτοί που, αντί να διατυπώσουν μια ευχή ή ένα λόγο στήριξης προς τον πενθούντα, αισθάνονται την ανάγκη να σιωπήσουν, είτε λόγω άγνοιας της κατάλληλης ευχής, είτε συνειδητά, καθώς θεωρούν ότι τα πολλά λόγια όχι απλώς δεν ανακουφίζουν, αλλά ενδεχομένως «ξύνουν την πληγή» του πένθους, ειδικά στην περίπτωση αιφνίδιου, βίαιου ή πρόωρου θανάτου. Ακούγονται εκφράσεις όπως οι ακόλουθες:

—Τώρα τι να πω… Δεν υπάρχουν λόγια…

—Πώς να σε παρηγορήσω…

—Ειλικρινά δεν μπορώ να πω τίποτα…

—Τα λόγια είναι φτωχά…

—Τι να σου πω τώρα… Ό,τι και να πω θα είναι λίγο μπροστά στην τραγωδία που ζεις…

—Μακάρι με τις κουβέντες να μπορούσα να απαλύνω τον πόνο σας…

Καλό είναι να χρησιμοποιείται η λέξη «κοιμητήριο», όχι «νεκροταφείο», διότι αμβλύνεται η αρνητική φόρτιση που ούτως ή άλλως έχει το γεγονός του θανάτου.
Καλό είναι να χρησιμοποιείται η λέξη «κοιμητήριο», όχι «νεκροταφείο», διότι αμβλύνεται η αρνητική φόρτιση που ούτως ή άλλως έχει το γεγονός του θανάτου.

Ευχές με αρατικό υπόβαθρο

Ακόμη πιο προβληματικές είναι οι ευχές που εκφέρονται με αρατικό ή ωφελιμιστικό υπόβαθρο, όπου ο θάνατος παρουσιάζεται ως επιθυμητή λύση, είτε για τον ίδιο τον άνθρωπο είτε για το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον.

—Να τον πάρει ο Θεός!

—Να τον κόψει ο Θεός!

—Να πεθάνει στα πόδια του!

—Αφού είναι κατάκοιτος, καλύτερα είναι για όλους να πεθάνει! Πρωτίστως για τον ίδιο, αλλά και για τα παιδιά του…

—Χίλιες φορές καλύτερα που πέθανε, αφού πλέον ήθελε άνθρωπο να τον φροντίζει όλο το 24ωρο…

—Αν ήταν να ζήσει ανάπηρος, καλύτερα ήταν που σκοτώθηκε κι αυτός στο τροχαίο…

—Πάλι καλά που πέθανε! Να μην ταλαιπωρείται ο ίδιος, αλλά να μην ταλαιπωρεί και τους συγγενείς του…

Αυτοί που μένουν πίσω

Οι, κατά τον απόστολο Παύλο (βλ. αποστολικό ανάγνωσμα νεκρώσιμης ακολουθίας), «περιλειπόμενοι» είναι τα πρόσωπα που επίσης τα αφορά, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, η αστοχία εκφράσεων σχετικά με τον επισυμβάντα θάνατο. Ας αναλογιστούμε τις εξής στιχομυθίες:

—Τη μάνα μου την έχασα, αλλά ζει ο πατέρας μου… —Α, τον καημένο… / Βρε τον κακομοίρη… Έμεινε μόνος του, γέρος άνθρωπος!

—Ζουν και οι δύο οι γονείς του μακαρίτη του Νικόλα… —Τι λες, ρε συ… Καλύτερα να είχαν πεθάνει την ίδια μέρα που σκοτώθηκε το παιδί τους! / Καλύτερα να τους είχαν θάψει μαζί με τον φίλο μας! / Τι τη θέλουν τώρα τη ζωή… / Καλύτερα να σκοτωνόταν κι ο ίδιος στο τροχαίο! Τι τη θέλει τη ζωή, αφού έχασε γυναίκα και παιδί;

Στη σημερινή εποχή της ταχύτητας, της τυποποίησης και της ψηφιακής απόστασης, το πένθος κινδυνεύει –και αυτό– να γίνει απρόσωπο. Οι λέξεις αντικαθίστανται από σύμβολα, η φυσική επαφή από μηνύματα, και η σιωπή –που άλλοτε παρηγορούσε– παρεξηγείται ή αποφεύγεται. Κι όμως, ίσως εκεί βρίσκεται ακόμη η αλήθεια του πένθους.
Στη σημερινή εποχή της ταχύτητας, της τυποποίησης και της ψηφιακής απόστασης, το πένθος κινδυνεύει –και αυτό– να γίνει απρόσωπο. Οι λέξεις αντικαθίστανται από σύμβολα, η φυσική επαφή από μηνύματα, και η σιωπή –που άλλοτε παρηγορούσε– παρεξηγείται ή αποφεύγεται. Κι όμως, ίσως εκεί βρίσκεται ακόμη η αλήθεια του πένθους.

Υποκρυπτόμενη αντιπάθεια

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο λόγος του πένθους μετατρέπεται σε έμμεσο χώρο εκτόνωσης απωθημένων, όπου η τυπική ευχή λειτουργεί απλώς ως προπέτασμα για την έκφραση ηθικών κρίσεων και προσωπικών αντιπαθειών προς τον νεκρό.

—Ο Θεός να τον αναπαύσει τον Λουκά, αλλά δεν ήταν κι ο καλύτερος άνθρωπος…

—Αιωνία η μνήμη της Χριστίνας, αλλά δεν ξεχνάμε τον ρόλο της στο διαζύγιο του Χάρη…

—Θεός σχωρέστον τον μπάρμπα σου, αλλά ήταν μεγάλο στραβόξυλο!

—Ούτε στην Κόλαση δεν θα τον δεχτούν!

—Θα τον δει ο Διάβολος και θα φύγει απ’ την Κόλαση!

—Όλοι μιλούσαν με τα χειρότερα λόγια γι’ αυτήν! Δεν με νοιάζει καθόλου που πέθανε…

 

Η εμπειρική θεολογία

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι φράσεις που, επικαλούμενες τον Θεό ή τη θεία πρόνοια, συγκροτούν μια άτυπη «εμπειρική θεολογία», όπου ο θάνατος ερμηνεύεται αυθαίρετα ως θεϊκή επιβράβευση ή τιμωρία, ανάλογα με την προσωπική κρίση του ομιλητή.

—Τέτοιος που ήταν… Καλύτερα που πέθανε!

—Ξέρει ο Θεός ποιον να πάρει…

—Δεν πειράζει, ξεκουράστηκε…

—Τι να κάνουμε… Όλοι θα φύγουμε κάποια μέρα.

—Να μην κλαίτε, γιατί η ψυχή στενοχωριέται.

—Ευτυχώς που είσαι πολύ δυνατή. Βλέπεις, ο καλός Θεός ξέρει ποιον πρέπει να πάρει, για να μην πονέσει πολύ ο άλλος.

—Πέθανε νέος γιατί τον αγαπούσε ο Θεός…

Ίσως τελικά να χρειάζεται να ξαναμάθουμε όχι τι να λέμε, αλλά πότε να σωπαίνουμε. Να παρατηρούμε πώς ακόμη και η Φύση στέκεται απέναντι στον θάνατο χωρίς σχόλια, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς ευχές· με συμμετοχή, με σεβασμό και με σιωπηλή συνοδεία.
Ίσως τελικά να χρειάζεται να ξαναμάθουμε όχι τι να λέμε, αλλά πότε να σωπαίνουμε. Να παρατηρούμε πώς ακόμη και η Φύση στέκεται απέναντι στον θάνατο χωρίς σχόλια, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς ευχές· με συμμετοχή, με σεβασμό και με σιωπηλή συνοδεία.

 

Επίλογος

Ο θάνατος, όσο κι αν επιχειρούμε να τον εξηγήσουμε, παραμένει ένα γεγονός βίαιο και αδιαπραγμάτευτο. Όταν συμβεί, ο άνθρωπος δεν έχει πάντοτε ανάγκη από λόγια· συχνά έχει ανάγκη από μέτρο, παρουσία και σιωπή. Εκεί, ακριβώς, όπου ο λόγος περισσεύει, αρχίζει η αστοχία.

Η γλώσσα μας διαθέτει πλούτο και παράδοση για να σταθεί δίπλα στον πενθούντα. Όταν όμως αυτοσχεδιάζουμε, σχολιάζουμε ή επιχειρούμε να εκλογικεύσουμε τον θάνατο, καταλήγουμε συχνά να βαραίνουμε ακόμη περισσότερο τον πόνο. Κάποιες φορές, μια προσευχή, ένα άγγιγμα, μια αγκαλιά αρκούν περισσότερο από κάθε «σωστή» φράση.

Στη σημερινή εποχή της ταχύτητας και της ψηφιακής απόστασης, το πένθος κινδυνεύει να γίνει –και αυτό– απρόσωπο. Οι λέξεις αντικαθίστανται από σύμβολα, η φυσική επαφή από μηνύματα, και η σιωπή –που άλλοτε παρηγορούσε– παρεξηγείται ή αποφεύγεται. Κι όμως, ίσως εκεί βρίσκεται ακόμη η αλήθεια του πένθους.

Ίσως τελικά να χρειάζεται να ξαναμάθουμε όχι τι να λέμε, αλλά πότε να σωπαίνουμε. Να παρατηρούμε πώς ακόμη και η Φύση στέκεται απέναντι στον θάνατο χωρίς σχόλια, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς ευχές· με συμμετοχή, με σεβασμό και με σιωπηλή συνοδεία.

Κάπως έτσι, όπως στην άφωνη νεκρώσιμη πομπή μιας μικρής ζωής…

Η μέλισσα

Πέθανε η μέλισσα η χρυσή και τα μερμήγκια
μέσα απ’ τα βρύα τα χλωρά
τη νεκρική της σέρνουν εκφορά
και πάνε αθόρυβα, ελαφρά …

Γκρεμίζεται ως τη γνώρισε απ’ το φράχτη
τ’ άγριο τριαντάφυλλο, κι ως ότου
η πένθιμη πομπή περάσει,
μαδάει απαρηγόρητο το πρόσωπό του, τα μαλλιά του.
Πόσα ευαίσθητα δεν πήρε μυστικά του,
από τ’ αβρά τα πέταλα και την καρδιά του …

Η δρόσο, η πιο αγαπημένη φίλη,
απ’ τα εκστατικά βλέφαρα της πρωινής μαργαρίτας
στον τάφο της βαρύ το μεγαλύτερό της δάκρυ χύνει,
που ανάβει ευθύς ο ήλιος σαν καντήλι
από σμαράγδι και ρουμπίνι …

Πέθανε η μέλισσα η χρυσή και οι κήποι
φόρεσαν μαύρα από τη λύπη.

(Ρίτα Μπούμη-Παπά)

* * **

LinkedIn: Vasilis Malisiovas

[email protected]

(Εμφανιστηκε 346 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.