Φώτης Κόντογλου: Ωσαννά!
Αποσπάσματα. Από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου, «ΠΕΔΡΟ ΚΑΖΑΣ ΚΑΙ ΒΑΣΑΝΤΑ.» Εκδόσεις Αστήρ. Αθήνα, 1995.
Το μυαλό μου είναι πανταχού παρόν. Λογιών λογιών ιδέες. Μέρα και νύχτα. Είναι ιδέες που περνούν απ’ το κεφάλι του ανθρώπου κάθε εκατό χρόνια – άλλες κάθε διακόσα κι άλλες κάθε χίλια χρόνια. Είναι κι άλλες που περνούν για πρώτη και τελευταία φορά. Μάλιστα! Για πρώτη και για τελευταία! Τότες καταλαβαίνει κανένας πως ανοίγουνε οι ραφές του κεφαλιού του και πως πηδά ένα πράσινο παγωμένο φως από μέσα.. . Μια μονάχη καν μέρα δεν περνά, δίχως, να μου φέρει καινούργια ευτυχία. Αν αγαπώ τη ζωή, βρίσκω πως δεν έχω άδικο, γιατί περιμένω με νέα πάντα λαχτάρα το νυμφίο που έρχεται, θαυμάζω πώς γίνεται να ’ναι πάντα καινούργιος ο κόσμος μπροστά μου. Ωστόσο ολοένα περιμένω καινούργιες στιγμές, και είναι ν’ απορέσει κανένας πού βρίσκεται η αιώνια, η αξόδευτη αγάπη μου για τόσα πράματα, κι η άσωστη ευτυχία που μου δίνουν… Περνούν μέρες ολόκληρες, εκατομμύρια καινούργιες στιγμές, που είναι μια άκοφτη σειρά από μυστήρια που πανηγυρίζουν γύρω μου με κινέζικα φαναράκια. Είμαι μέσα σε λουλούδια φερμένα από τόσο μακριά, που ξέρω πως θα πέθαινε η ψυχή μου ως να φτάξει σε κείνο το χαμένο άστρο. Μ’ όλα ταύτα μου μιλούν, και καταλαβαίνω στην εντέλεια τα λόγια τους, σα να ’σκυψα και να τα είδα απ’ το παραθύρι μου…. Αυτή είναι η τελευταία στιγμή στην περασμένη ζωή μου, αλλά η ψυχή μου περνά την τελευταία στιγμή όλου του κόσμου. Κάθε μινούτο καταλαβαίνω πως περνά μέσα μου, σα δοξαριά, ολόκληρη η ζωή της Γης, απ’ τον Τριλοβίτη ως τα τώρα. Μια φλέβα αναβρύζει μέσα μου σα σιντριβάνι…, οι σκέψεις μου είναι κατακάθαρες – λες και δεν είναι γυρίσματα του μυαλού, παρά νότες· είναι νότες· είναι λόγια νέτα, που τ’ ακούγω με τ’ αυτιά μου! … Έχω τη συνήθεια να κάνω την προσευχή μου πριν πλαγιάσω – τις περσότερες νύχτες γυρίζω και λέω μέσα μου: Μην και κάνεις τίποτ’ άλλο, μέρα νύχτα, παρά να προσεύχεσαι; Αλήθεια! Ένας αδιάκοπος ύμνος βγαίνει από τ’ αθώο και πρωτομίλητο στοματάκι της κάθε μου στιγμής… Η ζωή μου περνά μέσα σε μια βαθιά ησυχία, που είναι γεμάτη από αρμονία, γεμάτη από έναν ακριβόν αιθέρα αρμονίας. Μυριάδες πράματα, αμέτρητα πράματα· χρώματα που δεν μπορεί να τα ξεχωρίσει το μάτι, μούρμουρα που δεν μπορεί να τα πιάσει τ’ αυτί, μυρουδιές από λουλούδια ξωτικά και άγνωστα, χύνουν την ακατανόητη και μακάρια τούτη αρμονία! … Μυριάδες πράματα, πράματα μυστηριώδη!… Το στόμα τους, όπως το δικό μου, είναι σφαλιστό – το μάτι τους καλυμμένο…Προσοχή! Μια αναπνοή μπορεί να τα σκορπίσει… Μ’ όλον τούτο έχουνε γιομίσει τον κόσμο χαρά κι ελπίδα. Πόσες φορές χαμογέλασα, ακούγοντας να λεν πως η ευτυχία περνά γλήγορα!. Η ευτυχία του ενούς και τ’ αλλουνού! Εμένα όμως η ευτυχία μου είναι ένα φρέσκο, ένα παντοτινό κορίτσι· ένα αμάραντο λουλούδι, που το δροσίζει κάθε στιγμή το χέρι του Κυρίου. Η χάρη του κάνει να βλασταίνει η κάθε μου ώρα σαν το ξακουστό ραβδί του Ααρών. … … … … …

Ο κόσμος είναι πάντα καινούργιος μπροστά μου. Στήνω τ’ αυτί μου σε τούτο το γενναίο και γλυκό χόχλασμα. Η ψυχή μου θρέφεται απ’ την αδιάφορη κι αυστηρή αυτή νότα, που σιγολαλεί κατάντικρυ στα τιποτένια κι ανόητα ανθρώπινα καθέκαστα. Η ζεστή πνοή της πλάσης μού δίνει ελπίδα, κάθε φορά που θα χάσω την εχτίμηση στον εαυτό μου, χάνοντάς την για τους ομοίους μου. Ναι, ναι, γιατρεύουμαι πάντα, και κάθε φορά καταλαβαίνω πως ποτές, ποτές πια, δε θα χάσω τον δρόμο που πάγει στους Εμμαούς και που μου κρατά συντροφιά ο Θεός… … … … … …
Το κύμα στοιβιάζει τα φύκια κουβάρες στην ακρογιαλιά. Στον πάτο ξεχωρίζει ένα μαγευτικό περιβόλι, με μονοπάτια που ’ναι στρωμένα με σιντέφια. Εκεί ανθίζουν παράξενα φυτά, και μέσα στο καθένα είναι κλεισμένη μια ακατανόητη και ξυπνητή ψυχή, που βλέπει ολοένα γύρω της με χιλιάδες μάτια. Κάτου απ’ τα σκοτεινά φυλλώματα οι ίσκιοι είναι σαν κομμάτια μαύρο βελούδο. Απάνου πάλι στον καθαρόν άμμο σαλεύουν κάτ’ απ’ το νερό μυστηριώδη πράματα.. . Κοίταξε· γλήγοροι ίσκιοι γλιστράνε απάνου στον ήλιο που ’ναι απλωμένος κάτου απ’ τη γάζα του νερού… Αυτά τα βλέπω μπροστά μου, μα πιο πέρα, σε δυο τρεις οργιές νερό, ο Θεός πια μονάχα μπορεί να ξέρει τι γίνεται. Όλα θαμπώνουν μέσα στα βαθιά – εκεί γίνουνται πράματα μυστικά, μυστικά κι αλλόκοτα… Τσιμουδιά!. .. Εδώ η σιωπή μακραίνει τις ώρες· μονάχα το μάτι μελετά την άγνωστη γλώσσα, που δεν την αγροικά τ’ αυτί κανενός απ’ όσα πλάσματα ζουν στη στεριά, και προσέχει τους σπάρους που ανοιγοκλείνουν τα στόματά τους, τραγουδώντας μυστηριώδη πράματα…
Ο γερο-Νηρέας κοιμάται δίχως να σαλέψει, γιατί τ’ αυτιά του είναι μουδιασμένα… Ωστόσο καταλαβαίνεις ένα σωρό χαρούμενα γέλια, που ναι πνιμένα μέσα στο βούισμα της σιωπής. Όποιος δεν έχει μάτια, δε ζει εδώ κάτου! Το μεσημέρι εδώ είναι ίδιο με τα μεσάνυχτα, ήσυχο και σοβαρό! Σαν να ’ναι μακριά πικέτα, έτσι μπερδεύουνε οι ξιφίες τις μύτες τους, δίχως ν’ ακουστεί τίποτα· το ίδιο κι οι αστακοί, δίχως βρόντο ταράζουν την πάνοπλη δόξα τους. Η χαρά της ιπποκάμπης είναι βουβή, όπως βοσκά ανάμεσα στ ακίνητα ριπίδια της ανεμώνης… Παντού παραφυλάνε ακοίμητα μάτια… Όπως κρασόχρωμη πέτρα πάνου σε δαχτυλίδι, έτσι μοιάζουν τα μάτια της πέρκας απάνου στ’ ασημένια λέπια. Τσιμουδιά! Κι ένα φιλί μας θαν έκοβε τον ύπνο του καρχαρία. Για δες τον; Πλαγιάζει πάντα θυμωμένος ανάμεσα στις κόκκινες χειρονομίες του κοραλιού, τριγυρισμένος από περίεργα μάτια, που τα γουρλώνουν χίλια δυο λουλούδια, ενώ το φεγγάρι από κει ψηλά απλώνει τη χλωμή σκέψη του απάνου σ’ αυτό το Βασίλειο της Σιωπής… Εσύ που το διαβάζεις, μην το μουρμουρίξεις, συλλογίσου το μοναχά, δίχως να παίξουν τα χείλια σου: σ’ αυτό το Βασίλειο της Σιωπής!… … … … … …
Τώρα είμαστε χωμένοι βαθιά – κάτου – μέσα στ’ άπατα νερά της Γιαπωνίας. Ο αγέρας μπορεί να θρηνεί σα σκυλί μέσα στα ξάρτια του καραβιού – όπως, το ίδιο, ο ήλιος μπορεί να ραίνει τη χαρά του απάνου στις μακριές καταπράσινες δεντροστοιχίες στο Φουκοσίμα είτε στο Ναγκάνο… Αυτά όλα μπορεί να γίνουνται στ’ αλήθεια, μα εδώ κάτου εμείς είμαστε στραβοί και κουφοί! Τα μάτια μας είναι γιομάτα απ’ ένα σκοτάδι, που λες και τα σπρώχνει να τα χώσει πιο μέσα στις ματότρυπές τους. Θεέ παντοδύναμε! Ένα σκοτάδι που μας πνίγει σαν ένας πηχτός καπνός, αιώνιος κι ατελείωτος… Μοναχά τα χέρια μας ψάχνουν μέσα σε μια λάσπη, που λες είναι μυστηριώδες πράμα, ένα παμπάλαιο πράμα, που βρίσκεται κει από καταβολής κόσμου, δίχως να το ταράξει ένα καν μαμούδι… Τα χέρια ψάχνουν, κι αν τα δάχτυλα του ενούς τύχει ν’ αγγίξουν απάνου στ’ άλλο σα φριχτά σκουλήκια, ανατριχιάζεις… Όλο λάσπη – νεκρή λάσπη – στραβή, βουβή, κουφή λάσπη!… Για ξανασυλλογίσου το: το Βασίλειο της Σιωπής… Ωστόσο! Αν μπορείς ακόμα να θυμηθείς πως ήσουν άνθρωπος που έβλεπε και άκουγε, μπορείς να σκεφτείς πως σε κάποια μεριά μέσα σε τούτο το έρεβος, που κι ο Θεός δεν ξέρει τη χαμένη αυτή μεριά, κείτουνται, από πολλά χρόνια, ένα σωρό καδένες κι ανθρώπινα κόκαλα. Μπορείς να το φανταστείς: Κείτουνται κει πέρα, χωμένα μέσα στη νεκρή λάσπη. Αν είχες τα μάτια του Θεού, ήθελες δει ν’ ασπρίζουν όξ’ απ’ τη λάσπη μόνο τα παλιά καύκαλα, και την ειρήνη να τα χαϊδεύει αργά αργά με τ’ αχαμνό χέρι της

















































