5 Ιουλίου 2022 at 09:23

«Γραμματικός με το ραμπούσι.»

από

«Γραμματικός με το ραμπούσι.»

Γράφει ο Δημήτρης Τζήκας

«Γραμματικός» λεγόταν παλαιότερα όποιος γνώριζε γράμματα, αυτός που μπορούσε να γράφει και να διαβάζει ορθώς· κατά τον Ησύχιο, γραμματικός ήταν ο πεπαιδευμένος· στο Λεξικό του Δημητράκου, βρίσκουμε κι άλλες σημασίες: ο διδάσκαλος των πρώτων στοιχείων, ο γραμματοδιδάσκαλος, ο ασχολούμενος εις τα γραμματικά κείμενα.

Πίτερ Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος. (1525 με 1530 – 1569). Γάμος χωρικών (1568).
Πίτερ Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος. (1525 με 1530 – 1569). Γάμος χωρικών (1568).

Η παροιμιώδης φράση «Γραμματικός με το ραμπούσι.» αναφέρεται στον γραμματικό που είναι μάλλον ανίκανος και αδαής. Οι Τούρκοι, γράφει ο Φραντζής, όταν κυρίεψαν την Κωνσταντινούπολη (1453), χάραζαν τους λογαριασμούς τους σε ξύλα· ωστόσο οι πρακτικές ανάγκες που προέκυψαν τους ανάγκασαν να προσλάβουν Χριστιανούς γραμματικούς, αρχικώς Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Αυτά τα «ξύλα» τα έλεγαν ραμπούσια, «όθεν η παροιμία, γραμματικός με το ραμπούσι[1] Πολλοί λαοί εκείνη την εποχή, σημειώνει ο Αθανάσιος Σταγειρίτης, «ήσαν άπειροι των μέτρων, σταθμών, πολιτείας, γεωργίας και πολέμου τακτικού. Περισσότερον των εκατόν δεν ήξευραν ν’ αριθμήσωσιν. Η αλλαγή του εμπορίου εγίνετο με τα φορτώματα. Τοιούτοι ήσαν και οι Τούρκοι.»[2]

Δεν γνωρίζουμε πώς ακριβώς ήταν φτιαγμένο το ραμπούσι· η χρήση του ήταν απλούστατη· πιθανότατα έμοιαζε με την γνωστή «τσέτουλα»· ή τσέτουλα ήταν ένα μικρό ξύλο, πάνω στο οποίο σημείωναν παλαιότερα με χαρακιές τις επί πιστώσει πωλήσεις αγαθών όπως ψωμί, γάλα κ.α. Οι τσέτουλες ήταν δύο· η μία έμενε στον έμπορο και η άλλη στον πελάτη· οι χαρακιές ή εγκοπές γίνονταν με μαχαιράκι και στα δύο ξύλα ταυτοχρόνως, με αυτοπρόσωπη παρουσία, οπότε ουδείς μπορούσε να βάλει μόνος του μία επιπλέον χαρακιά, να «κλέψει». Η φράση «έκοψα τσέτουλα» σημαίνει δεν πλήρωσα το αντίτιμο ενός εμπορεύματος ή την αμοιβή μιας εργασίας, αγόρασα με πίστωση. «Με την τσέτουλα τα έμαθε τα γράμματα» λέμε για κάποιον που είναι αστοιχείωτος, πλημμελής ως προς τη μάθηση. Ως επίρρημα, η λέξη τσέτουλα σημαίνει άνευ πληρωμής, βερεσέ, με πίστωση· σελέμικα.[3]

Στην «Κλεφτοπαρέα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, διαβάζουμε: Ὁ Στέργιος τῆς Κοντούλας, ὁ σύζυγος τῆς φουρνάρισσας, ὄρθιος πρὸ τοῦ ὑψηλοῦ σοφᾶ ἐφ᾿ οὗ ἐξέθετε τὰ ζεστὰ ψωμιά, ἀνάμεσα εἰς τὸ φλέγον στόμα τοῦ φούρνου καὶ τὸ πελώριον παράθυρον πρὸς τὴν προκυμαίαν τῆς ἀγορᾶς, φορῶν τὰ γυαλιά του ἐμέτρα κ᾿ ἐσημείωνε στὶς τσέτουλες τὰ καρβέλια ὅσα ἔδινε βερεσὲ εἰς ξένους μαστόρους, εἰς ὑπαλλήλους, καὶ ἄλλους παροίκους μὴ ἔχοντες οἰκογένειαν.[4]

Ο Δημήτρης Τζήκας είναι δάσκαλος και ιστορικός.

[1] Αθανασίου Σταγειρίτου. Ηπειρωτικά, ήτοι ιστορία και γεωγραφία της Ηπείρου παλαιά τε και νέα, και βίος του Πύρρου. Εν Βιέννη, 1819. Σελ. 355, 356.

[2] Αθανασίου Σταγειρίτου. Ηπειρωτικά. Σελ. 355,356.

[3] Δημ. Σελέμης ο, σελέμισσα η= αυτός που ζει σε βάρος των άλλων· παράσιτος, ακαμάτης, αχαΐρευτος· αμακαδόρος, τρακαδόρος. Τριαντ. Τσιφ. Κατέβασε πεινασμένες μπουκιές κι έκανε μετά τσιγαράκι σελέμη από τον κυρ Κώστα.

[4] Ἡ κλεφτοπαρέα (1925).

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ομάδα του facebook Παροιμίες & γνωμικά.

Αν θέλετε να γίνετε μέλη της ομάδας, επισκεφτείτε τη διεύθυνση: https://www.facebook.com/groups/2285257741730850/

Περισσότερες παροιμίες, παροιμιώδεις φράσεις και γνωμικά μπορείτε να βρείτε στο αρχείο μας ΕΔΩ

(Εμφανιστηκε 195 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Τα σχίλα είναι κλειστά.