Ετικέτα: Όμηρος

Ο Χρύσης επιχειρεί παρακαλώντας να εξαγοράσει την κόρη του από τον Αγαμέμνονα. Απουλιανός ερυθρόμορφος κρατήρας, περ. 360 - 350 π.Χ., Μουσείο του Λούβρου.

Ο μάντης Κάλχας

«Κακομηνήτη, πρόσχαρο ποτές δε μούπες λόγο! / Πάντα αγαπάει δυσάρεστα να προφητεύει ο νους σου, / κι ένα καλό μήτ έκανες, μήτ’ είπες στη ζωή σου. / Τώρα στ’ ασκέρι πάλι ομπρός λαλείς και προφητεύεις / πως τάχα τόσες συφορές για αυτό τους στέλνει ο Φοίβος, / τι εγώ στην πλούσια ξαγορά δεν έστερξα της κόρης, / που κάλλια αυτή τον πύργο μου να μου στολίζει θέλω.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Αθανάσιος Σταγειρίτης: Ωγυγία. Αρχαιολογία. 5 τόμοι. Βιέννη, 1815. (PDF)

Αθανάσιος Σταγειρίτης: Ωγυγία. Αρχαιολογία. 5 τόμοι. Βιέννη, 1815. (PDF)

Περιέχουσαν των Αρχαιοτάτων Εθνών, ή των δύο Πρώτων Αιώνων του Αδήλου και Ηρωικού, την Ιστορίαν, τας Κοσμογονίας, Θεογονίας, την αρχήν και πρόοδον της Ειδωολολατρείας, και πάσης Κτιστολατρείας, τας Ιεροπραξίας, Ιεροσκοπίας, Μυθολογίαν πληρετάτην των Θεών και Ηρώων κατά γενεαλογίαν, σαφηνιζομένην διά της Ιστορίας και Αλληγορίας, τας Τελετάς, τους Αγώνας, τα Μαντεία, και πάντα τα συμβεβηκότα και Έθιμα, προς γνώσιν της Αρχαιολογίας, και κατάληψιν των Ποιητών και Συγγραφέων’.

Διαβάστε περισσότερα ›
Η Ελένη αναγνωρίζει τον Τηλέμαχο. Jean-Jacques Lagrenée (18 September 1739 in Paris – 13 February 1821 in Paris)

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ρ’

Ένας αχρείος τον άλλονε μα την αλήθεια σέρνει / κι έτσι παντοτινά ο θεός όμοιο στον όμοιον φέρνει. / Πού τάχα, ω βρώμικε βοσκέ, τον πάς αυτόν τον χάφτη / τον παλιοζήτου-λα, μωρέ, των τραπεζιών τη λώβα;

Διαβάστε περισσότερα ›
Το συμβούλιο των θεών στον Όλυμπο. Ομήρου Οδύσσεια. Peter Paul Rubens, Concilio degli dei, 1602, olio su tela. Praga, Collezione d’Arte del Castello di Praga.

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ξ’

«Τρώγε, καλέ μου ξένε, εσύ και τα καλά μας χαίρου• / το ένα ο θεός χαρίζει μας, και τ’ άλλο μας τ’ αρνιέται / όπως στο νου του βουληθή, τι δύνεται τα πάντα.» / Αυτά είπε, κι έκαψε απαρχές στους θεούς τους παναιώνιους, / κι έσταξε, κι έβαλε καυκί λαμπρό κρασί γεμάτο / μες στου Οδυσσέα του κουρσευτή τα χέρια•

Διαβάστε περισσότερα ›
Οδυσσέας και Σειρήνες. Herbert James Draper (1909).

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία μ’

«Έλα, καμάρι των Αχαιών, πολύμνητε Οδυσσέα, / το πλοίο σου κράτα, τη γλυκειά φωνή μας για ν’ ακούσης, / Δεν πέρασε απ’ εδώ κανείς με μελανό καράβι, / χωρίς ν’ ακούση από κοντά το γλυκολάλημά μας, / παρά μισεύει χαίροντας που έμαθε κι άλλα ακόμα, / τι ξέρουμε όσα τράβηξαν μες στην πλατειά Τρωάδα / και Τρωαδίτες κι Αχαιοί, καθώς οι θεοί τα ορίσαν.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Η Κίρκη προσφέρει το ποτήρι στον Οδυσσέα (1891) του Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ.

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία κ’

Ώ Κίρκη, πως ζητάς εγώ να σου φερθώ με γλύκα, / που χοίρους στα παλάτια σου τους φίλους μου έχεις κάμει, / κι εμένα εδώ κρατώντας με πονηρευτά καλείς με / στο θάλαμό σου, τάχα εκεί μαζί σου να πλαγιάσω, / κι έτσι, σα γυμνωθώ, αντρειά και δύναμη μου πάρης;

Διαβάστε περισσότερα ›
Ο Γιάκομπ Γιόρντενς (φλαμανδικά: Jacob Jordaens, 19 Μαΐου 1593 – 18 Οκτωβρίου 1678) ήταν Φλαμανδός ζωγράφος, χαράκτης και σχεδιαστής ταπισερί, γνωστός για τους πίνακες με ιστορικά θέματα, θέματα καθημερινότητας και τις προσωπογραφίες του. Ο Οδυσσέας στη σπηλιά του Πολύφημου, λάδι σε μουσαμά, 76 × 96 εκ., Μουσείο Πούσκιν

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ι’

Κύκλωπα, αν άνθρωπος θνητός κανένας σε ρωτήξη / πως έτυχε το μάτι σου κακοτυφλιά να πάθη, / τό ‘χει τυφλώσει να τους πης ο κουρσευτής Δυσσέας, / του Λαέρτη ο γιός, που βρίσκεται στο Θιάκι η κατοικιά του.

Διαβάστε περισσότερα ›
Οι Σειρήνες ήταν γυναικείες θεότητες που σχετίζονταν με το νερό, τον έρωτα και τον θάνατο.

«Νόστιμον ἦμαρ»

«Όμως περίσσια λαχταρώ, και το ζητώ ολοένα, / να πάω στον τόπο, να χαρώ του γυρισμού τη μέρα. («οἴκαδέ τ᾿ ἐλθέμεναι καὶ νόστιμον ἦμαρ ἰδέσθαι.») / Κι αν με χτυπήσει οργή θεού στα μελανά πελάγη, / έχω καρδιά βασταχτερή, κι απομονή θα κάνω· / έπαθα που έπαθα πολλά και ‘πόφερα άλλα τόσα / στις μάχες και στις θάλασσες· ας μου γενεί και τούτο.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Οδυσσέας και Ναυσικά. Michele Desubleo, Odisseo e Nausicaa.

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία η’

Δέ λείπει ολοχρονίς καρπός, χειμώνα καλοκαίρι• / τί άλλα τ’ αγέρι το γλυκό γεννάει κι άλλα ωριμάζει. / Μεστώνει απίδι, κι άλλο ανθεί, και μήλο πάς στο μήλο, / πάς στο σταφύλι άλλο τσαμπί, και σύκο πάς στο σύκο…

Διαβάστε περισσότερα ›
Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ζ'

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ζ’

Αλλοίς μου, και σε τί λογής ανθρώπων να ήρθα χώρα; / να ‘ναι άραγες ασύστατοι κι αδικοπράχτες κι άγριοι, / ή να ‘χουνε φιλοξενιά και θεοφοβιά στο νου τους; / Σάν κοριτσιών ψιλή φωνή στ’ αυτιά μου να βουΐζη, / σα νύφες, που έχουν κατοικιά ψηλά στα κορφοβούνια…

Διαβάστε περισσότερα ›
Ομήρου Οδύσσεια. Οδυσσέας και Καλυψώ. Ulisse e Calipso, William Russell Flint.

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ε’

…αφού κανένας το θεϊκό Οδυσσέα δε θυμάται / μες στο λαό που σα γονιός με αγάπη κυβερνούσε. / Πάς σε νησί αυτός κοίτεται και δέρνεται από πόνους, / στης θέαινας της Καλυψώς, που με το ζόρι εκείθε / κρατάει τον, και δε δύνεται να δή γλυκειά πατρίδα•

Διαβάστε περισσότερα ›
Η Πηνελόπη και οι μνηστήρες από τον John William Waterhouse (1912)

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία δ’

Τότες αυτό σοφίστηκε του Δία η κόρη Ελένη• / απ’ όπου πίνανε κρασί τους έριξε βοτάνι, / συχαστικό κι ανέχολο, που κάθε πόνο πνίγει. / Όποιος αυτό το καταπιή σμιγμένο στο κροντήρι, / ολημερίς δε χύνεται στο μάγουλο του δάκρυο, / μα κι άξαφνα αν η μάνα του ή ο κύρης του πεθάνη, / ή κι ομπροστά στα μάτια του με το μαχαίρι άν κόβουν / αγαπημένο αδέρφι του, ή γιό μονάκριβό του. / Τέτοια ‘χε γιατροβότανα καλά του Δία η κόρη.

Διαβάστε περισσότερα ›
Ι. Θ. Κακριδής: Η ασπίδα του Αχιλλέα

Ι. Θ. Κακριδής: Η ασπίδα του Αχιλλέα

Ένας μεγάλος δημιουργός, όπως στάθηκε ο Όμηρος, είναι πάντα πολύφωνος· γι’ αυτό μπορεί και κλείνει μέσα στην ψυχή του όλο τον κόσμο, όλες τις ομορφιές του, όλες τις χαρές του κι όλους τους πόνους του. Ωστόσο σαν να ήθελε να υποδηλώσει πως όσο και να ψάλλει πολέμους, μια φορά η καρδιά του δεν ανήκει σ’ αυτούς, πως η αγριότητα τους είναι ξένη με την ψυχή του.

Διαβάστε περισσότερα ›
Όμηρος

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία γ’

Από το Θιάκι ερχόμαστε, ποκάτω από το Νείο, / για ανάγκη που όχι του λαού, παρά δική μας είναι. / Νά μάθω που ‘ναι ο κύρης μου, τη φήμη του ακλουθώντας, / του καρτερόψυχου Οδυσσέα, που έναν καιρό μαζί σου / λέν πολεμώντας κούρσεψε τη χώρα της Τρωάδας.

Διαβάστε περισσότερα ›
Οδυσσέας και Καλυψώ. Αθηναϊκό ερυθρόμορφο αγγείο, 450 π.Χ

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία β’

Μωρέ λογά, αχαλίνωτε Τηλέμαχε, τί λες μας; / μάς βρίζεις, κι αβανιάσματα να μάς κολλήσης θέλεις• / μα ξέρε το πως δε σου φταίν οι Αχαιοί οι μνηστήρες, / παρά η μανούλα σου τα φταίει, που χίλια ξέρει ο νούς της.

Διαβάστε περισσότερα ›
Η σφαγή των μνηστήρων από τον Οδυσσέα και τον Τηλέμαχο, το 330 π.Χ., Λούβρο

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία α’

Τον άντρα τον πολύπραγο τραγούδησέ μου, ω Μούσα, / που περισσά πλανήθηκε, σαν κούρσεψε τής Τροίας / το ιερό κάστρο, και πολλών ανθρώπων είδε χώρες / κι έμαθε γνώμες, και πολλά στα πέλαα βρήκε πάθια, / για μία ζωή παλεύοντας και γυρισμό συντρόφων.

Διαβάστε περισσότερα ›
«Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης.»

«Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης.»

Εμείς τη γνώμη του Διός ν’ ακούμε πρέπει, π’ όλους / ορίζει αθρώπους και θεούς. Ένα πουλί είναι απ’ όλα / το πιο καλό, να πολεμάς για τη γλυκιά πατρίδα.

Διαβάστε περισσότερα ›
Η οργή του Αχιλλέα είναι έργο του γάλλου ζωγράφου Jacques-Louis David, 1819.

«Τι μουλάρια έχασες;»

«Γιατί χτυπιούνται αλήθεια / οι Τρώες κι οι Αργίτες; γιατί μάζεψε κι έφερε εδώ τ’ ασκέρι / ο γιος του Ατρέα; Για την ωριόμαλλην Ελένη—ή μήπως όχι; / Οι Ατρεΐδες μόνο στις γυναίκες τους απ’ όλους τους ανθρώπους / έχουν αγάπη; Ποιος καλόγνωμος και μυαλωμένος άντρας / δε νιώθει αγάπη και δε γνοιάζεται το ταίρι του; και τούτη / όμοια κι εγώ περίσσια αγάπησα, κι ας ήταν σκλαβοπούλα.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Ο Νίκος Καββαδίας (11 Ιανουαρίου 1910 - 10 Φεβρουαρίου 1975) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και ναυτικός.

«Άπαξ πυρρός και δέκατον χλωρός.»

Στον Όμηρο (Η478-79) η φράση «χλωρὸν δέος» λέγεται για τον φόβο: «παννύχιος δέ σφιν κακὰ μήδετο μητίετα Ζεὺς / σμερδαλέα κτυπέων· τοὺς δὲ χλωρὸν δέος ᾕρει·» Απόδοση: «κι ολονυχτίς κακά ο βαθύγνωμος ο Δίας τους μελετούσε / βροντώντας δυνατά, κι ολόχλωμη τους έκοβε τρομάρα.»

Διαβάστε περισσότερα ›
«Έρκος οδόντων»

«Έρκος οδόντων»

«Τα παχιά πρόβατα κουρσεύουνται, κουρσεύουνται τα βόδια, / τα ξανθοκέφαλα αγοράζουνται φαριά και τα τριπόδια· / μόνο η ζωή του ανθρώπου, ως ξέφυγε της δοντωσιάς το φράχτη, / πίσω δε γέρνει, δεν κουρσεύεται, δεν πιάνεται ποτέ της.»

Διαβάστε περισσότερα ›