ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Λ

λωποδύτης ο: κλέφτης, απατεώνας. Τσιφ.: Ο καλός κόσμος είναι κρυφές κοκότες και λωποδύτες που παίζουνε τον ρόλο προέδρου ανωνύμων εταιρειών – Ο μεγάλος αυτός κλέφτης τούς έπρηξε επιτέλους τους ευγενείς και καμμιά φορά ο Ανζού της Νάπολης, ο επικυρίαρχος της Αχαΐας που δεν τον χώνευε από την αρχή, το πήρε απόφαση: -Το λωποδυτάκι θα τ᾿ απολύσω – Μάλιστα, διότι μας έχει ρημάξει στη ρεμούλα | < αρχ. ελλ. λωποδύτης: κάποιος που γλιστράει μέσα στα ρούχα κάποιου άλλου, κλέφτης ενδυμάτων, κυρίως αυτός που κλέβει τα ρούχα λουομένων ή απογυμνώνει διαβάτες· αρχ. ελλ. λώπη, ἡ (λέπω): ιμάτιο, μανδύας, φόρεμα.

Διαβάστε περισσότερα ›