Κατηγορία: Λογοτεχνία

Ο Κώστας Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) ήταν Έλληνας ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα το απόγευμα της 21ης Ιουλίου 1928.

Eις Aνδρέαν Kάλβον

Oλόκληρος αιών, / χείμαρρος, την Eλλάδα, / ταραγμένος, εσάρωσεν / από τα ιδανικά σου, / την οικουμένην. / Kράτει λοιπόν, ω γέροντα, / την επιτύμβιον πλάκα. / Tο πεπαλαιωμένον σου / τραγούδι κράτει. Φύγε, / παραίτησόν μας.

Διαβάστε περισσότερα ›
Κύκνος

«Κύκνειο άσμα.»

Μόλα ταύτα ούτε αυτά μου φαίνεται, ότι τραγουδούν από λύπην ούτε οι κύκνοι, άλλ’ έχω την γνώμην ότι αυτοί, ως πτηνά του Απόλλωνος, έχουν μαντικήν ικανότητα και επειδή γνωρίζουν από πριν τα αγαθά που τους περιμένουν εις τον Άδην, τραγουδούν και διασκεδάζουν την ημέραν εκείνην πολύ περισσότερον παρ’ όσον προηγουμένως εις την ζωήν των.

Διαβάστε περισσότερα ›
Κωστής Παπαγιώργης

Κωστής Παπαγιώργης: «Μόνο οι άνθρωποι σε κάνουν να χαίρεσαι.»

Μόνο οι άνθρωποι σε κάνουν να χαίρεσαι. Μονάχα με ανθρώπους μπορείς να γλεντήσεις, να βγάλεις το μέσα έξω, να πετάξεις, αν χρειαστεί, την άχρηστη προσωπίδα που σε πνίγει και δε σε αφήνει ν’ ανασάνεις.

Διαβάστε περισσότερα ›
Νίκος Τσιφόρος: «Είμαι διανοούμενος»

Νίκος Τσιφόρος: «Είμαι διανοούμενος»

Ένα βράδυ. Μπακαλιαράκια. Υπόγειο. Σκορδαλιά. Ρομαντισμός. Ρετσίνα. Στεναγμοί και απόφαση. Γράψουμε κάτι μαζί; Σχεδόν κλάψανε. Πώς δεν το είχανε σκεφτεί τόσο καιρό;

Διαβάστε περισσότερα ›
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Εξοχικὴ Λαμπρή (1890)

Ἡ Πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὧρες νὰ φέξῃ», καὶ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνισε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς κρούων ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς.

Διαβάστε περισσότερα ›
Το βυζαντινό «Κάστρο» των Σερβίων, βρίσκεται στις δυτικές απολήξεις των Πιερίων. Είναι χτισμένο σε οχυρή θέση, στον ανατολικό από τους δύο δίδυμους λόφους, οι οποίοι υψώνονται πάνω από τη σύγχρονη πόλη, αφήνοντας ένα μικρό άνοιγμα για το χείμαρρο που περνά ανάμεσα τους.

Ένας «θρύλος» για το Κάστρο των Σερβίων

Κατά την παράδοσιν, χριστιανός εξωμότης υπόσχεται τω πολιορκούντι Τούρκω βασιλεί την άλωσιν της πόλεως, απαιτών μόνον ωραίαν τινά κόριν, έχουσα λαμπράν οικίαν μετά παραθύρων υάλινων. Εκβαλών δε τα πράσινα τουρκικά ενδύματα, και ιερατικά περιβαλλόμενος, εξαπατά τους φύλακας, και εισχωρήσας διευκολύνει την εισβολήν των πολιορκούντων.

Διαβάστε περισσότερα ›
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Αλεξ. Παπαδιαμάντης: Η νοσταλγία του Γιάννη

Τὰ παιδιά, οἱ θεαταὶ τῆς ψυχαγωγίας αὐτῆς ἐπευφήμουν, ἄλλα μὲ παιδικὴν εἰρωνίαν καὶ ἄλλα μὲ ἀφελῆ θαυμασμὸν τὸν χορὸν καὶ τὴν μουσικὴν ταύτην. Ὁ Σαραφιανὸς ἔφερνε γύρους ἀνάμεσα εἰς τὸν χορὸν καὶ τὸν ὅμιλον, ἔδιδε κέρματα εἰς τοὺς χορευτὰς κι᾿ ἔρριχνε πειράγματα εἰς τὸν Λιοσαῖον. – Ὤμορφα, ὤμορφα Γιάννη· κύτταξε μὴ σκάσῃ ἡ γκάϊδα καὶ τότε τί θὰ γίνουμε!

Διαβάστε περισσότερα ›
Η Ελένη αναγνωρίζει τον Τηλέμαχο. Jean-Jacques Lagrenée (18 September 1739 in Paris – 13 February 1821 in Paris)

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ρ’

Ένας αχρείος τον άλλονε μα την αλήθεια σέρνει / κι έτσι παντοτινά ο θεός όμοιο στον όμοιον φέρνει. / Πού τάχα, ω βρώμικε βοσκέ, τον πάς αυτόν τον χάφτη / τον παλιοζήτου-λα, μωρέ, των τραπεζιών τη λώβα;

Διαβάστε περισσότερα ›
Αθήνα, ο Παρθενώνας στα 1821. Edward Dodwell: Views in Greece, London 1821

Η ποίηση του Παν. Σούτσου

Η Αθήνα απετέλεσε την νέα πρωτεύουσα του μικρού ελληνικού βασιλείου. Από την εποχή του Όθωνα, άρχισαν να εγκαθίστανται στην πόλη αυτή λόγιοι, οι οποίοι ασχολήθηκαν με την λογοτεχνία και, οι περισσότεροι εξ αυτών κατάγονταν από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης.

Διαβάστε περισσότερα ›
Ο Όμηρος, ελληνικό γραμματόσημο

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία π’

Όλη απ’ εμένα, τέκνο μου, θ’ ακούσης την αλήθεια. / Με φέραν εδώ Φαίακες θαλασσοξακουσμένοι, / που κάθε ξένον προβοδούν που φτάση στο νησί τους• / με το γοργό καράβι τους, καθώς γλυκοκοιμόμουν, / ήρθαν στο Θιάκι, μ’ έβγαλαν, και με λαμπρά μ’ αφήκαν / δώρα, χρυσά και χάλκινα, και με φαντά περίσσια• / όλα κρυμμένα σε σπηλιά με θεϊκιά βοήθεια.

Διαβάστε περισσότερα ›
Οδυσσέας και Καλυψώ. Luca Giordano «Ulisse e Calipso».

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία o’

Άμποτε όσο σ’ αγάπησα να σ’ αγαπάη κι ο Δίας, / που απ’ τη βαρειά του ζήτουλα κακομοιριά με σώζεις. / Έρμος στα ξένα σα γυρνάς, χειρότερο δεν είναι• / μόνε για μιά παλιοκοιλιά τόσα τραβούν οι ανθρώποι, / σαν τους πλακώνη η ρήμαξη κι η συφορά κι ο πόνος.

Διαβάστε περισσότερα ›
Το συμβούλιο των θεών στον Όλυμπο. Ομήρου Οδύσσεια. Peter Paul Rubens, Concilio degli dei, 1602, olio su tela. Praga, Collezione d’Arte del Castello di Praga.

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ξ’

«Τρώγε, καλέ μου ξένε, εσύ και τα καλά μας χαίρου• / το ένα ο θεός χαρίζει μας, και τ’ άλλο μας τ’ αρνιέται / όπως στο νου του βουληθή, τι δύνεται τα πάντα.» / Αυτά είπε, κι έκαψε απαρχές στους θεούς τους παναιώνιους, / κι έσταξε, κι έβαλε καυκί λαμπρό κρασί γεμάτο / μες στου Οδυσσέα του κουρσευτή τα χέρια•

Διαβάστε περισσότερα ›
Αλκίνοος και Αρήτη οργανώνουν γιορτή φιλοξενίας στον ναυαγό Οδυσσέα. Ο βασιλιάς της Ιθάκης σκεπάζει τα δάκρυα που του προκαλεί το συγκινητικό τραγούδι του Δημόδοκου (δεξιά με τη λύρα). Francesco Hayez, 1814 -15. Μουσείο Νάπολης. Ιταλία.

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ν’

Πετιέται απάνω, στέκεται, κοιτάζει την πατρίδα, / και τότε θλιβερά βογγάει, και τα μεριά βαρώντας / με τις παλάμες, κλαίγεται και λέει μοιρολογώντας• / «Αλλοίς μου, και σε τι λογής ανθρώπων ήρθα χώρα; / νά ‘ναι άραγες ασύστατοι κι αδικοπράχτες κι άγριοι, / ή νά ‘χουνε φιλοξενιά και θεοφοβιά στο νου τους;

Διαβάστε περισσότερα ›
Ο μέρμηγκας δουλεύει σκληρά μέσα στη ζέστη όλο το καλοκαίρι, κτίζοντας το σπίτι του και μαζεύοντας προμήθειες για τον χειμώνα. Ο τζίτζικας τον θεωρεί βλάκα που δουλεύει τόσο σκληρά, ενώ ο ίδιος παίζει κιθάρα και τραγουδάει.

«Ζ ί ν ζ ι ρ α ς και Μ υ ρ μ ή γ κ ι.»

Θέρος ήταν κι ο Ζίνζιρας όλος / στης φωνής του το μέριμνο μόνο, / μες τον ίσκιο των δένδρων κρυμμένος· / τον καιρό του διαβαίνει λαλώντας. / Το φιλόπονο ωστόσο μυρμήγκι, / με δουλειάς συγκρατούμενης κόπο, / μέρα νύχτα στιγμή δε σιγάει / στη φωλιά του θροφές να συνάζει.

Διαβάστε περισσότερα ›
Οδυσσέας και Σειρήνες. Herbert James Draper (1909).

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία μ’

«Έλα, καμάρι των Αχαιών, πολύμνητε Οδυσσέα, / το πλοίο σου κράτα, τη γλυκειά φωνή μας για ν’ ακούσης, / Δεν πέρασε απ’ εδώ κανείς με μελανό καράβι, / χωρίς ν’ ακούση από κοντά το γλυκολάλημά μας, / παρά μισεύει χαίροντας που έμαθε κι άλλα ακόμα, / τι ξέρουμε όσα τράβηξαν μες στην πλατειά Τρωάδα / και Τρωαδίτες κι Αχαιοί, καθώς οι θεοί τα ορίσαν.»

Διαβάστε περισσότερα ›
«Μάνα, γιατί δε στέκεσαι που θέλω να σ' αδράξω, / να κρατηθούμε αγκαλιαστά μέσα στον Άδη οι δυό μας / να βρούμε κάν παρηγοριά στο κρύο το μοιρολόγι; / Για τάχα να 'σαι φάντασμα που η θεία η Περσεφόνη, / μου 'στειλε, ακόμα πιο πικρά για να βαριοστενάζω;»

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία λ’

«Περίλαμπρε Οδυσσέα, / το θάνατο μη μου ζητάς με λόγια να γλυκάνης. / Κάλλιο στη γης να βρίσκομουν, κι ας δούλευα σε ανθρώπου /μικρού, με δίχως βιός πολύ, παρά στον Άδη να είμαι, / και βασιλέας να λέγουμαι των πεθαμένων όλων.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Η Κίρκη προσφέρει το ποτήρι στον Οδυσσέα (1891) του Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ.

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία κ’

Ώ Κίρκη, πως ζητάς εγώ να σου φερθώ με γλύκα, / που χοίρους στα παλάτια σου τους φίλους μου έχεις κάμει, / κι εμένα εδώ κρατώντας με πονηρευτά καλείς με / στο θάλαμό σου, τάχα εκεί μαζί σου να πλαγιάσω, / κι έτσι, σα γυμνωθώ, αντρειά και δύναμη μου πάρης;

Διαβάστε περισσότερα ›
Ο Γιάκομπ Γιόρντενς (φλαμανδικά: Jacob Jordaens, 19 Μαΐου 1593 – 18 Οκτωβρίου 1678) ήταν Φλαμανδός ζωγράφος, χαράκτης και σχεδιαστής ταπισερί, γνωστός για τους πίνακες με ιστορικά θέματα, θέματα καθημερινότητας και τις προσωπογραφίες του. Ο Οδυσσέας στη σπηλιά του Πολύφημου, λάδι σε μουσαμά, 76 × 96 εκ., Μουσείο Πούσκιν

Ομήρου Οδύσσεια. Ραψωδία ι’

Κύκλωπα, αν άνθρωπος θνητός κανένας σε ρωτήξη / πως έτυχε το μάτι σου κακοτυφλιά να πάθη, / τό ‘χει τυφλώσει να τους πης ο κουρσευτής Δυσσέας, / του Λαέρτη ο γιός, που βρίσκεται στο Θιάκι η κατοικιά του.

Διαβάστε περισσότερα ›
«Μεσιακό γομάρι, το τρώει ο λύκος.»

«Είμαστε για τον γάιδαρο καβάλα.»

Ο βυζαντινός χρονογράφος Θεοφάνης (760 – 818) περιγράφει με ποιον τρόπο «πείραζαν οι Πράσινοι τον δύστυχο εκείνονα πούμοιαζε του Μαυρίκιου, και που αφού τονέ φορέσανε «σαγίον μαύρον» και τονέ στεφανώσανε με σκόρδα, τονέ καθίσανε σε γαδούρι και τον κορόιδευαν.»

Διαβάστε περισσότερα ›
Οι Σειρήνες ήταν γυναικείες θεότητες που σχετίζονταν με το νερό, τον έρωτα και τον θάνατο.

«Νόστιμον ἦμαρ»

«Όμως περίσσια λαχταρώ, και το ζητώ ολοένα, / να πάω στον τόπο, να χαρώ του γυρισμού τη μέρα. («οἴκαδέ τ᾿ ἐλθέμεναι καὶ νόστιμον ἦμαρ ἰδέσθαι.») / Κι αν με χτυπήσει οργή θεού στα μελανά πελάγη, / έχω καρδιά βασταχτερή, κι απομονή θα κάνω· / έπαθα που έπαθα πολλά και ‘πόφερα άλλα τόσα / στις μάχες και στις θάλασσες· ας μου γενεί και τούτο.»

Διαβάστε περισσότερα ›