17 Μαΐου 2020 at 14:02

Ο κατά Σκαμπαρδώνη Μάρκος και το ρεμπέτικο

από

  Ο κατά Σκαμπαρδώνη Μάρκος και το ρεμπέτικο

 Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

            Το βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» αποτελεί μυθοπλαστικό βιογραφικό σημείωμα της ζωής του Μάρκου Βαμβακάρη, που δεν αφορά όμως ολόκληρη τη ζωή του αλλά τη θρυλική προπολεμική οχταετία 1932-1940, όπου ο Μάρκος έκανε την εμφάνισή του στη δισκογραφία και επισημοποίησε ένα καταραμένο μουσικό ρεύμα, που έμελλε να κυνηγηθεί για πολλές δεκαετίες: το ρεμπέτικο. Βασισμένο σε απολύτως πραγματικά γεγονότα, προχωρά στο κτίσιμο ενός πορτρέτου, στην δημιουργία δηλαδή εικόνας που αποκτά εξαιρετική ορμή, αφού συνδυάζεται με τη δύναμη της μυθοπλασίας. Με δυο λόγια, ο Σκαμπαρδώνης, χωρίς να παραποιεί την αλήθεια, παρουσιάζει μπροστά μας τη ζωή ενός ανθρώπου με περιστατικά και διαλόγους, όπως ο ίδιος τα φαντάζεται.

Και δεν είναι μόνο η παρουσίαση του Μάρκου που καθηλώνει τον αναγνώστη, αλλά η ίδια η ανάπλαση του κλίματος του 30 στην Αθήνα και τον Πειραιά, η δημιουργία δηλαδή της ατμόσφαιρας που πλαισιώνει το μύθο και που σκιαγραφεί τους αδιασάλευτους νόμους του λούμπεν. Οι παράγκες, οι τεκέδες, οι μαχαιροβγάλτες, τα κουτσαβάκια, οι αστυνόμοι, οι πόρνες και τα πολιτικά παρατράγουδα της χούντας του Μεταξά σε ασφυκτικό πρώτο πλάνο. Όλα σε μια διάσταση σχεδόν πρωτόγονης ορμητικότητας που καθιστά αυτονόητο κάθε νταηλίκι, αφού δεν σηματοδοτεί απλώς το πλαίσιο της προσωπικής μαγκιάς όλων αυτών των σκληροτράχηλων του υποκόσμου, αλλά γίνεται διεκδίκηση ύπαρξης, καθώς μόνο έτσι μπορείς να επιβιώσεις.

Ρεμπέτες στον Πειραιά (1933). Αριστερά Μάρκος Βαμβακάρης με μπουζούκι, στη μέση ο Γιώργος Μπάτης με την κιθάρα.
Ρεμπέτες στον Πειραιά (1933). Αριστερά Μάρκος Βαμβακάρης με μπουζούκι, στη μέση ο Γιώργος Μπάτης με την κιθάρα.

Όμως, κάτω από το πλέγμα της σκληρότητας ξεπηδά μια αβάσταχτη τρυφερότητα που αγγίζει το συγκινητικό. Αυτός είναι ο ακατανόητος –κι όμως τόσο κατανοητός– κόσμος του περιθωρίου που ενέπνευσε τον τρομερό Μάρκο, που, θα λέγαμε, γέννησε το ρεμπέτικο και του έδωσε μια διάσταση μυθική και χειροπιαστή συγχρόνως, δηλαδή μια διάσταση καθαρά πολιτική.

            Ο Μάρκος είναι παντρεμένος με την Ζιγκοάλα, η οποία τον παράτησε και συζεί με τον κουμπάρο, που επίσης παράτησε τη γυναίκα και τα παιδιά του για χάρη της. Ο Μάρκος κάθε βράδυ ξεροσταλιάζει στην αυλή της. Δεν είναι ο άνθρωπος που θα καθαρίσει με ξύλο. Είναι το θύμα που καρτερά μάταια και συντρίβεται κι ως εκ τούτου ξευτελίζει την οικογένειά του. Ο αδερφός του ο Φραγκίσκος πλακώνει στο ξύλο τη Ζιγκοάλα και κατσαδιάζει το Μάρκο, που φαίνεται αδύναμος να διαχειριστεί την κατάσταση ως γνήσιος άντρας. Ο αδερφός αυτός καταλήγει φυλακή.

Ο Μάρκος φαίνεται μετέωρος μέσα σε μια δίνη ανθρώπων και πραγμάτων που καθορίζουν τη συνύπαρξη με νόμους προσωπικούς κι απαρέγκλιτους, νόμους σκληρούς κι αντίρροπους, που όμως πρέπει να εφαρμοστούν, γιατί πέρα απ’ αυτούς δεν μπορεί να νοηθεί η ύπαρξη. Και φαίνεται να τους κατανοεί σε βάθος. Κατανοεί τον αδερφό του, κατανοεί τη Ζιγκοάλα, κατανοεί τον κουμπάρο που του την έκλεψε, κατανοεί το Δελιά που βουλιάζει στην ηρωίνη, κατανοεί τη Σκουλαρικού που του την προμηθεύει.

Κατανοεί απολύτως ένα αχαρτογράφητο σύμπαν που οριοθετεί μια ακαθόριστη ανθρωπογεωγραφία βαρβαρότητας διατηρώντας όμως αδιαπραγμάτευτους κώδικες ηθικής. Κι αυτό ακριβώς είναι που ορίζει την ψυχή του καλλιτέχνη. Ο Μάρκος δεν επιρρίπτει ευθύνες, ούτε στέκεται δηκτικά στις ανθρώπινες αδυναμίες. Απλώς τις καταγράφει και τις κατανοεί γνωρίζοντας απόλυτα, κι όχι απλώς διαισθητικά, ότι ο μεγάλος φταίχτης είναι η ίδια η κοινωνία που επιβάλλει το άδικο πετώντας ανθρώπους στο περιθώριο κι αναγκάζοντάς τους να απευθυνθούν στο απάνθρωπο για να βρουν παρηγοριά.

Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς: Στράτος Παγιουμτζής, Μάρκος Βαμβακάρης, Γιώργος Μπάτης και Ανέστος Δελιάς.
Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς:
Στράτος Παγιουμτζής, Μάρκος Βαμβακάρης, Γιώργος Μπάτης και Ανέστος Δελιάς.

Ο Μάρκος γνωρίζει καλά τη ματαιότητα κάθε ηθικής μπροστά στο παράλογο της απάνθρωπης βιοπάλης, τα χαμόσπιτα, τις παλιατσαρίες, τα ξεχαρβαλωμένα έπιπλα και τα κουρελόρουχα. Η αυτοκαταστροφή και το αντριλίκι είναι οι μόνες διέξοδοι αυτού του κόσμου, μοναδικό καταφύγιο κάθε συντριμμένης ψυχής. Κι αυτό ακριβώς είναι το ρεμπέτικο. Γι’ αυτό κυνηγήθηκε δεκαετίες. Δεν ήταν τόσο το ανάρμοστο των περιθωριακών στίχων ή του μπουζουκιού που χαλούσε τη μόστρα του κοινωνικού καθωσπρεπισμού, αλλά ο ίδιος ο φόβος του περιθωρίου που άρχισε να αποκτά ανάστημα και καλλιτεχνική έκφραση.

Το ρεμπέτικο θα πάρει διαστάσεις σχεδόν μυθικές. Θα γίνει μυσταγωγία. Παρακολουθούμε τη μυσταγωγία του γλεντιού που ενώνει τη μοίρα των ανθρώπων, το εκτονωτικό ξεφάντωμα που ξεπερνά όλες τις λύπες, που τείνει στην αθανασία και που κρύβει τις προθέσεις μιας υπόγειας εκδίκησης. Οι σκηνές που περιγράφονται στη μάντρα του Σαραντόπουλου, όπου εμφανίζεται η τετράς, με το Μάρκο να τραγουδάει και το κοινό από κάτω, ξεδιπλώνουν ένα τελετουργικό, μια ιεροτελεστία αξεπέραστης δυναμικής που πηγάζει από τη λαϊκή αυθεντικότητα.

            Οι προσωπικότητες που ξεπηδούν μέσα από τις σελίδες του Σκαμπαρδώνη δείχνουν ακριβώς αυτό. Τη σύνθεση της συντριβής με τη βαρβαρότητα. Είναι αμείλικτες, ανισόρροπες, παράφορες, ολοκληρωτικά απροσάρμοστες. Παρορμητικές, αχαλίνωτες αλλά σε καμία περίπτωση απεχθείς. Αν και κινούνται σε άκαμπτα σκληρούς νόμους, αν και πολλές φορές φαίνονται αδίστακτες, ωστόσο διατηρούν μια επώδυνη ανθρωπιά, την ανθρωπιά ενός τσαλαπατημένου κόσμου που επιβιώνει χάρη σ’ ένα απόκοσμο πείσμα. Κι αυτό συνθέτει μια άγρια ομορφιά.

Η ρεμπέτικη τετράδα (Μάρκος, Δελιάς, Μπάτης κι ο Στράτος ο Τεμπέλης), ο Παπαϊωάννου, Τσιτσάνης, ο Τρελάκιας κτλ, αποτελούν τις φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και είτε μεμονωμένα είτε συλλογικά, συνθέτουν τα χαρακτηριστικά αυτού του κόσμου. Τα χαρακτηριστικά της οδύνης και της παραίτησης (Δελιάς), του κυνισμού και της απελευθέρωσης μέσα από το καλαμπούρι (Μπάτης), της μαγκιάς και της επιβλητικής αντρίλας (Τρελάκιας) και του πάθους για καλλιτεχνική δημιουργία και αποτύπωση αυτής της αλλόκοτης και παράταιρης ανθρώπινης ταπετσαρίας (Μάρκος, Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου).

Και φυσικά οι γυναίκες. Οι γυναίκες που εκπροσωπούνται από τη μάνα του Μάρκου, τη Ζιγκοάλα και τη Σκουλαρικού, την αγαπητικιά του Δελιά που είναι πόρνη και τον βουλιάζει κάθε μέρα στην ηρωίνη. Γυναίκες σκληρές και τραγικές που όφειλαν να μεταχειριστούν κάθε μέσο για να επιβιώσουν. Ο Πετρόπουλος στη «Ρεμπετολογία» γράφει: «Μπροστά στη ρεμπέτισσα οι σημερινές φεμινίστριες είναι κωμικά πρόσωπα».

Αν και οι γυναίκες που εμφανίζονται στις σελίδες του Σκαμπαρδώνη δεν είναι αμιγώς αυτό που λέμε ρεμπέτισσα, σίγουρα όμως είναι αυθεντικοί αντιπρόσωποι ενός κοινωνικού γίγνεσθαι μέσα από το οποίο ξεπήδησε το ρεμπέτικο. Η μάνα του Μάρκου μ’ ένα γιο στη φυλακή κι έναν άλλο με φανερά προβλήματα κοινωνικοποίησης μαζεύει αγριόχορτα για να θρέψει τη φαμίλια. Τα λεφτά που τις δίνει ο Μάρκος κατά καιρούς ξέρει να τα κρύβει για τις δύσκολες στιγμές. Φτώχεια στη Σύρο, φτώχεια και στον Πειραιά. Μια ηρωική μορφή που κρατήθηκε όρθια χάρη σ’ ένα σιδερένιο πείσμα, που χωρίς αυτό θα ήταν ξοφλημένη.

Η Ζιγκοάλα που ερωτεύτηκε το Μάρκο και τον παντρεύτηκε. Που πέρασε δύσκολες στιγμές όταν ο Μάρκος δούλευε στα σφαγεία, και σύχναζε στους τεκέδες, μόνιμα απένταρος και ξοφλημένος. Που έπρεπε με κάθε τρόπο να επιβιώσει και που τον εγκατέλειψε για τον κουμπάρο, το νοικοκύρη, με τη σίγουρη δουλειά του πλανόδιου πωλητή που τα βράδια γύριζε σπίτι και δεν την εγκατέλειπε. Που έμαθε να χρησιμοποιεί τη θηλυκότητα ως σαγήνη για να αιχμαλωτίσει τον άντρα. Που πήγε και ζήτησε λεφτά από το Μάρκο όταν έγινε γνωστός από τη δισκογραφία, εκπροσωπώντας ένα θράσος που μόνο η αγωνία της επιβίωσης μπορεί να ορίσει. Που τελικά σκύλιασε με το δεύτερο γάμο του Μάρκου φτάνοντας στην οριστική συντριβή. Που έφαγε ξύλο αλλά στάθηκε όρθια και που ποτέ κανείς δεν πρόκειται να αναγνωρίσει τα δίκια της.

Όσο για τη Σκουλαρικού, είναι η γυναίκα που δε φοβάται τίποτα. Η ενσάρκωση της πιο παράφορης αποφασιστικότητας που δε θα μπορούσε παρά να έχει αποκρουστική όψη. Η πόρνη που ξέρει καλά όλα τα ζοριλίκια κι έχει σουγιά περασμένο στην κάλτσα. Η γυναίκα που τα βγάζει πέρα με τρεις μάγκες, μαχαιρώνοντας τον ένα και τρέποντας τους άλλους σε φυγή. Και ταυτόχρονα είναι η ανίσχυρη γυναίκα που χωρίς το Δελιά δεν μπορεί να επιβιώσει. Ξέρει καλά ότι αν ο Δελιάς απεξαρτηθεί από την ηρωίνη θα την παρατήσει. Μοιραία, κάνει τα πάντα για να τον κρατήσει πρεζάκια, να τον κρατήσει ανίσχυρο υποχείριό της.

Σαμποτάρει κάθε προσπάθεια του για αποτοξίνωση. Μέχρι που του χορηγεί κρυφά κοκαΐνη στον ύπνο του. Προτιμά να τον σκοτώσει παρά να τον χάσει. Οι νόμοι ορίζονται με την επιβολή και η ηθική δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Κι όμως μέσα σ’ αυτό τον αντιφατικό και βίαιο κόσμο, που οι γυναίκες απαιτούσαν αντρίκιο σεβασμό, οι ρεμπέτες είχαν το δικό τους κώδικα απέναντι τους. Μπορεί να τις χτυπούσαν ή να μην πληρούσαν το πρότυπο της συζυγικής φερεγγυότητας, αλλά στο βάθος τις θαύμαζαν και υποκλίνονταν μπροστά στη θηλυκότητα. Είχαν ρομαντισμό.

Δεν είναι τυχαίο ότι κανένα ρεμπέτικο τραγούδι δεν έχει χυδαιολογίες σε βάρος της γυναίκας. Κανένα ρεμπέτικο δεν έχει σεξουαλικές περιγραφές ή έστω υπονοούμενα. Όλα τα τραγούδια την περιγράφουν σαν κάτι άπιαστο κι ονειρικό που μπορεί να οδηγήσει στη λύτρωση ή την καταστροφή. Μπορεί να προκαλέσει την οργή ή την πλήρη υποταγή, αλλά πάντα μέσα στους κανόνες της ευπρέπειας που ορίζει ο σεβασμός. Οι ρεμπέτες, μέσα σε πλήρη αντιφατικότητα, απέναντι στις γυναίκες προσπαθούσαν να είναι κύριοι και ταυτόχρονα μπορεί να χειροδικούσαν, χωρίς όμως αυτό να μειώνει καθόλου τον ιδιόμορφο ιπποτισμό τους. Ακόμα και τις πόρνες τις σεβότανε, με το δικό τους τρόπο, και τις αντιμετώπιζαν με σεβασμό όταν γλεντούσαν στα καταγώγια.

Γι’ αυτό το ρεμπέτικο είναι κατ’ ουσία πολιτικό τραγούδι. Γιατί εκφράζει τους καημούς των κοινωνικά αποκλεισμένων. Οι ρεμπέτες μπορεί να μην είχαν αποκρυσταλλωμένη πολιτική άποψη (ο Μάρκος δήλωνε βασιλικός) όμως ξέραν καλά τα βάσανα της φτωχολογιάς και δεν υπάρχει τίποτε πιο πολιτικοποιημένο απ’ αυτό. Εκπροσωπούσαν ένα καθαρά πολιτικοποιημένο απολιτίκ που όμως δεν μπορούσαν να ορίσουν και παρόλα αυτά το εξέφρασαν. Είναι η ολοζώντανη λαογραφία της απόγνωσης που μπορεί να αδυνατούσαν να αποδώσουν με εκλεπτυσμένες ποιητικές φράσεις ή σχήματα λόγου αλλά διαμόρφωσαν τη δική τους αυθεντική διανόηση.

Γι’ αυτό είναι σπουδαίοι. Γι’ αυτό είναι αδύνατο να αποκοπούν από το λούμπεν προλεταριάτο απ’ όπου ξεπήδησαν. Γι’ αυτό είναι αδύνατη η παρουσίαση ενός ρεμπέτη, αν δεν αποδοθεί το συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο που τον διαμόρφωσε. Κι αυτό ο Σκαμπαρδώνης φαίνεται να το γνωρίζει πολύ καλά.

Γιώργος Σκαμπαρδώνης: «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας», εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα 2008

(Εμφανιστηκε 270 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν