11 Μαρτίου 2020 at 19:24

Ο Μιχάλης Γενίτσαρης εξόριστος στην Ίο (1936-37)

από

Ο Μιχάλης Γενίτσαρης εξόριστος στην Ίο (1936-37)

Με πιάσαν επί Μεταξά χωρίς καμιά αιτία,

με βάλαν και υπόγραψα, με στείλαν εξορία.

Σ’ ένα ξερόνησο, στη Νιο, που ‘χε εκκλησιές και μύλοι

 και υποδοχή μου κάνανε ένα κοπάδι ψύλλοι.

Ο ρεμπέτης και μουσικός Μιχάλης Γενίτσαρης (1927) γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1917 στην Αγια-Σοφιά του Πειραιά και πέθανε στις 11 Μαΐου του 2005. Στα 1936-37 βρέθηκε στην Ίο εξόριστος, («εκτοπισμένος»), μαζί με καμιά εκατοστή ακόμα τοξικομανείς και λίγους «ζωοκλέφτες». Ο ίδιος γράφει: «Στη Νιο όποιος πήγαινε γινόταν τοξικομανής λόγω των συνθηκών εκεί. Ευτυχώς όμως ήμουν λιγάκι κέρβερος και έτσι απέφυγα αυτόν τον κίνδυνο.»

Η τοξικομανία ήταν σχεδόν άγνωστη στην Ελλάδα πριν το 1922 και φαίνεται ότι εξαπλώθηκε μετά την έλευση των Ελλήνων προσφύγων και χιλιάδων στρατιωτών από την Ανατολή: «Όταν οι στρατοί εξέρχονται των ορίων του εθνικού των χώρου κατά την επιστροφήν γίνονται φορείς έξεων, παθών των λαών εκείνων μεταξύ των οποίων εβίωναν. Η Κωνσταντινούπολις και η Σμύρνη απετέλουν σοβαρά κέντρα εμπορίας τοξινών και ναρκωτικών, πολλοί δε των στρατιωτών μετέφεραν εις την Ελλάδα και την αποκτηθείσαν εκείθεν έξιν της χρήσεως τοιούτων φαρμάκων, ο κύκλος των οποίων ηυρύνετο δια της προσθήκης και των εκ των προσφύγων ειθισμένων.»

Μιχάλης Γενίτσαρης (1927)
Μιχάλης Γενίτσαρης (1927)

Σύμφωνα με την απογραφή του 1920 η Αθήνα (μαζί με τα προάστεια μέχρι την Κηφισιά) είχε πληθυσμό 317.000 κατοίκους, ο Πειραιάς 135.000 και η Θεσσαλονίκη 174.000 ψυχές. Σε αυτές τις πόλεις συγκεντρώθηκαν αρχικά («προσεκολλήθησαν») πάνω από 1.500.000 Έλληνες πρόσφυγες, «έστω και υπό τύπον πρώτου σταθμού κατανομής.»[1]

Το κράτος της εποχής μάλλον αιφνιδιάζεται και δεν είναι σε θέση ν’ αντιμετωπίσει εγκαίρως και αποτελεσματικά το φαινόμενο: «Έναντι του δεινού τούτου η άμυνα της ελληνικής πολιτείας ήτο ανύπαρκτος, όταν δε ήρξατο οργανουμένη είχε δημιουργηθή ήδη ο στρατός του υποκόσμου και η «τσίκα» μετά της «πρέζας» είχον διεισδύσει κατά μικρόν μεν αλλά ανησυχητικόν ποσοστόν, εις όλα τα κοινωνικά στρώματα.»[2] Σύμφωνα με τα πρώτα στατιστικά στοιχεία (του 1932) το 50% των τοξικομανών «εποιείτο χρήσιν ηρωίνης, το 45,7 % χασισίου και οι υπόλοιποι άλλων τοιούτων ουσιών και φαρμάκων.» Τα ποσοστά μεταβάλλονται αργότερα «εις βάρος των χασισοποτών» και κατά το 1936 οι ηρωινομανείς ανέρχονται στο 72% του συνόλου και οι «χασισοπόται» πέφτουν στο 26%, «λόγω της συνεχούς καταδιώξεως κυρίως υπό των οργάνων της Χωροφυλακής της καλλιεργείας ινδικής καννάβεως».[3]

Ο Μιχάλης Γενίτσαρης όταν μάθαινε μπαγλαμά στο χοροδιδασκαλείο του Μπάτη (1927).
Ο Μιχάλης Γενίτσαρης όταν μάθαινε μπαγλαμά στο χοροδιδασκαλείο του Μπάτη (1927).

Σημειωτέον ότι μέχρι το 1920 περίπου η καλλιέργεια της κάνναβης ήταν ελεύθερη, ενώ με άρθρο του νόμου 1681/1919 «περί αλητείας και επαιτείας» γίνεται για πρώτη φορά λόγος περί «ειδικής καταδιώξεως των ρεπόντων εις την τοξικομανίαν.» Μέχρι το 1926 πολλές διατάξεις δεν εφαρμόστηκαν στην πράξη και τα «σκληρά» οπιούχα ήταν ουσιαστικά σε καθεστώς «ασυδοσίας». Το 1925 η Ελλάδα προσαρμόστηκε στη «Σύμβαση της Γενεύης» και ψηφίστηκε Ν.Δ «Περί Μονοπωλίου Ναρκωτικών φαρμάκων.» Στην Αθήνα του 1923, έγραφε ο λογοτέχνης Πάνος Νιρβάνας στην εφημερίδα Εστία, όποιοι θέλουν να προμηθευτούν «ένα υφεκατόγραμον μορφίνης πηγαίνουν κατευθείαν στο φαρμακείο, όπως πηγαίνουν στο μπακάλικο.»[4]

Μιχάλης Γενίτσαρης. Εκδρομή στον Σκαραμαγκά με συγγενείς και φίλους «Εγώ με το μπουζούκι στα χέρια. Τότε ήμουν 15 ετών».
Μιχάλης Γενίτσαρης. Εκδρομή στον Σκαραμαγκά με συγγενείς και φίλους «Εγώ με το μπουζούκι στα χέρια. Τότε ήμουν 15 ετών».

Κατά τα έτη 1925-1931 και αργότερα επί δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, οι τοξικομανείς των μεγάλων πόλεων εκτοπίζονταν στις επαρχίες· ωστόσο «οι ελεύθεροι έμποροι όχι μόνο κι εκεί τους ανεύρισκον και επρομήθευον αυτοίς την κατηραμένην ουσίαν, αλλ’ απέκτων και νέους πελάτας και εις μικρά μέρη, δια της διαρκούς και εντόνου προπαγάνδας των εκτοπισμένων τοξικομανών διότι ούτω διώκοντο οι τοξικομανείς και όχι οι έμποροι…»[5]

Το επόμενο κείμενο είναι από την αυτοβιογραφία του Μιχάλη Γενίτσαρη «Μάγκας από μικράκι.» που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Δωδώνη. (Επιμέλεια Στάθη Gauntlett. Αθήνα 1992.)

Δ.Τ.

Κείμενο: Μιχάλης Γενίτσαρης

[…] Θυμάμαι έκανα βόλτες στις πέντε το πρωί σπίτι μου στην αυλή μας. Η μάνα μου είχε ψήσει καφέ εκείνη την ώρα και πίναμε, και άξαφνα ακούμε την πόρτα μας να χτυπάει. Πάει η μάνα μου και αρωτάει από μέσα ποιος είναι και τι θέλει. Της λέει μια φωνή:

-Άνοιξε. Θέλουμε να δούμε το Μιχάλη.

Η μάνα μου νόμιζε ότι ήτανε κάνας φίλος μου. Μόλις ανοίγει, μπουκάρουνε πέντε-έξι μέσα της ασφάλειας και μου λένε:

-Ντύσου να πάμε κάτου. Τους λέω:

-Γιατί; Εχθές μ’ αφήσανε από την ασφάλεια· σήμερα τι με θέλετε;

Μου λένε:

–              Μια κατάθεση θα σου πάρουμε και θα σ’ αφήσουμε. Τι να κάνω; Ντύθηκα, βγαίνω έξω. Είχανε την κλούβα, με βάζουνε μέσα, και με πάνε στον προϊστάμενο τους, και αυτός μου παρουσιάζει ένα χαρτί να το υπογράψω. Του λέω:

-Τι είναι αυτό; Και αυτός μου λέει:

Αυτό το χαρτί είναι, μια που είναι καλοκαίρι, στο στείλανε να πας να παραθερίσεις. Σε στέλνουμε ένα χρόνο εξορία για Δημόσιο Επικίνδυνο.

Του λέω:

-Πού; Μου λέει:

-Στην Νιό.

Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, το υπογράφω. Και με στέλνουνε με άλλους πέντε με την κλούβα στο Μεταγωγών Πειραιώς. Από ‘κει έδωσα μιανού χωροφύλακα την οδός του σπιτιού μου, και στείλανε μια καθαρίστρια, ‘δοποίησε το σπίτι μου, και έρχονται και με βρίσκουνε στο Μεταγωγών. Τους λέω πώς είχανε τα πράματα.

Πάνε κι αρωτάνε και ύστερα μαθαίνω καλά ότι ο Μεταξάς με έστελνε για Δημόσιο Επικίνδυνο, γιατί είχα κάνει πολλές μανούρες και την γλίστραγα.

Πάνε, μου ετοιμάζουνε τα τσαμασίργια μου. Και το απόγεμα με την κλούβα χεροδέσμιος στο καράβι, και για τη Νιο.

Ο Μιχάλης Γενίτσαρης (δεύτερος από δεξιά με το μπουζούκι) στα Μεσόγεια (1937).
Ο Μιχάλης Γενίτσαρης (δεύτερος από δεξιά με το μπουζούκι) στα Μεσόγεια (1937).

«Δημόσιος Κίνδυνος»

Με πάνε στο νησί, στη χωροφυλακή – όχι στο λιμάνι, στο ύψωμα στο χωριόν, που είχε περίπου εκατό σπίτια193. Εκεί μου δώσαν ένα βιβλίο να πηγαίνω από ένα μπακάλη να ψωνίζω δέκα δραχμές την ημέρα τρόφιμα. Αυτό δικαιούμουνα ως εξόριστος. Και να πηγαίνω στη χωροφυλακή δυο φορές την ημέρα να δίνω παρών, οχτώ με τέσσερις τ’ απόγευμα. Φεύγω. Πού να πάω; Προχώρησα ένα δρομάκο, Η πρώτη κουβέντα που άκουσα ήτανε:

-Άλλοι αφορεσμένοι μας ήρθανε.

Αυτό άκουσα από τους ντόπιους. Προχωράω, βλέπω τους εξόριστους. Κάνανε βόλτες σε μια εκκλησία απόξω. Ζυγώνω κοντά. Εγώ τώρα ήθελα να βρω τρόπο πού θα μένω, να κοιμάμαι. Παίρνει το μάτι μου τον Ανέστο Δελιά. Μόλις τον είδα, αμάν! – σαν να είδα το Θεό μου!

-Γεια σου, Ανέστο!

-Γεια σου! Πώς, γιατί σ’ έστειλαν εδώ;

-Ας’ τα! Πού να σου τα λέω – είναι ιστορία.

Μου παίρνει τη μια βαλίτσα από το χέρι και με πάει σ’ ένα αχερώνα. Από πάνου είχε ένα δωματιάκι νοικιάσει μαζί μ’ ένανε Σπύρο Παπαδόπουλο, από καλή οικογένεια, αλλά ήτανε τοξικομανής – όπως και ο Δελιάς.

Το απόγευμα δώσαμε παρών. Γυρίζοντας πίσω στο λημέρι μας, κοντά εκεί ήτανε ένα μαγέρικο μιανού Αγγέλου. Από τη Νιο ήτανε, ντόπιος αυτός. Του λέω:

-Θα φάμε.

Μου λέει ο Ανέστης:

-Εγώ δεν θέλω. Φάε εσύ.

Πράματι έφαγα. Το θυμάμαι σα να ήτανε τώρα: έφαγα σαρδέλες ψητές και μια ντομάτα. Πλήρωσα, γιατί το βιβλίο μου δεν το ‘χα πάρει ακόμα.

Βλέπω τον Ανέστη να του δίνει το βιβλίο και κάνανε συφωνία για δεκαπέντε μέρες. Αντί εκατό πενήντα, που ήτανε για δεκαπέντε μέρες, του ‘δινε εκατό δραχμές ο Άγγελος ο καταστηματάρχης, κι αυτό όχι λεφτά. Άκουγα που κάνανε μια συζήτηση, αλλά περί τίνος πρόκειται δεν καταλάβαινα. Τέλος πάντων συφώνησαν. Βλέπω τον Ανέστη σηκώνεται, πάει από μέσα και σε λίγο έρχεται και μου λέει:

-Πάμε.

Εγώ είχα φάει και σηκώνουμε και φεύγουμε για το σπίτι, γιατί η ώρα ήτανε εφτά και στις εφτάμισι δεν έπρεπε να κυκλοφορεί κανένας εξόριστος.

Σε καλύβες, σε αχούρια, σε δωματιάκια που είχανε νοικιάσει – κάτι παλιά, γκρεμισμένα, με καλάμια και χώμα από πάνω. Μας είχανε για τους πιο παρακατιανούς της κοινωνίας. Καμιά εκατοστή τοξικομανείς, καμιά δεκαργιά ζωοκλέφτες, και για Δημόσιο Επικίνδυνο, όπως με είχανε ονομάσει, ήμουνα μόνο εγώ.

Πάω να κοιμηθώ για πρώτη βραδιά στο δωμάτιο, στρώνω σε κάτι καλάμια απάνω. Μου λέει ο Δελιάς.

–              Πάρ’ τη νεφταλίνη και ρίξε στο κρεβάτι σου, γιατί δεν θα κοιμηθείς.

Πράματι, γιατί όλο το χωριόν ήτανε μελεούνια ψύλλους, και όταν κοιμόσουνα και δεν έριχνες εφταλίνη, το πρωί θα σηκωνόσουνα κόκκινος από τα αίματα· σε τρώγανε οι ψύλλοι όλη την νύχτα. Εν πάσ’ περιπτώσει έπεσα στο γιατάκι μου. Αξάφνου βλέπω ανάβει ένα κερί – γιατί μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχαμε ανάψει φως – και ο Δελιάς με τον Παπαδόπουλο σηκώνουνται και πάνε στη γωνιά της αχερώνας. Εγώ τους παρακολουθάω. Αυτοί σαν να μην έτρεχε τίποτα, έχουνε ένα κουτάλι από πάνω από το αναμμένο κερί, και ο Παπαδόπουλος κρατάει μια σύριγγα. Δένει ο Δελιάς το χέρι του και ο Παπαδόπουλος του κάνει μια ένεση. Τότε κατάλαβα τι είχε γίνει: ήντουσαν και οι δύο τοξικομανείς και κάνανε ενέσεις.

Μόλις τους είδα να γλαρώνουνε και να βαρομιλάνε, τους είπα πού τη βρίσκουνε, και τότε μου λέει ο Ανέστης:

– Δεν είδες που έδωσα το βιβλίο για δεκαπέντε μέρες;

Αυτός ο Άγγελος ο μάγειρος ήταν και παλιατζής. Έγδυνε όλους τους πρεζάκηδες που ήντουσαν εξόριστοι, τους έπαιρνε ρούχα, λεφτά, ρολόγια, δαχτυλίδια, και έκανε δρομολόγια στην Αθήνα. Τα πουλούσε και τους έφερνε πρέζα. Και έβγαζε πολλά λεφτά – το μαγερείο το είχε για καμουφλάζ.

Ο Μιχάλης Γενίτσαρης στον Βόλο μ' ένα φίλο – τ’ όνομα του Ζάχαρης - όταν πήρε τα λεφτά από τον πρώτο του δίσκο «Εγώ μάγκας φαινόμουνα» (1938).
Ο Μιχάλης Γενίτσαρης στον Βόλο μ’ ένα φίλο – τ’ όνομα του Ζάχαρης – όταν πήρε τα λεφτά από τον πρώτο του δίσκο «Εγώ μάγκας φαινόμουνα» (1938).

Την άλλη μέρα το πρωί βγήκαμε, πήγαμε δώσαμε παρών και πήγαμε στο τσαρδί μας, εγώ με τον Ανέστο. Του βάζω χέρι και του λέω ότι σαν ξανά θα έκανε ενέσεις, θα τόνε μαρτύραγα. Αυτός ούτε που πήρε χαμπάρι τι του είπα – σα να του είπα: «Ξανάκανε πάλι». Τόνε βλέπω παίρνει πάλι την ένεση από τη ζούλα και το κερί και ετοιμάζεται να ξανακάνει. Τότε, όπως βαστάει το κερί και το κουτάλι διαλυμένο με το πράμα μέσα, του δίνω μια και το πετάω. Ωχ, μανούλα μου, τις φωνές του και το κλάμα που έκανε! Ήτανε απαρηγόρητος. Τότε εγώ έπιασα να τον καλοπιάσω όσο μπορούσα, αλλά αυτός είχε πάθει τρακ- δεν το περίμενε να του κάνω ζημιά.

Σε μια στιγμή μπαίνει και ο Παπαδόπουλος. Ακούει τι έχει γίνει, αλλά δεν δίνει σημασία. Παίρνει την σύριγγα, και την ώρα που βαράει μόνος του στο χέρι του, του λέει ο Δελιάς:

-Άσε μου, ρε Σπύρο, λίγο και μένα.

Τη βγάζει από το χέρι του και την παίρνει ο Ανέστης και την κάνει στο δικό του, αλλά λίγη δόση, όχι πολλή. Τότε ο Ανέστος έχει μετανιώσει που με πήρε μαζί του και ήθελε να φύγω. Εγώ βγήκα, πήγα και βρήκα ένα δωμάτιο μικρό αλλά καλό με εκατό δραχμές το μήνα, και πάω τα πράματα και αράζω μόνος μου.

Την άλλη μέρα το πρωί βλέπω τον Ανέστη να μου έρχεται στο δωμάτιο μου και μου λέει:

-Μιχάλη, αποφάσισα να την κόψω. Εάν μπορείς, σώσε με. Του λέω:

-Μπράβο Ανέστο! Πήγαινε φέρε τα πράματα σου εδώ, να μείνουμε μαζί.

Πράματι έφερε τα πράματα του και μείναμε μαζί, ώσπου σιγά-σιγά την έκοψε. Στην αρχή έπινε λίγο-λίγο, μέχρι μια μέρα δεν ξαναζήτησε.

Εκεί τους στέλνανε εξορία τους πρεζάκηδες για να την κόψουνε, και εκεί έβρισκαν πιο πολλή και πίνανε. Εκεί είδα ανθρώπους παλικάρια από την πείνα πρησμένους. Εκεί είδα άντρες με πολλά κουστούμια, με ρούχα, εσώρουχα πολλά, και όταν τους φέρνανε και καθόντουσαν ένα μήνα, γινόντουσαν ράκη. Ερχόντουσαν από τη φυλακή που είχαν εκτίσει την καταδίκη τους, και τους φέρνανε συνοδεία η χωροφυλακή να κάνουνε και την εξορία τους. Ε, εκεί γινόντουσαν σε ένα μήνα πάλι πρεζάκηδες, ράκη σωστά. Ο Άγγελος ο μάγειρας τους έγδυνε, τους τα ‘παίρνε όλα.

Μια ημέρα είχε αρπάξει ένανε εξόριστο η χωροφυλακή και τον είχε σπάσει στο ξύλο, γιατί είχε μπει μέσα σ’ ένα κοτέτσι να κλέψει αβγά, αλλά αβγά δεν βρήκε και από την πείνα έφαγε τα πουλάκια ωμά με τα φτερά.

Μια μέρα πάλι βλέπουμε να φέρνουνε έξι-εφτά εξόριστους από τις φυλακές Λαζαρέτα210. Μαζί ένα γέρο ψηλό και να κρατάει ένα μπουζούκι, που πήγε και εγκαταστάθηκε σε ένα αχούρι εγκαταλειμμένο. Το γέρο τον ελέγανε Αντώνα. Αυτός ήτανε τοξικομανής· γύριζε στην Αθήνα με το μπουζούκι στην Λαχαναγορά. Όλη μέρα εγώ και ο Δελιάς στου Αντώνα να παίζουμε μπουζούκι.

Εκεί, θυμάμαι, το νησί η Νιο ήταν ξερότοπος και αγριάνθρωποι οι κάτοικοι. Όλοι οι άντρες βάσταγαν ένα ραβδί δυόμισι μέτρα και ήντουσαν με τη χωροφυλακή ένα. Με το παραμικρό τρέχανε μαζί τους και κοπανάγανε τους εξόριστους. Δε δίνανε νερό να πιεις· μόνο πώς θα σου πάρουν τα λεφτά. Το χωριό τους είχε τρακόσα σπίτια, και 366 εκκλησιές, και αμέτρητοι αρεόμυλοι, και ψύλλους κοπάδια. Εκεί είχα γράψει ένα τραγούδι που το έλεγα όταν ήρθα στην Αθήνα:

Στη Νιο όπου με στείλανε, είδα εκκλησιές και μύλοι,

και υποδοχή μου κάνανε ένα κοπάδι ψύλλοι.

Άλλονε είδα νηστικό, άλλος χωρίς σακάκι,

άλλος ήταν ξυπόλυτος και ξάπλα στο σοκάκι.

Αν είχα, θα τους έδινα τάλιρα, για να φάνε,

να με θυμούνται αιώνια και να με συχωράνε.

Μια μέρα σημαιοστολίσανε- στη χωροφυλακή είχανε βάλει σημαίες. Τι είναι; Τέλος πάντω μάθαμε είχε γεννήσει η Φρειδερίκη και είχε κάνει τον Κωνσταντίνο. Μόλις το μάθαμε, χαρήκαμε. Λέγαμε όλοι ότι θα μας δοθεί χάρη. Ο Βασιλιάς έκανε αγόρι και θα μας αφήσουνε. Η μια μέρα με την άλλη πέρναγε και για χάρη δεν γινότανε λόγος. Τότε πετάχτηκε ένας Χρήστος Μπόης, εξόριστος, που ήτανε από τη Σύρα, και λέει:

– Ξέρετε γιατί δε μας δώσανε χάρη; Γιατί το παιδί που έκανε ήτανε κωλοπαίδι. Οι Γερμανίδες γεννάνε από τον κώλο.

Θεός σχωρέστονε πέθανε εκεί και τον εθάψαμε εμείς. Πέθανε από την πείνα- του είχε πάρει το βιβλίο ο Άγγελος, γιατί ήτανε τοξικομανής. Το ‘χε χρεώσει για ένα μήνα – όχι αυτός, και άλλοι πολλοί, Ο Γιάννης ο Μαρτσέλος, ένας που ήταν φόβητρο στον Πειραιά, νταής μεγάλος· πέθανε κι αυτός από την πείνα.

Θυμάμαι έναν άλλονε, τον Γιάννη το χτίστη από την Αθήνα· ήταν μούτρο, αλλά είχε ησυχάσει. Στην Αθήνα είχε παντρευτεί, είχε δημιουργήσει οικογένεια και εργαζότανε κανονικά -δεν είχε δοσοληψίες με την αστυνομία. Και μας λέει ότι μια μέρα πήγανε και τον πήρανε από το σπίτι του και τον στείλαν ένα χρόνο εξορία για κακοποιό στοιχείο, γιατί είχε τσαμπουκάδες. Ήτανε τότε Μανιαδάκης και Μεταξάς. Εγώ τότε είχα πάει, και ο Γιάννης ήτανε εκεί και είχε κάνει τον τρίτο χρόνο. Μόλις έληγε ο χρόνος και ήτανε για να φύγει, του στέλνανε άλλο χαρτί και υπόγραφε, και τον είχανε κρατήσει τρία χρόνια χωρίς να κάνει τίποτα. Επειδή είχε το ποινικό του μητρώο επιβαρυμένο, είχαν δικαίωμα ο Μεταξάς και ο Μανιαδάκης να τους κρατούνε τρία χρόνια άνευ δίκη.

Άλλη μια φορά, θυμάμαι, ήτανε παραμονή Λαμπρή. Εγώ, ο Δελιάς και καμιά δεκαργιά άλλοι αποφασίσαμε να κάνουμε Λαμπρή μαζί όλοι. Αλλά πώς όμως, που απαγορευότανε; Μετά από τις εφτά το βράδυ έπρεπε να πάει ο καθένας να κοιμηθεί εκεί που είχε δηλώσει. Γιατί γινότανε και καμιά φορά έφοδο τη νύχτα από τέσσεροι-πέντε χωροφύλακες, και εάν δε σε έβρισκαν εκεί που είχες δηλώσει τη νύχτα, αλίμονο σου! Σε αρπάζανε την άλλη μέρα και σε κλείνανε σ’ ένα πειθαρχείο, που αγκομαχούσες μέχρι να τη βγάλεις, αναλόγως την ποινή που θα σου ‘δίνε ο αστυνόμος, 10-15 μέρες. Εμείς όμως δεν λογαριάσαμε τίποτα και είπαμε:

-Λαμπρή θα είναι, δεν θα μας κάνουνε τίποτα. Και αποφασίζουμε εγώ, ο Δελιάς και καμιά δεκαργιά, ό,τι μας είχανε στείλει από τα σπίτια μας τα μαζέψαμε: αβγά, κουλούρια. Άλλοι χρεώσανε τα βιβλιάρια, άλλοι είχανε λεφτά. Και πάμε και σ’ ένα παράλυτο μπακάλη που τον λέγανε Χρήστο, και τον ψήνουμε, γιατί ήτανε κι αυτός παραδόπιστος- για τη δραχμή έκανε τούμπα – και μας γεμίζει μια νταμιτζάνα τσικουδιά, σκέτο οινόπνευμα. Και την παραμονή το βράδυ, μετά το παρών, ένας-ένας φεύγουμε.

Μισό χιλιόμετρο πιο πάνω, σ’ ένα νεκροταφείο μέσα ανταμωθήκαμε όλοι, για να κάνουμε εκεί Λαμπρή. Εγώ είχα πάρει του Αντώνα το μπουζούκι. Και αρχινάμε το φαγοπότι και πίνουμε, τραγουδάμε και χορεύουμε, και αρχινάμε τις πλάκες με τις νεκροκεφαλές που ήντουσαν σ’ ένα χωνευτήρι. Έχει κόψει ένας Γιάννης Μαρτσέλος καμιά δεκαριά καλάμια, κάνα μέτρο, τα ‘χει μπήξει στη γης και τους έχει βάλει από μια νεκροκεφαλή απάνω και τους κάνει πειράματα. Έλεγε:

–              Αυτός εδώ είχε καράφλα. Αυτός εδώ το κρανίο του είναι στενό- θα ‘τανε μπινές. Εμείς πίναμε και γελάγαμε στο «σαλόνι» μας – το νεκροτομείο. Άξαφνα βλέπουμε απόξω φακούς αναμμένους και ακούμε φωνές να μας λένε:

-Εβγάτε όξω!

Ω μανούλα μου! Είχαν μαζευτεί όλου του χωριού οι άντρες και βαστάγανε από ένα ραβδί στο χέρι, και μαζί και η χωροφυλακή. Και μας βγάζουνε έξω σαν τα πρόβατα, μας κύκλωσαν και μας βαράγανε. Και μας πάνε στο χωριό. Όποιος άρπαζε ραβδιά, του ‘μένε σημάδι.

Βρε, τι τους παρακαλάγαμε και τους λέγαμε: μέρα που ήτανε, ότι ο Χριστός αναστήθηκε, αφήστε μας! Τίποτα.

Μας πήγανε και μας κλείσανε στο πειθαρχείο, ένα δωμάτιο που είχανε – ενάμισι με ενάμισι – όλους. Και τη βγάλαμε μέχρι το πρωί. Όλοι.

Την άλλη μέρα, ανήμερα Λαμπρή, κατά τις δέκα μας βγάζουνε, μας πάνε στο διοικητή. Λόγω της ημέρας μας τη χάρισε, αλλά από ‘κείνη την ώρα έγιναν τα πράματα πιο δύσκολα. Δεν μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε όπως πρώτα. Μόλις μας εβλέπανε οι ντόπιοι, μας φώναζαν αφορεσμένους.

Χίλιες φορές φυλακή, παρά εξόριστος τότε στη Νιό.

Ώσπου τελείωσε η καταδίκη μου, και έφυγα και γλίτωσα από το νησί το βάρβαρο. Έρχομαι στον Περαία και αρχινάω πάλι το παλιό μου βιολί με το μπουζούκι.

[1] Βλ. & Κωνσταντίνου Σ. Αντωνίου. Ιστορία της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής. 1833-1967. Τομ. Γ. Εκδοτικός Οίκος Λαδιά κ. ΣΙΑ.ΕΠΕ. Αθήναι, 1965. Σελ. 1314.

[2] Βλ. & Κωνσταντίνου Σ. Αντωνίου. Ιστορία της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής. 1833-1967. Τομ. Γ. Εκδοτικός Οίκος Λαδιά κ. ΣΙΑ.ΕΠΕ. Αθήναι, 1965.

[3] Βλ. & Κωνσταντίνου Σ. Αντωνίου. Ιστορία της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής. 1833-1967. Τομ. Γ. Εκδοτικός Οίκος Λαδιά κ. ΣΙΑ.ΕΠΕ. Αθήναι, 1965. Σελ. 1317,1318,1319.

[4] Βλ. & Κωνσταντίνου Σ. Αντωνίου. Ιστορία της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής. 1833-1967. Τομ. Γ. Εκδοτικός Οίκος Λαδιά κ. ΣΙΑ.ΕΠΕ. Αθήναι, 1965.

[5] Βλ. & Κωνσταντίνου Σ. Αντωνίου. Ιστορία της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής. 1833-1967. Τομ. Γ. Εκδοτικός Οίκος Λαδιά κ. ΣΙΑ.ΕΠΕ. Αθήναι, 1965.

(Εμφανιστηκε 381 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν