24 Οκτωβρίου 2019 at 16:40

Ομιλία για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου

από

ΟΜΙΛΙΑ  ΓΙΑ  ΤΗΝ  ΕΠΕΤΕΙΟ  ΤΗΣ  28ης  ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

 

«Δεν  θέλω  τίποτε  άλλο  παρά  να  μιλήσω  απλά, 

να  μου  δοθεί  ετούτη  η  χάρη. 

Γιατί  και  το  τραγούδι  το  φορτώσαμε  με  τόσες  μουσικές

που  σιγά – σιγά  βουλιάζει»

 Κείμενο: Χαράλαμπος Σπυρόπουλος

Αυτά τα λόγια, αιδεσιμότατε, κ. Δήμαρχε, κ. κ. συνάδελφοι,  αγαπητοί  μαθητές, σεβαστοί  γονείς,  αναφέρει  ο  νομπελίστας  ποιητής  μας  Γιώργος  Σεφέρης  σ’  ένα  ποίημά  του,    και  αυτά  τα  λόγια  μου  ήρθαν  στο  νου,  όταν  μου  ανατέθηκε  να  μιλήσω  για τη  σημερινή  γιορτή, η  οποία,  πραγματοποιείται  και φέτος  όπως  κάθε  χρόνο,  για  να  τιμηθεί  η  μνήμη  όσων  αγωνίστηκαν  για  λευτεριά  πριν  69  χρόνια  στα  βουνά  της  Ηπείρου  και  της  Αλβανίας.  Είναι  αλήθεια  πως  περισσεύουν  τα  μεγάλα  λόγια  στους  πανηγυρικούς  που  εκφωνούνται  κάθε  χρόνο  τέτοια  μέρα,  με  αποτέλεσμα  πολλές  φορές  να  χάνεται  το  πραγματικό  νόημα  της  ημέρας  πίσω  από  κούφιες  λέξεις,  ενώ  το  μέγεθος  του  γεγονότος  που  τιμάμε  σήμερα,  της  νίκης  δηλαδή  της  Ελλάδας  κατά  της  φασιστικής  Ιταλίας,  είναι  από  μόνο  του  τόσο  μεγάλο  που  δε  χρειάζεται  τα  μεγάλα  λόγια  για  να  αναδειχθεί.

Ελληνίδες τον πόλεμο του 1940
Ελληνίδες τον πόλεμο του 1940

Σαν  σήμερα,  πριν  από  69  χρόνια  η  χώρα μας  δεχόταν  το  ιταμό  τελεσίγραφο  μιας  χώρας  με  σαφώς  υπέρτερες  δυνάμεις,  της  φασιστικής  Ιταλίας,  με  το  οποίο  ζητούσε  στην  ουσία  από  την  Ελλάδα  να  αναστείλει   τα  κυριαρχικά  της  δικαιώματα  και  να  παραδοθεί  άνευ  όρων.  Οι  ιστορικές  παρακαταθήκες,  που  κουβαλάει  η  ιστορία  του  λαού  μας  από  το  «ή  ταν  ή  επί  τας»,  της  αρχαίας  Ελλάδας ,  μέχρι  το  «Ελευθερία  ή  Θάνατος»   του  1821,  καθώς  και  ο  τρόπος  που  διατυπώνονταν  οι  Ιταλικές  αξιώσεις  στο  τελεσίγραφο  που  παρέδωσε  τα  ξημερώματα  της  28ης   Οκτωβρίου  ο Iταλός  πρεσβευτής  Γκράτσι  στον  Ιωάννη   Μεταξά,  δεν  άφηναν  περιθώρια  για  άλλη  απάντηση  στον  τότε  κυβερνήτη  της  χώρας  μας:  «Ώστε  λοιπόν  έχουμε  πόλεμο»,  ήταν  τα  λόγια  του  Μεταξά  στον  Ιταλό  πρεσβευτή.

Ας  πάρουμε  όμως  τα  πράγματα  με  τη  σειρά  κάνοντας  μια  μικρή  ιστορική  αναδρομή  δίνοντας  το  γενικότερο  ιστορικό  πλαίσιο  των  γεγονότων    που  οδήγησαν  στην  έναρξη  του  ελληνοϊταλικού  πολέμου,  ο  οποίος  αποτελεί  μέρος  της  ευρύτερης  σύρραξης  του  Β΄  Παγκοσμίου  Πολέμου.  Η  περίοδος  του  μεσοπολέμου,  όπως  επικράτησε  να  λέγεται  η  περίοδος  ανάμεσα  στον  Α΄ και  το  Β΄ Παγκόσμιο  πόλεμο,  είναι  μια  ταραγμένη  περίοδος  της  ευρωπαϊκής  ιστορίας  που  χαρακτηρίζεται  από  την  γέννηση  και  την  άνοδο  του  φαινομένου  του  φασισμού,  της  ανόδου  δηλαδή  ολοκληρωτικών  καθεστώτων,  στην  εξουσία  μεγάλων  ευρωπαϊκών  κρατών,  όπως  στην  Ιταλία  με  το  Μουσολίνι,  και  στη  Γερμανία  με  το  Χίτλερ.  Τα  καθεστώτα  αυτά  απέκτησαν  πλατιά  λαϊκά  ερείσματα  εξαιτίας   της  οικονομικής  κρίσης  που  έπληττε  την  Ευρώπη,  και  της  υπόσχεσης  ότι  θα  λύσουν   τα  προβλήματα  των  χωρών  τους  με  ένα  νέο  πόλεμο  που  θα  ανέτρεπε,  τους  ετεροβαρείς  όρους  των  συνθηκών  ειρήνης  του  Α΄ Παγκοσμίου  πολέμου.  Άρχισαν  λοιπόν  να  εξοπλίζουν  τις  χώρες  τους  κατά  παράβαση  των  συνθηκών  και  να  προετοιμάζονται  για  πόλεμο.

Το  1938,  η  Γερμανία  με  την  απειλή  και  μόνο  ενός  ευρύτερου  πολέμου  στο  έδαφος  της  Ευρώπης,  κατάφερε  να  αποσπάσει  χωρίς  να  πέσει  τουφεκιά  την  Τσεχοσλοβακία,  χωρίς  την  παραμικρή  αντίδραση  των  άλλων  μεγάλων  Ευρωπαϊκών  Δυνάμεων,  της  Γαλλίας  και  της  Αγγλίας.  Οι  πρωθυπουργοί  των  δύο  αυτών  χωρών  τήρησαν  στάση  κατευνασμού  του  Χίτλερ  στη  διάσκεψη  του  Μονάχου,  επιτρέποντάς  του  να  προσαρτήσει  την  Τσεχοσλοβακία,  ελπίζοντας  πως  έτσι  θα  αποφύγουν  τον  πόλεμο.

Ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου έλαβε χώρα για πρώτη φορά το 1941 στην Κατοχή, μόλις ένα έτος από τη νικηφόρο επέλαση των ελληνικών στρατευμάτων, και δεν ήταν κάτι επιβεβλημένο, κατασκευασμένο άνωθεν. Τον εορτασμό καθιέρωσε αυθορμήτως ο ίδιος ο λαός.
Ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου έλαβε χώρα για πρώτη φορά το 1941 στην Κατοχή, μόλις ένα έτος από τη νικηφόρο επέλαση των ελληνικών στρατευμάτων, και δεν ήταν κάτι επιβεβλημένο, κατασκευασμένο άνωθεν. Τον εορτασμό καθιέρωσε αυθορμήτως ο ίδιος ο λαός.

Η  Ιταλία  του  Μουσολίνι  από  την  πλευρά  της καταλαμβάνει  την  Αλβανία  τον  Απρίλιο  του  1939.  Και  πάλι  οι  υπόλοιπες  ευρωπαϊκές  χώρες  δεν  αντέδρασαν  για  να  αποφύγουν  ένα  γενικευμένο  πόλεμο  στην  Ευρώπη.  Ο  πόλεμος  όμως  δεν  αποφεύχθηκε·  ξέσπασε  την  1η  Σεπτεμβρίου  1939,  με  την  εισβολή  του  Χίτλερ  στην  Πολωνία.  Σε  σύντομο  διάστημα  απλώθηκε  σε  όλη  την  Ευρώπη,  και  η  άμυνα  χωρών  όπως  η  Γαλλία,  η  Νορβηγία,  το  Βέλγιο,  η  Ολλανδία  σαρώθηκε  σε  διάστημα  μερικών  εβδομάδων  από  τις  μηχανοκίνητες  δυνάμεις  του  Χίτλερ.  Έτσι,  το  καλοκαίρι  του  1940  η  μόνη  χώρα  που  αντιστέκονταν  ακόμα  στον  Άξονα  στην  Ευρώπη  ήταν  η  Αγγλία.

Μέσα  σ΄ αυτό  το  πλαίσιο  φαινόταν  σχεδόν  αναπόφευκτο,  ο  πόλεμος  να  μείνει  μακριά  από  την  Ελλάδα,  που  η  κυβέρνησή  της  πάσχιζε  να  κρατήσει  όσο  το  δυνατόν  μια  ουδέτερη  στάση  για  να  τον  αποτρέψει.  Ο  προκλήσεις  των  Ιταλών  άρχισαν  να  πυκνώνουν  με  κορυφαία  τον  τορπιλισμό  και  τη  βύθιση  του  εύδρομου  «Έλλη»  του  ελληνικού  Πολεμικού  Ναυτικού,  την  ημέρα  του  Δεκαπενταύγουστου  στο  λιμάνι  της  Τήνου,  όπου  είχε  καταπλεύσει  για  τον  εορτασμό  της  ημέρας  της  Παναγίας.  Και  πάλι  όμως  η  ελληνική  κυβέρνηση,  αν  και  ήξερε  από  την  πρώτη  στιγμή  την  ταυτότητα  του  δράστη  από  τους  κωδικούς  που  αναγράφονταν  πάνω  στις  τορπίλες,  δεν  ανακοίνωσε  τίποτα,  ελπίζοντας  να  αποφύγει  την  πολεμική  αναμέτρηση  με  την  Ιταλία.  Η  γνώμη  του  Μουσολίνι  όμως  ήταν  διαφορετική,  που  έβλεπε  τη  σύμμαχό  του  Γερμανία  να  προελαύνει  σε  όλα  τα  μέτωπα  και  αυτός  να  μην  έχει  να  επιδείξει  κάποια,  έστω  μικρής  κλίμακας  επιτυχία.  Διάλεξε  λοιπόν  την  μικρή  και  φτωχή  Ελλάδα  που  νόμιζε  εύκολο  αντίπαλο,  για  να  ικανοποιήσει  τις  ηγεμονικές  φιλοδοξίες  του  στην  Ανατολική  Μεσόγειο.

Τα  ξημερώματα  της  28ης    Οκτωβρίου  ο  Ιταλός  πρεσβευτής  στην  Αθήνα  επέδωσε  το  τελεσίγραφο  με  την  κήρυξη  του  πολέμου  στον  Έλληνα  πρωθυπουργό.  Και  αυτός  πιστός  στις  παραδόσεις  του  ελληνισμού  έδωσε  τη  γνωστή  απάντηση:  «Ώστε  λοιπόν  έχουμε  πόλεμο».  Κανένας  «λογικός»  άνθρωπος  τότε,  ούτε  και  ο  πιο  αισιόδοξος  αξιωματικός  του  Επιτελείου,  δεν  περίμενε  να  συμβεί  αυτό  που  συνέβη:  οι  πενιχρές  ελληνικές  δυνάμεις  της  πρώτης  γραμμής  του  μετώπου,  -που  την  πρώτη  εβδομάδα  του  πολέμου    αποτελούνταν  από  2  μεραρχίες,  την  8η  στην  Ήπειρο  και  την  9η  στη  Δυτική  Μακεδονία,  καθώς  και  από  την  4η  ταξιαρχία  πεζικού  και  το  απόσπασμα  Πίνδου,-  να  αποκρούσουν  τον  εισβολέα  να  σταθεροποιήσουν  τη  γραμμή  του  μετώπου  και  όταν  έφτασαν  οι  ενισχύσεις  με  τη  συμπλήρωση  της  επιστράτευσης  να  τον  απωθήσουν  στο  έδαφος  της  Αλβανίας.  Όλοι  έκαναν  λόγο  για  αντίσταση  για  την  τιμή  των  ελληνικών  όπλων.  Δεν  υπολόγισαν  όμως  όλοι  αυτοί  έναν  αστάθμητο  παράγοντα,  την    αδούλωτη  ελληνική  ψυχή,  που  έκανε  πάλι  το  θαύμα  της.  Ένα  χαρακτηριστικό  παράδειγμα  που  δείχνει  το  μεγαλείο  της  ψυχής  των  Ελλήνων  της  Γενιάς  του  ’40,  δίνει  ο  Γιώργος  Σεφέρης  σ’  ένα  κείμενό  του  που  δημοσιεύεται  στον  τρίτο  τόμο  των  «Δοκιμών».  Αναφέρει  επί  λέξη:  «Ένας  φίλος  από  τη  Μακεδονία  μου  διηγήθηκε  το  ακόλουθο  επεισόδιο:  Σ’  ένα  χωριό  κοντά  στη  Φλώρινα,  ένας  οικογενειάρχης,  που  δεν  είχε  στρατιωτική  υποχρέωση,  πήγε  και  ντύθηκε  εθελοντής.  Κι  όταν  τον  ρώτησαν  γιατί  πήρε  μια  τέτοια  απόφαση,  αποκρίθηκε:  «Αφήνω  γυναίκα  και  5  παιδιά  απροστάτευτα,  είναι  μεγάλο  κρίμα,  αλλά  το  κρίμα  που  θα  ’πεφτε  πάνω   μου  αν  τύχαινε  και  σκλάβωναν  οι  Ιταλοί  το  χωριό  μου,  θα  ’ταν  ακόμη  μεγαλύτερο».  Πολιτική  ωριμότητα  ενός  απλού  χωριάτη,  αίσθημα  αλληλεγγύης,  βαθιά  ριζωμένη  συνείδηση  της  λευτεριάς»,  σχολιάζει  ο  Γιώργος  Σεφέρης.  Αυτοί  λοιπόν  οι  ανώνυμοι  Έλληνες  φαντάροι,  ναύτες  και  αεροπόροι,  έκαναν  την  Κοινή  Γνώμη  της  τότε  Ευρώπης,  να  σταθεί  με  θαυμασμό  απέναντί  τους  και  τον  τότε  πρωθυπουργό  της  Αγγλίας  Ουίνστον  Τσώρτσιλ  να  πει  την  περίφημη  φράση:  «Μέχρι  τώρα  λέγαμε  ότι  οι  Έλληνες  πολεμούσαν  σαν  ήρωες,  τώρα  θα  λέμε  ότι  οι  ήρωες  πολεμούνε  σαν  Έλληνες».                 

Με  μεγάλα  γράμματα  έχει  γραφτεί  στην  ιστορία  η  αντίσταση  που  αντέταξαν  στο  Καλπάκι  και  στα  δύσβατα  βουνά  της  Πίνδου  οι  ελληνικές  δυνάμεις:  Η  8η  μεραρχία,  με  το  μέραρχο  Κατσιμήτρο  στο  Καλπάκι  και  το  απόσπασμα  Πίνδου  με  το  Δαβάκη  στα  δύσβατα  βουνά  της  Πίνδου.  Αλλά  και  οι  Ελληνίδες  δεν  έμειναν  αμέτοχες  στην  πολεμική  προσπάθεια·  σημαντική  ήταν  η  συμβολή  τους  στα  μετόπισθεν  αλλά  και  στην  πρώτη  γραμμή,  όπου  θρυλικές  θα  μείνουν  οι  γυναίκες  της  Πίνδου  που  πρόσφεραν  σημαντική  βοήθεια  μεταφέροντας  στις  πλάτες  τους  πολεμοφόδια,  ανηφορίζοντας  στους  δύσβατους  γκρεμούς  της  οροσειράς  της  Πίνδου.  Μέχρι  τις  13  Νοεμβρίου,  οι  Ιταλοί  είχαν  απωθηθεί  στο  έδαφος  της  Αλβανίας,  και   στη  συνέχεια  τίποτα  δε  στάθηκε  δυνατό να  ανακόψει  την  ορμή  των  φαντάρων  μας:  ούτε  ο  βαρύς  χειμώνας  με  τα  κρυοπαγήματα,  ούτε  οι  ελλείψεις  σε  μέσα  και  υλικά,  ούτε  το  δύσβατο  του  εδάφους.  Μία  μετά  την  άλλη  πόλεις  με  ελληνικά  ονόματα  που  κατοικούνταν  ανέκαθεν  από Έλληνες  έπεφταν  στα  χέρια  του  ελληνικού  στρατού: Κορυτσά,  Αργυρόκαστρο,  Άγιοι  Σαράντα,  Χειμάρα…..

Η  ελληνική  νίκη  κατά  της  φασιστικής  Ιταλίας  του  Μουσολίνι,  είναι  η  πρώτη  νίκη  σε  ευρωπαϊκό  έδαφος  κατά  χώρας  του  Άξονα.  Έδειξε  σε  όλους  πως  οι  Δυνάμεις  του  Άξονα  δεν  είναι  ανίκητες,  όπως  πιστεύονταν  ως  τότε  και  αναπτέρωσε  το  ηθικό  των  λαών  που  συνέχιζαν  να  αντιστέκονται  στη  βαρβαρότητα.  Αλλά  και  σε  πρακτικό  επίπεδο  σύμφωνα  με  έγκυρους  ιστορικούς  ο  πόλεμος  στην  Ελλάδα  είχε  επίπτωση  στη  γενικότερη  πορεία  του  πολέμου  στην  Ευρώπη.  Με  την  εμπλοκή  της  Γερμανίας  στον  πόλεμο  στα  Βαλκάνια  την  άνοιξη  του  1941,  να  βοηθήσει  τη  σύμμαχό  της  Ιταλία,  που  ξεφτιλίζονταν  στα  αλβανικά  βουνά  από  μια  μικρή  χώρα  την  Ελλάδα,  είχε  σαν  αποτέλεσμα  να  καθυστερήσει  η  Γερμανική  επίθεση  κατά  της  Ρωσίας  κατά  50  περίπου  ημέρες  και  να  μην  προλάβουν  οι  Γερμανικές  δυνάμεις  να  πετύχουν  όλους  τους  αντικειμενικούς  στόχους  τους  πριν  την  έλευση  του  βαρύ  Ρωσικού  χειμώνα.

Θα  κλείσω  αυτή  τη  σύντομη  αναφορά  μου  στο  ιστορικό  της  επετείου  που  τιμάμε  σήμερα  πάλι  με  ένα  απόσπασμα  από  τις  «Δοκιμές»  του  Γιώργου  Σεφέρη:  «Μια  φορά  σ’  ένα  ελληνικό  νοσοκομείο  ένα  παλικάρι  είχε  χάσει  το  πόδι  του.  Μήνυσαν  στη  γυναίκα  του  από  το  χωριό  για  να  τον  δει.  Ξέσπασε  σε  λυγμούς  όταν  τον  είδε  ακρωτηριασμένο.  Εκείνος  περίμενε  λίγο  κι  έπειτα  της  είπε  ήσυχα  και  μετρημένα:  Τώρα  κλαις  για  ένα  κομμένο  πόδι  και  δε  συλλογίζεσαι  πως  αλλιώς  θα  ’κλαιγες  για  τη  λευτεριά  σου.  Τέτοιοι  ήταν  οι  Έλληνες  που  πολέμησαν  το  φασισμό»,  λέει  ο  Σεφέρης,  και  τέτοιοι  θα  είναι   οι  Έλληνες  κάθε  γενιάς,  αν  κληθούν  να  πράξουν  το  καθήκον  τους  για  την   υπεράσπιση  της  πατρίδας  μας,  θα  προσθέσουμε  εμείς  σήμερα.

ΖΗΤΩ  Η  28Η  ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ  1940   

Ο Χαράλαμπος Σπυρόπουλος είναι δάσκαλος.     

(Εμφανιστηκε 226 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν