5 Ιουλίου 2019 at 22:51

Η Εθνική Εταιρεία και ο ψευτοπόλεμος του 1897

από

 Η Εθνική Εταιρεία και ο ψευτοπόλεμος του 1897

Γράφει ο Μανόλης Πλούσος

Περί τα τέλη του 19ου αιώνα η καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία έρχεται αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα εθνικών διεκδικήσεων από τα πρώην υποτελή της κράτη στα Βαλκάνια. Στους βαλκανικούς εθνικισμούς ήρθε να προστεθεί και η δράση των Μεγάλων Δυνάμεων που είχαν τεράστια συμφέροντα στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Μάλιστα, δυναμική εμφάνιση στην περιοχή κάνει την περίοδο αυτή η Γερμανία με τα ιμπεριαλιστικά της σχέδια να φτάνουν μέχρι και την Μέση Ανατολή. Ειδικά στην πολυεθνική περιοχή της Μακεδονίας ξεκινά ένας λυσσώδης αγώνας για επικράτηση μεταξύ Ελλάδος, Βουλγαρίας και Σερβίας. Στα εδάφη της, που θα βρίσκονται υπό οθωμανική κατοχή μέχρι και το τέλος των Βαλκανικών πολέμων, διαγκωνίζονταν τα εθνικιστικά κινήματα άλλοτε δια των όπλων και άλλοτε δια της πολιτιστικής επιρροής με την ίδρυση σχολείων. Ειδικά για τους Έλληνες η παραχώρηση της Θεσσαλίας στα 1881 θεωρούταν ένα σημαντικό βήμα για περαιτέρω επέκταση προς βορρά. Η δράση του βουλγάρικου εθνικισμού, όμως, ήταν αυτή που δημιουργούσε τις περισσότερες υποψίες και αντιδράσεις στην Αθήνα. Ένοπλες ομάδες, όπως οι Κομιτατζήδες, ίδρυση σχολείων καθώς και εκκλησιών που υπάγονταν στην βουλγαρική Εξαρχία ήταν τα κύρια εργαλεία του βουλγάρικου εθνικισμού.

Αναπαράσταση της μάχης στο Βελεστίνο.
Αναπαράσταση της μάχης στο Βελεστίνο.

Στην Ελλάδα τα σοβινιστικά στοιχεία συγκεντρώθηκαν γύρω από την «Εθνική Εταιρεία». Επρόκειτο για μια εθνικιστικών τάσεων μυστική οργάνωση που είχαν ιδρύσει αξιωματικοί του στρατού και του ναυτικού και που αργότερα συμπεριέλαβε στους κόλπους της πλήθος απλών πολιτών. Ο Γ. Ασπρέας αναφέρει ότι ήταν «…η σπουδαιοτέρα των ανευθύνων οργανώσεων από της εποχής της ιδρύσεως του Ελληνικού κράτους μέχρι σήμερον και ήτις εκπηγάσασα εκ νοσηρού πατριωτισμού επέτυχε δι’ εξαιρετικής τόλμης και θερμουργότητος εντός βραχέος χρόνου να αποβή κολοσσιαία δύναμις εν τω κράτει, τόσον ώστε να καταστήση την μεν κυβέρνησιν της χώρας υποχείριον των βουλευμάτων αυτής, το δε Στέμμα αιχμάλωτον της νοσηρότητος των πατριωτικών σκοπών της». Ο πυρήνας της οργάνωσης είχε συγκροτηθεί την άνοιξη του 1894 από τους αξιωματικούς Χρ. Σολιώτη, Πέτρο Λυκούδη και Αλ. Σοφιανό. Αργότερα προστέθηκαν στους υποστηρικτές της και συγγραφείς όπως ο Κ. Παλαμάς, ο Γρ. Ξενόπουλος, ο Σπ. Λάμπρου και πολλοί άλλοι. Ο Κ. Παπαρηγόπουλος μας πληροφορεί για την εν λόγω μυστική οργάνωση: «Οι ηθικές και θεμελιώδεις βάσεις στις οποίες στηρίχτηκαν οι ιδρυτές της Εταιρείας, ήταν η έλλειψη εμπιστοσύνης προς το Στέμμα και προς τους πολιτικούς άντρες της χώρας […] καθώς και η υπερβολική, τυφλή και ανόητη σε πολλούς, πίστη και εμπιστοσύνη στις δικές τους δυνάμεις». Στους κόλπους της, όμως, φαίνεται ότι εντάχθηκαν και πολλοί που επένδυαν σε προσωπικά οφέλη, επιβεβαιώνοντας έτσι τον συγγραφέα Samuel Johnson που ήδη από τον 18ο αιώνα διαπίστωνε ότι «ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο ενός καθάρματος». Ο Κ. Παπαρηγόπουλος επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Βρετανού συγγραφέα τονίζοντας ότι: «Η Εταιρεία εννοείται ότι δεν ήταν απαλλαγμένη από μια σχετική ιδιοτέλεια ούτε από την έμμεση εξυπηρέτηση των ατομικών της συμφερόντων». Ο Π. Καρολίδης είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικός: «… αλλ’ υπήρχον και ουκ ολίγοι εκ των φαύλων εκείνων των υπό τας σημαίας πατρίδος και εθνικών αγώνων εις ίδια αποβλεπόντων αισχρά κέρδη, και εγένετο ούτως η Εθνική Εταιρεία, ως έγραφε βραδύτερον η ακραιφνώς φιλόπατρις Τεργεσταία «Νέα Ημέρα», Εταιρεία απατώντων και απατωμένων».

Έλληνες στρατιώτες στη Φθιώτιδα.
Έλληνες στρατιώτες στη Φθιώτιδα.

Στους στόχους της μυστικής οργάνωσης ήταν η δημιουργία ένοπλων αντάρτικων σωμάτων, στα χνάρια των Βούλγαρων Κομιτατζήδων, τα οποία αφού θα εισέρχονταν κρυφά στην Μακεδονία θα τρομοκρατούσαν τους βουλγάρικους πληθυσμούς και θα αντιμετώπιζαν τις βουλγάρικες συμμορίες. Παράλληλα, στόχευε στην ίδρυση ελληνικών σχολείων στην περιοχή για την προώθηση της ελληνικότητας.  Στα μάτια των απλών ανθρώπων η οργάνωση φαινόταν ως η μόνη ικανή να προωθήσει τις εθνικές διεκδικήσεις στην πολυεθνική Μακεδονία, κυρίως λόγω της λαϊκής δυσπιστίας προς το κράτος και τον Βασιλιά. Μιμούμενη τη «Φιλική Εταιρεία» άφηνε να διαρρέει ότι πίσω της βρισκόταν μια ισχυρή «αόρατη δύναμη» που θα βοηθούσε στην εκπλήρωση των εθνικών στόχων και χρησιμοποιούσε μυστικιστικούς τύπους και σύμβολα που είχε δανειστεί από τον Τεκτονισμό. Δυο μόλις χρόνια μετά την ίδρυση της αριθμούσε περί τα 3.000 μέλη στην Ελλάδα και διέθετε 83 παραρτήματα στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Ο Π. Καρολίδης σχολιάζει σχετικά με την επιρροή της οργάνωσης: «Η επιτηδειότης των αρχηγών, η εθνική ιδέα, υπέρ ης εφαίνετο ότι ημύνετο και ο τους πολλούς δελεάζων μυστικισμός ταχέως προσάγων πολλούς, απειργάζετο την εταιρείαν αληθή δύναμιν εθνικήν».  Κατά βάση την δράση της ευνοούσαν η κυβερνητική αστάθεια και η αδυναμία των κυβερνόντων να αντιμετωπίσουν την εσωτερική χρεωκοπία, οικονομική και πολιτική, καθώς και τις εξωτερικές προκλήσεις. Όπως σχολιάζει δηκτικά ο Γ. Ασπρέας: «…η Εταιρία […] αφού πρώτον δια της εργασίας αυτής διέσεισε το γόητρον της κυβερνήσεως και δια της δυσπιστίας προς το Στέμμα έπεισε μεγάλην μερίδα των Ελλήνων ότι τα υπέρ της πατρίδος αγνά αισθήματα δεν ώφειλον να αναζητηθώσιν υπό του Λαού ούτε εν τη κυβερνήσει ούτε εν τω προσώπω του Γεωργίου Α΄, αλλ’ εν τη «αοράτω αρχή» της Εθνικής Εταιρίας». Επρόκειτο ουσιαστικά για άμεση υπονόμευση της λειτουργίας του κράτους από μια ομάδα ανθρώπων που εμφορείτο από έναν νοσηρό πατριωτισμό, για μια μυστική οργάνωση που, σύμφωνα με τον Douglas Dakin, «…μεταβλήθηκε τελικά σε κράτος εν κράτει…».

Ελληνικό στρατόπεδο κατά τον πόλεμο του 1897.
Ελληνικό στρατόπεδο κατά τον πόλεμο του 1897.

Και ενώ η Εθνική Εταιρεία προετοιμαζόταν πυρετωδώς για επιχειρήσεις στην Μακεδονία, το Κρητικό ήταν αυτό που ξεσήκωσε τον πατριωτισμό των Ελλήνων. Στο νησί η συνύπαρξη των δυο κοινοτήτων, Ελλήνων χριστιανών και Τουρκοκρητικών μουσουλμάνων, καθοριζόταν από την σύμβαση της Χαλέπας του 1878. Με βάση αυτή την σύμβαση η Κρήτη γινόταν αυτόνομη πολιτεία, ρυθμίζονταν οι σχέσεις μεταξύ των δυο κοινοτήτων και τερματίζονταν τα επαναστατικά κινήματα. Από το 1889, όμως, νέος γύρος αναβρασμού επικρατούσε στο νησί, κυρίως λόγω της μη εφαρμογής των συμπεφωνημένων από την μεριά των Τούρκων. Οι χριστιανοί Κρητικοί συγκρότησαν επαναστατική συνέλευση, την Κρητική Επιτροπή, και διεκδικούσαν ένωση με την Ελλάδα. Στις 18 Μαΐου 1896 στον Βάμο 1.600 Τούρκοι στρατιώτες τράπηκαν σε φυγή από τους επαναστάτες υπό τον Μανούσο Κούνδουρο. Από την μεριά της η κυβέρνηση Δεληγιάννη βρισκόταν σε δύσκολη θέση αδυνατώντας να ελέγξει την δράση της Εθνικής Εταιρείας. Ο Γ. Ασπρέας τονίζει ότι: «…αμείλικτος εχθρός της κυβερνήσεως η «Εθνική Εταιρία» εξώθει τα πολυπληθή αυτής στρατιωτικά μέλη προς ενεργόν δράσιν και παρείχε γενναία ποσά χρημάτων προς στρατιωτικάς και πολιτικάς ομάδας, εξερεθίζουσα παραλλήλως την κοινήν γνώμην δια του τύπου και αποκορυφούσα την οχλοκρατικήν κατάστασιν δια του πατριωτισμού των οδών». Τα τουρκικά αντίποινα στον ελληνικό πληθυσμό των Χανίων κινητοποίησαν τα εθνικιστικά αντανακλαστικά της κοινής γνώμης αναγκάζοντας έτσι την κυβέρνηση και τον θρόνο να αντιδράσουν αποστέλλοντας τον Ιανουάριο του 1897 στρατό στην Κρήτη αποτελούμενο από 1.200 άνδρες υπό τον Τιμολέοντα Βάσο. Αυτή φαίνεται ότι ήταν, μάλλον, μια κίνηση για εκτόνωση της λαϊκής πίεσης και για να κερδίσει χρόνο η κυβέρνηση Δεληγιάννη που υπολόγιζε σε μια επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Πράγματι, μπροστά στον κίνδυνο γενικευμένου εμφυλίου στην Κρήτη οι Μεγάλες Δυνάμεις αποβίβασαν 3.000 άνδρες που κατέλαβαν τα παραλιακά φρούρια και σε μερικές περιπτώσεις ενεπλάκησαν και με τα επαναστατικά σώματα των Κρητών. Απέναντι σε αυτή την κατάσταση η Πύλη απαίτησε την απομάκρυνση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος από την Κρήτη απειλώντας την Ελλάδα με πόλεμο, ενώ οι Μεγάλες Δυνάμεις τον Μάρτιο του 1897 επέβαλαν αποκλεισμό στο νησί. Η συγκέντρωση, τέλος, μεγάλου όγκου δυνάμεων στα θεσσαλικά σύνορα προμήνυε ότι η ένοπλη σύρραξη Ελλάδος και Τουρκίας δεν ήταν μακριά.

Τον ελληνοτουρκικό πόλεμο επεδίωκε για δικούς της λόγους κυρίως η Γερμανία. Ο σημαντικότερος σχετιζόταν με την πτώχευση της Ελλάδος το 1893. Οι Γερμανοί κάτοχοι των ελληνικών χρεογράφων είχαν πληγεί σε μεγάλο βαθμό και ο Κάιζερ επιθυμούσε την τιμωρία των Ελλήνων. Στην Τουρκία έβλεπε τον ευχερέστερο μοχλό πίεσης προς την Ελλάδα για την διευθέτηση των οικονομικών εκκρεμοτήτων. Ο Γ. Κορδάτος αναφέρει σχετικά ότι «Ο Κάιζερ Γουλιέλμος, όπως είδαμε, μισούσε και περιφρονούσε την Ελλάδα για δυο λόγους. Πρώτα γιατί με την κρατική πτώχευση πολλοί Γερμανοί με το να έχουν αγοράσει πολλά ελληνικά χρεώγραφα έχασαν τις περιουσίες τους και δεύτερο γιατί ο βασιλιάς Γεώργιος ήταν αγγλόφιλος ως το κόκκαλο». Ο Κάιζερ θεωρούσε ότι ένας αποτυχημένος πόλεμος για τον βασιλιά Γεώργιο θα τον οδηγούσε στην παραίτηση από τον θρόνο προς όφελος του γερμανόφιλου υιού του Κωνσταντίνου. Για τους λόγους αυτούς το γερμανικό επιτελείο είχε ξεκινήσει από καιρό τον εξοπλισμό και την εκπαίδευση του τουρκικού στρατού. Ο Πρώσος στρατάρχης Colmar Freiherr von der Goltz ήταν ο ιθύνων νους της αναδιοργάνωσης των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.

Ο διάδοχος Κωνσταντίνος και το επιτελείο του κατά τον πόλεμο του 1897.
Ο διάδοχος Κωνσταντίνος και το επιτελείο του κατά τον πόλεμο του 1897.

Με το μέρος της Ελλάδος συντάχτηκαν, εξ αιτίας των γεγονότων στην Κρήτη, πλήθος φιλελλήνων από πολλές χώρες της Ευρώπης. Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία υπήρξαν τα κατεξοχήν κέντρα της φιλελληνικής κίνησης. Γάλλοι βουλευτές και σοσιαλιστές με προκηρύξεις και τηλεγραφήματα στήριζαν τους Κρήτες επαναστάτες και ενέτειναν το φιλοπόλεμο κλίμα στην ελληνική κοινωνία. Ο Georges Clemenceau έδειξε τότε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική υπόθεση. Από την Αγγλία 28 Άγγλοι συγγραφείς απέστειλαν επιστολή που δήλωναν ότι: «Οι υποφαινόμενοι συγγραφείς σπεύδομεν να διαβιβάσωμεν εις την ανδρείαν Ελλάδα την συμπάθειάν μας, εν τη γενναία απόπειρά της όπως σώση τους Κρήτας αδελφούς της από της τυραννίας». Αυτοί, πάντως, που πραγματικά εννοούσαν αυτά που έλεγαν ήταν οι Ιταλοί φιλέλληνες. Συγκρότησαν ομάδες και ήρθαν στην Ελλάδα να πολεμήσουν. Ο Π. Καρολίδης αναφέρει για τους γαριβαλδίνους εθελοντές: «Πάντες οι εξ Ιταλίας ελθόντες σπουδασταί Πανεπιστημίων και άλλοι Ιταλοί πολίται ήσαν και αυτοί άνδρες έντιμοι, τινές δε τούτων πολιτευταί σοσιαλισταί έχοντες αρχηγόν τον Ελληνοαλβανόν Ιταλόν πολίτην Βραζιλιάνην, δήμαρχον της περιφήμου ελληνοαλβανικής πόλεως Pianna de Graeci (χώρα των Γραικών) εν τη επαρχία Πανόρμου». Οι Ιταλοί εθελοντές σχημάτισαν την «Λεγεώνα των Φιλελλήνων και Γαριβαλδίνων» ή «Τάγμα ερυθροχιτώνων» με 400 άνδρες υπό τις διαταγές του Riccioti Garibaldi, γιου του Giuseppe Garibaldi. Εκτός αυτών αρκετοί εθελοντές φιλέλληνες προσήλθαν υπό τα όπλα από την Γερμανία, την Πολωνία και αλλού.

Στολές του ελληνικού στρατού στον πόλεμο του 1897.
Στολές του ελληνικού στρατού στον πόλεμο του 1897.

Ο κύριος όγκος των αντιπάλων δυνάμεων είχε παραταχθεί στα ελληνοτουρκικά σύνορα στην Θεσσαλία και στην Ήπειρο. Οι Έλληνες διέθεταν περίπου 40.000 πεζικό, γύρω στους 700 ιππείς καθώς και 100 πυροβόλα στην Θεσσαλία και περίπου 20.000 πεζικό και 40 πυροβόλα στα σύνορα με την Ήπειρο, ενώ οι τουρκικές δυνάμεις αριθμούσαν αντίστοιχα στην Θεσσαλία περί τους 65.000 στρατιώτες υποστηριζόμενους από 1.300 ιππείς και 215 πυροβόλα και στα σύνορα της Ηπείρου γύρω στις 30.000 πεζικό και 20 πυροβόλα. Αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων ορίστηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος, ενώ των τουρκικών δυνάμεων ηγείτο ο Ethem Πασάς. Οι Μεγάλες Δυνάμεις ακόμη και στο «παραπέντε» δεν είχαν καταλήξει σε μια κοινή απόφαση. Διπλωματικές περιπλοκές καθυστερούσαν χαρακτηριστικά την προσπάθεια κοινής δράσης. Πάντως, με τελεσίγραφο τους προς τους αντιπάλους προειδοποιούσαν ότι κανένα από τα δυο κράτη δεν θα καρπωνόταν εδαφική επέκταση. Οι εχθροπραξίες ξεκίνησαν στις 5 Απριλίου (π.η.) και ευθύς εξ αρχής φάνηκε η διαφορά κλάσης των δυο στρατών. Οι Τούρκοι, καλά εξοπλισμένοι, διέθεταν τα καινούργια γερμανικά τυφέκια Mannlicher  και πυροβόλα της Krupp, και καλά εκπαιδευμένοι γρήγορα απέκτησαν το επιθετικό πλεονέκτημα και έτρεψαν σε υποχώρηση τον ελληνικό στρατό εισβάλοντας προς νότο από τη διάβαση της Μελούνας. Η κατάσταση του ελληνικού στρατού ήταν αξιοθρήνητη. Οι οπλίτες ήταν εξοπλισμένοι με τα απαρχαιωμένα γαλλικά τυφέκια Gras, το ιππικό δεν διέθετε άλογα ενώ οι αξιωματικοί του πυροβολικού δεν είχαν εξοικειωθεί πλήρως με τα νέα πυροβόλα. Ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος αναφέρει για την κατάσταση του ελληνικού στρατού: «Η κατάστασις του Στρατού μας ήτο οικτρά υφ’ όλας τας απόψεις. Τα στελέχη του πεζικού εκτός ολίγων υπολοχαγών και ανθυπολοχαγών των Σχολών Ευελπίδων και υπαξιωματικών, ήσαν τελείως αμαθή και ανίκανα. […] Το πεζικόν η «Βασίλισσα της μάχης» εθεωρείτο όπλον δευτερεύον εις το περίεργον αυτό κράτος… Όμοια προς την του πεζικού και έτι χειροτέρα ήτο η κατάστασις των στελεχών του ιππικού. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων διέπρεπον εν αυτώ οι κρασοπατέρες με τις κυρτές πάλες και τους φθηνούς παλικαρισμούς των καφωδείων[…]». Τα ίδια αναφέρει και ο Γ. Ασπρέας: «Αλλά και του συγκεντρωθέντος στρατού η εκαπαίδευσις ήτο ελλιπής. Το πυροβολικόν [..] ουδόλως δε είχεν εκγυμνασθή και μέρος των πυροβολητών δεν είχον ασκηθή ουδ’ άπαξ εις πεδία βολής. Το ιππικόν επίσης εστερείτο ίππων και πλέον του ημίσεως της δυνάμεως των ανδρών αυτού είχε σχηματίσει ανίππους ίλας. Το πεζικόν δεν είχεν εκγυμνασθή εις κινήσεις και ελιγμούς μεγάλων όγκων, οι δε ανώτεροι βαθμοφόροι του σώματος τούτου εστερούντο κατά μέγα μέρος και επιστημονικής μορφώσεως και πείρας μαχητικής διοικήσεως μικτών σωμάτων».

Σε όλες τις κρίσιμες πρώτες στιγμές του πολέμου αυτό που επικράτησε στο στράτευμα ήταν «γενική ακυβερνησία και παραλυσία». Ο Γ. Ασπρέας γράφει σχετικά: «Παραλλήλως προς τας ατελείς και σπασμωδικάς εν Θεσσαλία πολεμικάς προπαρασκευάς, η Εθνική Εταιρία αρμονικώς πλέον συνεργαζομένη μετά της κυβερνήσεως και εξαιρετικώς μετά τινών εκ των υπουργών, συνεκέντρου και ώπλιζε συρφετούς απολέμων και αμάχων».  Όσον αφορά στο ναυτικό, αν και κυρίαρχο στο Αιγαίο, ουδεμία βοήθεια προσέφερε στον πόλεμο εξαιτίας «ελλείψεως συνεννοήσεως και συνεργασίας μεταξύ των επιτελείων ξηράς και θαλάσσης». Ο Θ. Πάγκαλος σχολιάζει δηκτικά: «Άμα τη ενάρξει των εχθροπραξιών το κύριον τμήμα του στόλου, αποτελούμενον εκ των θωρηκτών «Σπέτσαι» και «Ύδρα», των 3 ατμομυοδρομικών και τινών τορπιλλοβόλων, μετά τινάς περιπολίας ανά τον Θερμαϊκόν κόλπον εναυλόχει διαρκώς σχεδόν εις τας Σποράδας ένθα οι δύται του ησχολούντο εις το ψάρεμα αστακών δια τας τραπέζας των επιτελείων». Τούτων δοθέντων, το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτός ο «συρφετός» ήταν άμυνα και συντεταγμένη υποχώρηση. Αλλά και εκεί απέτυχε, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Στις 12 Απριλίου διατάζεται γενική υποχώρηση προς τα Φάρσαλα αλλά γίνεται άτακτα και με πανικό. Δυο μέρες αργότερα καταλαμβάνεται η Λάρισα. Η είδηση προκάλεσε έκπληξη και οργή στην Αθήνα. Γράφει ο Γ. Ασπρέας για την εντύπωση που προκάλεσε η πτώση της Λάρισας: «Ο λαός εν τη πλάνη του ανέμενε πολλά και σπουδαία˙ διαβουκολούμενος υπό της Εθνικής Εταιρίας, παρασυρόμενος υπό φανταστικών εν τω τύπω θριάμβων και νικών και υπό του τερατωδώς θορυβούντος πατριωτισμού των οδών, όπου ερητόρευον και ελάλουν καθ’ εκάστην αναρίθμητοι πλανόδιοι ρήτορες, επίστευεν ακραδάντως ότι είχεν επιστή η ώρα της ανακτήσεως μεγάλου μέρους της εθνικής κληρονομιάς, όταν δε διανοίχθη προ των οφθαλμών του η ζοφερά εικών της φυγής και της εισβολής του εχθρού επί του ελλ. Εδάφους, απώλεσε και τα τελευταία ίχνη της ψυχραιμίας του και μη δυνάμενος να προσατενίση την πραγματικότητα και να αναγνωρίση τα αληθή αίτια της καταστροφής, ετράπη προς την σκοτεινήν οδόν προς την οποίαν στρέφονται οι υπό των δημαγωγών και λαοπλάνων εξαπατώμενοι λαοί, την οδόν της αναζητήσεως προδοτών». Η μόνη περίπτωση που ο ελληνικός στρατός στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων ήταν στο Βελεστίνο, στις 15-19 Απριλίου, όπου ο Ταξίαρχος Κων/νος Σμολένσκης αντέταξε ισχυρή άμυνα. Μάλιστα, βλέποντας το ηθικό των ανδρών να πέφτει και την απειθαρχία να εμφιλοχωρεί στις γραμμές του στρατού τηλεγραφούσε στον διάδοχο Κωνσταντίνο τα εξής: «Μόνον δια τυφεκισμού των δειλών και προβιβασμού των γενναίων, ο ελληνικός στρατός θα επανακτήση το ηθικόν του»…

Συνέπεια της είδησης της κατάρρευσης του μετώπου ήταν η επεισοδιακή πτώση της κυβέρνησης Δεληγιάννη και η αντικατάστασή της από την κυβέρνηση του Δημ. Ράλλη. Ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει για την κατάσταση στην Αθήνα: «Έξαλλα πλήθη διήρπαζαν τα οπλοπωλεία και ξεχύθηκαν στους δρόμους με στόχο τους τα ανάκτορα και τα κυβερνητικά κτήρια. Φοβερή υψώθηκε κατακραυγή κατά του διαδόχου, ως υπαίτιου, κατά τη λαϊκή αντίληψη, της στρατιωτικής συμφοράς».  Εν τω μεταξύ ο ελληνικός στρατός συνέχιζε να υποχωρεί άτακτα, ενώ ο τουρκικός στρατός κατευθυνόταν προς τα Φάρσαλα και τον Βόλο. Στον Βόλο συγκεντρώνονταν τα πανικόβλητα πλήθη των κατοίκων του Πηλίου. Ο Γ. Κορδάτος γράφει για την κατάσταση: «Ο πανικός του θεσσαλικού κάμπου είχε μεταδοθεί και στο Πήλιο. Μέρα νύχτα κατέβαιναν από τα χωριά πρόσφυγες. Το θέαμα της πανικόβλητης προσφυγιάς έδειχνε το κατάντημα του κράτους και την κλασική ανικανότητα του ελληνικού επιτελείου. Από τη μια μεριά καμία πρόνοια, καμία αλληλεγγύη, καμία περίθαλψη. Από την άλλη ο στρατός διαλυόταν και οι λιποτάχτες πλήθαιναν». Αλλά και στα Τρίκαλα που συγκεντρώνονταν τα οπισθοχωρούντα ελληνικά στρατεύματα η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη. Αυτόπτης μάρτυρας ο στρατιώτης Βας. Πρίγκουρης περιγράφει στο βιβλίο του «Τα πάθη του στρατού της Θεσσαλίας»: «Και εδώ θέαμα σπαραξικάρδιον μας εκπλήττει˙ διότι οι πλείστοι των εκ των φυλακών κατά διαταγήν της κυβερνήσεως ή του Βασιλέως απολυθέντων καταδίκων, εφοδιασθέντες δι’ όπλων Γκρα εκ της Δημοσίας αποθήκης, ετράπησαν ανά την πόλιν εις λεηλασίαν και διαρπαγήν, αρπάζοντες όρνιθας, αμνούς και παν ό,τι εύρισκον, αφού και καταστήματα προς τούτοις διέρρηξαν και διήρπασαν και εν γένει ολόκληρος η πόλις ήγετο και εφέρετο και πλήρης αναρχία επεκράτει και φόνοι διεπράχθησαν εν τη πόλει ως εκ των αρπαγών».

Στο Ηπειρωτικό μέτωπο, εν τω μεταξύ, η κατάσταση δεν έδειχνε πολύ διαφορετική από την Θεσσαλία. Αρχικά, η προέλαση του ελληνικού στρατού πέρα από τον Άραχθο έβρισκε καλή υποδοχή από τους Έλληνες και τους χριστιανούς Αρβανίτες και Βλάχους της Ηπείρου. Στόχος του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος ήταν τα Ιωάννινα. Το τάγμα του Κ. Κουμουνδούρου κατέλαβε, σχετικά εύκολα, την Φιλιππιάδα και οχυρώθηκε στην στρατηγική θέση «Πέντε πηγάδια». Οι Τούρκοι, όμως, με συντονισμένη επίθεση ανακατέλαβαν το μέρος και ο ελληνικός στρατός κατευθύνθηκε πίσω στην Άρτα. Ο Θ. Πάγκαλος γράφει για τον στρατό της Ηπείρου: «Ατυχώς εις το θέατρον των επιχειρήσεων της Ηπείρου επικράτησε πλήρης αναρχία. Η Ανωτέρα Διοίκησις δεν κατόρθωσε να επιβληθή και οι διάφοροι σωματάρχαι ενήργουν κατά το δοκούν. Ο ταγματάρχης Κουμουνδούρος, όταν ευρέθη προ ισχυράς αντιστάσεως εις τα Πέντε Πηγάδια, εζήτησεν ενίσχυσιν παρά του διοικητού του συντάγματος Μπότσαρη, ο οποίος ουδεμίαν επέδειξε προθυμίαν να υποστηρίξη την πιεζομένην εμπροσθοφυλακήν και το τάγμα». Πέραν του βομβαρδισμού της Πρέβεζας από το ελληνικό ναυτικό καμία άλλη άξια λόγου κίνηση δεν πραγματοποιήθηκε από τα ελληνικά στρατεύματα της Ηπείρου μέχρι και το τέλος του πολέμου.

Στις 24 Απριλίου ο συγκεντρωμένος στα Φάρσαλα στρατός άρχισε πάλι να υποχωρεί προς τον Δομοκό. Εκεί ήταν προγραμματισμένη μια τελευταία αμυντική προσπάθεια. Έπειτα από διήμερη μάχη ο ελληνικός στρατός δεν κατάφερε να συγκρατήσει τον τουρκικό, που αμέσως κατευθύνθηκε προς τη Λαμία. Ο πανικός πλέον ήταν έκδηλος σε όλα τα στρατιωτικά τμήματα καθώς και στην πολιτική ηγεσία. Ο Π. Καρολίδης αναφέρει σχετικά: «Η αγγελία ότι οι Τούρκοι ευρίσκοντο παρά την Λαμίαν και τας Θερμοπύλας και εν παραμοναίς στρατείας επί τας Αθήνας, ανεστάτου και συνετάραττε πάντας. Το όνομα του Τούρκου αρχιστρατήγου Εδχέμ ήτο σύμβολον φόβου». Ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ τηλεγράφησε εσπευσμένα και ικετευτικά προς τον τσάρο ζητώντας του να μεσολαβήσει και να συγκρατήσει τους προελαύνοντες Τούρκους. Ο μόνος εκ της κυβερνήσεως που ήταν ενημερωμένος για την βασιλική ενέργεια ήταν ο ΥΠΕΞ Στ. Σκουλούδης. Η παρέμβαση του τσάρου Νικολάου Β΄, ανιψιού του Γεωργίου Β΄, ήταν εν τέλει επιτυχής αφού στις 8 Μαΐου υπογράφτηκε ανακωχή. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες για το πολιτικό κατεστημένο της χώρας. Ο Δημ. Ράλλης περιφερόταν από πρεσβεία σε πρεσβεία στην Αθήνα αναζητώντας διπλωματική υποστήριξη. Η ρωσική πρεσβεία βλέποντας το αντιδυναστικό ρεύμα να αυξάνει συμβούλευσε την κυβέρνηση να «μη θιγή μηδαμώς η βασιλική οικογένεια». Οι διαπραγματεύσεις για υπογραφή συνθήκης ειρήνης ξεκίνησαν στην Κων/πολη το φθινόπωρο του 1897 με την Ελλάδα απούσα, καθώς είχε αναθέσει εν λευκώ την εκπροσώπηση της στις Μεγάλες Δυνάμεις. Η Ελλάδα υποχρεωνόταν να πληρώσει πολεμική αποζημίωση στην Τουρκία 100 εκ. χρυσές δραχμές, να αναγνωρίσει την αυτονομία της Κρήτης και, το ταπεινωτικότερο, να δεχτεί τον Διεθνή οικονομικό έλεγχο, που τόσο επιζητούσε η Γερμανία. Σε ιδιαίτερο άρθρο της συνθήκης καθοριζόταν ότι: «η ελληνική κυβέρνησις θέλει προκαλέσει την ψήφισιν νόμου, εκ των προτέρων αρεστού ταις δυνάμεσι, κανονίζοντος την λειτουργίαν της επιτροπής και καθ’ ον η είσπραξις και διάθεσις προσόδων επαρκών εις την υπηρεσίαν του δια την πολεμικήν αποζημίωσιν δανείου και των άλλων εθνικών χρεών θέλουσι τεθή υπό τον απόλυτον έλεγχον της ειρημένης επιτροπής».

Στο καθαρά στρατιωτικό πεδίο φάνηκαν όλες οι ατέλειες στην συγκρότηση και λειτουργία του στρατού. Ο Πρώσος στρατάρχης Colmar Freiherr von der Goltz στην ιστορική του μελέτη για τον πόλεμο του 1897 γράφει σχετικά με τον ελληνικό στρατό: «Την ελληνικήν επίθεσιν εχαρακτήριζεν ημιτέλεια μέτρων και ατονία κατά την εκτέλεσιν.[…] Απ’ αρχής γεννάται η εντύπωσις ότι ο Έλλην Αρχηγός δεν επίστευεν εις επιτυχίαν τινά και ένεκα τούτου δεν επεδίωξε ταύτην μετά δραστηριότητος». Ο ελληνικός στρατός είχε ως κύριο μειονέκτημα το ανέτοιμο των στελεχών του. Πρόκειται για τον πρώτο βιομηχανικό πόλεμο που διεξήγε η Ελλάδα. Μέχρι τούδε οι εθνικοαπελευθερωτικές προσπάθειες του ελληνικού κράτους στηρίζονταν, ως επί το πλείστον, στις τακτικές του 1821. Άτακτα στρατεύματα αποτελούμενα από απαίδευτους και αγύμναστους στρατιώτες, χωρίς σύγχρονο εξοπλισμό και, το κυριότερο, χωρίς ένα συγκροτημένο σχέδιο δράσης. Ο William Miller στην «Ιστορία του ελληνικού λαού» γράφει σχετικά: «Από της πρώτης στιγμής ο κατά ξηράν αγών ήτο άνισος, διότι όπισθεν των Τούρκων ήσαν οι Γερμανοί οργανωταί και εκπαιδευταί των […] οι δε καλοί αξιωματικοί Έλληνες κατά την εποχήν εκείνην ήσαν ολίγοι». Αυτές οι αδυναμίες αναδείχτηκαν εντονότερα στο θέατρο επιχειρήσεων της Θεσσαλίας όπου οι κινήσεις μεγάλων όγκων στρατού έπρεπε να γίνονται συντονισμένα. Παράλληλα, σημαντικός λόγος αποτυχίας ήταν και η μη επαρκής εξοικείωση των στρατιωτικών με τα νέα όπλα, όπως το πυροβολικό. Τα ίδια, πάντως, σε γενικές γραμμές προβλήματα αντιμετώπιζε και ο τουρκικός στρατός, κυρίως στο κομμάτι του επιτελικού σχεδιασμού, όπου οι γηραιότεροι, και λιγότεροι εξοικειωμένοι με τα νέα όπλα στρατηγοί, δίσταζαν να αφήσουν τους νέους να πάρουν πρωτοβουλίες. Με μια βασική διαφορά. Ο τουρκικός στρατός ήταν ο επιτιθέμενος, έχοντας πρωτοβουλία κινήσεων, και ήταν αριθμητικά υπέρτερος. Την κατάσταση χειροτέρευαν και τα άτακτα σώματα που εξοπλίζονταν από την Εθνική Εταιρεία, άνευ γενικότερου σχεδιασμού και στέλνονταν στο μέτωπο απροετοίμαστα. Τα περισσότερα αντάρτικα αποσπάσματα αφού αδυνατούσαν να αντιπαρατεθούν στις τουρκικές δυνάμεις κατέληγαν να πλιατσικολογούν τους ντόπιους…

Η κυριότερη, πάντως,  συνέπεια του «ψευτοπολέμου του 1897» σχετιζόταν με την επιβολή του Δ.Ο.Ε. που ουσιαστικά καταργούσε την ανεξαρτησία του κράτους. Ουσιαστικά ικανοποιούνταν οι γερμανικές αξιώσεις για αποπληρωμή των χαμένων από την ελληνική χρεωκοπία του 1893 Γερμανών ομολογιούχων. Όπως τονίζει και ο George H. Perris στο βιβλίο του «The eastern crisis of 1897 and British policy in the near East»: «Ο πόλεμος του 1897 ήτο ένας ψευτοπόλεμος, ένας εικονικός διπλωματικός πόλεμος, επινοηθείς εις το Φρέντεσμποργκ (πόλη της Δανίας με μια εκ των κύριων κατοικιών της βασιλικής οικογένειας), το καλοκαίρι του 1896, μεταξύ των εστεμμένων, δια δυο λόγους: πρώτον δια να επιβληθή ο διεθνής οικονομικός έλεγχος επί των οικονομικών της Ελλάδος, τον οποίον δεν ετόλμα να δεχθή ούτε ο βασιλεύς, ούτε καμία κυβέρνησις και Βουλή, διότι απετέλει περικοπήν της ανεξαρτησίας του κράτους. […] Ο δεύτερος λόγος ήτο να χρυσωθή το χάπι με τον διορισμόν του πρίγκηπος της Ελλάδος Γεωργίου ως ηγεμόνος εις την Κρήτην, προαγομένου ούτω του κρητικού ζητήματος». O Τ. Βουρνάς γράφει για τον πόλεμο του 1897: «Όλοι οι Έλληνες και ξένοι ιστορικοί, που μελέτησαν τον 19ο νεοελληνικό αιώνα, εκφράζουν σαφώς και κατηγορηματικώς την υποψία ότι η πολεμική φάρσα του 1897 υπήρξε ένα κολοσσιαίας έκτασης χρηματιστηριακό κόλπο που υποκινήθηκε από τους ξένους χρηματιστηριακούς κύκλους, προκειμένου ν επιτευχθεί ο διεθνής έλεγχος στα δημοσιονομικά της Ελλάδας». Με τον πόλεμο του 1897 φάνηκε και η γύμνια των εθνικιστικών ιδεών. Η Μεγάλη ιδέα από την εποχή του Κωλέτη συνέπαιρνε τα πλήθη και είχε αποδειχτεί εξαιρετικό εργαλείο αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης. Εν προκειμένω,  η κυριαρχία των υπεραπλουστευμένων εθνικιστικών ιδεωδών και του «πατριωτισμού των οδών» της Εθνικής Εταιρείας το μόνο που προσέφερε ήταν υπηρεσίες στο γερμανικό σχέδιο της υποταγής της Ελλάδας δια του πολέμου. Αμέσως μετά την υπογραφή της συνθήκης η δύναμη της Εθνικής Εταιρείας σημείωσε σημαντική πτώση.

Διαβάστε:

  • Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη ιστορία της Ελλάδος», εκδ. 20ος αιώνας.
  • Γ. Ασπρέας, «Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας», εκδ. Ι. Σιδέρη.
  • Τ. Βουρνάς, «Ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας», εκδ. Πατάκη.
  • Κ. Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του ελληνικού έθνους», εκδ. Αλέξανδρος.
  • Π. Καρολίδης, «Σύγχρονος ιστορία των Ελλήνων», εκδ. Αλεξ. Βιτσικουνάκη.

 

(Εμφανιστηκε 354 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν