17 Δεκεμβρίου 2018 at 11:29

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: ΠΑΤΕΡΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ!

από

Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

ΠΑΤΕΡΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ!

― Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μὲς στὸ γυαλί, εἶπε ἡ μάννα μου, γιατὶ δὲν ἔχουμε πατέρα στὸ σπίτι.

― Χωρὶς πεντάρα;

― Ναί.

― Καὶ τί ἔγινε ὁ πατέρας σου;

― Νά, πάει νὰ βρῇ ἄλλη γυναῖκα.

Δὲν ἦτο τὸ μόνον παιδίον, τὸ ὁποῖον ἤρχετο εἰς τὸ μικρὸν ἐκεῖνο παντοπωλεῖον τῆς ὁδοῦ Σ…, κατὰ τὴν δυτικὴν ἐσχατιὰν τῆς πόλεως. Πτωχαὶ γυναῖκες ἔστελναν συνήθως τὰς πενταετεῖς ἢ ἑπταετεῖς κορασίδας των διὰ νὰ ὀψωνίσουν.
Δὲν ἦτο τὸ μόνον παιδίον, τὸ ὁποῖον ἤρχετο εἰς τὸ μικρὸν ἐκεῖνο παντοπωλεῖον τῆς ὁδοῦ Σ…, κατὰ τὴν δυτικὴν ἐσχατιὰν τῆς πόλεως. Πτωχαὶ γυναῖκες ἔστελναν συνήθως τὰς πενταετεῖς ἢ ἑπταετεῖς κορασίδας των διὰ νὰ ὀψωνίσουν.

Ἦτο πενταετὲς παιδίον, ζωηρόν, μὲ λαμπροὺς μεγάλους ὀφθαλμούς, ρακένδυτον. Καὶ μὲ παιδικὴν χάριν, μὲ σπαρακτικὸν ἐν τῇ ἀθῳότητι μειδίαμα, ἐπρόφερεν ἑκάστοτε τὴν φράσιν ταύτην, τῆς ὁποίας ὅλον τὸ βάθος δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ κατανοήσῃ, τόσον ὥστε οἱ ἄνθρωποι οἱ μὴ ἔχοντες νὰ κάμουν τίποτε, καθὼς ἐγώ, πολλάκις τὸ ἐκάλουν, καὶ ἀπέτεινον αὐτῷ τὴν ἄνω ἐρώτησιν τοῦ μικροῦ παντοπώλου τῆς γειτονιᾶς, μόνον καὶ μόνον διὰ ν᾽ ἀκούσωσιν ἀπὸ τὸ στόμα του τὴν ἀπόκρισιν.

― Νά, πάει νὰ βρῇ ἄλλη γυναῖκα.

Δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορὰ ὁποὺ τὸ ἔβλεπα. Κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἡμέραν συνέβη νὰ εἶμαι πλούσιος, διότι εἶχα κατορθώσει μετὰ πέντε ἐκλιπαρήσεις, καὶ μετὰ τέσσαρας ἀποπομπάς, νὰ λάβω δεκαπέντε δραχμάς, ἀπέναντι ὀγδοήκοντα ὀφειλομένων μοι δι᾽ ἀμοιβὴν φιλολογικῆς ἐργασίας πέντε ἑβδομάδων. Κατὰ τὰς τοιαύτας δὲ ἡμέρας, ἰσαρίθμους μὲ τὰς σελήνας τοῦ ἐνιαυτοῦ, μοὶ συμβαίνει, χωρὶς νὰ φροντίσω νὰ πληρώσω μέρος τῶν χρεῶν μου, νὰ ἐξοδεύω μονοημερὶς τὰ δύο τρίτα τοῦ οὕτω πως ἐκβιασθέντος ποσοῦ, φυλάττων φρονίμως τὸ τρίτον διὰ τὰς ἑπομένας τρεῖς ἑβδομάδας.

Ἔκραξα τὸ παιδίον καὶ τοῦ ἔδωκα μίαν πεντάραν. Ἐκεῖνο τὴν ἔλαβεν, ἔβγαλεν ἔξω ἀπὸ τὰ χείλη τὴν γλῶσσαν, μὲ μειδίαμα εὐδαιμονίας, καὶ ἀτενίζον με εἶπε:

― Δό μ᾽ κι ἄλλη, μπάρμπα!

*
* *

Δὲν ἦτο τὸ μόνον παιδίον, τὸ ὁποῖον ἤρχετο εἰς τὸ μικρὸν ἐκεῖνο παντοπωλεῖον τῆς ὁδοῦ Σ…, κατὰ τὴν δυτικὴν ἐσχατιὰν τῆς πόλεως. Πτωχαὶ γυναῖκες ἔστελναν συνήθως τὰς πενταετεῖς ἢ ἑπταετεῖς κορασίδας των διὰ νὰ ὀψωνίσουν. Συνέβαινε καθ᾽ ἑσπέραν νὰ κάθημαι ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν καὶ πλέον, συνομιλῶν μὲ δύο ἢ τρεῖς φίλους, πίνοντας τὸ ὀρεκτικόν των, εἰς τὸ μικρὸν μαγαζεῖον, ἐνίοτε δὲ νὰ λαμβάνω ἐκεῖ τὸ λιτὸν δεῖπνόν μου. Πολλάκις τριετῆ νήπια ψελλίζοντα τὰ ἔστελναν αἱ προκομμέναι αἱ μητέρες των, μὲ ἐπικίνδυνα ποτήρια ἢ φιαλίδια εἰς τὰς χεῖρας, διὰ ν᾽ ἀγοράσουν κασὶ ἢ λάι ἢ λυκάζι. Ἓν τούτων ἐζήτει νὰ τοῦ δώσουν ἕνα κουμπὶ (σκουμβρί), ἄλλο ἐζήτει μιὰ πεντάρα πίτα(σπίρτα). Τὴν γλῶσσάν των μόνος ὁ νεαρὸς παντοπώλης, ὁ φίλος μου, ἦτο ἱκανὸς νὰ τὴν ἐννοῇ. Ὁ ἴδιος ἐσπλαγχνίζετο ἐνίοτε καὶ ἔστελνε προπομποὺς τοὺς ἰδίους του ὑπηρέτας ἕως τὴν θύραν τῶν μικρῶν παιδίων, διὰ νὰ φθάσουν ταῦτα ἀσφαλῶς εἰς τὴν μητέρα των.

Συχνὰ συνέβαινε νὰ ξεχάσῃ ἡ μικρὰ παιδίσκη, πενταέτις ἢ ἑξαέτις, τὸ εἶδος, τὸ ὁποῖον ἐστάλη ν᾽ ἀγοράσῃ, καὶ νὰ εἴπῃ ἄλλα ἀντ᾽ ἄλλων.

Ἐντεῦθεν παράπονα, διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῶν μητέρων, ὕβρεις κατὰ τοῦ μπακάλη. Πάντοτε τὸν μπακάλην ἔβγαζαν πταίστην. Τὸ παιδὶ ποτὲ δὲν ἔπταιε.

Ἄλλοτε συνέβη νὰ τοῦ πέσῃ εἰς τὸν δρόμον τὸ μισὸ τὸ ρύζι, ἢ νὰ φάγῃ τὴν μισὴν τὴν ζάχαριν. Τότε ἡ μήτηρ ἢ ἡ γιαγιὰ κατήρχετο ἡ ἰδία, καὶ ὕβριζε τὸν μπακάλην, λέγουσα ὅτι τέτοιος ἦτον, τὸν ἤξευρεν αὐτή, ὅλο ξίκικα ἐπώλει· μ᾽ αὐτὰ ἐζητοῦσε νὰ πλουτήσῃ κι αὐτός. Καὶ δύναμαι νὰ μαρτυρήσω ὅτι ὁ μπακάλης ἦτο, ὡς ἐμπορευόμενος καὶ ὡς ἄτομον, τίμιος ἄνθρωπος. Ἄλλοτε πάλιν, ὁ μικρὸς ψωνιστής, τὸ δεινότερον, ἔχανε καθ᾽ ὁδὸν τὰ λεπτά, τὰ ρέστα, ὅσα ἔλαβεν ἀπὸ τὸ παντοπωλεῖον. Πλὴν διὰ τοῦτο εἶχε ληφθῆ ἡ πρόνοια νὰ τυλίγωνται τὰ ρέστα εἰς χαρτίον, καὶ κάποτε νὰ δένωνται κομπόδεμα εἰς ράκος καὶ νὰ ἐμβάλλωνται εἰς τὴν τσέπην τοῦ μικροῦ. Καὶ ὅμως πολλάκις ἐχάνοντο πεντάλεπτα καὶ δεκάλεπτα καὶ ὁλόκληροι λιμοκοντόροι. Καὶ πάλιν ὁ μπακάλης ἔπταιεν.

Ὁ Μανώλης δὲν ἔπαυσε νὰ μεθύῃ τακτικὰ ἀπὸ τὸ Σαββατόβραδον ἕως τὸ ἐξημέρωμα τῆς Δευτέρας. Ἡ Γιαννούλα δὲν εἶχε πλέον δεύτερον φόρεμα. Τὰ παιδιὰ δὲν εἶχαν πάντοτε ψωμί. Ἡ ἑστία σπανίως ἦτο ἀναμμένη. Ἡ γυνὴ ἐγόγγυζε.
Ὁ Μανώλης δὲν ἔπαυσε νὰ μεθύῃ τακτικὰ ἀπὸ τὸ Σαββατόβραδον ἕως τὸ ἐξημέρωμα τῆς Δευτέρας. Ἡ Γιαννούλα δὲν εἶχε πλέον δεύτερον φόρεμα. Τὰ παιδιὰ δὲν εἶχαν πάντοτε ψωμί. Ἡ ἑστία σπανίως ἦτο ἀναμμένη. Ἡ γυνὴ ἐγόγγυζε.

*
* *

Ἀλλ᾽ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ παιδίον περὶ οὗ ὁ λόγος ἐν ἀρχῇ. Δὲν εἶμαι ποτὲ πολυπράγμων, ἀλλ᾽ ὁ φίλος μου ὁ μικρὸς παντοπώλης ἤξευρεν ὡς εἰκὸς ὅλα τὰ μυστικὰ τῆς γειτονιᾶς. Ἦτο γενικὸς θεματοφύλαξ τῶν ἀλλοτρίων ὑποθέσεων. Δὲν ἠξεύρω ἂν τὸ βλέμμα μου τοῦ ἐφάνη ἐρωτηματικόν, ἀλλ᾽ ὅταν εὐκαίρησεν, αὐθόρμητος ἤρχισε νὰ μοῦ διηγῆται τὴν ἱστορίαν.

Πρὸ ἐννέα ἐτῶν ὁ Μανώλης ὁ Φλοεράκης εἶχε νυμφευθῆ τὴν Γιαννούλαν Πολυκάρπου. Ἐκ τῆς συζυγίας ταύτης ἐγεννήθησαν πέντε τέκνα, ἐξ ὧν τὸ τρίτον ἦτο τὸ παιδίον ἐκεῖνο.

Ὁ Μανώλης ἦτο ξυλουργός, ἀλλὰ δὲν διέπρεπε πολὺ ἐπὶ φιλοπονίᾳ, Εἰργάζετο, ὁσάκις εἶχεν ἐργασίαν, ἀπὸ τὴν Τρίτην ἕως τὴν Παρασκευήν. Τὸ Σάββατον πρωὶ τοῦ ἐπονοῦσεν αἴφνης ἡ μέση του, τὴν Δευτέραν τοῦ ἐπονοῦσε τὸ κεφάλι. Ἐννοεῖται ὅτι διήρχετο ἐν κραιπάλῃ ἀπὸ τὸ Σάββατον ἑσπέρας ἕως τὴν Δευτέρα πρωί.

Ἡ γυνὴ ἦτο φιλεργός. Εἶχε ραπτικὴν μηχανὴν καὶ κατεσκεύαζεν ὑποκάμισα. Ἐκέρδιζεν οὕτω ἓν τάλληρον τὴν ἑβδομάδα, τὸ ὁποῖον, προστιθέμενον εἰς τὰς δεκατρεῖς ἢ δεκατέσσαρας δραχμάς, ὅσας ἐκέρδιζεν ἐκεῖνος, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων τὰ ἡμίση τοῦ ἐχρειάζοντο διὰ τὸ τακτικὸν μεθύσι τῆς Κυριακῆς, μόλις ἤρκει πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας.

Πλὴν ἡ οἰκογένεια ηὔξανε, σχεδὸν κάθε χρόνον. Ἀνὰ ἓν κουτσουβέλι, ἢ κατσιβέλι, ἐγεννᾶτο τακτικὰ κάθε δεκαοκτὼ μῆνας, μὲ κανονικότητα ἀπελπιστικήν. Ἡ οἰκογένεια ηὔξανεν, ἀλλὰ τὸ εἰσόδημα ἠλαττοῦτο. Ἡ ἐργασία ἐγίνετο σπανιωτέρα. Ἡ ραπτικὴ μηχανὴ παρερρίφθη εἰς μίαν γωνίαν, ἐτέθη εἰς ἀχρηστίαν. Ἡ Γιαννούλα, μὴ προφθάνουσα ν᾽ ἀπογαλακτίσῃ ἓν μωρό, καὶ ἀρχίζουσα νὰ βυζαίνῃ ἀμέσως ἄλλο, μόλις ἐπαρκοῦσα διὰ νὰ πλύνῃ ράκη, δὲν εἶχε πλέον καιρὸν νὰ ράπτῃ ὑποκάμισα.

Ὁ Μανώλης δὲν ἔπαυσε νὰ μεθύῃ τακτικὰ ἀπὸ τὸ Σαββατόβραδον ἕως τὸ ἐξημέρωμα τῆς Δευτέρας. Ἡ Γιαννούλα δὲν εἶχε πλέον δεύτερον φόρεμα. Τὰ παιδιὰ δὲν εἶχαν πάντοτε ψωμί. Ἡ ἑστία σπανίως ἦτο ἀναμμένη. Ἡ γυνὴ ἐγόγγυζε. Ὁ Μανώλης, ὅταν ἤρχετο, τὴν ἔτρωγε ἀπὸ τὴν γρίνια. Τὰ παιδιὰ ἔκλαιαν. Ἡ ἀχυροστρωμνὴ ἦτο τρύπια. Ἡ κουβέρτα δὲν ἤρκει νὰ σκεπάσῃ τὰ τρία μεγαλύτερα παιδιά.

Ἡ λάμπα ἦτο ἀκαθάριστη καὶ δὲν εἶχε πετρέλαιον. Ἡ στάμνα εἶχε σπάσει πρὸ τριῶν ἡμερῶν, καὶ ἔπιναν ἀπὸ ἕνα τσαγκλί*, ὁσάκις εἶχε νερὸν ἡ βρύσις τῆς γειτονιᾶς. Ἡ σκούπα, καταλερωμένη, εἶχε φαγωθῆ ἡ μισή, καὶ ἐλίπαινε τὸ πάτωμα ἀντὶ νὰ τὸ σκουπίσῃ. Τὸ τηγάνι εἶχε τρυπήσει καὶ ἦτο ἄχρηστον. Ἡ χύτρα ἦτο ραγισμένη, καὶ ἔσβηνε τὴν φωτιὰν διαρρέουσα, ὅταν φωτιὰ ὑπῆρχε. Ἡ κατσαρόλα ἦτο παλαιά, φαγωμένη, ἀγάνωτη. Ὁ γανωτὴς εἶχε προτείνει ἢ νὰ τὴν ἀγοράσῃ ἀντὶ πενῆντα λεπτῶν, ἢ νὰ τὴν γανώσῃ ἀντὶ πενῆντα, μὲ κίνδυνον, εἶπε, νὰ τρυπήσῃ καὶ νὰ γίνῃ ἄχρηστη. Ἡ Γιαννούλα ἐπροτίμησε νὰ τὴν κρατήσῃ ἀγάνωτην.

Ἡ ραπτικὴ μηχανὴ εἶχε δοθῆ ἐνέχυρον διὰ δύο εἰκοσιπεντάρικα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐχρησίμευαν διὰ τὰ γεννητούρια τοῦ τελευταίου μωροῦ καὶ δι᾽ ἄλλας χρείας. Τὰ δύο εἰκοσιπεντάρικα δὲν ἐπεστράφησαν, καὶ ἡ μηχανὴ ἐκρατήθη.

*
* *

Εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἦτο ἡ οἰκία, ὅταν εἰσεχώρησεν ὁ κουμπάρος ἐντός.

Ὁ κουμπάρος ἦτο ἄγαμος καὶ τεσσαρακοντούτης, παχύς, εὐμορφάνθρωπος μὲ πλατὺ ζουνάρι. Ἦτο μέγας καὶ πολύς, κομματάρχης ἑνὸς τῶν πολιτευτῶν τῆς Ἀττικῆς, εἶχε κερδήσει χρήματα ἀπὸ κάτι ἐνοικιάσεις. Ἦτο ἄνθρωπος μ᾽ ἐπιρροήν.

Κατ᾽ ἀρχὰς ἤρχετο ἅπαξ τοῦ μηνός. Εἶτα ἦλθε δὶς εἰς μίαν ἑβδομάδα, φέρων κρέας καὶ μικρά τινα δῶρα διὰ τὰ παιδία. Κατόπιν ἤρχισε νὰ ἔρχεται ἡμέραν παρ᾽ ἡμέραν. Τέλος ἤρχετο καθ᾽ ἑκάστην, φέρων πάντοτε ὀψώνια.

Τίς οἶδε ποίους σκοποὺς ἔτρεφεν ὁ κουμπάρος. Πλὴν ἡ Γιαννούλα ἦτον τίμια, ὅσον καὶ πᾶσα ἄλλη.

Ἡ Γιαννούλα ἦτον τίμια, ἀλλ᾽ ὁ Μανώλης ἦτον ζηλιάρης. Καὶ μετὰ πολλὰ ἑσπερινὰ δεῖπνα τὰ ὁποῖα ἔφαγεν εἰς τὴν οἰκίαν ὁμοῦ μὲ τὸν κουμπάρον, μετὰ πολλὰς δὲ πρωινὰς σκηνὰς τὰς ὁποίας ἔκαμεν εἰς τὴν γυναῖκά του, ἤρχισε νὰ μὴν εἶναι συνεπὴς εἰς τίποτε, κάποτε μάλιστα νὰ ξενοκατιάζῃ.

Τῆς εἶχε διηγηθῆ πολλάκις ὅτι, πρὶν τὴν πάρῃ, εἶχε μία φιλενάδα. Ἐκείνη εἶχε νυμφευθῆ ἔκτοτε, ἴσως χωρὶς παπά, καθὼς συνηθίζεται κάποτε εἰς τὴν πτωχὴν συνοικίαν. Τώρα φαίνεται ὅτι τὴν εἶχε ξανανταμώσει, αὐτὴν τὴν παλαιὰν γνωριμίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἔλειπεν ἀπὸ τὸ σπίτι βραδιὲς-βραδιές.

Ὅσον διὰ τὴν Γιαννούλαν, τὸ μόνον ἔγκλημά της ἦτο ὅτι, ἴσως, εἶχε πολιτέψει* τὸν κουμπάρον, καὶ δὲν τὸν εἶχε διώξει μίαν καὶ καλήν. Ὁ κουμπάρος ἤξευρε, βλέπετε, ἀπὸ πολιτικήν, καὶ αὐτή, ὡς γυνὴ ὁποὺ ἦτον, ἤξευρεν ἀπὸ ψευτοπολιτικήν. Πλὴν οἱ γειτόνισσες δὲν ἦσαν ἐπιεικεῖς, καὶ τὴν ἐκακολόγησαν. Καὶ εἷς τῶν γειτόνων, ὁ κὺρ Ζάχος ὁ Ξεφαντούλης, ἦτο τῆς ἀρχῆς ὅτι ἔπρεπεν ὁ ἐνδιαφερόμενος «νὰ ξέρῃ τί τρέχει». Καὶ ἡ ὑστεροβουλία, ἡ λανθάνουσα καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἦτο νὰ εὕρῃ διασκέδασιν αὐτὸς μὲ τὲς φωνές, μὲ τὲς κατακεφαλιές, μὲ τὰ τραβήγματα τῶν μαλλιῶν καὶ μὲ τὸ χώρισμα τοῦ ἀνδρογύνου.

Αὐτὸ θὰ εἰπῇ νὰ σοῦ θέλῃ τις τὸ καλόν σου, νὰ κήδεται τῆς τιμῆς σου, δηλαδή. Νὰ σὲ βάλῃ νὰ σκοτωθῇς.

*
* *

Μετὰ τελευταίαν φοβερὰν σκηνήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ Γιαννούλα ἐβγῆκε μὲ μισὴν πλεξίδα, μὲ ἓν μάγουλον αἱματωμένον, καὶ μὲ σχισμένον ὑποκάμισον ―καὶ ὅλοι οἱ φρονιμώτεροι ἄνθρωποι τῆς γειτονιᾶς ἔτρεφον τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν συμμερίζεται καὶ ὁ γράφων, ὅτι ἡ Γιαννούλα ἦτον ἀθῴα― ὁ Μανώλης ἔγινεν ἄφαντος. Ἐπῆγε νὰ ἐνταμώσῃ ὁριστικῶς τὴν παλαιάν του γνωριμίαν.

Ὁ κουμπάρος ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε παύσει τὰς συχνὰς ἐπισκέψεις του. Εἶχεν ἀρραβωνισθῆ. Γεροντοπαλλήκαρον ἀκμαῖον, καλοκαμωμένος, εὐμορφάνθρωπος, μὲ πλατὺ ζουνάρι, κομματάρχης, μέγας καὶ πολύς, κερδήσας χρήματα ἀπὸ τὰς ἐνοικιάσεις, ἑπόμενον ἦτο νὰ εὕρῃ νύμφην μὲ προῖκα.

Ἡ Γιαννούλα τὸν εἶχε πολιτέψει ἡ πτωχή. Μόνον τοῦτο τὸ ἁμάρτημα εἶχε πράξει. Ἀλλὰ τὰ παιδία ἐπεινοῦσαν. Πλὴν ἐκεῖνος ἐβαρύνθη νὰ περιμένῃ, κ᾽ ἔφυγε μὲ τὴν ὥραν του.

Καὶ ἡ Γιαννούλα ἔμεινε μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά ―τὸ πέμπτον εἶχεν ἀποθάνει, ἀνακληθὲν ἐνωρὶς ὑπὸ τοῦ Πολυευσπλάγχνου καὶ Πανσόφου εἰς τὸν κῆπον τὸν ἀνθηρόν, εἰς τὸ ὡραῖον περιβολάκι μὲ τὰ κρίνα καὶ μὲ τοὺς ναρκίσσους, μετὰ τῶν ὁποίων φυτεύονται καὶ ἀνθοῦσιν ἐσαεὶ καὶ τὰ ἄκακα νήπια―· ἔμεινε, λέγω, μὲ τὰ τέσσαρα παιδία, χωρὶς πατέρα, καὶ χωρὶς κουμπάρον.

Ἔμεινε χωρὶς ἄρτον εἰς τὸ ἑρμάρι καὶ χωρὶς φωτιὰν εἰς τὴν ἑστίαν, χωρὶς φόρεμα, χωρὶς στρωμνήν, χωρὶς σκέπασμα, χωρὶς χύτραν καὶ χωρὶς στάμναν· καὶ χωρὶς ραπτικὴν μηχανήν!

Καὶ τὸ τρίτον παιδίον, ὁ Μῆτσος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔβλεπα, ἤρχετο εἰς τὸ παντοπωλεῖον, καὶ ἐζήτει ἀπὸ τὸν μικρὸν μπακάλην, ὅστις ἦτο ἀκριβὴς εἰς τὰ σταθμά, ἀλλὰ δὲν ἐνόει ἀπὸ ἐλεημοσύνην, ἤρχετο καὶ ἐζήτει νὰ τοῦ στάξῃ «μιὰ σταξιὰ λάδι στὸ γυαλί», αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἄξιον νὰ στάξῃ μίαν σταγόνα νεροῦ εἰς πολλῶν πλουσίων χείλη, εἰς τὸν ἄλλον κόσμον.

Καὶ ᾐτιολόγει τὴν αἴτησίν του λέγον:

― Δὲν ἔχουμε πατέρα στὸ σπίτι!

(1895)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. ΑΠΑΝΤΑ. ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ. ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ. Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ. ΑΘΗΝΑ 1984. Σελ. 89-94.

Οι εικόνες είναι από εδώ: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Παιδικά Διηγήματα. Εκδόσεις Άγκυρα. Αθήνα. 1976. Εικονογράφηση: Μ. Βενετούλια.

Δείτε ακόμη:

  • Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911)6 Ιανουαρίου 2016 Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: ΦΩΤΑ – ΟΛΟΦΩΤΑ (0)
    Ἐκινδύνευε νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ κῦμα ἡ μικρὴ βάρκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, πλέουσα ἀνάμεσα εἰς βουνὰ κυμάτων, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἤρκει διὰ νὰ ἀνατρέψῃ πολλὰ καὶ δυνατὰ σκάφη καὶ νὰ μὴ […]
  • Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911)12 Ιανουαρίου 2015 Σατιρικός Παπαδιαμάντης: Ἦχος πλάγιος δ´ (0)
    Τί σε Κωνσταντῖνε καλέσωμεν; κληρονόμον χαμαλίκας, τῶν βαστάζων ἀρχηγόν, ἀλλακτὴν τοῦ Ἀνανία, ἀηδέστατον μωρόν· φωστῆρα τῆς Καλκούτας διαλάμποντα, χαμάλην τῶν παπάδων προεξάρχοντα, τῶν […]
  • 12 Απριλίου 2014 Για τα ονόματα – Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (0)
    Ο Αποστόλης ο Καλούμας συνήθιζε λίαν πρωί, τας ημέρας των εορτών πού είχαν πολλά ονόματα, δια να μη κάμνει λάθος και παραλείπει κανένα εορτάζοντα, ενώ ακόμη ο κόσμος ήτο εις την […]
  • Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911)16 Απριλίου 2014 Στην Αγι-Αναστασά – Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (0)
    Ο συνοδίτης των τριών αρχαιολόγων και του δημοδιδασκάλου, ο πέμπτος, νεανίας εικοσαέτης, είχε κατά το φαινόμενον, το αξιώτερον υποζύγιον υπέρ πάντας τους λοιπούς, υψηλόν όνον, εύρωστον, […]
  • Fr. Millet, Οι σταχομαζώχτρες. 1857. Musée d' Orsay. Παρίσι.20 Δεκεμβρίου 2014 Ἡ Σταχομαζώχτρα (1889) (0)
    Ἀλλὰ τὸ πρώτιστον εἰσόδημα τῆς θεια-Ἀχτίτσας προήρχετο ἐκ τοῦ σταχομαζώματος. Τὸν Ἰούνιον κατ᾽ ἔτος ἐπεβιβάζετο εἰς πλοῖον, ἔπλεεν ὑπερπόντιος καὶ διεπεραιοῦτο εἰς Εὔβοιαν. Περιεφρόνησε τὸ […]
  • Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911)5 Ιουλίου 2014 Τα καλαμπούρια ενός δασκάλου (0)
    Ἦτο ἀξιοπερίεργος τύπος, κρᾶμα κυνικοῦ καὶ ἐπικουρείου. Εἶχεν ἰδιαιτέρας ὀνομασίας, ἰδικάς του λέξεις δι᾿ ὅλα. Τὸ Ἀρσάκειον τὸ ὠνόμαζεν Ἀρνάκειον. Τὸ Βαρβάκειον λύκειον ― ἐδῶ ἔτρεπε τὸ […]
  • Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911)7 Φεβρουαρίου 2016 Η Σαπφώ Νοταρά διαβάζει Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη – Ωχ! Βασανάκια (1)
    Ἦτο ὥρα δεκάτη τῆς πρωίας. Ὁ διδάσκαλος, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὸ πρωινὸν μάθημα τῆς πρώτης τάξεως, εἶχεν ἀποπέμψει τοὺς βαρυκεφάλους μαθητὰς καὶ εἶχεν ἀρχίσει νὰ παραδίδῃ εἰς τὴν δευτέραν. Κάτω […]
  • Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορες ήταν ο Αλέξιος Δ' ο Αλέξιος Ε' Μούρτζουφλος και ο Θεόδωρος Α' από την Δ' Σταυροφορία, με επικεφαλής τον Ερρίκο Δάνδολο, τον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό και τον Βαλδουίνο Α'. Η σταυροφορία διήρκεσε μέχρι το 1204 , όταν τελικά η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε.15 Φεβρουαρίου 2014 Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και οι άνθρωποι που εμπορεύονται τα έθνη (1)
    Το μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη «Οι έμποροι των Εθνών» κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, σε συνέχειες, στην εφημερίδα «Μη Χάνεσαι» από το Νοέμβριο του 1882 ως το Φεβρουάριο του 1883. Έκτοτε […]
  • Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911)10 Απριλίου 2014 «Γιατί έγινε το σχολειό» (1)
    Ολίγα τινά χωλά θρανία τα εκάρφωσε με τας χείρας του ο διδάσκαλος, άλλα πέντε ή έξ αντικατέστησαν οι ξυλουργοί. Είχε διατάξει να καθαρίσωσι το υπό την δασκαλοκαθέδραν σωφρονιστήριον, εκεί […]
  • Ο Κάφκα κατατάσσεται στους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ου αιώνα και η «Μεταμόρφωση», μαζί με τη «Δίκη» αποτελούν όχι μόνο τα πιο γνωστά, αλλά και τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της καφκικής σκέψης.8 Απριλίου 2013 Ο Φραντς Κάφκα και οι μεταμορφώσεις (0)
    Όμως ο Κάφκα δεν σταματά στην οπτική του μεταμορφωμένου υποκειμένου, αλλά συνεχίζει περικλείοντας όλες τις οπτικές. Ο πατέρας τον τρομάζει ουρλιάζοντας και τον τραυματίζει πετώντας του […]
  • Η ποιητική συλλογή, με τίτλο ΑΦΕΣΙΣ, οποία κυκλοφόρησε διαδικτυακώς (ως e-book) τον Απρίλιο τού 2013.4 Ιανουαρίου 2014 Νέα ποιητική συλλογή: ΑΦΕΣΙΣ (0)
    Δημήτρης Αγαθοκλής - ΑΦΕΣΙΣ Η ποιητική συλλογή, με τίτλο ΑΦΕΣΙΣ, οποία κυκλοφόρησε διαδικτυακώς (ως e-book) τον Απρίλιο τού 2013. Περισσότερα μπορείτε να δείτε εδώ: […]
  • ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων14 Νοεμβρίου 2015 ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας -Δ- (0)
    ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας -Δ-
  • 27 Φεβρουαρίου 2018 Ο Walter Benjamin για την εικόνα του Προυστ (0)
    Ο Walter Benjamin για την εικόνα του Προυστ Το παρακάτω είναι απόσπασμα που περιέχεται σε βιβλίο συλλογής δοκιμίων του Walter Benjamin από τις εκδόσεις Ουτοπία του 1983, σε μετάφραση Μηνά […]
  • 18 Ιουνίου 2017 Αχαλίνωτος Προυστ (0)
    Σε κάποιο γράμμα που έγραψε στον Ζακ, ο Μαρσέλ έλεγε ότι, επειδή αντιμετώπιζε πάρα πολλά οικογενειακά προβλήματα, είχε ανάγκη από διαβεβαιώσεις για τη φιλία […]
  • Τι σημαίνει26 Αυγούστου 2014 Τι σημαίνει: χλιάρι (1)
    Το υποκοριστικό χλιαρούλι σημαίνει το κουταλάκι, ας πούμε του γλυκού. Μεγεθυντικό είναι η χουλιάρα η χλιάρα, δηλαδή η κουτάλα. Ο Ηλίας Πετρόπουλος γράφει σχετικά: Την φασουλάδα την […]
  • Ξανά στο χείλος της πλατφόρμας.16 Μαρτίου 2015 Εφιάλτης (0)
    Βλέπω το τεράστιο κενό που με χωρίζει από την επιφάνεια της θάλασσας και οπισθοχωρώ. Φοβάμαι την πτώση. Καθώς οπισθοχωρώ προσέχω το χρώμα του δαπέδου της πλατφόρμας. Είναι μπεζ, ενώ έχω […]
  • 11 Σεπτεμβρίου 2017 Τα Ηροδότεια erotica – η Titania Matina του Ερανιστή στην εκπομπή της Θέκλας Τσελεπή «Καθόμαστε στο Κόκκινο» (0)
    "Να αναζητήσουμε τη γοητεία των κειμένων"
  • Η Γυφτοπούλα, παραγωγή της ΥΕΝΕΔ, 197426 Απριλίου 2015 Ο Παπαδιαμάντης, η γυφτοπούλα και η χρησιμοθηρική όψη του ρατσισμού (0)
     Ο Παπαδιαμάντης, η γυφτοπούλα και η χρησιμοθηρική όψη του ρατσισμού Γράφει ο Θανάσης Μπαντές Το μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη «Η γυφτοπούλα» αναφέρεται στις τελευταίες μέρες της […]

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.