26 Οκτωβρίου 2018 at 01:15

Η «Βόρεια Μακεδονία» θα εξάγει αστάθεια: Μια αποτίμηση από την Ελληνική σκοπιά

από

Η «Βόρεια Μακεδονία» θα εξάγει αστάθεια: Μια αποτίμηση από την Ελληνική σκοπιά

Γράφει ο Κώστας Α. Λάβδας

Η επίλυση της εκκρεμότητας με την ΠΓΔΜ και η ένταξη της στο ΝΑΤΟ και πιθανόν, πολύ αργότερα, στην ΕΕ είναι προφανώς προς το συμφέρον της ίδιας και υπό προϋποθέσεις προς το συμφέρον της Ελλάδας. Οι σκέψεις μου εδώ εστιάζονται σχεδόν αποκλειστικά στα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Θα χρειαστεί μια συμπληρωματική διερεύνηση της ενδεχόμενης ευρωπαϊκής διάστασης της μελλοντικής πορείας της ΠΓΔΜ ως Βόρειας Μακεδονίας, εφόσον η «Τελική Συμφωνία για την Επίλυση των Διαφορών…» κυρωθεί και τεθεί σε ισχύ.

Το ερώτημα για τη συμφωνία, που – ας μην γελιόμαστε – θα μας απασχολήσει για πολλά χρόνια, ίσως δεκαετίες, είναι διττό. Είναι προς όφελος των εθνικών συμφερόντων της Ελλάδας; Και – εάν υποτεθεί ότι είναι – θα αποδεχθεί βιώσιμη στην παρούσα («τελική»)

Η επίλυση της εκκρεμότητας με την ΠΓΔΜ και η ένταξη της στο ΝΑΤΟ και πιθανόν, πολύ αργότερα, στην ΕΕ είναι προφανώς προς το συμφέρον της ίδιας και υπό προϋποθέσεις προς το συμφέρον της Ελλάδας.
Η επίλυση της εκκρεμότητας με την ΠΓΔΜ και η ένταξη της στο ΝΑΤΟ και πιθανόν, πολύ αργότερα, στην ΕΕ είναι προφανώς προς το συμφέρον της ίδιας και υπό προϋποθέσεις προς το συμφέρον της Ελλάδας.

μορφή της;

Ως προς την πρώτη διάσταση, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι οι επαναλαμβανόμενες κοινοτοπίες περί περιορισμού της «σπατάλης διπλωματικού κεφαλαίου» θα είχαν κάποιο (σχετικό) νόημα εφόσον είχαν προηγουμένως καθοριστεί οι στόχοι. Ας μιλήσουμε λίγο για στόχους. Στην περιοχή μας, ποιες απειλές πρωτίστως οφείλει να εξισορροπήσει η Ελλάδα; Και ποιες δυνατότητες αντικειμενικά έχει σήμερα η χώρα;

Στο πρώτο και κρίσιμο ερώτημα, η απάντηση είναι σαφής: την Τουρκία και την Αλβανία,με αυτή τη σειρά προτεραιότητας και σημασίας. Η Τουρκία έχει εξελιχθεί σε αρκετά ισχυρή και απρόβλεπτη δύναμη στην περιοχή, ενώ η σχετική απομάκρυνση από την ΕΕ μειώνει περαιτέρω την προβλεψιμότητα και αυξάνει τα στοιχεία αναθεωρητισμού στην εξωτερική πολιτική της. Παράλληλα, η κυβέρνηση Ράμα στην Αλβανία είναι παραπλανητικά εκσυγχρονιστική και διαβρωτικά καθησυχαστική ενώ το εθνικιστικό ρεύμα εξακολουθεί να υφέρπει και παραμένει ισχυρό. Το όραμα της Μεγάλης Αλβανίας αποτελεί πεδίο δυνητικής σύγκλισης της υπαρκτής Τουρκικής απειλής και του αμφιταλαντευόμενου Αλβανικού αναθεωρητισμού.

Στα Σκόπια μέσω Άγκυρας;

Ποιά θα πρέπει να είναι η θέση της ΠΓΔΜ στο σχεδιασμό μας; Θεωρητικά, με δεδομένο το γεγονός ότι η Ελλάδα οφείλει πρωτίστως να εξισορροπήσει την τουρκική απειλή, ο συμβιβασμός με τα Σκόπια φαίνεται αναγκαίος προκειμένου ο μικρός, ανίσχυρος βόρειος γείτονας μας να μην εισέλθει σε τροχιά Τουρκικής επιρροής. Το πρόβλημα με αυτή την καταρχήν ορθή συλλογιστική είναι ότι ο τρόπος και οι λεπτομέρειες του συμβιβασμού ενδέχεται να επηρεάσουν περισσότερο τις μελλοντικές σχέσεις στην περιοχή από την ίδια την ύπαρξη ή την αναβολή του. Ενώ τα κύρια όπλα της Ελλάδας – η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ – θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν με περίσκεψη.

Δυστυχώς, παρότι περιέχει πολλά καλοδουλεμένα και θετικά στοιχεία, ούτε η συμφωνία στο σύνολο της ούτε οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για να διαμορφωθεί το τελικό κείμενο δικαιολογούν αισιοδοξία. Οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν διάβρωσαν κι άλλο, αντί να ενισχύσουν, την εθνική συνεννόηση και, κατά συνέπεια, δυσκολεύουν περαιτέρω την εφαρμογή. Αναφορικά με την ίδια τη συμφωνία, η αναγνώριση για πρώτη φορά «μακεδονικής» ταυτότητας μετακυλίει ουσιαστικά στο τεραίν της εσωτερικής πολιτικής του βόρειου γείτονα το μελλοντικό σημείο ισορροπίας. Εάν η εσωτερική πολιτική εκεί είναι ομαλή, μια «βορειομακεδονική» συνισταμένη της εθνοτικά διαιρεμένης και πολυπολιτισμικής κοινωνίας θα παγιωθεί σταδιακά. Εάν όχι, η αναγνωρισμένη επίσημη «μακεδονική» ταυτότητα θα γίνει πεδίο αμφισβήτησης, όχημα περιπετειών και αστάθειας. Η εσωτερική πολιτική της ΠΓΔΜ είναι επιρρεπής και σε Τουρκικές και Αλβανικές επιρροές, κάτι που ορισμένοι αφελώς πιστεύουν ότι θα πάψει να ισχύει ως δια μαγείας με την έναρξη συνομιλιών ένταξης σε ΝΑΤΟ και ΕΕ.

Το κρίσιμο κεκτημένο του Βουκουρεστίου (πρώτα λύση, μετά ένταξη) εγκαταλείπεται δέκα χρόνια μετά, χωρίς να έχουμε αποφύγει αυτό που μας προβλημάτιζε από δεκαετίες.

Διαπιστώνονται, παράλληλα, σημαντικά γκρίζα σημεία στη συμφωνία. Όπως η σύσταση επιτροπής που θα εξετάσει την ύπαρξη τυχόν αλυτρωτικών βλέψεων στα βιβλία ιστορίας των δύο χωρών, άρα θα ελεγχθούν και τα βιβλία της ιστορίας μας. Όπως το μέλλον των εμπορικών ονομασιών και των εμπορικών σημάτων. Θα εξεταστούν από κοινή επιτροπή εμπειρογνωμώνων που θα συσταθεί μέσα στο 2019 με προοπτική να καταλήξει σε αποδεκτή λύση εντός τριών ετών από τότε. Σημαντική γκρίζα ζώνη είναι και η τύχη των αγαλμάτων και άλλων μνημείων από την αρχαιοελληνική και βυζαντινή περίοδο που άφησε το τραγελαφικό πέρασμα Γκρούεφσκι και των οποίων το «καθεστώς» θα πρέπει να «επανεξετάσει» (όπως ορίζει η συμφωνία στο άρθρο 8 παρ. 2) η εκεί κυβέρνηση. Σημειωτέον ότι τα πιο ακραία παραδείγματα της αρχαιοκαπηλείας Γκρούεφσκι αποσύρθηκαν ως δείγμα «υποχώρησης» πριν τη συμφωνία, εγχειριδιακό παράδειγμα ανέξοδης υποχώρησης ενόψει μιας καταφανώς ανίσχυρης και αστήρικτης αρχικής υπέρβασης. Με αυτή την έννοια, το ακραίο VMRO συνέβαλε καθοριστικά στη σημερινή συμφωνία.

Η μεγάλη εικόνα

Το λάθος πολλών καλοπροαίρετων σχολιαστών είναι ότι αντιλαμβάνονται την εποχή μας ως κατώφλι πραγμάτωσης της Καντιανής «αιώνιας ειρήνης» και – κατά συνέπεια – αποτιμούν κάθε σχετικά λελογισμένη εθνική υποχώρηση ως συμβολή στην ολοκλήρωση της. Ο κομψός αυτός όσο και διάτρητος μανδύας επιτρέπει παράλληλα και σε πολλούς πονηρούς καριερίστες να καμώνονται πως συμβάλλουν στην «ευρωπαϊκή ιδέα» (την οποία στο παρελθόν πολέμησαν λυσσαλέα) ενώ απλώς επεκτείνουν τις βιογραφικές τους διαδρομές μέσα σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον γενικευμένης σύγχυσης.

Αλλά η μακεδονική πτυχή είναι συγκροτησιακή της ελληνικής ταυτότητας. Το σημερινό μούδιασμα οδηγεί σε μια παροδικά επιτρεπτική συγκυρία που – σχεδόν αναπόφευκτα – θα αποσυμπιεστεί με τρόπο επώδυνο στο προσεχές μέλλον. Η διάσταση Βορρά – Νότου στο εσωτερικό της χώρας θα ενταθεί ενώ τόσο η «επίλυση» που επελέγη όσο και η διαδικασία που ακολουθήθηκε θα αποτελέσουν σημεία αναφοράς νέων διαιρετικών τομών.

Στην πραγματικότητα, ο επιχειρούμενος μονομερής ιδεολογικός αφοπλισμός της Ελλάδας και της ελληνικής κοινής γνώμης σε συνδυασμό με μια εξαιρετικά διχαστική και αυτοαναφορική πολιτική σκηνή, έχουν διαβρώσει την εθνική ενότητα σε βαθμό επικίνδυνο για τη βιωσιμότητα του Ελληνικού κράτους, εάν κάτι πάει διαβολικά άσχημα στις διαδικασίες ευρωπαϊκής αλληλεξάρτησης και αυξανόμενης ενοποίησης. Χωρίς εθνική ενότητα – όχι βερμπαλισμούς και εθνικιστικές δημαγωγίες αλλά σχεδιασμό και στρατηγική με αδιαφορία για το πολιτικό όφελος και κόστος – δύσκολα θα υπάρξει μέλλον με ειρήνη και ευημερία. Η έλλειψη εθνικής συνεννόησης, κορυφαία στιγμή της οποίας υπήρξε και η 17η Ιουνίου 2018, αποτελεί έκφραση μιας εσωτερικής υπερπολιτικοποίησης που, σωρευτικά, οδήγησε σε εκκρεμές εξωτερικής πολιτικής: από τις εθνικιστικές εξάρσεις στις παθητικές πολιτικές παραχωρήσεων, όπως αυτή της 17ης Ιουνίου. Ένα εκκρεμές που καθιστά αδύνατη τη διαμόρφωση συνολικής εθνικής στρατηγικής σε μια περιοχή του πλανήτη εξαιρετικά επικίνδυνη και ασταθή.

Μια συμφωνία που μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή σε ένα γεωγραφικό και περιφερειακό περιβάλλον ενδέχεται να είναι απαράδεκτη και προβληματική σε άλλο. Στο συγκεκριμένο περιβάλλον των σχέσεων Ελλάδας – ΠΓΔΜ, μόνο μια συμφωνία που ξεκαθάριζε ότι υφίσταται «νεομακεδονική» ή, έστω, «βορειομακεδονική» ιθαγένεια – και, εμμέσως, εθνότητα – θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή εάν όλα τα υπόλοιπα σημεία ήταν ευθυγραμμισμένα με τις θέσεις της αποφυγής αλυτρωτισμού και παγίωσης σχέσεων καλής συνεργασίας σε μια ευρωατλαντική προοπτική. Εξαρχής, το όνομα, τα παράγωγα, η ταυτότητα και η γλώσσα θεωρήθηκαν κρίσιμα. Το κρίσιμο κεκτημένο του Βουκουρεστίου (πρώτα λύση, μετά ένταξη) εγκαταλείπεται δέκα χρόνια μετά, χωρίς να έχουμε αποφύγει αυτό που μας προβλημάτιζε από δεκαετίες.

Στο συγκεκριμένο περιβάλλον των σχέσεων Ελλάδας – ΠΓΔΜ, μόνο μια συμφωνία που ξεκαθάριζε ότι υφίσταται «νεομακεδονική» ή, έστω, «βορειομακεδονική» ιθαγένεια – και, εμμέσως, εθνότητα – θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή…

Από την απόφαση της σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών το 1992 υπό τον πρόεδρο Κωνσταντίνο Καραμανλή για αποδοχή ονομασίας που δεν θα περιέχει τη λέξη «Μακεδονία» ή παράγωγά της και την απόρριψη της ενδιαφέρουσας πρότασης Πινέϊρο για «Νεομακεδονία» (Novamakedonija) λίγο αργότερα το ίδιο έτος, φτάσαμε – μετά τόσα χρόνια – στην αποδοχή «μακεδονικής» ιθαγένειας. Και είμαστε ικανοποιημένοι, εφόσον (όπως είπε στη Βουλή μιλώντας στις 16/6/2018 βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην υπουργός) «χάρη στη συμφωνία αναγνωρίζεται ότι η Πέλλα ανήκει στον ελληνικό πολιτισμό» (!) (αναφερόμενος προφανώς στο άρθρο 7 της συμφωνίας).

Με δεδομένα

(α) τον ελλειπή δυναμισμό της Ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας υπό τις παρούσες συνθήκες,

(β) την καχεξία της οργανωμένης Ελληνικής οικονομκής και πολιτιστικής διπλωματίας και

(γ) την αντι-επιχειρηματική κουλτούρα της σημερινής κυβέρνησης, πιο πιθανό είναι η ΠΓΔΜ να ωφεληθεί οικονομικά από τη συμφωνία, όταν και εάν τεθεί σε ισχύ, παρά η Ελλάδα. Ακριβώς αυτή η αδυναμία επιρροής στην ΠΓΔΜ παρά τη σημαντική ελληνική επιχειρηματική παρουσία εκεί (αδυναμία που επιβεβαιώθηκε άλλωστε στο πρόσφατο παρελθόν) καθιστά επικίνδυνη κάθε προβληματική συμφωνία με τη γείτονα. Η σημερινή κυβέρνηση στην Αθήνα προσαρμόζεται με λογική χαμαιλέοντα χωρίς να αλλάζει τις λανθάνουσες προϊδεάσεις της. Έτσι όλα θα εξαρτηθούν από τις εσωτερικές εξελίξεις στα Σκόπια και από το εάν θα παραμείνει αναθεωρητική χώρα η ΠΓΔΜ στην εξωτερική πολιτική της.

Στο δια ταύτα

Η συμφωνία έχει πολλά θετικά και καλοδουλεμένα επιμέρους σημεία, αλλά αποτυγχάνει στα ουσιώδη: στο ζήτημα της γλώσσας και – κυρίως – στο ευθέως συνδεόμενο ζήτημα του έθνους που εκχωρείται εμμέσως αλλά σαφώς μέσω της ιθαγένειας. Είναι ανόητο να μετράμε ποσοστά «επιτυχίας» και «αποτυχίας» αναφορικά με τις ελληνικές θέσεις, όταν το θέμα δεν είναι ποσοτικό (πόσα άρθρα της συμφωνίας μας ικανοποιούν; ρωτούν κάποιοι) αλλά αφορά τον πυρήνα του ζητήματος: το άρθρο 1 παρ. 3 (σε συνδυασμό μάλιστα με γκρίζα σημεία όπως αυτά που αναφέραμε πιο πάνω) καθιστά τη συμφωνία προβληματική για την Ελλάδα. Οι κάτοικοι στο μέλλον θα αποκαλούνται «Μακεδόνες» με την αναγνώριση πια και της Ελλάδας και της ΕΕ και του ΟΗΕ και οι κάτοικοι αυτοί θα μιλούν γλώσσα «μακεδονική»: ένα πολιτικό έθνος γεννήθηκε.

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλο μας. Δεν είναι πρωτοφανές να πιέζεσαι από συμμάχους, οι οποίοι έχουν ενδεχομένως διαφορετική οπτική σε επιμέρους ζητήματα. Πολλά συμβαίνουν στο εσωτερικό και των πιο σταθερών και πολύτιμων συμμαχιών. Πρωτοφανές είναι να μη διαθέτεις την πεποίθηση και τα επιχειρήματα να συζητήσεις και να συνδιαμορφώσεις άποψη, να πειστείς αλλά και να πείσεις, να αναζητήσεις μια πράγματι κοινή και πράγματι βιώσιμη συνισταμένη. Ως Βόρεια Μακεδονία, η ΠΓΔΜ πιθανότατα θα καταστεί ακόμη περισσότερο ταμπλώ αποτύπωσης και επεξεργασίας περιφερειακών συσχετισμών και συγκρούσεων. Παρότι περιέχει αρκετά θετικά στοιχεία, η συμφωνία με την ΠΓΔΜ στην παρούσα μορφή της αποτελεί για την Ελλάδα έναν μέτριο και δυνητικά επιζήμιο συμβιβασμό.

Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr

(Εμφανιστηκε 228 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.