1 Ιουλίου 2018 at 23:23

Το πολιτειακό σύνταγμα του Βυζαντινού κράτους

από

Το πολιτειακόν σύνταγμα του Βυζαντινού κράτους

Κείμενο: Παύλος Καρολίδης

Η Βυζαντινών πολιτεία, ήτοι το πολίτευμα του Βυζαντιακού κράτους, ήτο απόρροια της ιστορικής αναπτύξεως του πολιτεύματος του Ρωμαϊκού κράτους. Ως γνωστόν, το πολίτευμα της Ρώμης εν αρχαιοτάτοις ήδη χρόνοις από τύπου κατ’ αρχήν μοναρχικού γενόμενον δημοκρατικόν, εστηρίζετο πάντοτε επί θεσμών το πλείστον δημοκρατικών, και αφού επί του Αύγουστου κατ’ ουσίαν κατέστη μοναρχικόν. Ο Οκταβιανός Αύγουστος, ού η αρχή συνήθως θεωρείται ως αρχή μοναρχίας ή αυτοκρατορίας, δεν ίδρυσεν εν Ρώμη μοναρχίαν κατά τύπον, αλλά την κατά τύπον δημοκρατικόν υφισταμένην πολιτείαν μετεποίησε κατ’ ουσίαν εις μοναρχίαν, συγκεντρώσας πάσας τας αρχάς και τα αξιώματα της δημοκρατικής πολιτείας, τα τε πολιτειακά και τα στρατιωτικά και τα δικαστικά, εις το πρόσωπον εαυτού, γενόμενος ο αυτός ανήρ και δήμαρχος και ύπατος, και στρατηγός αυτοκράτωρ (imperator) και πρώτος ή πρωτεύων της Συγκλήτου (princeps) και πραίτωρ. Της τοιαύτης δε συγκεντρώσεως κατασταθείσης διαρκούς εν τοις διαδόχοις αυτού, ιδρύθη εν Ρώμη και εν τω Ρωμαϊκώ κράτει αληθής μοναρχία υπό ονόματα δημοκρατικών εξουσιών συνηνωμένων εν ενί προσώπω. Αλλ’ ει και ως προς τα ονόματα και τους τύπους η πολιτεία διετήρει την δημοκρατικήν αρχήν και αυτοί οι πράγματι μοναρχούντες και αυταρχούντες άνδρες, οι συγκεντρούντες εν εαυτοίς, ως είρηται, πάσαν την αρχήν, απέφευγον πάντα, τα επισήμως μοναρχικήν εξουσίαν σημαίνοντα ονόματα και προσωνυμίας, οίον το όνομα rex (= βασιλεύς), όμως τοσούτον κατ’ ουσίαν η πολιτεία κατέστη μοναρχική, ώστε και αυτά τα δημοκρατικά ονόματα, ως ήτο λ. χ. το princeps (=princeps senatus, πρώτος της Συγκλήτου), imperator (=στρατηγός, αυτοκράτωρ), άτινα ήσαν δημοκρατικά, έλαβον σημασίαν μοναρχικήν· και το μεν princeps κατέστη συνώνυμον προς το ηγεμών, το δε imperator προς το υπέρτατος μοναρχικός άρχων της πολιτείας, μεταφραζόμενον υπό των Ελλήνων αυτοκράτωρ. Και αυτή η προσωνυμία αύγουστος (σεβαστός), όπερ τιμής ένεκεν είχε δοθή εις τον Οκταβιανόν υπό της Συγκλήτου, φερομένη και από των διαδόχων αυτού, κατήντησε να σημαίνη υπέρτατος ηγεμών. Και αυτό δε το οικογενειακόν όνομα του Οκταβιανού, το Καίσαρ, κατέστη ταυτόσημον προς το μονάρχης, όπως και αυτό το όνομα του λόφου, ένθα είχε την κατοικίαν αυτού, το του Παλατινού λόφου ή απλούστερον Παλατίου, μετέστη εις σημασίαν ηγεμονικής κατοικίας, ήτοι βασιλείων ή ανακτόρων.

Ακρίτες αποκαλούνταν από τους Βυζαντινούς οι φύλακες των συνόρων, που την εποχή εκείνη τα ονόμαζαν «άκρες».
Ακρίτες αποκαλούνταν από τους Βυζαντινούς οι φύλακες των συνόρων, που την εποχή εκείνη τα ονόμαζαν «άκρες».

Από της Ρωμαϊκής λοιπόν πολιτείας κατά την εν τοις αυτοκρατορικοίς λεγομένοις χρόνοις ιδίως εξέλιξιν αυτής παρήχθη η Βυζαντινή πολιτεία, και διά νέας ιδιοφυούς εξελίξεως και συναφείας και συνδυασμού προς άλλα πολιτειακά και ηθικά στοιχεία απετέλεσε συν τω χρόνω σύστημα πολιτειακόν μετά των πολλών και ποικιλωνύμων αρχών και εξουσιών αυτού, χωρίς ποτε το σύστημα τούτο να νομοθετηθή επισήμως και ν’ αποτελέση γραπτόν σύνταγμα πολιτειακόν, όπως τα πολιτειακά συντάγματα των νεωτέρων Ευρωπαϊκών κρατών.

Το Βυζαντινόν λοιπόν πολίτευμα, όν κατά μέγα μέρος προϊόν της Ρωμαϊκής πολιτείας των αυτοκρατορικών χρόνων, ήτο ως προς το Ρωμαϊκόν αυτού μέρος μοναρχία κατ’ ουσίαν. Κατέστη δε μοναρχία και κατά τύπον, διότι εξ αρχής οι Ελληνικοί λαοί, και προ της γενέσεως του Βυζαντινού κράτους της Ανατολής, μη εξετάζοντες τον εξωτερικόν τύπον της Ρωμαϊκής πολιτείας, εκάλουν τους αυτοκράτορας της Ρώμης βασιλέας και αυτοκράτορας, και Καίσαρας αυτούς προσαγορεύοντες απέδιδον εις το όνομα καθαρώς μοναρχικήν σημασίαν δηλούσαν και το αξίωμα αυτάρχου ηγεμόνος. Πλην τούτου το Βυζαντινόν κράτος άρχεται κυρίως από του Κωνσταντίνου, όστις είνε ο πρώτος Χριστιανός αυτοκράτωρ της Ρώμης. Οι δε εν Ανατολή Χριστιανοί Έλληνες την μοναρχίαν ταύτην του Κωνσταντίνου εθεώρησαν αρχήν βασιλικήν καθηγιασμένην υπό θεού και απέδοσαν εις αυτήν όλας τας θείας ιδιότητας της βασιλείας, τας αποδιδομένας εν τη ιερά γραφή προς τον Δαυίδ και τους διαδόχους αυτού, άς η Χριστιανική εκκλησία παρέλαβε περί της βασιλείας εκ της Παλαιάς Διαθήκης και ανήνεγκεν εις τους Χριστιανούς αυτοκράτορας. Εντεύθεν δε οι βασιλείς οι εν Κωνσταντινουπόλει εκλήθησαν όπως και οι βασιλείς του Ισραήλ χριστοί του Κυρίου, ήτοι (διά του χρίσματος δεδοκιμασμένοι) εκλεκτοί γενόμενοι παρά του Θεού και υπ’ αυτού τεταγμένοι άρχοντες του λαού. Κατά ταύτην λοιπόν η εν Βυζαντίω ιδρυθείσα Ελληνική μοναρχία συνεδυάσθη εν τω Χριστιανισμώ μετά της περί βασιλείας ιδέας της Ισραηλιτικής της Παλαιάς Διαθήκης και καθιερώθη και θρησκευτικως και καθηγιάσθη υπό της Εκκλησίας ως θεόθεν απορρέουσα, θεόθεν τεταγμένη βασιλεία, εν τω ιερώ προσώπω του μονάρχου εκπροσωπούσα τον χριστόν του Κυρίου, τον εκλεκτόν του Θεού, τον προστάτην και υπέρμαχον της Εκκλησίας αυτού, τον επεμβαίνοντα ενίοτε και εις τας δογματικάς εν τη Εκκλησία αναφυομένας έριδας, ίνα αποδώση την ειρήνην τη Εκκλησία.

Η μοναρχία αύτη κατά τας Ρωμαϊκάς αυτής παραδόσεις είχε χαρακτήρα στρατιωτικόν· του βασιλέως όντος κατά πρώτον αρχηγού του στρατού κυριωτάτη αρετή ήτο να είναι στρατιωτικός ανδρείος, στρατηγός συνετός, εν πολέμοις διανύων τον βίον και διά νικών ενδόξων λαμπρύνων το κράτος αυτού. Είνε αληθές, ότι το κράτος των Ελλήνων δεν ήτο κατακτητικόν και διά πολέμων διηνεκών δεν απέβλεπεν εις κατακτήσεις· αλλ’ η άμυνα εντός του κράτους εναντίον των πανταχόθεν επιβουλευόντων αυτώ βαρβάρων ήτο τοσούτο συχνή και διαρκείς καθίστα τους πολέμους, ώστε ο ανώτατος άρχων εξ ανάγκης κύριον έργον είχε τον πόλεμον. Τούτο δ’ όμως δεν εκώλυεν ίνα και εν ειρήνη και διά της ειρήνης προαγάγη το κράτος διά συνετής κυβερνήσεως.

Ως πολιτικός άρχων ο αυτοκράτωρ ήτο ανώτατος και απόλυτος νομοθέτης και ουδεμία άλλη υπήρχεν εξουσία μετέχουσα της νομοθεσίας, του κράτους, ήτο δε και υπέρτατος δικαστής και απονομεύς της δικαιοσύνης, απονεμομένης ταύτης διά των συνήθων δικαστηρίων. Ως υπέρτατος δε νομοθέτης και δικαστής εθεωρείτο «ουχ υποκείμενος νόμοις, αυτός ών άγραφος νόμος».

Εκκλησιαστικόν αξίωμα δεν είχεν ο αυτοκράτωρ και η Εκκλησία ως προς τούτο ήτο παντελώς κεχωρισμένη από της πολιτείας. Αλλ’ ο βασιλεύς, ως βασιλεύς χριστιανός, ως χριστός του Κυρίου και εκλεκτός αυτού, ανεμιγνύετο εις τα θρησκευτικά ζητήματα ενόσω ταύτα ήπτοντο της εσωτερικής ησυχίας του κράτους. Τινές δε βασιλείς ενόμιζον ότι ηδύναντο να επεμβαίνωσι και εις τα της λατρείας και εις αυτά έτι τα δόγματα, αλλ’ οι τοιούτοι εθεωρούντο υπερβαίνοντες τα όρια των δικαιωμάτων αυτών και προυκάλουν διαφόρους αντιπράξεις εκ μέρους της Εκκλησίας.

Δουλοπάροικοι αγρότες στο Βυζάντιο. Senior farmers in Byzantium
Δουλοπάροικοι αγρότες στο Βυζάντιο. Senior farmers in Byzantium

Η βασιλική αρχή δεν ήτο νόμω κληρονομική εν Βυζαντίω ένεκα της από της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καταγωγής αυτής, ήτις ούσα απλή συγκέντρωσις δημοκρατικών εξουσιών και μη φέρουσα τον νόμιμον τύπον μοναρχίας, δεν ηδύνατο ούτω να η κληρονομική. Αλλ’ ουχ ήττον το δικαίωμα το φυσικόν της κληρονομίας δεν έλειπε και εν τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και παις παρά πατρός, αν επέτρεπον τα πράγματα, ελάμβανε την αρχήν. Τούτο δε συχνότερον εγίνετο εν Βυζαντίω, διότι ενταύθα η μοναρχία είχεν εν τη συνειδήσει

του λαού μείζονα νομιμότητα και ο μονάρχης εθεωρείτο και ενομίζετο βασιλεύς, ήτοι μονάρχης κατ’ ουσίαν και κατά τύπον, η δε θρησκευτική ιδιότης της βασιλείας ηύξανεν έτι μάλλον την νομιμότητα ταύτης. Αλλά μεθ’ όλα ταύτα η κληρονομία δεν ήτο ασφαλής, και πολλάκις ο στρατός ένεκα της των πραγμάτων ανάγκης ανηγόρευε τον αυτοκράτορα αυτού. Αλλά και το δημοκρατικόν πνεύμα δεν είχεν εκλίπει εν τω Ελληνικώ κράτει της Ανατολής, όπως και εν τη Εκκλησία. Ενίοτε δε εν καιρώ ειρήνης, του θρόνου χηρεύοντος και φυσικού κληρονόμου μη υπάρχοντος, κλήρος και λαός ανηγόρευον τον αυτοκράτορα ή μετείχον της εκλογής αυτού. Ο αρχαίος στρατιωτικός χαρακτήρ της αυτοκρατορικής εξουσίας και το μη νόμω θετικώ κληρονομικόν της αρχής είχε και τούτο το ιδιαίτερον, ότι εν τω Ελληνικώ κράτει, όπως πρότερον εν τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, γυνή δεν ανήρχετο εις τον θρόνον. Νόμος δεν υπήρχε ρητώς κελεύων τούτο, αλλά το πράγμα αντέβαινε προς τον όλον χαρακτήρα και τας παραδόσεις τας ιστορικάς. Ο σεβασμός ο ιερός προς τα κληρονομικά δικαιώματα του του@ θρόνου, άτινα άλλως θεωρούνται και εγγύησις ασφαλής της ησυχίας, τάξεως και ειρήνης εν τω κράτει, δεν υπήρχε τότε εν Βυζαντίω εν οίω βαθμώ σήμερον εν τοις ευρωπαϊκοίς κράτεσι. Γυναίκες ανήλθον εις την αρχήν, ως η Πουλχερία, αλλά πάντοτε έχουσαι συνάρχοντας άνδρας κυβερνώντας το κράτος, ενίοτε δε αυταί αύται ανεβίβαζον εις τον θρόνον τοιούτους άνδρας ερχόμεναι εις γάμου κοινωνίαν προς αυτούς (ως η Πουλχερία τω 451, η Αριάδνη τω 491, η Ζωή κατά τα έτη 1028-1054, η Ευδοκία τω 1068. Εξαίρεσιν ως προς τούτο αποτελεί η Ειρήνη (780-803) η γενομένη άρπαξ των δικαιωμάτων του υιού αυτής, και η Θεοδώρα (η θυγάτηρ του Κωνσταντίνου Η’ και αδελφή της Ζωής) η άρξασα μόνη κατά τα έτη 1054-1056.

Η τιμητική προσωνυμία του υπερτάτου άρχοντος ήτο βασιλεύς και αυτοκράτωρ. Το μεγαλειότατος ήτο άγνωστον εν Βυζαντίω, και η προσηγορία μεγαλειότης, η περί βασιλέως, είναι σπανιωτάτη και δεν σημαίνει ακριβώς εκείνο, όπερ σημαίνει νυν «η αυτού μεγαλειότης». Ανάλογα προς το νυν μεγαλειότης και μεγαλειότατος ήσαν εν χρήσει παρά τοις Βυζαντινοίς (το καθοσίωσις = majestas ουδέποτε ελέγετο περί βασιλέων, αλλά περί του λαού), η βασιλεία (η βασιλεία σου), η υψηλή και μεγάλη βασιλεία, μέγας και υψηλός βασιλεύς, ο ευσεβέστατος βασιλεύς, ο άγιος βασιλεύς. Οι δε βασιλείς εν τοις διατάγμασιν αυτών ή γράφοντες προς άλλων κρατών ηγεμόνας ή προς τον Πάπαν εκάλουν εαυτούς «πιστούς βασιλείς και αυτοκράτορας Ρωμαίων» (άνευ του «ελέω θεού» του καθιερωθέντος παρά τοις Ευρωπαίοις ηγεμόσι, παρ’ ημίν δε μάλλον εν τη Εκκλησία και εν τοις εκκλησιαστικοίς αξιώμασιν, ιδίως τοις πατριαρχικοίς, όντος εν χρήσει). Ητο δε η προσηγορία βασιλεύς η τιμητικωτάτη των προσηγοριών, ής δεν ηξίουν οι ημέτεροι βασιλείς τους των άλλων εθνών, καλούντες τους μεν Ευρωπαίους ηγεμόνας ρήγας, τους των μωαμεθανών εξουσιαστάς και τους των Ρώσων άρχοντας· μόνον δε τους των Περσών προσηγόρευον βασιλείς. Ενώ δε επισήμως εκαλούντο πάντοτε βασιλείς και αυτοκράτορες, γενικώς αρχαιότερον μεν εκαλούντο βασιλείς, εν δε τοις μεταγενεστέροις χρόνοις επικρατέστερα ήν η προσωνυμία αυτοκράτωρ.

Άλλη προσωνυμία συνηθεστάτη του Ρωμαίου αυτοκράτορος ήτο το δεσπότης. Το όνομα τούτο εν τη Βυζαντινών πολιτεία είναι μετάφρασις του Dominus (= οικοδεσπότης, κύριος του κράτους και κύριος εν γένει), όπερ οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες ελάμβαναν κατά μικρόν, ιδίως δε από του Διοκλητιανού. Εν Βυζαντίω μετηνέχθη το όνομα dominus εις δεσπότης κατά την κυριολεκτικήν του ονόματος τούτου σημασίαν. Και η αυτοκράτειρα ενταύθα εκλήθη δέσποινα. Αλλά το δεσπότης όπως και το ευρωπαϊκόν prince, principe εδίδετο προϊόντος του χρόνου ουχί απλώς εις τον αυτοκράτορα, αλλά και εις τους παίδας και αδελφούς αυτού, όπως βασίλισσαι εκαλούντο και αι βασιλόπαιδες. Βραδύτερον δε και η προσωνυμία αύτη μετά πολλών άλλων βασιλικών τιμών εδόθη και εις τους πατριάρχας (εξ ών ο Οικουμενικός μέχρι νυν καλείται «Αυθέντης και δεσπότης>), είτα δε και εις πάντας τους αρχιερείς.

Το Καίσαρ, όπερ εν Βυζαντίω κατά τον 4 έτι μ. Χ. αιώνα εσήμαινεν αυτοκράτορα δευτέρου βαθμού εν αντιθέσει προς τον αύγουστον αυτοκράτορα (οίος ην ο Ιουλιανός εν Γαλατία επί του Κωνσταντίνου Α’) βραδύτερον εδίδετο εις τον δεύτερον μετά τον αυτοκράτορα άρχοντα του κράτους (ουδέποτε εις τον αυτοκράτορα). Αλλά το αξίωμα ήτο απλώς προσωπικόν και ουχί τακτική και διαρκής αρχή του κράτους.

Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός παραδίδει τον κώδικά του στον Τριβωνιανό. Τοιχογραφία του Ραφαήλ στο Βατικανό. Emperor Justinian delivers his code to Tibonian. Mural of Raphael in the Vatican.
Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός παραδίδει τον κώδικά του στον Τριβωνιανό. Τοιχογραφία του Ραφαήλ στο Βατικανό. Emperor Justinian delivers his code to Tibonian. Mural of Raphael in the Vatican.

Το δε Αύγουστος, όπερ ην εν αρχή τιμητική απλώς προσωνυμία και δι’ ής προ πάντων ο στρατός ανηγόρευε τους εις τον θρόνον ανερχομένους αυτοκράτορας, εδίδετο και εις τας αυτοκράτειρας, αίτινες εκαλούντο αυγούστα και σεβαστή. Εκαλούντο δε αύται συνήθως και βασιλίδες και βασίλισσαι. Βασίλισσαι δε εκαλούντο εν τοις αρχαιοτάτοις Βυζαντινοίς χρόνοις, ως ερρήθη, και αι βασιλόπαιδες του αυτοκρατορικού οίκου, όπως εν τω Οθωμανικώ κράτει σουλτάναι (σουλτάν) καλούνται αι τε νόμιμοι γυναίκες των σουλτάνων και αι θυγατέρες αυτών.

Ο βίος ο αυλικός του Βυζαντίου, ως ερρυθμίσθη υπό του Διοκλητιανού και είτα υπ’ αυτού του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ήτο βασιλικός υπό ανατολικήν αυλικήν χροιάν, μετά διαφόρων ασιατικών αυλικών εθιμοτυπιών. Αλλ’ ως εκ του πολυμελούς μοναρχικού χαρακτήρος τα αυλικά αξιώματα ήσαν και πολιτικά. Μεγάλοι δε αυλικοί άρχοντες ήσαν ο Κουροπαλάτης (ο αυλάρχης τρόπον τινά), ο παρακοιμώμενος, εις όν ην εμπεπιστευμένη η φυλακή των ανακτόρων και του κοιτώνος του βασιλικού εις ταύτα δε τα αξιώματα προσετέθη επί του αυτοκράτορος Νικηφόρου Β’ του Φωκά και το σπουδαιώτατον καταστάν πολιτικόν άμα και αυλικόν αξίωμα του Προέδρου.

Το ανώτατον συμβούλιον του κράτους ελέγετο Σύγκλητος (βουλή) ή απλώς βουλή, και οι συγκροτούντες αυτήν Συγκλητικοί. Αλλ’ η Σύγκλητος δεν ήτο αντιπροσωπεία εθνική, ως αι νυν βουλαί, αποτελούσα καθόλου ιδίαν αρχήν νομοθετικήν και ελεγκτικήν, αλλ’ απλώς συμβούλιον, λαβόν μόνον το όνομα και τον τύπον από της αρχαίας Ρωμαϊκής βουλής ή Συγκλήτου, ήτις ήτο η αληθής κυβέρνησις της Ρώμης· αλλά νυν εν Κωνσταντινουπόλει απέβαλε πάσαν δύναμιν και ήτο συνέδριον συμβούλων του αυτοκράτορος, συζητούντων τα πράγματα και εκφερόντων γνώμας, εχούσης απλώς συμβουλευτικόν χαρακτήρα και ουδέποτε υποχρεωτικάς εις τον αυτοκράτορα. Οι συγκλητικοί απέλαυον εν τούτοις εξαιρετικών τιμών, καθόσον μάλιστα η Σύγκλητος συνέκειτο εξ απάντων των ανωτάτων πολιτικών και στρατιωτικών αρχόντων του κράτους. Ιδιαίτερον στενώτερον συμβούλιον του αυτοκράτορος εν τοις ανακτόροις συγκροτούμενον, και συγκείμενον εκ των ιδιαιτέρων ευνοουμένων τω αυτοκράτορι συγκλητικών, ούτινος συμβουλίου μετείχον και ο πατριάρχης και οι επιφανέστατοι των κληρικών, ελέγετο Σελέντιον. Εις την σύγκλητον ως και εις το σελέντων παρίστατο ο αυτοκράτωρ και διηύθυνε τας συζητήσεις, ως οι αρχαίοι ύπατοι. Το σελέντιον ή σιλέντιον είναι αυτό το λατινικόν όνομα το σημαίνον σιγήν και ησυχίαν. Είναι δε ο όρος ούτος της Βυζαντινών πολιτείας ειλημμένος εκ του silentium esse της των αρχαίων Ρωμαίων οιωνοσκοπίας, εν ή η σιγή (silentium κατ’ αντίθεσιν προς το vitium = αμαρτία) ήτο ταυτόσημον προς την επιτυχίαν του οιωνισμού. Εντεύθεν, ως φαίνεται, silentium εσήμαινε και πάσαν εν σιγή και σοβαρότητι περί των δημοσίων διάσκεψιν. Εντεύθεν δε το εν τω σελεντίω της Κωνσταντινουπόλεως εν αρχαιοτέροις χρόνοις επικρατούν έθος ήτο ίνα και αυτός ο βασιλεύς δημηγορή ιστάμενος. Τα μέρος, ένθα συνεκροτείτο το Σιλέντιον, ελέγετο Σιλεντιαρίκι(ο)ν. Υπήρχον δε εν Βυζαντίω και Σιλεντιάριοι άρχοντες. Αλλά το αξίωμα τούτων ουδεμίαν άμεσον σχέσιν είχε προς το Σελέντιον. Εκαλούντο δε ούτοι και Ησυχοποιοί («οι αμφί τον βασιλέα σιγής επιστάται»). Η τούτων υπηρεσία ήτο, φαίνεται, απλώς αυλική.

Ρωμαϊκά παπούτσια 2000 ετών
Ρωμαϊκά παπούτσια 2000 ετών

Το αξίωμα των δύο υπάτων, όπερ εν τη δημοκρατουμένη Ρώμη απετέλει την ανωτάτην εκτελεστικήν εξουσίαν του κράτους, πολιτικήν τε και στρατιωτικήν, είχεν αποβάλει, ως γνωστόν, επί της αυτοκρατορίας την τοιαύτην σημασίαν. Ακριβέστερον ειπείν, ο είς των δύο υπάτων ήτο πάντοτε ο αυτοκράτωρ, εκτελών τα της υπατείας έργα εν τη Συγκλήτω, ο δε δεύτερος ύπατος εξελέγετο νυν ουχί υπό του λαού, αλλ’ υπό του αυτοκράτορος, συνήθως εξ αυτών των στενωτάτων συγγενών αυτού. Αλλά το αξίωμα του δευτέρου υπάτου, όστις ήτο και επώνυμος ύπατος (του έτους), κατήντησε συν τω χρόνω απλούν τιμητικόν, όλως τυπικόν αξίωμα, πολυδάπανον τω λαμβάνοντι αυτό, ένεκα των κατά την αρχήν του έτους διδομένων υπ’ αυτού πολυτελών εορτών, και διά τούτο κατηργήθη σιωπηλώς μεν επί του αυτοκράτορος Ιουστινιανού, διά νόμου δε βραδύτερον τω 741.

Αλλ’ εν Βυζαντίω ιδρύθησαν νέα αξιώματα πολιτικά μεγάλην λαβόντα επίδοσιν και δύναμιν εν τη πολιτεία. Εν τοις τοιούτοις αξιώμασιν αξιολογώτατα ήσαν τα των Λογοθετών ήτοι των προϊσταμένων, ως οι νυν υπουργοί των απολυταρχικών κυβερνήσεων, των διαφόρων κλάδων της δημοσίας υπηρεσίας.

Οι σπουδαιότεροι των Λογοθετών ήσαν ο Γενικός ή του Γενικού ήτοι των Οικονομικών (κατά την αρχήθεν έννοιαν του ονόματος και εν αντιθέσει προς το αξίωμα του λογοθέτου των οικιακών, ή, ως λέγομεν ημείς σήμερον των αυτοκρατορικών κτημάτων), ο του Δρόμου, ο του στρατιωτικού, και ο των πλωίμων (του ναυτικού).

Ο λογοθέτης του Δρόμου ήτο εν αρχή ο υπουργός, ούτως ειπείν, της συγκοινωνίας και των ταχυδρομείων, αλλά κατά μικρόν η λογοθεσία, αύτη ή το λογοθέσιον, ως λέγεται (το υπουργείον, ως λέγομεν ημείς σήμερον υπουργείον μεταφράζοντες το ministerium, ministere και υπουργός το minister, ministre, ministro) συνεκέντρωσεν εν εαυτώ την πλείστην εσωτερικήν του κράτους διοίκησιν και κατέστη τρόπον τινά υπουργείον των εσωτερικών, εν μέρει δε και των Εξωτερικών, (εισηγητής των πρέσβεων ήτο ο Λογοθέτης του Δρόμου). Δεν είναι ακριβώς γνωστόν αν ο καλούμενος Μέγας Λογοθέτης ήτο ο του Δρόμου ή ο του Γενικού. Φαίνεται εν τούτοις ότι η προσωνυμία αύτη ανήκει εις πολύ μεταγενεστέρους χρόνους, τους μετά την από των Φράγκων ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως (1261). Πρώτος δε Λογοθέτης κατά τινας μεν υπήρξεν ο Γεώργιος Ακροπολίτης (επί του Μιχαήλ Η’ 1261-1282), κατ’ άλλους δε Θεόδωρος ο Μετοχίτης επί του διαδόχου του Μιχαήλ Η’ Ανδρονίκου Β’. Αλλά κατά τους χρόνους τούτους άγνωστον αν υπήρχον Λογοθέται προϊστάμενοι ιδιαιτέρων κλάδων υπηρεσίας ή είς μόνον υπήρχε Λογοθέτης καλούμενος τιμητικώς Μέγας λογοθέτης.

Παρά το αξίωμα του Λογοθέτου του δρόμου, ιδρύθη και νέον αξίωμα λογοθέτου του ταχυδρομείου, καλουμένου λογοθέτου του οξέος δρόμου. Πλην των τεσσάρων τούτων κυριωτέρων λογοθετών υπήρχον και πολλοί άλλοι λογοθέται προϊστάμενοι διαφόρων κλάδων υπηρεσίας πολιτικής, αυλικής και δικαστικής.

Μετά το αξίωμα των λογοθετών σπουδαιότατον αξίωμα πολιτικόν, εν μέρει δε και στρατιωτικόν, ήτο το του επάρχου της πόλεως, προελθόν και τούτο από της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (από του αξιώματος του Prefectus urbi). Ο έπαρχος εξετέλει καθήκοντα παρεμφερή εν Κωνσταντινουπόλει εν μέρει μεν προς τα του νυν αρχηγού της αστυνομίας, εν μέρει δε προς τα του δημάρχου.

Ο αυτοκράτορας ανακηρύσσεται πάνω σε πολεμική ασπίδα, σύμφωνα με τη ρωμαίική συνήθεια. Λεπτομέρεια από βυζαντινό χειρόγραφο.
Ο αυτοκράτορας ανακηρύσσεται πάνω σε πολεμική ασπίδα, σύμφωνα με τη ρωμαίική συνήθεια. Λεπτομέρεια από βυζαντινό χειρόγραφο.

Όμοιον ήτο και το αξίωμα κοιαίστωρος, εν μέρει αστυνομικόν, εν μέρει δικαστικόν (προελθόν και τούτο από του αρχαίου Ρωμαϊκού quaestor). Και ταύτα μεν τα κυριώτερα των πολιτικών αξιωμάτων.

Στρατιωτικά δε αξιώματα ήσαν τα των δύο ανωτάτων αρχηγών του στρατού, μαγίστρων καλουμένων. Μάγιστρος (εκ του λατ. magister = άρχων, επιστάτης) εκαλείτο πας στρατηγός, του δε εν επιστρατεία στρατού ο αρχηγός εκαλείτο στρατοπεδάρχης (magister castorum). Αλλ’ εν Βυζαντίω μάγιστροι ιδίως εκαλούντο δύο ανώτατοι στρατιωτικοί αρχηγοί, πιθανώς ο της Ανατολής και ο της Δύσεως (της Ασίας και της Ευρώπης) οι κληθέντες ίσως βραδύτερον δομέστικοι των σχολών της Ανατολής και της Δύσεως, οίτινες καλούνται ενίοτε και μάγιστροι.

Άλλο αξίωμα στρατιωτικόν είναι το του εταιρειάρχου, ήτοι του αρχηγού των εταιρειών. Εταιρείαι εκαλούντο εν αρχή τα επικουρικά στρατεύματα των συμμάχων ή υποτελών τω κράτει λαών. Αλλ’ επειδή εκ τούτων το πλείστον συνήθως συνέκειτο η αυτοκρατορική φρουρά, αι εταιρείαι κατέστησαν ταυτόν ταις σχολαίς. Εντεύθεν γίνεται λόγος συχνός παρά τοις Βυζαντινοίς περί των εν τη πολιτεία εταιρειών και σχολών.

Αξίωμα στρατιωτικόν, άμα δε και πολιτικόν και διοικητικόν είναι και το του δουκός και μεγάλου δουκός. Δούκες ελέγοντο (εκ της κυριολεκτικής εννοίας του λατινικού ονόματος dux = αγός, οδηγός, αρχηγός) οι αρχηγοί του στρατού και του στόλου (μέγας δε δουξ εκαλείτο και ο μέγας ναύαρχος), αλλά λέγεται και δουξ (διοικητής) Αντιοχείας, Μεσοποταμίας κτλ. Τοιούτον είναι και το δρουγγάριος = ταγματάρχης (εκ του λατινικού drungus = στίφος (στρατιωτών)· αλλά δρουγγάριος ελέγετο και ο μοίραρχος του στόλου, έτι δε και διοικητής χώρας τινός του κράτους (231). Συνηθέστατον και πολυσήμαντον εν Βυζαντίω είναι και το αξίωμα του κόμητος (εκ του comes = επιστάτης, των αυτοκρατορικών της Ρώμης χρόνων), όν αυλικόν, πολιτικόν, στρατιωτικόν (κόμης δομεστίκων) και διοικητικόν (κόμης Ισαυρίας). Και του ονόματος τούτου η παρ’ ημίν σημερινή χρήσις γίνεται υπό έννοιαν ευρωπαϊκήν.

Καθόλου δε προκειμένου περί των στρατιωτικών αξιωμάτων πρέπει να σημειωθή ενταύθα, ότι εν Βυζαντίω, ως νυν εν τω Οθωμανικώ κράτει, εν μέρει δε και εν τω Ρωσικώ, πάντα τα πολιτικά αξιώματα ήσαν κατά τύπον και στρατιωτικά και πάντες οι πολιτικοί άρχοντες και υπάλληλοι (πλην των μη στρατιωτικών συγκλητικών) είχον τιμιτικάς προσωνυμίας στρατιωτικάς· ήσαν, ως ελέγετο εν Βυζαντίω, από του Σπαθίου (οι από σπαθίου), ή σπαθάριοι (άνδρες της σπάθης) διαιρούμενοι εις τρεις τάξεις α’) πρωσπαθαρίους, β’) σπαθαροκανδιδάτους και γ’) τους απλώς σπαθαρίους καλουμένους.

Τουναντίον δε οι εξ επαγγέλματος σπαθοφόροι ήτοι οι στρατιωτικοί καλούνται στρατιώται. Τοιούτος είναι ο τακτικός πολεμιστής, συνήθως δε και τιμαριούχος, έχων παρ’ εαυτόν και υφ’ εαυτόν τα παλληκάρια αυτού.

Κατ’ αντίθεσιν προς τους τοιούτους στρατιώτας οι εν τοις ορίοις προ πάντων τεταγμένοι άτακτοι πολεμισταί καλούνται συνήθως απελάται, όντες ληστρικοί ως και οι ταξειδάριοι (ίδε κατωτέρω). Ακρίται δε οι των άκρων φρουροί ή μάλλον φρούραρχοι. (Πρβλ. το Περσ. marzban = φρουρός ορίων, πρβλ. και το γερμανικόν markgraf = κόμης ορίων). Το σπουδαιότατον τούτο στρατιωτικόν αξίωμα παρεστάθη ποιητικώς και εξυμνήθη εν τω περιφήμω έπει του ήρωος Διγενή Ακρίτου, της ηρωικής ταύτης εκπροσωπήσεως των ακριτών εν τοις ατάκτοις, αλλ’ ηρωικοίς αυτών εν τοις μεθορίοις εναντίον των Αράβων πολέμοις. Οι Απελάται και Ακρίται εισί μέχρι τινός πρόδρομοι των κλεφτών και αρματωλών της τουρκοκρατουμένης Ελλάδος.

Ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ´ προσκυνώντας τον Ιησού Χριστό. Μωσαϊκό πάνω από την πύλη του αυτοκράτορα στην Αγία Σοφία.
Ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ´ προσκυνώντας τον Ιησού Χριστό. Μωσαϊκό πάνω από την πύλη του αυτοκράτορα στην Αγία Σοφία.

Οι στρατιώται λέγονται και ταξάτοι εκ του τάξις (= τακτικοί) συνήθως όταν αποτελώσι την στρατιωτικήν φρουράν των πόλεων ή των φρουρίων. Ταύτα διά βραχυτάτων περί της στρατιωτικής οργανώσεως του κράτους.

Περί της διοικητικής διαιρέσεως του κράτους της επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου γενομένης και αντικαταστησάσης τα αρχαίον σύστημα της απλής εις επαρχίας (provincial) διαιρέσεως εγένετο ήδη λόγος εν άλλω τόπω. Η τριπλή αύτη διαίρεσις εις επαρχότητας (prafectura), διοικήσεις (diceceses) και επαρχίας (Provincial) αντικατεστάθη εν τοις μετά τον Ηράκλειον χρόνοις διά νέου συστήματος απλής πάλιν διαιρέσεως εις θέματα, ών οι διοικηταί εκαλούντο στρατηγοί. Τοιαύτα θέματα κατά τον 10 αιώνα ήσαν 29, ών 17 εν Ασία και 12 εν Ευρώπη. Βραδύτερον ο αριθμός ούτος ηυξήθη κατά πολύ, ουχί αυξανομένων των χωρών του κράτους, αλλά περιστελλομένων των ορίων των θεμάτων.

Ο Παύλος Καρολίδης (1849 – 1930) ήταν Έλληνας ιστορικός, πολιτικός και καθηγητής πανεπιστημίου. Το κείμενο που δημοσιεύουμε είναι από το βιβλίο του «Εγχειρίδιον βυζαντινής ιστορίας. Μετά των κυριωτάτων κεφαλαίων της λοιπής μεσαιωνικής ιστορίας.», το οποίο κυκλοφόρησε το 1908 από τις εκδόσεις ΝΙΚ. ΤΖΑΚΑΣ· όπως σημειώνει ο συγγραφέας στην εισαγωγή, το εγχειρίδιο συντάχθηκε «προς χρήσιν των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής» του Πανεπιστημίου της Αθήνας και είναι «ανάγνωσμα ιστορικόν διδακτικόν εύληπτον τοις πάσι.»

Κάποιες φωτογραφίες είναι από εδώ: https://www.facebook.com/thearchaeologistcroft/photos/a.341271076042560.1073741828.341258989377102/929219270581068/?type=3&theater

(Εμφανιστηκε 234 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)