9 Ιουνίου 2018 at 20:21

Ίων Δραγούμης: Πηγή ζωής

από

Ο Ίων (Ιωάννης) Δραγούμης (Αθήνα, 2 Σεπτεμβρίου (π.η.) ή 14 Σεπτεμβρίου (ν.η) 1878 – 31 Ιουλίου 1920) ήταν διπλωμάτης, πολιτικός και λογοτέχνης. Υπήρξε βασικός οργανωτής των ελληνικών κοινοτήτων κατά τον Μακεδονικό αγώνα. Υποστήριξε τη δημιουργία ενός πολυεθνικού ελληνικού κράτους, εκφραζόμενος από το 1908 εναντίον της Μεγάλης Ιδέας. Πρωταγωνίστησε στο γλωσσικό κίνημα του δημοτικισμού, ενώ με το συγγραφικό του έργο άσκησε σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της ελληνικής ιδεολογίας των αρχών του εικοστού αιώνα. Μέσα στο ασταθές πολιτικό κλίμα που ακολούθησε την απόπειρα δολοφονίας του Ελευθέριου Βενιζέλου στο Παρίσι, συνελήφθη και τελικά δολοφονήθηκε στην περιοχή Αμπελοκήπων της Αθήνας, από βενιζελικό στρατιωτικό σώμα ασφαλείας, μπροστά σε περαστικούς.

Το κείμενο που αναδημοσιεύουμε στη συνέχεια -με λίγες αλλαγές στην ορθογραφία- είναι από ένα μικρό βιβλιαράκι με τίτλο «Ελληνικός πολιτισμός» που κυκλοφόρησε στα 1913 από το περιοδικό «Γράμματα». Ο Δραγούμης υπογράφει με το ψευδώνυμο «Ίδας».

Πηγή ζωής

Κείμενο: Ίων Δραγούμης

Ο λαός ο Ελληνικός ολόκληρος είναι πολιτισμένος, μου το είπε ένας Βούλγαρος ενώ περπατούσαμε στην Ακρόπολη, πάνε χρόνια τώρα. Και αφού νικήσαμε τους Βουλγάρους και νοιώσαμε ως στα νύχια την προστυχιά τους την ασύγκριτη, άρχισαν να λαλούν και οι εφημερίδες οι Ελληνικές για τον πολιτισμό των συγκαιρινών Ελλήνων, αυτές οι ίδιες που ως τώρα μας προσκαλούσαν να μιμηθούμε τους Βουλγάρους, τους ξένους, ή τους αρχαίους, γιατί εβεβαίωναν πως είμαστε άγριοι ή τουλάχιστον απολίτιστοι.

Η γνήσια ζωή του τωρινού Ελληνικού λαού είναι απλή, πολλά πράματα δεν της χρειάζονται, ίσως γιατί και το κλίμα είναι ήμερο. Έχει όμως κάποια λεπτότητα ο λαός αυτής, τη λεπτότητα κάθε ευγενικής καταγωγής, κάθε μακρινού πολιτισμού που αδιάκοπα, πολλούς αιώνες, ενέργησε απάνω του. Οι Πελασγοί ήταν πολιτισμένοι (Αιγαιϊκός πολιτισμός), οι Έλληνες ήσαν πολιτισμένοι (Ελληνικός πολιτισμός), οι Μακεδόνες πολιτισμένοι (Ελληνιστικός πολιτισμός), οι Βυζαντινοί και αυτοί πολιτισμένοι (Βυζαντινός πολιτισμός). Τόσοι αιώνες πολιτισμός μπήκε πια στο αίμα και στα νεύρα του Ελληνικού λαού, επότισε ως και τα κόκκαλα του κορμιού του, και το μεδούλι των κοκάλων. Ο σκελετός, τα νεύρα, το αίμα τού Ρωμιού μ’ όλη την επιμιξία του με ξένους λαούς, είναι παλιά και πολιτισμένα. Είναι γερό κόκκαλο ο Ελληνισμός που βάσταξε ύστερα από τόσους πολιτισμούς και ταίριασε με τόσες εναντιότητες· να τη η δύναμη και η αδυναμία της φυλής αυτής που ύστερα από τόσους αιώνες και τόσους πολιτισμούς και τόσες επιδρομές και επιμιξίες έμεινε και είναι Ελληνική.

Νικόλαος Γύζης - Το παραμύθι της γιαγιάς
Νικόλαος Γύζης – Το παραμύθι της γιαγιάς

Οι Έλληνες λοιπόν είναι δουλεμένοι από τους πολλούς παλιότερους πολιτισμούς που πέρασαν απάνω τους, πολιτισμούς που με την ίδια τους ιδιοφυΐα αυτοί τους έπλασαν.

Τα στερνά τα κύματα τα αργοπορινά του βυζαντινού πολιτισμού ξεσπούν ακόμα και τώρα, μα όλο και πιο αδύναμα και πιο σιγανά, σα να σιγοπεθαίνουν στην ακρογιαλιά του εικοστού αιώνα. Τα πρώτα κύματα του νεοελληνικού πολιτισμού δειλά δειλά άρχισαν να ξεχύνονται από τον καιρό των Κομνηνών και των Παλαιολόγων, μα δεν επρόλαβαν καλά καλά να φανερωθούν τα σημάδια του και πλάκωσε ο Τούρκος. Αν δεν έρχονταν ο Τούρκος να μας πνίξει έβαζε πλώρη η φυλή κατά έναν καινούριο πολιτισμό και ο ξαναγεννημός που θαμποχάραζε στην ψυχή του έθνους από τον καιρό των τελευταίων αυτοκρατόρων θα έπαιρνε δρόμο θα κόρωνε και, λίγο νωρίτερα η αργότερα από την Ιταλία η και μαζί της, θα άνθιζε τρανός και στην Ελληνική Ανατολή. Όμως, όπου πατήσει Τούρκου ποδάρι, το είπαν και άλλοι, όχι λουλούδι μα ουδέ χορτάρι δε φυτρώνει. Το έθνος καταπλακωμένο καθώς ήταν από τους βαρβάρους δεν μπορούσε να δημιουργήσει άλλο από μιαν επανάσταση. Έπρεπε να δουλέψει η στενοχώρια τόσο ώστε να αποζητήσει το έθνος την πολιτική του ανεξαρτησία πρώτα για να ξανοίξει το δρόμο του και να ξαναδημιουργήσει κάτι. Αργοπόρησε λοιπόν στην Ελλάδα ο ξαναγεννημός που στη Δύση εφούντωσε από το 14ο ώς στο 17ο αιώνα και που είχε αρχίσει να σκάει πρώτα στην Ανατολή στο 13ο απάνω κάτω.

Δυο παράδοσες μάς κληροδότησε ο βυζαντινός πολιτισμός, μιά τη σχολαστική λογιώτατη και μιά τη λαϊκή δημοτική. Αυτή η δεύτερη παράδοση είναι ο εσωτερικότερος και γνησιότερος κρίκος που μάς συνεδένει με τους παλιότερους ελληνικούς πολιτισμούς όλους. Η άλλη μόνο φαινομενικά και εξωτερικά μας θυμίζει τον αρχαίο ελληνικό και τον ελληνιστικό πολιτισμό, και βαστάει ακόμα μερικά ξώφλια της ψυχής μας επειδή κολλήθηκε κιόλα του χριστιανισμού που είναι η θρησκεία του βυζαντινού καιρού και η δική μας ίσαμε τώρα. Η λογιώτατη παράδοση είναι το τελευταίο φανερό απομεινάρι του βυζαντινού πολιτισμού, σαν ένα ξερό φύλλο που δεν έπεσε ακόμα από το δέντρο. Ο χυμός του δέντρου είναι η δημοτική παράδοση. Αυτή έχει την αργή της πολύ πριν δημιουργήσει κανέναν πολιτισμό η ελληνική φυλή και είναι η ζωντανή πηγή κάθε πολιτισμού ελληνικού από τότε που πλάστηκε ο Έλληνας στα ελληνικά τα χώματα ως τότε που θα λείψει από το πρόσωπο της γης. Είναι σαν ένα ζεστό ρεύμα ζωής που περνά αιώνες τώρα στα κατάβαθα της ψυχής των Ελλήνων και βαστά με την αιώνια ροή του την ενότητα η ομοιότητα της μορφής της. Είναι αύτη η ίδια η ψυχή των Ελλήνων και αντιδρά στην παραμόρφωση που κάθε τόσο εξωτερικές επιρροές πολεμούν να της καθίσουν. Είναι η ίδια η ψυχή των Ελλήνων και δέχεται από τις εξωτερικές επιρροές ό,τι μπορεί να αφομοιώσει και αμπώχνει ό,τι της είναι αληθινά ξένο και θα χαλούσε την αρχική μορφή της. Σα θηλυκή που είναι, βρίσκεται πάντα έτοιμη να δεχτεί το φέλιασμα των πολιτισμών παλιών και νέων απ’ όπου και αν έρχονται. Μα σαν αρσενική πάλι που είναι, αντιδρά και βγάζει κάτι δικό της μεταμορφώνοντας και τα ξένα στοιχεία που δέχτηκε. Όπως οι ξένες λέξες μπαίνοντας στη γλώσσα μας αφομοιώνονται παίρνοντας κατάληξη ελληνική και γενάμενες πιο λεπτές στην προφορά, έτσι και κάθε άλλο ξένο στοιχείο μπαίνοντας στην ψυχή μας μεταμορφώνεται για να ταιριάσει με την ελληνική τριγυρισιά της.

Ως τόσο η ελληνική ψυχή που διψάει από την αρχή της για κάτι καλύτερο από τον εαυτό της, που όλα τα προσέχει και λαχταρά να γνωριστεί με όλα, και μαθαίνοντας τον κόσμο να τον καταχτήσει, η ελληνική ψυχή που ανοίγει για να δεχτεί καθετί ανθρώπινο, μόνο τους πολιτισμούς εχτιμά αληθινά και καταδέχεται, αυτοίς καταπιάνεται, τα άλλα όλα τα έχει για κατώτερα είδη. Τα δοκιμάζει για να τα αρνηθεί έπειτα, γιατί θέλει να ξέρει το τι αρνιέται. Όσο δουλεμένη και να είναι από τους παλιότερους πολιτισμούς, φτάνει να καλλιεργηθεί πάλι και θα ξεπετάξει ξανά τον ωραίον ανθό, θα ανθίσει έναν πολιτισμό γιατί βαστά στο βάθος της την πρωτινή πνοή που έλαβε για να ζήσει, να αυξήσει και να προκόψει.

Θεόδωρος Ράλλης - Επιτάφιος
Θεόδωρος Ράλλης – Επιτάφιος

Η δημοτική παράδοση είναι μέσα μας σαν το χνάρι της ψυχής μας, αυτήν ακολουθώντας και ανεβαίνοντας βρίσκουμε την ψυχή μας, την αληθινή πηγή της νεοελληνικής ζωής. Η δημοτική παράδοση θα μας οδηγήσει να ζυγώσουμε ως στην πηγή αυτή της ζωής και να ποτιστούμε. Για να καλλιεργηθεί η ψυχή μας πρέπει να γνωριστούμε πρώτα μ’ αυτήν όσο παίρνει και για να γνωριστούμε έχουμε οδηγήτρα την παράδοση τη δημοτική. Μα ενώ είναι δική μας πως δεν τη γνωρίζουμε; Μας την εθόλωσαν η λογιώτατη παράδοση και η εισβολή ενός ξένου, του ευρωπαϊκού λεγόμενου, πολιτισμού, τόσο που πήγαιναν να πνίξουν τη δημοτική παράδοση, και θα την έπνιγαν αν δεν ήταν εφτάψυχη.

Μόλις οι Έλληνες κατάφεραν το καλύτερο που είχαν τη δύναμη και την αξιοσύνη να κάμουν τον αρχαίο καιρό, κατάντησαν να προσπαθούν να ξανακάνουν ολοένα το ίδιο, αλλά επειδή στο αναμεταξύ άλλαξαν δεν μπόρεσαν πιά ούτε καν το ίδιο να καταφέρουν και κάθε μέρα έκαναν χειρότερα. Όταν δεν μπορεί κανείς να πάει, πάρα πέρα, δε στέκεται στη θέση που έφτασε, μόνο πάει πίσω. Από τον καιρό του ξεπεσμού της αρχαίας ελληνικής τέχνης και πολιτικής ζωής, η αττικιστική λογιώτατη παράδοση φώλιασε στην ψυχή του έθνους και άρχισε να περιπατεί παράλληλα με τη ζωντανή τη λαϊκή παράδοση, δηλαδή με τη ζωή, ή και να της μπαίνει στο δρόμο της. Από τους Αλεξαντρινούς ίσαμε σήμερα δεν έπαψε ο ανταγωνισμός αναμεταξύ στις δυο παράδοσες και πότε η μία νικούσε πότε η άλλη, η λογιώτατη περισσότερο από τη λαϊκή στη λογοτεχνία. Και βρέθηκαν βέβαια πολλοί γραμματισμένοι στις δυο χιλιάδες χρόνια που πέρασαν από τότε να γράψουν τη φυσική ο καθένας γλώσσα του καιρού του και να μην έχει στραμένα κατά πίσω τα μάτια, παράδειγμα ένας Πολύβιος, οι Ευαγγελιστές, ο Πορφυρογέννητος, ο Πτωχοπρόδρομος, ο Διγενής Ακρίτας, το Χρονικό του Μωριά, οι Κρητικοί του 16ου και 17ου αιώνα, μερικοί Εφτανησιώτες, τα δημοτικά τραγούδια και παραμύθια.

Αλλά πολύ περισσότεροι, θαμπωμένοι από το «αρχαίον κάλλος» έγραψαν προσέχοντας κατά πίσω και περιφρονώντας τη συγκαιρινή τους γλώσσα και τη ζωή του καιρού τους, τον ίδιο τον εαυτό τους. Οι πατέρες της εκκλησίας και οι ποιητές της εκκλησίας συνέδεσαν και τη θρησκεία και την εκκλησία με τη λογιώτατη γλώσσα, πράμα που δυνάμωσε ακόμα περισσότερο στη συνείδηση του έθνους τη λογιώτατη παράδοση. Το κράτος, και αυτό, σαν άλλαξε την επίσημη του γλώσσα τη λατινική, μεταχειρίστηκε μιάν ελληνική γλώσσα για επίσημη που δεν ήταν ποτέ η συγκαιρινή μιλημένη γλώσσα. Και αφού κράτος, εκκλησία και γραμματισμένοι -η διανοητική δηλαδή ολιγαρχία που πάντα ως στα τώρα όριζε τα έθνη με την παντοδυναμία του πολιτικού και εκκλησιαστικού οργανισμού- είχαν για λάβαρο τη λογιώτατη παράδοση, δεν ήταν μπορετό να ξεμυτίσει καν στη λογοτεχνία και στην επίσημη ζωή η λαϊκή παράδοση.

Απεναντίας σέ μερικές άλλες τέχνες, όπως στην αρχιτεκτονική, στη ζωγραφική, στη μουσική, επειδή ακριβώς δεν αποτείνονται τόσο στους γραμματισμένους όπως η λογοτεχνία όσο στο λαό, η ανάγκη το έφερε και νίκησε η ζωή, και αφότου η ζωή έγινε χριστιανική, άλλαξε δηλαδή θρησκεία, εγέννησε πολύ σύντομα, στην αρχή της βυζαντινής εποχής, καινούριους, πρωτότυπους και τέλειους στο είδος τους τύπους και μορφές, τη βυζαντινή εκκλησία, ζωγραφική και ψηφιδωτά, τη βυζαντινή μουσική, και τη λαϊκή μουσική και ποίηση και τα παραμύθια. Έτσι και στη σπιτική και στην κοινωνική ζωή δεν έλειψε ούτε μια στιγμή η δημοτική παράδοση, εκείνη που ταπεινή από γονιό σε παιδί μεταδίδεται, και η δύναμη της ξεπροβάλλει πάντα ανίκητη όσο και να μην καταδέχεται να την προσέξει ο γραμματισμένος. Και ο αφορισμός της από τους γραμματισμένους δεν την εμπόδισε να υπάρχει πλούσια και ζουμερή και να τραβά το δρόμο της σα ρεύμα ζεστό από χυμούς ολοζώντανους. Το μόνο που κατάφερε η λογιώτατη παράδοση ήταν που περιόρισε τη δημιουργική δύναμη του Έλληνα για δύο χιλιάδες χρόνια, και τον εμπόδισε να φανερώσει ελεύτερα την πρωτοτυπία του στο πνεύμα και στη λογοτεχνία των δύο πολιτισμών που υπόφεραν καταποδιαστά την επιρροή της (του Ελληνιστικού δηλαδή και του Βυζαντινού.)

Άγγελος Γιαλλινάς
Άγγελος Γιαλλινάς

Και ήρθε, μετά την αναγέννηση στη Δύση, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός με τo θαυμασμό του για την αρχαία Ελλάδα και με την περιφρόνηση του για το ξεπεσμένο, ως ενόμιζαν στην Ευρώπη, γένος των Γραικών, να δυναμώσει στη συνείδηση της λογιώτατης ολιγαρχίας του έθνους την καταφρόνια για τη σύγχρονη ζωή και ψυχή του. Το έθνος δε δημιουργούσε πια πολιτισμό αφότου πήραν την Πόλη οι Σταυροφόροι. Η Ελληνική ψυχή που από τότε ξανάρχιζε να αναταράζει τα φτερά της γυρεύοντας να ξαναφανερώσει τη δύναμη της δεν είχε προφτάσει να ανθίσει πάλι γιατί δεν της έδωσε καιρό η πολιτική δύναμη του κράτους που ξέπεφτε, κι ήρθαν οι Τούρκοι να την καταπλακώσουν. Μέρη του έθνους έμεναν υποταγμένα στη βενετσιάνικη κυριαρχία. Μπρος στων βαρβάρων τη βαρβαροσύνη έλαμπε σαν κάτι ανώτερο και πιο ποθητό ο νεογέννητος και πιο σύγχρονος από το βυζαντινό πολιτισμός των Ευρωπαίων. Οι μορφωμένες τάξες του έθνους -όπως οι Φαναριώτες και όσοι άλλοι έτυχε να ζουν στη Δύση- και οι κάτοικοι των μερών που και μετά την Τούρκικη κατάχτηση έμειναν στα χέρια των Βενετσιάνων -όπως οι Εφτανησιώτες και οι Κρητικοί- εδέχτηκαν πρώτες την επίδραση του δυτικού πολιτισμού, φωτίστηκαν σαν κορυφές που ήταν από τις αχτίδες του νέου ήλιου. Μα ο ξένος αυτός πολιτισμός, ενώ στο Φανάρι περιορίστηκε στους μορφωμένους με τη λογιώτατη παράδοση, στα Εφτάνησα και στην Κρήτη βρήκε τη δημοτική παράδοση πιο ελεύτερη και καθάρια και της κολλήθηκε και έγινε λαϊκότερος. Όσο για τους Έλληνες της Ευρώπης αυτοί πήραν και παίρνουν ακόμα ο καθένας τον πολιτισμό του έθνους όπου μένουν, και η ξενική αυτή επίδραση συμμορφώνεται κατά κάποιον ιδιαίτερο τρόπο στον καθένα, με το να ενώνεται με τον υποσύνειδο βυζαντινό πολιτισμό τους. Ό,τι στοιχείο από τον ξένο πολιτισμό στο διάστημα των αιώνων αφομοιώθηκε από μέρος των μορφωμένων, είναι καλά χωνεμένο και μεταμορφωμένο συνάμα σύμφωνα με την εθνική ψυχή. Αφομοίωση θα πει συνταίριασμα του ξένου με το δικό, έτσι που το ξένο δε θρονιάζεται ατόφιο μέσα μας παρά μεταμορφώνεται ακουμπώντας και ξεθωριάζοντας απάνω μας ή ποτίζοντας μας.

Τότε που ελευτερώθηκε ένα μέρος του έθνους η εκκλησία και οι γραμματισμένοι Φαναριώτες δεν έπαψαν να κρατούν σαν κάρα αγίου τη λογιώτατη παράδοση, αν και πολλοί από κείνους που έγραφαν έκαναν κάποια συγκατάβαση προς τη ζωή ανακατώνοντας αρκετά ζωντανά στοιχεία στη γλώσσα την αρχαία, τόσα μόνο ώστε να μη χάσει την αρχαιοφάνειά της γιατί αλλιώς θα μας καταριούνταν και οι Φιλέλληνες μαζί με τους προγόνους. Από τη συγκατάβαση αυτή βγήκε η λεγομένη καθαρεύουσα που την πήρε και το καινούριο κράτος για επίσημη του γλώσσα και έγραψε σ’ αύτη τα πολιτεύματα και τους νόμους του. Μόνον οι Εφτανησιώτες άρχισαν να μεταχειρίζονται σε μερικά είδη λογοτεχνίας και την ολοζώντανη γλώσσα του λαού παίρνοντας την από τα Ηπειρωτικά και άλλα δημοτικά τραγούδια. Και όπως ο φιλελληνισμός και η αρχαιομανία των Ευρωπαίων και η όμοια αρχαιομανία των γραμματισμένων Ρωμιών έπλασαν την αντίληψη μιας μικρής Ελλάδας στενεύοντας τα σύνορα της φυλής και ταιριάζοντάς τα με τα σύνορα της αρχαίας, ενώ ο λαός είχε ζωντανή μέσα του σαν πόσο εθνικό πάντα τη βυζαντινή παράδοση της αυτοκρατορίας, έτσι και στα άλλα, ενώ ο λαός κρατούσε τη δημοτική παράδοση, οι γραμματισμένοι με τη βοήθεια των αρχαιομαθών Φιλελλήνων οραματίζονταν με τον αρχαίο Ελληνισμό στενεύοντας τη ζωή του έθνους. Και οι Φιλέλληνες και οι γραμματισμένοι Έλληνες επρόβαιναν με το μυαλό τους κατά κάποιαν αφαίρεση. Η νέα Ελλάδα ήταν κατευθεία συνέχεια της αρχαίας, τα ενδιάμεσα δυο χιλιάδες χρονιά με τους δυο Ελληνικούς πολιτισμούς τους ήταν σβησμένα, Αλεξαντρινά κράτη και προ πάντων Βυζαντινό κράτος δεν είχαν υπάρξει.

Βασίλειος Γερμενής - Υπαίθρια αγορά
Βασίλειος Γερμενής – Υπαίθρια αγορά

Όλα είχαν φτωχύνει τόσο μέσα στην ψυχή των μορφωμένων του έθνους, που δεν εστοχάστηκαν ότι μπορούσαν να στραφούν αλλού παρά στην Ευρώπη για να γυρέψουν πρότυπα και για τους νόμους του κράτους και για τη διοίκηση και για την πνευματική ζωή. Η ζωντανάδα τους ως τόσο, όσο στενεμένη και μαργωμένη και αν ήταν, ζητούσε και άλλο κάτι πιο σύγχρονο από τον αρχαίο και πιο σύμφωνο με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, μα επειδή ο λογιωτατισμός τους είχε ξεράνει και αποτυφλώσει προς τη γύρω ζωή και την αληθινή της παράδοση, δεν μπορούσαν να φανταστούν πως είχε μέσα του το έθνος τη δύναμη να συγχρονιστεί με τις νεώτερες ανάγκες δίχως τη βοήθεια των ξενοφερμένων ιδεών και καλύτερα παρά με την υποστήριξη των Φράγκων. Και γύρισαν τα μάτια τους προς τη Δύση. Βέβαια ο δυτικός πολιτισμός από αιώνες επικοινωνούσε με την Ανατολή και ανθίζοντας την επηρέαζε κάπως, αφού επηρεάστηκε και αυτός στην αρχή από τον ανατολικό βυζαντινό. Μα η επιρροή αυτή δε θα ήταν τόσο μεγάλη και βλαβερή αν οι ανώτερες τάξες του έθνους δεν την προκαλούσαν να έρθει και να μας καβαλικέψει.

Νικόλαος Γύζης - Νύμφη
Νικόλαος Γύζης – Νύμφη

Ο ξενοφερμένος Βασιλιάς με οργανωτές χοντρούς Βαυαρέζους αντίγραψαν νόμους φράγκικους και συντάγματα ισοπεδωτικά, τους νέους τους έστελναν στην Ευρώπη για να σπουδάσουν ευρωπαϊκά και άμα ξαναγύριζαν με ένα δίπλωμα στο χέρι τους είχαν για θεούς. Οι μικροί αυτοί διπλωματούχοι θεοί, καταφουσκωμένοι από ξένη μάθηση κακοχωνεμένη, πολεμούσαν να κλονίσουν ακόμα περισσότερο την πεποίθηση των Ρωμιών στον εαυτό τους, ο γερμανομαθημένος αρχιτέχτονας μετάφερνε μαζί του από τη Γερμανία δείγματα σπιτιών, ο γαλλομαθημένος ράφτης μόδες, ο φραγκοπασαλειμένος νομικός νόμους και ο διαβασμένος ποιητής στίχους ρωμαντικούς. Και ό,τι έφτανε ίσα άπ’ την Ευρώπη εφάνταζε και λαμποκοπούσε, ό,τι εντόπιο ήταν περιφρονημένο. Στην Ευρώπη φώλιασε ο πολιτισμός και η επιστήμη, εκεί λοιπόν φυτρώνει και κάθε τελειότητα. Όποιος δεν πήγε στο Παρίσι δεν είναι άνθρωπος. Οι τέλειοι κορσέδες γίνονται στο Παρίσι, τα τέλεια κράτη πάλι εκεί κατασκευάζονται, και δεν είναι κανείς επιστήμονας αν δεν πήγε στην Ευρώπη και αν γυρίζοντας με δίπλωμα δε μετάφρασε από τα γαλλικά ή τα γερμανικά κανένα επιστημονικό σύγγραμμα ας είναι και τιποτένιο. Ο νομοθέτης φραγκοφερμένος και αυτός ή τουλάχιστο φραγκομαθημένος ετσάκισε με νόμους τα φυσικά του Ρωμιού, την κοινοτική ζωή, αντί να τη μελετήσει και να την καλυτερέψει και απάνω της να θεμελιώσει τον κρατικό μηχανισμό, την κατασύντριψε γιατί στη Βαυαρία δεν υπάρχουν κοινότητες. Η ξενομανία του κράτους έφτασε σέ τέτοιο σημείο που έστειλε στην Ευρώπη και κορίτσια να μάθουν . . . νοικοκυρική!

Το μόνο που θέλησαν να κρατήσουν ελληνικό, και αυτό όμως όχι νεοελληνικό, ήταν οι τύποι, η φάτσα, η εξωτερική μορφή, και βάφτισαν με αρχαιόπρεπα ονόματα τους δεσμούς και τις διάφορες θέσες και αξιώματα. Φτάνει να λέγονταν κάτι «δήμος» και ήταν αμέσως ελληνικό, «σύνταγμα» και ήταν καλό, «βουλευτής» και ήταν γνήσιο. Έτσι και τους ανθρώπους Από πρωτυτερινά χρόνια άρχισαν και τους βάφτιζαν Περικλήδες, Θεμιστοκλήδες, Σωκράτηδες, Δημοσθένηδες, νομίζοντας πως θα τους έφτιαναν έτσι γνήσιους απόγονους των αρχαίων που τους εσπούδαζαν ως τόσο στην Ευρώπη για να τους τελειοποιήσουν.

Και αρμένιζε η Ελλάδα όλη κατά ίσα κατά κάποιον αρχαιόμορφο και ξενότροπο μαϊμουδισμό, που έκαμε το ελληνικό μυαλό να παραδέρνει σε μια λιμνοθάλασσα από ιδέες παλιές και νέες.

Ίσως, εκεί που κατάντησαν τα πράματα, να πρέπει τώρα να χωθούμε βαθύτερα ακόμη στο λουτρό του ξένου σύγχρονου πολιτισμού αφού από την αρχή αυτό το δρόμο πήραμε, και μιαν δρα αρχύτερα να τον μπουχτίσουμε. Και πρέπει κοντά σ’ αυτό να έρθει ο κόρος και του δικού μας του παλιότερου πολιτισμού, του βυζαντινού, που μας κληροδότησε το λογιωτατισμό. Δηλαδή χρειάζεται χώνεμα των ξένων στοιχείων, ξεπεσμός και ξεθώριασμα της λογιώτατης παράδοσης και γνωρισμός μας τέλειος με τις πηγές της νεοελληνικής ζωής, με τη δημοτική παράδοση που είναι και ο μόνος γνήσιος και βαθύς σύνδεσμος με τους παλιότερους πολιτισμούς μας. Και τότε θα έχει ξαναχυθεί η ψυχή μας σα μέσα σε χυτήριο. Τότε μονάχα θα έχουμε λυτρωθεί από την ξενολατρεία και την αρχαιομανία, τότε θα βρούμε τη γραμμή της ζωής μας τη γνήσια, και τότε θα έρθει ο καιρός να αναβρύσει από τα σωθικά μας ο νέος Ελληνικός πολιτισμός, ο αληθινός, ο δικός μας- ο ξεσκολισμένος και από τα παλιά τα δικά μας και από τα ξένα όλα.

(Εμφανιστηκε 92 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)