1 Απριλίου 2018 at 23:14

Αντόν Τσέχωφ: Όταν η κωμωδία συνάντησε το δράμα…

από

Αντόν Τσέχωφ: Όταν η κωμωδία συνάντησε το δράμα… 

Γράφει η Ισιδώρα Μάλαμα

Η ιατρική είναι η αγαπημένη μου σύζυγος και το γράψιμο η ερωμένη μου. Όταν με κουράζει η μία, περνώ τη νύχτα με την άλλη. 

  Στον Αντόν Τσέχωφ οι δυο του ιδιότητες, αυτή του γιατρού και αυτή του λογοτέχνη αλληλεπιδρούν δημιουργικά και συνδιαμορφώνουν την  προσωπικότητα του. Η ιατρική του  οπτική, όπως ο ίδιος ομολογεί, διανοίχτηκε και ευαισθητοποιήθηκε μέσα από τη λογοτεχνική του ματιά, ενώ η ιατρική του ιδιότητα ήταν προσδιοριστική της λογοτεχνικής του σκέψης και γραφής. Θα έλεγε κανείς ότι η καθεμιά επιστήμη -σε ένα παιχνίδι συναγωνισμού- συμβάλλει από τη μεριά της για να μεστωθεί η κοινωνική ματιά του πνευματικού ανθρώπου: 

  Αν καταφέρεις να πείσεις έναν καταξιωμένο καλλιτέχνη να ξεπεράσει τους δισταγμούς του και να δηλώσει ότι, ναι, υπάρχουν και πράγματα που δεν καταλαβαίνει, αυτό από μόνο του θα αποτελέσει ένα τεράστιο βήμα προόδου στην ανθρωπότητα…  Δεν ανήκω στους λογοτέχνες που φέρνονται αρνητικά στην επιστήμη, και δε θα ήθελα να ανήκω και σε κείνους που μονάχα με το  μυαλό τους φτάνουνε παντού.

Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ (29 Ιανουαρίου 1860 – 15 Ιουλίου 1904) ήταν Ρώσος θεατρικός συγγραφέας και ένας από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σπούδασε και εργάστηκε ως γιατρός.
Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ (29 Ιανουαρίου 1860 – 15 Ιουλίου 1904) ήταν Ρώσος θεατρικός συγγραφέας και ένας από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σπούδασε και εργάστηκε ως γιατρός.

  Λόγια του ίδιου του Τσέχωφ, που καταδεικνύουν ότι. η επιστημονικότητα  καταφαίνεται από την ικανότητα του λογοτέχνη να προσφέρει στην ηθική και κοινωνική ανάπτυξη του κόσμου που τον περιβάλλει και τον διαμορφώνει αντίστοιχα. Η διαπίστωση των κάθε είδους κακώς κειμένων είναι, ασφαλώς, υποχρέωση του διανοούμενου, αλλά ένας αληθινός διανοούμενος δεν σταματάει εκεί· οφείλει να προτείνει μια λύση, και αν δεν μπορεί να το κάνει αυτό μόνος του και αν δεν μπορεί ούτε να ζητήσει από άλλους βοήθεια, οφείλει να εμπνεύσει την πίστη, την αισιοδοξία για την εύρεση της λύσης στο μέλλον: αυτή είναι η πεμπτουσία της ανθρωπιστικής ματιάς πάνω στα πράγματα. 

   Ο λόγος του κοφτός  και μεστός∙ αποδίδονται μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Απότοκος της καθαρότητας της σκέψης, απότοκος της σκληρής βιοπάλης που δε μπορεί να χρωματίσει με συναίσθημα τα όσα βιώνει, απότοκος της ανάγκης να παράγει σύντομα χρονογραφήματα σε καθημερινή σχεδόν βάση προκειμένου να βιοπορίζεται από τα περιοδικά με τα οποία συνεργαζόταν ή και του περιορισμού της έκτασης για οικονομία χώρου, στην οποία τον ανάγκασαν οι εκδοτικοί οίκοι και τα περιοδικά. Η γλώσσα, λοιπόν, απέριττη και λιτή, αλαφρωμένη από τα ψιμύθια της λογοτεχνικής υπερβολής στοχεύει με ευθύβολη χρήση στο να αναδείξει τα κακώς κείμενα του τόπου. Οι συναισθηματισμοί και ο διδακτισμός δεν ταιριάζουν στο μεγάλο συγγραφέα, ο οποίος φαίνεται ότι προτιμά να ρίχνει το μπαλάκι της αποτίμησης των γεγονότων στον αναγνώστη και να τον εμπλέκει έτσι ασυνείδητα στα κοινωνικά προβλήματα απαιτώντας να σκεφτεί για τη λύση. Το ύφος του, λοιπόν, πυκνό και συνοπτικό, άμεσο και λιτό, με τον κυνισμό του γιατρού που επιμένει να λέει μόνο τα απαραίτητα, φαινομενικά  αποστασιοποιημένος από το δράμα του ασθενή, αλλά τόσο βαθιά γνώστης της ψυχολογίας του:

Ό,τι κι αν διαβάζω, δικό μου ή ξένο, ποτέ δε μου φαίνεται αρκετά σύντομο. 

Ως πραγματικός ανατόμος πετυχαίνει να αποδώσει το σαρκαστικό και χιουμοριστικό, μα και το παράλληλα τραγικό μέσα από τη λεπτομερή παρατήρηση και την παράθεση της ακριβούς λεπτομέρειας. Οι χειρονομίες και η ομιλία είναι κάτι στο οποίο εστιάζει ο Τσέχωφ, προκειμένου να αποδώσει ολοκληρωμένους τους χαρακτήρες του. Μια ατέλειωτη πινακοθήκη τύπων γνωστών σε όλους παρελαύνει μέσα από τη διηγηματογραφία του κάνοντας τον αναγνώστη να αναγνωρίζει σε αυτό στοιχεία της δικής του προσωπικότητας, Το χιουμοριστικό κομμάτι είναι το μέσο για να  πει ο Τσέχωφ αλήθειες που ο άλλος δυσκολεύεται να δεχτεί. Το χιούμορ είναι το εργαλείο που ή δυναμώνει την τραγωδία ή τη μετριάζει κι αυτό το ρύθμισμα του σχοινιού είναι δεξιότητα μοναδική στα χέρια του συγγραφέα.

  Στα τέλη του 19ου αιώνα η πνευματική και κοινωνική σήψη σε συνδυασμό με την  κακοδιοίκηση από τον τσάρο οδήγησαν σε μια τελματώδη κατάσταση τους ανθρώπους, που αμόρφωτοι κι απογοητευμένοι προέβαιναν σε μια τυπική μόνο κατοχύρωση της ελευθερίας τους. Το 1881 η δολοφονία του τσάρου βρίσκει τους ανθρώπους κουρασμένους, αλλά με εμφανή την ελπίδα αναρρίχησης σε θέσεις που δεν αξίζουν, στοιχείο που χαρακτηρίζει όλες τις κοινωνίες της φθοράς και πολλές από τις σύγχρονες ακόμη. Σύμφωνα με τον Μάρκο Αυγέρη: Αν τα παθήματα των ανθρώπων που περίγραψε ο Τσέχωφ ανήκουν στην εποχή του, όμως οι  ηθικές θέσεις τους και τα αισθήματα που προκαλούν, έχουν τέτοια καθολικότητα, που δεν εκφράζουν μόνο τον άνθρωπο της τσαρικής Ρωσίας, αλλά μπορούν να παρουσιάζουν αναλογίες ή συγγένειες με τις λύπες ή τις χαρές του καθολικού ανθρώπου κι ας είναι για διαφορετικούς λόγους και κάτω από διαφορετικές συνθήκες:

Θέλω να χτυπήσω μεμιάς δυο τρυγόνια: να ζωγραφίσω με αλήθεια τη ζωή δείχνοντας πόσο έχει απομακρυνθεί από τη νόρμα. Ποια είναι, όμως, η νόρμα δεν το γνωρίζω, όπως δεν το γνωρίζει κανείς μας. Όλοι ξέρουμε πότε μια πράξη είναι άτιμη – μα τι είναι τιμή μας μένει άγνωστο.

  Οι ήρωες των διηγημάτων του μασκαρεύονται πρόσωπα και οι αιχμάλωτες ψυχές τους ζουν πολλές δοκιμασίες ταυτόχρονα. Πρόκειται για πρόσωπα αδύναμα και θαμπά που δεν μπορούν να αποκαλύψουν ποιοι στα αλήθεια είναι. Είναι, συνήθως, μίζεροι κι ελπίζουν σε ένα λαμπρό μέλλον.

  Από τα πιο χαρακτηριστικά όλων των παραπάνω διηγήματα, «Ο Παχύς και ο Αδύνατος» μαζί με «Το θάνατο ενός υπαλλήλου», δημοσιεύτηκαν το 1883 με διαφορά τριών μηνών στο περιοδικό «Συντρίμμια» και αναδείχνουν την επίδραση της κοινωνικής ιεραρχίας και των θέσεων εξουσίας στην ψυχολογία και τη συμπεριφορά των Ρώσων της εποχής. Με άλλα λόγια, η θέση που κατέχει κανείς στην ιεραρχία της τσαρικής Ρωσίας είναι ανάλογη με το σεβασμό που θα εισπράξει από την κοινωνία. Οι θέσεις κατοχυρώνονται και οι άνθρωποι εξελίσσονται επιδεικνύοντας γλοιωδέστατη κολακεία σε όσους καθιέρωσε το πολιτικό σύστημα. Και τα δυο διηγήματα αποδεικνύουν τη νοσηρή σχέση ανάμεσα στους κρίκους της προεπαναστατικής ρωσικής υπαλληλικής ιεραρχίας.

  Η ιστορία θέλει δυο παλιούς συμμαθητές να συναντιούνται στο σταθμό της πόλης, ο ένας (ο Παχύς) μόνος του και ο δεύτερος (ο Αδύνατος)  με όλη την οικογένειά του, δηλαδή την ξερακιανή γυναίκα και το αδιάφορο παιδί του. Οι ανυπόκριτοι και εγκάρδιοι χαιρετισμοί δίνουν τη θέση τους στη χαμέρπεια και την αυλοκολακεία από τη μεριά του δεύτερου και της οικογένειάς του, όταν ο Παχύς ανακοινώνει την επαγγελματική του άνοδο και την κατάκτηση μιας υψηλόβαθμης θέσης στη δημοσιοϋπαλληλική ιεραρχία.

   Μια κριτική ματιά στο διήγημα αυτό  επιβεβαιώνει όλα τα χαρακτηριστικά του Τσέχωφ: τη συντομία, τον καυστικό λόγο, τη σαπίλα του τσαρικού καθεστώτος, την κενότητα των ανθρώπων μέσα από τη δραματική τους παρουσίαση. Επιχειρώντας έναν αποσυμβολισμό, ο Παχύς, με Π κεφαλαίο, είναι αυτός που έχει περισσό βάρος, αυτός που κατά τον Αριστοτέλη έχει οδηγηθεί προς την υπερβολή  υλικών αγαθών, χλιδής, εξουσίας, ίσως και αυθαιρεσίας. Το επίθετό του ανάγεται σε όνομα και συμβολοποιείται προσδιορίζοντας τον κάτοχό του με ιδιότητα α) αρρωστημένη, καθώς θέτει κάθε κάτοχο σε επισφαλή σωματική κατάσταση, β) άξια χλευασμού από τους υπόλοιπους, καθώς αν δεν ήταν φορέας εξουσίας εύλογα θα αποκαλούνταν με το προσωνύμιο «ο χοντρός» (είναι δηλαδή το επίθετο μια εξευγενισμένη μορφή από ένα συνηθέστατο και χοντροειδέστατο παρατσούκλι),  γ) του πλούσιου, αυτού που πάντα μπορεί να αγοράζει ό,τι θέλει και να εξουσιάζει με την αγοραστική του ικανότητα αυτούς που δεν έχουν,  δ) άμεσα συνδεδεμένη με αυτόν που δεν έχει αντιστάσεις, με αυτόν που δεν μπορεί να μην ενδώσει στις αδυναμίες του, οι οποίες είναι κατά βάσην υλικές:

 Και τα χείλια του, γεμάτα λίπος, γυάλιζαν σαν γινωμένα βύσσινα. Μύριζε κρασίλα κι άρωμα.

    Σε αντιδιαστολή με αυτόν (σε όλα τα επίπεδα: λεκτικό, οικονομικό, σωματικό κ.ά.), στέκει ο Αδύνατος, το άκρο της αριστοτελικής έλλειψης. Ο μη έχων, που ζει παντού και πάντα με το στερητικό «Α», το οποίο δεν μπορεί να αποβάλει ή τουλάχιστον να συμβιβαστεί μαζί του. Ωστόσο και το  δικό του Α είναι κεφαλαίο, αποδίδει ένα όνομα-σύμβολο παραπέμποντας α) στον ασθενικό  άνθρωπο, αυτόν που δεν έχει ένα υγιές βάρος, β) στον οικονομικά αδύνατο, από το κατώτερο ταξικό στρώμα, που πάντα θα αγωνίζεται για να εξισωθεί με τους πλούσιους, γ) σε αυτόν που είναι αδύνατο να ξεπεράσει τη φτώχεια της τσέπης και του πνεύματός του.

  Τα ονόματα-σύμβολα υποβοηθούνται στην αναπαράσταση των ηρώων από τη μυρωδιά τους -τόσο ίδια και τόσο διαφορετική- ώστε να τοποθετείται με τάξη ο καθένας στην κορνίζα  του ταξικού του προφίλ. Ο Παχύς μύριζε κρασίλα κι άρωμα, μπόλικο δηλαδή οινόπνευμα, ένδειξη ευζωίας και χαρούμενης διάθεσης (από τη στιγμή που ο οίνος ευφραίνει καρδίαν) και άρωμα, που παραπέμπει σε υψηλή αγοραστική ικανότητα, αφού η διάρκεια και η ένταση  του αρώματος μηδενίζει την πιθανότητα αρώματος  τύπου. Ωστόσο, η μυρωδιά που φτάνει στη μύτη του αναγνώστη δεν είναι καθόλου ευχάριστη: είναι η μυρωδιά ανθρώπου άπλυτου και ενδοτικού στις μικρές και -γιατί όχι-  στις μεγάλες προκλήσεις της ζωής. Από την άλλη ο Αδύνατος: Αναδινόταν από πάνω του μια μυρουδιά από χοιρομέρι και κατακάθια καφέ. Το χοιρομέρι, με τη βάρβαρη ηχητική του απόδοση, όσο και το κατακάθι, το οποίο γλύφει ο Αδύνατος με μανία για να κορέσει την επιθυμία του, συνιστούν τον κόσμο του φορέα τους: αυτόν που εξαντλεί κάθε οικονομική του ικανότητα αξιοποιώντας πολλές φορές ακόμη και το ευτελές – με τη λογική ότι τίποτα δεν είναι για πέταμα- προσπαθώντας να αναρριχηθεί λίγο ψηλότερα, γλύφοντας τα κόκαλα που αφήνουν οι παχείς αηδιασμένοι από το δικό τους κορεσμό. Ο Αδύνατος: Ένα κατακάθι που προσπαθεί μάταια να αποκολληθεί από την κολλώδη ουσία της καταγωγής του.

  Πέρα από τη μυρωδιά είναι και το εκτόπισμα που μηχανεύεται ο συγγραφέας για να εξοπλίσει τον κάθε ήρωά του:  Ο Παχύς κάνει την παρουσία του ολομόναχος, είναι αυτάρκης και γεμάτος αυτοπεποίθηση, είναι κύριος του εαυτού του και των άλλων, δεν έχει ανάγκη από άλλα πρόσωπα που θα γεμίζουν το λογοτεχνικό σκηνικό. Κουβαλά μόνο τη μυρωδιά του πλούτου, που μάλλον αναξιοκρατικά απέκτησε. Απέναντι σε αυτόν κάνει την παρουσία του ο Αδύνατος, που για να μπορέσει να σταθεί απέναντι στον Παχύ επιστρατεύει όλη την -επίσης λιπόσαρκη- οικογένειά του. Φαίνεται ότι ο Τσέχωφ, αθροιστικά λειτουργώντας, επιχειρεί να ζυγοσταθμίσει μια ζυγαριά με όλους τους λιπόσαρκους της μιας μεριάς να αγκομαχούν για να σηκώσουν το βάρους του ταξικού τους ονείρου.

Πίσω από τη ράχη του ξεμύτιζαν μια αδύνατη γυναίκα με μακρουλό πιγούνι, η γυναίκα του, κι ένα ψηλό γυμνασιόπαιδο με μισοκλεισμένα τα μάτια, ο γιος του.

  Το πραγματικό όνομα του πρώτου «Μίσια», ετυμολογημένο από το «Μιχαήλ». Μιχαήλ ή Μιχάλης (εβραϊκό όνομα, το οποίο σημαίνει «Όμοιος με τον Θεό» ή «συνδεμένος με τον Θεό»). Με λίγα λόγια ο Παχύς είναι αυτός που συγκεντρώνει εξουσία θεϊκή από τη στιγμή που είναι ψηλότερα στη δημοσιοϋπαλληλική ιεραρχία. Το όνομά του προοικονομεί την κοινωνική του ανωτερότητα και την υποταγή-προσκύνημα στο οποίο θα επιδοθεί αμέσως μετά την επαγγελματική αναγνώριση του τελευταίου ο Αδύνατος:

Εγώ, εξοχότατε… Χαίρω πολύ! Φίλος, ας πούμε, παιδικός και να που, ξαφνικά, μεταμορφώνεστε σ’ έναν τέτοιον άρχοντα! Χι, χι.

  Αυτός είναι ο Αδύνατος του Τσέχωφ. Με το χαρακτηριστικό από τον συγγραφέα  όνομα «Πορφύρης», από τη χρωστική ουσία της πορφύρας που χαρίζει ανεξίτηλο κατακόκκινο χρώμα στον κάτοχο της. Κατακόκκινος από το άγχος να προλάβει τα πάντα, από τα νεύρα του που δεν είναι πλούσιος και που έχει να αντιπαραβάλει στα δυο παράσημα του Παχύ τις ξύλινες ταμπακέρες που κατασκευάζει ως δεύτερη απασχόληση επιβίωσης, από ντροπή για την κατάντια του, από την ψεύτικη συστολή που, αναμεμιγμένη με τη ζηλοφθονία, τον περιβάλλει όταν βλέπει το φίλο του να τον έχει κατά πολύ προσπεράσει, από την αμηχανία του μπροστά στην αέναη, κρυφή λειτουργία του τσαρικού καθεστώτος, που δε σταματάει να αναδεικνύει κάποιους ερήμην του. Ανόητο γελάκι από τη μεριά του και στη συνέχεια ένα παραλήρημα με ό,τι πιο ωραίο μπορεί να εκστομίσει από στήθους ο έρμος μεσοαστός παρά τη δυσανασχέτηση του Παχύ φίλου του:

 Φτάνει λοιπόν, πάψε!», είπε μορφάζοντας ο Παχύς. «Γιατί αυτό το ύφος; Εγώ κι εσύ είμαστε φίλοι από παιδιά κι αυτή εδώ η δουλοπρέπεια δεν έχει κανένα νόημα!.

Προς Θεού… Τι, εσείς…», κρυφογέλασε ο Αδύνατος, ζαρώνοντας πιο πολύ ακόμα. «Η ευμένεια της εξοχότητάς σας… είναι σαν ζωογόνα δροσιά… Να, εξοχότατε, αποδώ ο γιος μου ο Ναθαναήλ… η γυναίκα μου η Λουίζα, Λουθηρανή, ας πούμε…

  Χαρακτηριστικές οι επαναλήψεις στις οποίες επιδίδεται προκειμένου να καλύψει με την πολυλογία την έκπληξη -ίσως και ζηλοφθονία- από την οποία διακατέχεται ή μάλλον την τυπική ένδειξη σεβασμού, την οποία οφείλει από κοινωνική α-συνειδησία και μόνο να εκδηλώσει.

Τέλος, η ευλάβεια προς τον Μίσια-Θεό κορυφώνεται με τη βαθιά υπόκλιση, η οποία,  μέσα από την επενέργεια που έχει στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, επισύρει ένα κύμα ψεύτικης ταπεινοσύνης:

 O Αδύνατος, πιάνοντας το χέρι, έσφιξε τα τρία δάχτυλα, υποκλίθηκε από το κεφάλι ως τα πόδια και γέλασε χαιρέκακα, σαν Κινέζος: «Χι, χι, χι». Η γυναίκα του χαμογέλασε. O Ναθαναήλ έσυρε το πόδι του σε στάση προσοχής και το πηλήκιο από το κεφάλι του έπεσε κάτω.

  Τα δεύτερα ονόματα-σύμβολα που χαρακτηρίζουν τους ήρωες είναι αυτά που ως παρατσούκλια τούς  συνόδευαν στα σχολικά τους χρόνια. Που μπορεί να έχουν μια δόση επιπολαιότητας και υπερβολής, αλλά κρύβουν μεγάλες αλήθειες για το χαρακτήρα των κατόχων τους:

«Στο Γυμνάσιο φοιτούσαμε μαζί!», συνέχισε ο Αδύνατος. «Θυμάσαι το παρατσούκλι που μας είχαν βγάλει; Εσένα σε φώναζαν Ηρόστρατο, επειδή έκαψες με το τσιγάρο ένα δημόσιο βιβλίο· κι εμένα Εφιάλτη, γιατί μου άρεσε να είμαι μαρτυριάρης. Χο, χο… Τι παιδιά που ήμασταν!

  Ο Ηρόστρατος, γνωστός για την πράξη του να πυρπολήσει, το 356 π.Χ., το περίφημο Αρτεμίσιο, δηλαδή τον Ναό της Αρτέμιδας στην Έφεσο, για να μείνει γνωστό το όνομά του στην ιστορία παραπέμπει στο άτομο που είναι έτοιμο για όλα προκειμένου να καρπωθεί τη δόξα και όσα αυτή συνεπάγεται (αγγλικά ο όρος Herostrat fame = δόξα με κάθε μέσο). Τα σχολεία ως μικρογραφίες της κοινωνικής πραγματικότητας όχι μόνο αντικατοπτρίζουν ταξικές αναμετρήσεις, αλλά και τις ενθαρρύνουν προετοιμάζοντάς τες. Τα παιδιά είχαν την οξυδέρκεια να συνοψίσουν μέσα σε ένα παρατσούκλι το πιο βασικό χαρακτηριστικό του συμμαθητή τους και να επαληθευτούν μελλοντικά από την κατάληψη από μέρους του μιας θέσης που επιβεβαίωνε το στόχο.

  Από την άλλη ο γνωστός Εφιάλτης, ο προδότης στη μάχη των Θερμοπυλών, αυτός που είναι έτοιμος μπροστά στην εξουσία να προδώσει αρχές και αξιοπρέπεια. Από ό,τι φαίνεται, στα παιδικά του χρόνια ο Αδύνατος είχε δείξει σημάδια κοθορνισμού, δηλαδή μεταπήδησης από πρόσωπα σε πρόσωπα προκειμένου να εξασφαλίσει την προστασία και την αναρρίχησή του. Έμεινε, όμως και ακόμη παραμένει ο στιγματισμένος Εφιάλτης, ο χαμερπής εκείνος τύπος, η μαύρη κηλίδα, ο μεγάλος αντιήρωας της Αρχαίας Ελλάδας, που οδήγησε τους Πέρσες στα νώτα των Σπαρτιατών του Λεωνίδα, το οικουμενικό πρόσωπο της προδοσίας αλλά και της υπέρτατης ύβρης έναντι της πατρίδας. Η και αυτός που δεν έχει ποτέ ήσυχο ύπνο (εφιάλτες), είτε γιατί έχει λερωμένη τη φωλιά του είτε γιατί δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τον εαυτό του  και την κοινωνική του θέση.

  Οι υπόλοιποι ήρωες που ως δευτερεύοντα πρόσωπα πλαισιώνουν το σκηνικό αποδίδονται με ακόμη πιο λιτές αναφορές από το συγγραφέα. Η γυναίκα του Πορφύρη ονομάζεται Λουίζα και είναι Λουθηρανή. Αυτά τα μοναδικά της γνωρίσματα σε συνδυασμό με τα λεπτά της ξερακιανά χαρακτηριστικά συνθέτουν  μια επίσης αδύνατη και αδύναμη γυναίκα που μπορεί να αποκτά λόγο ύπαρξης  μόνο μέσα από την επανάληψη της προσφώνησής της: Κι αποδώ η γυναίκα μου, το γένος Βάντσενμπαχ… Λουθηρανή. Ο γιος του Πορφύρη φαίνεται ότι συμπληρώνει με το ύψος την απουσία πνευματική καθαρότητας, θάρρους και αυτοπεποίθησης ή τουλάχιστον ευγένειας:  ένα ψηλό γυμνασιόπαιδο με μισοκλεισμένα τα μάτια, ο γιος του O Ναθαναήλ σκέφτηκε λιγάκι κι έβγαλε το καπέλο… Μη φοβάσαι, Ναθάνια! Πήγαινε κοντά του… Κι αποδώ η γυναίκα μου, το γένος Βάντσενμπαχ… Λουθηρανή.. O Ναθαναήλ σκέφτηκε λίγο και κρύφτηκε πίσω από τον πατέρα του.

 Μα η πιο ωραία απόδοση της χαμέρπειας και της έλλειψης βούλησης των δευτερευόντων ηρώων είναι η αυτόματη λειτουργία τους ως αντικαθρέφτισμα του πατέρα της οικογένειας, ενός πατέρα που μπορεί να μην τα είχε καταφέρει τόσο καλά στη, επαγγελματική του ζωή, είχε όμως διαπρέψει στην εκμάθηση της κολακείας και της υποκριτικής απόδοσης σεβασμού στους εκπροσώπους που είχαν κατακτήσει   μια θέση πιο ψηλά στην ιεραρχία του ρωσικού τσαρικού υπαλληλικού κώδικα:

O Αδύνατος ξαφνικά χλώμιασε, έμεινε σύξυλος κι αμέσως ύστερα το πρόσωπό του παραμορφώθηκε σ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Έδειχνε σαν να έβγαζε σπίθες από τα μάτια και το πρόσωπό του. Το σώμα του μαζεύτηκε, καμπούριασε, στένεψε… Oι βαλίτσες του, οι μπόγοι και τα κιβώτια κουβαριάστηκαν, ζάρωσαν… Το μακρύ πιγούνι της γυναίκας του έγινε ακόμα πιο μακρουλό. O Ναθαναήλ στάθηκε τεντωμένος σε στάση προσοχής και κούμπωσε όλα τα κουμπιά της στολής του…

Τόσο ο κεντρικός Αδύνατος όσο και οι  οικογενειακές του προεκτάσεις φαντάζουν σαν καρικατούρες που μορφάζουν ασυγκράτητα μπροστά στις εκπλήξεις της ζωής και που στην προσπάθειά τους να αποκρύψουν την έκπληξη-ζηλοφθονία-αυλοκολακεία τους αποκαλύπτονται με όλη τους την κενότητα και όλη τους την υλική και σωματική γύμνια στα μάτια του αναγνώστη.

  Στο διήγημα αυτό το πρόβλημα το έχουν οι κατώτεροι, οι φτωχοί. Η δουλικότητα με την οποία αντιδρά ο Αδύνατος ξενίζει τον Παχύ, ο οποίος δε φαίνεται να ιεραρχεί την εργασιακή του θέση πάνω από τους παιδικούς-φιλικούς δεσμούς του. Μοιάζει να απογοητεύεται με τη στάση του φίλου του, δείχνει να μη μπορεί να  πιστέψει στη μεταστροφή του:

«Φτάνει λοιπόν, πάψε!», είπε μορφάζοντας ο Παχύς. «Γιατί αυτό το ύφος; Εγώ κι εσύ είμαστε φίλοι από παιδιά κι αυτή εδώ η δουλοπρέπεια δεν έχει κανένα νόημα!».

Παρά την ένδειξη της δυσαρέσκειάς του, ο Αδύνατος αποδείχνεται φτωχός και το πνεύματι, αλλά και  «τη κοινωνικότητι», δεν μπορεί να ξεπεράσει την κοινωνική σύμβαση που ιεραρχεί τους ανθρώπους μόνο με βάση την επαγγελματική τους κατάταξη, ούτε κι όταν απέναντί του έχει έναν άνθρωπο από τα παιδικά του χρόνια με κοινές  μνήμες. Ο Παχύς δείχνει να αναπολεί την αθωότητα των στιγμών που πέρασε με το φίλο του, απαιτεί την ίδια ανυπόκριτη συμπεριφορά, αλλά η υποκρισία της ζωής, το προσωπείο το οποίο έχει γερά κολλήσει στον Αδύνατο, είναι δύσκολο να αποκολληθεί μπροστά στα παράσημα. Τα ζαχαρώνει σαν ξερολούκουμα και ξέρει καλά ότι, για να  τα γευτεί, οι χειρισμοί του πρέπει να είναι λεπτοί, όπως και οι τρόποι του. Δηλαδή, ψεύτικοι. Ο Παχύς γυρνάει την πλάτη σε αυτήν την υποκρισία, απογοητεύεται από την αντίδραση του φίλου, νιώθει τη μοναξιά που του προσφέρει το τσαρικό καθεστώς και το μασκάρεμα των ανθρώπων σε όλο του το μεγαλείο. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα του λογοτεχνικού λόγου καταφαίνεται από τη σιγουριά του αναγνώστη ότι, όταν λίγο παρακάτω συναντήσει ο Παχύς κάποιον φορέα περισσότερων παράσημων και δη παχύτερο, θα υιοθετήσει αβασάνιστα τη θέση του Αδύνατου, σηματοδοτώντας μια καινούργια διαμάχη σωματικού και ταξικού εκτοπίσματος.

(Εμφανιστηκε 484 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν