10 Μαρτίου 2018 at 10:11

Κατεβάστε: ‘Η γραμμή του ορίζοντος’ του Χρήστου Βακαλόπουλου (pdf)

από

Κατεβάστε: ‘Η γραμμή του ορίζοντος’ του Χρήστου Βακαλόπουλου (pdf)

Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα από το (εξαντλημένο δυστυχώς) βιβλίο του Χρήστου Βακαλόπουλου, Η Γραμμή του Ορίζοντος, όπως το βρίσκουμε στο βιβλίο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με κείμενα του συγγραφέα. Μπορείτε να κατεβάσετε ολόκληρο το βιβλίο από εδώ.

Κεφάλαιο VIII

Δύση

Τριάντα δύο χρονών, χωρισμένη, ρίχνει μια ματιά κατανόησης στον κόκκινο δίσκο που χάνεται, προσπερνάει μια μικρή εκκλησία που στέκει ξεκάρφωτη στην άκρη του γκρεμού μ’ ένα λευκό πανί ν’ ανεμίζει στην πόρτα της. Κάνει δυο βήματα, στέκεται, γυρίζει και βλέπει στα μάτια τη μικρή ξεκάρφωτη εκκλησία, της έρχεται να κάνει το σταυρό της και δεν το κάνει γιατί ντρέπεται, χιλιάδες φίλοι μέσα της τής λένε να μην το κάνει, τι νόημα έχει αυτό που κάνει, το κάνει χωρίς να το εννοεί, δεν είναι του επιπέδου της να κάνει το σταυρό της, αυτό το κάνουν άνθρωποι που δεν σκέφτονται τι νόημα έχει αυτό που κάνουν. Χιλιάδες φίλοι ψιθυρίζουν μέσα της ότι είναι μεγάλο ατόπημα να κάνεις το σταυρό σου, είναι υποκρισία, είναι αμαρτία, είναι κακό σημάδι, είναι αίσχος, είναι μαλακία, είναι ανοησία, είναι γελοίο, είναι ηλίθιο, είναι τρέλα, είναι μεγάλη υποχώρηση, μην το κάνεις αυτό το πράγμα, Ρέα Φραντζή, το κάνεις χωρίς να το εννοείς. Αυτή την εκκλησία την έβαλαν εδώ, στην άκρη του γκρεμού, χωρίς να το εννοούν. Το λευκό πανί ανεμίζει στην πόρτα της χωρίς να το εννοεί, ο άνθρωπος που περνάει πάνω στο μαύρο άλογο και της λέει καλησπέρα κάτι άλλο εννοεί, χιλιάδες φίλοι υπάρχουν μέσα της και την κάνουν καχύποπτη, κάθε στιγμή χιλιάδες μάτια την παρακολουθούν, χιλιάδες γνώμες ελέγχουν τις κινήσεις της, πρέπει να εξηγείται αυτό που πρόκειται να κάνει, πρέπει να έχει κάποιο λόγο και να το εννοεί, το κάνει για κάποιο λόγο, δεν το κάνει έτσι, σκέφτεται να κάνει το σταυρό της για κάποιο συγκεκριμένο λόγο που πρέπει να εξηγηθεί.

Στέκεται ακίνητη, μαγνητισμένη, μελαχρινή, χωρισμένη, και κάνει ντροπαλά το σταυρό της δέκα βήματα από την άκρη του γκρεμού. Τον Αύγουστο του 1971 πήγαιναν με τη Βάνα να καπνίσουν κρυφά, ενώ όλο το χωριό βρισκόταν στην εκκλησία, έμπαιναν την τελευταία στιγμή για να μην τις καταλάβουν, μόλις που προλάβαιναν το Άγιος ισχυρός, Άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς. Κάπνιζαν κάνοντας πολύ μεγάλα σχέδια, η ζωή ήταν αλλού, παντού αλλού εκτός από δω, δεν ήταν ζωή αυτή εδώ δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων, η ζωή ήταν ένα πράγμα καλοντυμένο, κομψό, αστραφτερό, διακριτικά συγκινημένο, λεπτό, τα είχε δει άλλωστε στην Ελβετία, του χρόνου η Βάνα θα πήγαινε με το σχολείο στη Γαλλία, θα αισθανόταν ελεύθερη, θα κάπνιζε όσο ήθελε, θα μιλούσε γαλλικά, θα πήγαινε στα μαγαζιά. Ελέησον και σώσον ημάς, ευτυχώς που βρέθηκαν οι δυο τους, δεν είχε με ποιον να μιλήσει η Βάνα σ’ αυτό το χωριό, κανείς δεν καταλάβαινε, κανείς δεν άκουγε δίσκους, τι έκαναν όλοι αυτοί οι άνθρωποι σ’ αυτό το χωριό, δεν ήξεραν πώς είναι η πραγματικό ζωή; Μιλούσαν συνέχεια για το παρελθόν, μα τι ήταν αυτό το παρελθόν, πού ήταν επιτέλους αυτό το παρελθόν, γιατί δεν εμφανιζόταν ποτέ να το δούμε, πού είχε πάει να κρυφτεί και το έψαχναν με τόση μανία, δεν ήξεραν ότι δεν υπάρχει πια αυτό το πράγμα; Πήγαιναν όλοι μαζί στην εκκλησία και ανηφόριζαν πίσω όλοι μαζί, καθόντουσαν όλοι μαζί στα καφενεία και έλεγαν αναμνήσεις όλοι μαζί, πώς ήταν δυνατό να κάνουν τα πράγματα όλοι μαζί, τι ζωή ήταν αυτή γεμάτη αναμνήσεις, δεν ήξεραν ότι δεν υπάρχουν πια αναμνήσεις, τι ακριβώς εννοούσαν λέγοντας αυτά τα πράγματα που ήταν τόσο μακριά από την πραγματική ζωή; Κάποιος έπρεπε να τους μιλήσει, να τους πει ότι το παρελθόν πέθανε, κάποιος έπρεπε να τους εξηγήσει ότι ζωή είναι αυτό που δεν έχει πια παρελθόν, αυτό που γίνεται επειδή δε θυμάσαι τίποτα πια, πώς βρέθηκε εδώ αυτό το χωριό, γιατί κάπνιζαν μόνο οι άντρες, γιατί κοιμόντουσαν τόσο νωρίς, ζωή ήταν να έχεις ηλεκτρικό, πώς μπορούσαν μ’ αυτές τις λάμπες; Γιατί επέμεναν να είναι φτωχοί, να έχουν μόνο ένα περίπτερο, να έχει τόσο λίγα πράγματα το περίπτερο, να πηγαίνουν όλοι μαζί στην εκκλησία, να γυρίζουν όλοι μαζί; Κάποιος έπρεπε να τους ανοίξει τα μάτια, να τους μιλήσει για την πραγματική ζωή.

Στέκεται δέκα βήματα από το λευκό πανί που ανεμίζει, ένα ταξί περνάει δίπλα της και την τυλίγει στη σκόνη, έκανε το σταυρό της χωρίς να ξέρει γιατί. Σκέφτεται ν’ ανάψει ένα κερί, μην το κάνεις αυτό, Ρέα Φραντζή, χιλιάδες φίλοι ψιθυρίζουν μέσα της και την προειδοποιούν ότι αν ανάψει κερί, θα απομακρυνθεί από την πραγματική ζωή, μετά δεν υπάρχει επιστροφή, αν ανάψεις ένα κερί, θα βάλεις φωτιά στα πάντα, αν ανάψεις κερί, θα διακόψεις τη σχέση σου με την κοινή λογική, είναι παράλογο ν’ ανάψεις τώρα κερί, καταφεύγεις εκεί γιατί δεν είσαι αρκετά δυνατή, μπορούμε να σου αποδείξουμε ότι δε χρειάζεται ν’ ανάψεις κερί, το χρειάζεσαι πραγματικά ή το κάνεις επειδή βρέθηκες εδώ μόνη, τριάντα δύο χρόνων, χωρισμένη χωρίς να ξέρεις γιατί, μελαχρινή, αδύναμη, αντιφατική, ντροπαλή, φοβισμένη, δέκα βήματα απ’ την άκρη του γκρεμού; Το χρειάζεσαι πραγματικά ή μήπως ψάχνεις για παρηγοριά, τα έχεις βάλει με το πραγματικό πρόβλημα, ξεχνάς το πραγματικό πρόβλημα, δε θέλεις να σταθείς στα πόδια σου, λυγίζεις, τρέμεις, υποχωρείς, δεν ξέρεις τι να κάνεις, βρίσκεσαι εδώ για να αποφύγεις την πραγματική ζωή; Αν ανάψεις κερί, δεν υπάρχει επιστροφή, η πραγματική ζωή είναι πολύ απαιτητική, το ταξί πέρασε από δίπλα σου και σε γέμισε σκόνη, είσαι τώρα μέσα στη σκόνη, αντί να τινάξεις τα ρούχα σου και να πας στην άκρη του δρόμου στέκεσαι τώρα στη μέση, ο ήλιος δύει κι εσύ σκέφτεσαι ν’ ανάψεις κερί, μάζεψε όλες τις δυνάμεις σου, δεν υπάρχει επιστροφή. Ποιος έχτισε όλες αυτές τις εκκλησίες στα πιο απίθανα σημεία του νησιού και τι ακριβώς εννοεί; Διάλεξε τα πιο μοναχικά σημεία, εκεί που δεν πατάει ψυχή. Τις έκρυψε καλά, τις έκανε ένα με το τοπίο, τι ακριβώς προσπαθεί; Πλησιάζει, αγγίζει το λευκό πανί. Μια μικρή ξεκάρφωτη εκκλησία τη χωρίζει απ’ την άκρη του γκρεμού, γιατί δεν την έχτισαν λίγο πιο μέσα; Η Βάνα αποφάσισε να μιλήσει κάποια στιγμή στον παππού, του είπε ότι σ’ αυτό το χωριό υπάρχει μια παρεξήγηση, είναι σαν να ζουν όλοι στο παρελθόν, πρέπει να συνέλθουν και να προχωρήσουν πριν είναι πολύ αργά στην πραγματική ζωή. Ο παππούς την κοίταξε με απορία κι ύστερα της είπε ότι τις είχε δει που μπήκαν τελευταία στιγμή στην εκκλησία, τις είχε δει την ώρα που έψελνε να μπαίνουν σαν γάτες στο Άγιος ισχυρός, πάρε τώρα ένα λουκούμι, Βάνα, επειδή είναι Κυριακή. Όταν γύρισαν στην Αθήνα η Βάνα δήλωσε ότι αυτή ήταν η τελευταία της χρονιά στο χωριό και βγήκε αληθινή, το επόμενο καλοκαίρι πήγε στη Γαλλία, η Έρση πήγε στην Ίο, η Μίνα πήγε στα Μάταλα, έζησε είκοσι μέρες σε μια σπηλιά και είπε ότι αυτή ήταν η πραγματική ζωή. Η Βάνα γύρισε από τη Γαλλία και είπε ότι εκεί είναι η πραγματική ζωή, καπνίζεις, πίνεις έναν καφέ, μπαίνεις σ’ ένα μαγαζί, αγοράζεις κάτι, πίνεις έναν καφέ, καπνίζεις, μπαίνεις σ’ έναν κινηματογράφο, καπνίζεις, τρως, μπαίνεις σ’ ένα μαγαζί, αγοράζεις κάτι, καπνίζεις, μπαίνεις σ’ ένα καφέ, παίζεις ένα φλιπεράκι, καπνίζεις, μπαίνεις σ’ ένα μαγαζί, αυτή είναι η πραγματική ζωή, αγοράζεις κάτι. Η Έρση είπε ότι μόνο στην Ίο είναι η πραγματική ζωή, εκεί είναι οι ελεύθεροι άνθρωποι, παίζουν κιθάρα, μπαίνουν στη θάλασσα όποτε θέλουν, βγαίνουν όποτε θέλουν, κοιμούνται όποτε θέλουν, παίζουν κιθάρα, τρώνε όποτε θέλουν, χέζουν όποτε θέλουν, γελάνε όποτε θέλουν, παίζουν κιθάρα, αυτή είναι η πραγματική ζωή. Η Ρέα σκέφτηκε να πάει στο χωριό, αλλά ντράπηκε, είχαν πει με τη Βάνα ότι ήταν η τελευταία φορά πέρυσι. Έμεινε στην Αθήνα και σκεφτόταν το ντροπαλό παιδί που μπήκε στο δωμάτιό της στη Μοντάνα, πήγε σαράντα φορές σινεμά, η μαμά τη ρώτησε γιατί δεν πάει λίγο στο χωριό, δεν ήξερε τι να της απαντήσει, ζήτησε την άδεια να πάει στην Ίο να βρει την Έρση, η μαμά είπε όχι, πέρασε το υπόλοιπο καλοκαίρι μισώντας τη μαμά, της είχε στερήσει την πραγματική ζωή, θα μπορούσε να πάει τουλάχιστον στο χωριό, αλλά ντράπηκε τη Βάνα.

Παραμερίζει το λευκό πανί, μπαίνει στη μικρή ξεκάρφωτη εκκλησία, ανάβει ένα κερί. Ο ήλιος δύει, κάποιος πέρασε και άναψε ένα κερί, πέρασε μια μελαχρινή γυναίκα και άναψε ένα κερί, έστειλε μερικές σκέψεις στις φίλες της και στον άντρα της, έστειλε έναν χαιρετισμό σ’ ένα ντροπαλό παιδί που μπήκε στο δωμάτιό της κι ύστερα το κατάπιε η πραγματική ζωή, πέρασε μια γυναίκα και συνέχισε προς την πλατεία, πήγαιναν όλοι μαζί στην εκκλησία κι ανηφόριζαν πίσω όλοι μαζί, καθόντουσαν στα καφενεία κι έλεγαν αναμνήσεις, τους διέφευγε η πραγματική ζωή, προσέφεραν λουκούμι, ψιθύριζαν το δι’ ευχών όλοι μαζί, πέρασε μια μελαχρινή γυναίκα τη στιγμή της δύσης κι άναψε κερί χωρίς να ξέρει γιατί.

Χρηστός Βακαλόπουλος

Απόσπασμα από το βιβλίο ‘Η γραμμή του ορίζοντος’, εκδ. Εστία, Αθήνα 1991

Περισσότερα e-books στην ψηφιακή βιβλιοθήκη του Ερανιστή, ΕΔΩ.

(Εμφανιστηκε 636 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)