5 Μαρτίου 2018 at 13:02

Δεύτερη και Τρίτη Σταυροφορία (1147-1149 & 1189-1192). Λοιπές Σταυροφορίες

από

Δεύτερη και Τρίτη Σταυροφορία (1147-1149 & 1189-1192). Λοιπές Σταυροφορίες

Κείμενο: Παύλος Καρολίδης

Οι Σταυροφόροι πλην του βασιλείου της Ιερουσαλήμ ίδρυσαν και άλλας εν Συρία ηγεμονίας, ιδίως την της Αντιοχείας (το δουκάτον κληθέν της Αντιοχείας), και της εν Μεσοποταμία Εδέσσης (ήν δεν αφήρεσαν από των Μωαμεθανών, αλλά κατέλαβον ούσαν Χριστιανικήν και αυτόνομον, την μόνην εν Μεσοποταμία μη υπό Μωαμεθανών κυριευθείσαν πόλιν). Αλλά την Έδεσσαν κατέλαβε και κατέστρεψε δεινώς (1144) ο Νουρεδδίν ηγεμών του Μοσούλ (Ασσυρίας), ενός των εν Μεσοποταμία και Συρία Σελτζουκικών φεουδαλικών κρατών. Τούτο εξήγειρε μεγάλην αγανάκτησιν εν τη Ευρώπη, παρεσκευάσθησαν δε σταυροφορίαι γενόμεναι νυν υπό αρχηγίαν ουχί φεουδαρχών ηγεμόνων, ως η πρώτη σταυροφορία, αλλ’ αυτού του αυτοκράτορος Κορράδου Γ’, στρατεύσαντος μετά 70 χιλ. ιπποτών Γερμανών, και του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ’, άγοντος και τούτου σημαντικόν στρατόν ιπποτών Γάλλων. Οι Σταυροφόροι ούτοι διελθόντες τας Ευρωπαϊκάς Ελληνικάς επαρχίας (1147) αφίκοντο εις Κωνσταντινούπολιν επί του βασιλέως Μανουήλ Α’, προς όν περιήλθον και εις εχθρικάς σχέσεις, μη λαβούσας μείζονας διαστάσεις ιδίως ένεκα της φρονήσεως, ήν έδειξεν ο Λουδοβίκος Ζ’. Από Κωνσταντινουπόλεως μετέβησαν εις Ασίαν και μετά πολλάς κατά την οδόν ταλαιπωρίας, καθ’ άς απώλετο μέγιστον μέρος ιδίως του Γερμανικού στρατού, μικρά μόνον λείψανα του στρατού αφίκοντο εις Συρίαν και επολιόρκησαν την Δαμασκόν άνευ αποτελέσματος. Ο Κορράδος Γ’ και ο Λουδοβίκος επέστρεψαν μετ’ ολίγον (τω 1149) εις την Ευρώπην ουδέν πράξαντες έργον άξιον λόγου.

Ριχάρδος και Σαλαντίν (από μεσαιωνικό χειρόγραφο).
Ριχάρδος και Σαλαντίν (από μεσαιωνικό χειρόγραφο).

Τρίτη Σταυροφορία

Εν τω μεταξύ εν Αιγύπτω η δυναστεία των Φατιμιδών χαλιφών κατελύθη υπό του γενναίου Κούρδου το γένος στρατηγού Σαλαδίνου. Ούτος γενόμενος κύριος του Αίγυπτιακού κράτους υπέταξε την χώραν υπό την πνευματικήν αρχήν του εν Βαγδατίω Αββασίδου χαλίφου, αυτός εν ονόματι αυτού ως σουλτάνος κυβερνών την χώραν (1175). Ο Σαλαδίνος εστράτευσεν είτα εναντίον του βασιλείου της Ιερουσαλήμ και μετά την νίκην, ήν ήρατο παρά την Τιβεριάδα λίμνην (1187), κατέλαβε την Ιερουσαλήμ· ούτω δε των Χριστιανών το κράτος περιωρίσθη μόνον εις την βόρειον Παλαιστίνην. Το γεγονός τούτο ακουσθέν εν Ευρώπη προυκάλεσε την τρίτην Σταυροφορίαν, ής ηγέται εγένοντο ο αυτοκράτωρ Φρειδερίκος Α’ Βαρβαρόσσας, ο βασιλεύς της Γαλλίας Φίλιππος Β’ ο Αύγουστος και ο βασιλεύς της Αγγλίας Ριχάρδος Α’. Και ο μεν Φρειδερίκος μετά στρατού 40 χιλ. περίπου μαχητών ήλθε διά ξηράς εις τον Ελλήσποντον (1189) και διαπεραιωθείς εις την Ασίαν προήλασε νικηφόρως εις τα ένδον της μικράς Ασίας και νικήσας τους Σελτζούκους κατέλαβε την πρωτεύουσαν αυτών Ικόνιον. Αλλά γενόμενος είτα εν Κιλικία κατά την διάβασιν του ποταμού Καλυκάδνου (Σαλέφ) παρασυρθείς επνίγη. Το πλείστον του Γερμανικού στρατού επέστρεψε τότε οίκαδε· μικρόν δε μέρος μετέβη εις Συρίαν, ένθα ηνώθη προς τους άλλους Σταυροφόρους. Το μόνον άξιον λόγου αποτέλεσμα της στρατείας του Φρειδερίκου Α’ υπήρξεν η κατά ταύτην συγκρότησις του Τευτονικού λεγομένου νέου μοναχικού ιπποτικού τάγματος, όπερ ειργάσθη υπέρ της διαδόσεως του Χριστιανισμού ουχί εν Παλαιστίνη, αλλ’ εν τοις παρά την Βαλτικήν θάλασσαν Σλαυικαίς χώρας.

Ο δε ηνωμένος στρατός των Γάλλων και των Άγγλων ανερχόμενος εις 100 χιλ. μαχητών αποπλεύσας εκ Μασσαλίας και Γενούης αφίκετο εις Μεσσήνην της Σικελίας. Εντεύθεν δε έπλευσαν εις τα παράλια της Φοινίκης (οι Άγγλοι κατά τον πλουν τούτον αφήρεσαν από των Ελλήνων την Κύπρον, ής ο διοικητής Ισαάκιος είχεν αποστή από του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος Ισαακίου Αγγέλου), ένθα επολιόρκησαν και εξεπόρθησαν το ισχυρόν φρούριον Πτολεμαΐδα. Μετά τούτο δε πολλάς συνεκρότησαν μάχας προς τον Σαλαδίνον και ικανάς ανεκτήσαντο πόλεις εν Παλαιστίνη, αλλά της Ιερουσαλήμ δεν κατώρθωσαν την ανάκτησιν. Τέλος δε συνωμολόγησαν ανακωχήν τριετή προς τον Σαλαδίνον, επιτρέπουσαν τοις Χριστιανοίς προσκυνηταίς την ειρηνικήν εις Ιερουσαλήμ μετάβασιν.

Ο Ραϋμόνδος του Πουατιέ δέχεται τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ´ στην Αντιόχεια - μικρογραφία 15ου αιώνα.
Ο Ραϋμόνδος του Πουατιέ δέχεται τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ´ στην Αντιόχεια – μικρογραφία 15ου αιώνα.

Αι λοιπαί Σταυροφορίαι

Περί της τετάρτης ή Λατινικής καλουμένης Σταυροφορίας δεν ποιούμεθα λόγον ενταύθα, διότι αύτη παρεκτραπείσα του σκοπού εστράφη κατά της Κωνσταντινουπόλεως και επήνεγκε την υπό των Φράγκων κατάλυσιν του Ελληνικού κράτους. Αλλά περί τούτων γενήσεται λόγος εν τη ιστορία του Ελληνικού κράτους.

Εννέα έτη μετά την τετάρτην λεγομένην Σταυροφορίαν εγένετο τω 1212 η λεγομένη Σταυροφορία των παίδων.

Κατά ταύτην χιλιάδες παίδων από Γερμανίας και από Γαλλίας συναχθέντες υπό μοναχών απεδήμησαν εις την Αγίαν Γην. Αλλ’ οι μεν πλείστοι τούτων ετελεύτησαν εκ των ταλαιπωριών της οδού, οι δε υπολειφθέντες άπρακτοι επέστρεψαν οίκαδε.

Τω 1217 εγένετο άλλη Σταυροφορία υπό τον βασιλέα των Ούγγρων Ανδρέαν Β’. Οι Σταυροφόροι ούτοι ενωθέντες μετά των εν Παλαιστίνη Σταυροφόρων εκυρίευσάν τινα φρούρια εν Γαλιλαία και ιδίως το επί του όρους Θαβώρ οχυρόν φρούριον, μεθ’ ό επέστρεψαν οίκαδε τω 1218.

Πάσαι αύται αι μικραί Σταυροφορίαι ως και η τω 1229 γενομένη εις Αίγυπτον άνευ αποτελέσματος διαρκούς σταυροφορία πολλών Βελγών και Ολλανδών δεν λογίζονται εν ταις μεγάλαις Σταυροφορίαις. Πέμπτη δε Σταυροφορία καλείται η τω 1229 υπό του αυτοκράτορος Φρειδερίκου Β’ (εγγόνου του Φρειδερίκου Α’, σελ. 239) γενομένη, καθ’ ήν ο αυτοκράτωρ ούτος υπεχρέωσε τον Αιγύπτιον σουλτάνον Καμίλ (έγγονον του Σαλαδίνου) να παραδώση αυτώ την Ιερουσαλήμ, την Βηθλεέμ και τη Ναζαρέτ, εστέφθη δε (1229) και εν Ιερουσαλήμ ως βασιλεύς (του βασιλείου της Ιερουσαλήμ). Αλλ’ η ανάκτησις αύτη της αγίας πόλεως δεν ενίσχυσε το κράτος των χριστιανών. Η Ιερουσαλήμ κατελήφθη αύθις τω 1244 υπό των Χοβαρεσμίων, έπειτα δε υπό Αιγυπτίων μωαμεθανών (ίδ. κατωτέρω).

Ο βασιλεύς της Γαλλίας Λουδοβίκος Θ’, ο επικαλούμενος Άγιος, επεχείρησε δυο Σταυροφορίας· την μεν τω 1248 εις Αίγυπτον (έκτην Σταυροφορίαν) ίνα εξαναγκάση τον Σουλτάνον της Αιγύπτου να παραδώση την Ιερουσαλήμ, την δε τω 1270 εις Τύνητα. Αλλ’ εν μεν τη πρώτη μετά τινας επιτυχίας συνελήφθη αιχμάλωτος και ηλευθερώθη επί λύτροις, εν δε τη δευτέρα, ήτις εγένετο επί τη ελπίδι της εις τον Χριστιανισμόν προσαγωγής των Τυνησίων, απέθανεν υπό νόσου (1270).

Εν τω μεταξύ κατελύθη εν Αιγύπτω η δυναστεία του οίκου του Σαλαδίνου (των Εγιουβιδών Σουλτάνων, ως καλούνται ούτοι από του πατρός του Σαλαδίνου Εγιούπ) υπό των Μαμελούκων, οίτινες ίδρυσαν ιδίαν δυναστείαν Σουλτάνων. Οι Μαμελούκοι σουλτάνοι κατέλυσαν οριστικώς το εν Παλαιστίνη και Συρία χριστιανικόν Φραγκικόν κράτος καταλαβόντες αλλεπαλλήλως την Αντιόχειαν (1268), Τρίπολιν (1289), Τύρον και Πτολεμαΐδα (1291). Τω 1300 δεν υπήρχε κτήσις χριστιανική εν Συρία και Παλαιστίνη και αμφότεραι αύται αι χώραι ήσαν υποτεταγμέναι εξ ολοκλήρου εις τους Μαμελούκους μωαμεθανούς σουλτάνους της Αιγύπτου.

Οι φωτογραφίες είναι από εδώ: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%84_%CE%A3%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1

Ο Παύλος Καρολίδης (1849 – 1930) ήταν Έλληνας ιστορικός, πολιτικός και καθηγητής πανεπιστημίου. Το κείμενο που δημοσιεύουμε είναι από το βιβλίο του «Εγχειρίδιον βυζαντινής ιστορίας. Μετά των κυριωτάτων κεφαλαίων της λοιπής μεσαιωνικής ιστορίας.», το οποίο κυκλοφόρησε το 1908 από τις εκδόσεις ΝΙΚ. ΤΖΑΚΑΣ· όπως σημειώνει ο συγγραφέας στην εισαγωγή, το εγχειρίδιο συντάχθηκε «προς χρήσιν των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής» του Πανεπιστημίου της Αθήνας και είναι «ανάγνωσμα ιστορικόν διδακτικόν εύληπτον τοις πάσι.»

 

(Εμφανιστηκε 279 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)