12 Φεβρουαρίου 2018 at 20:31

Ελληνορωσικές σχέσεις επί του Βασιλείου Β’. Κωνσταντίνος Η’.

από

Ελληνορωσικές σχέσεις επί του Βασιλείου Β’. Κωνσταντίνος Η’.

Κείμενο: Παύλος Καρολίδης

Εν αντιθέσει προς τα γενόμενα κατά τον επί Τσιμισκή Ελληνορρωσικόν πόλεμον, ότε Ρώσοι και Βούλγαροι επολέμουν ομού κατά των Ελλήνων, επί του Βασιλείου Β’ κατά τον μέγαν και μακρότατον Ελληνοβουλγαρικόν πόλεμον οι Ρώσοι ου μόνον ουδένα πόλεμον ή επιδρομήν εποιήσαντο εις το Ελληνικόν κράτος, αλλά και οικειότερον ηθικώς και θρησκευτικώς, πολιτικώς και δυναστικώς συνεδέθησαν προς αυτό. Εν Ρωσία τον μετά το τέλος του Ελληνορρωσικού πολέμου κατά την οίκαδε επάνοδον φονευθέντα Σβετοσλαύον διεδέξατο (972) ο υιός αυτού Βλαδίμηρος Α’ (φέρων και ούτος ως ο πατήρ αυτού όνομα καθαρώς Σλαυικόν. Ούτος στρατεύσας εναντίον των Χαζάρων αφήρεσε παρ’ αυτών πάσας τας περί την Κριμαϊκήν χερσόνησον χώρας και αυτήν την Κριμαίαν. Τότε δε επήλθε και κατά της μόνης εν τη χερσονήσω ταύτη υφ’ Ελλήνων έτι κατεχομένης πόλεως Χερσώνος και πολιορκήσας κατέλαβε την πόλιν (988). Αλλά κατά τον αυτόν ακριβώς χρόνον ο ηγεμών και μετ’ αυτού άπαν το των Ρώσων έθνος προσήλθεν εις την χριστιανικήν πίστιν, λαβόντες αυτήν παρά της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Και εν αυτή ακριβώς τη Χερσώνι εβαπτίσθη ο Βλαδίμηρος ανάδοχον έχων τον αυτοκράτορα Βασίλειον Β’, κληθείς δ’ ένεκα τούτου και Βασίλειος. Ούτω δε της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως θυγάτηρ εγένετο και εκλήθη η νέα Εκκλησία της Ρωσίας, κέντρον και μητρόπολιν έχουσα το Κίεβον και μητροπολίτην καθ’ άπασαν την Ρωσίαν τον επίσκοπον Κιέβου. Και η πόλις αύτη εγένετο έκτοτε ιερά τοις Ρώσοις, διότι παρ’ αυτήν εν τω Βορυσθένει (Δανάπρει) εβαπτίσθησαν τότε μυριάδες Ρώσων. Διά της χριστιανικής πίστεως συνεδέθησαν νυν οι Ρώσοι στενώς προς την Κωνσταντινούπολιν και τους Έλληνας ου μόνον απλώς ηθικώς και θρησκευτικώς, αλλά και ιεραρχικώς, διότι η εκκλησία του Ρωσικού κράτους διά της μητροπόλεως Κιέβου εξηρτήθη κανονικώς, ήτοι κατά εκκλησιαστικήν πολιτειακήν τάξιν, από της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ήτις διώριζε τον Μητροπολίτην ή πρωθιεράρχην της Ρωσίας, πέμπουσα αυτόν συνήθως από Κωνσταντινουπόλεως. Συχνόταται δε νυν και ζωηρόταται συνήφθησαν σχέσεις εκκλησιαστικαί μεταξύ του Ελληνικού κράτους και της Ρωσίας. Αυτός δε ο Βλαδίμηρος γενόμενος χριστιανός εζήτησε να συνάψη αγχιστείαν προς τον βασιλικόν οίκον της Κωνσταντινουπόλεως και ητήσατο εις γάμον διά πρεσβείας την βασιλόπαιδα Άνναν, την νεωτέραν των δύο θυγατέρων του Ρωμανού Β’ και αδελφών του Βασιλείου Β’. Και προς εκδήλωσιν ευγνωμοσύνης επί τη αποδοχή της αιτήσεως αυτού απέδωκε την Χερσώνα εις το Ελληνικόν κράτος.

Μικρογραφία στο χειρόγραφο «Σκυλίτζης της Μαδρίτης»
Μικρογραφία στο χειρόγραφο «Σκυλίτζης της Μαδρίτης»

Ο Βασίλειος Β’, διαρκούντος του μεγάλου προς Βουλγάρους πολέμου, επετέλεσεν εν Ασία έργα και στρατιωτικώς και πολιτικώς σπουδαία. Τω δε 991 εν τη ακμή αυτή του βουλγαρικού πολέμου μεταβάς εις τον Καύκασον προσήρτησεν εις το κράτος την κατά την διαθήκην του άπαιδος βασιλέως της Ιβηρίας (Γεωργίας) Δαυίδ εις το Ελληνικόν κράτος κληροδοτηθείσαν Ιβηρικήν χώραν, εκτείνων ούτω τα εν Ασία ανατολικά όρια του κράτους μέχρι της Κασπίας θαλάσσης.

Τω αυτώ δ’ έτει περιέστειλεν ο βασιλεύς και τας εν Αρμενία εναντίον των χριστιανών Αρμενίων επιδρομάς των εν τη χώρα ταύτη Μωαμεθανών και διέταξε τα κατά την Αρμενίαν ως κυρίαρχος της χώρας. Περί τον αυτόν δε χρόνον στρατεύσας και κατά των Αβασγών του Καυκάσου υπήγαγε τον λαόν τούτον υπό την κυριαρχίαν του Ελληνικού κράτους. Και εν Συρία δε ημπέδωσε την νεωστί αποκατασταθείσαν ενταύθα δύναμιν του Κράτους ασφαλίσας την κατοχήν των υπό του Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννου ανακτηθεισών ενταύθα Ελληνικών πόλεων.

Τοιαύτα εν Ασία διέπραττεν έργα ο ρέκτης βασιλεύς καθ’ όν χρόνον εμαίνετο εν Ευρώπη ο βουλγαρικός πόλεμος. Αλλ’ εν μέσω των δεινών περισπασμών του αυτού πολέμου ο Βασίλειος Β’ ηνώρθου την δύναμιν του Ελληνικού κράτους και εν τη Κάτω Ιταλία. Ενταύθα ο πόλεμος εγίνετο κατ’ αυτού του επ’ αδελφή γαμβρού γενομένου αυτώ Όθωνος Β’, του διαδεξαμένου τω 973 τον τότε τελευτήσαντα πατέρα αυτού Όθωνα Α’. Ο Όθων Β’ εστράτευσε, στεφθείς εν Ρώμη αυτοκράτωρ, εις την Κάτω Ιταλίαν (881), ίνα καταλάβη την χώραν ταύτην ως δήθεν ανήκουσαν εις το δυτικόν Ρωμαϊκόν κράτος, θεωρών δε και άλλως αυτήν προίκα της γυναικός αυτού Θεοφανούς. Αλλ’ εν τη στρατεία ταύτη ηττήθη ο Όθων Β’ και μικρού δειν συνελαμβάνετο αιχμάλωτος υπό των Ελλήνων, ησφαλίσθη δε εν τη Κάτω Ιταλία επί του Βασιλείου Β’ η Ελληνική κυριαρχία.

Ούτως επί του Βασιλείου Β’ από της Κάτω Ιταλίας και από των μυχών του Αδρίου και των οχθών του άνω Δανουβίου μέχρι Καυκάσου και Κασπίας και Ευφράτου το Ελληνικόν κράτος ανεκτήσατο την προτέραν αυτού δύναμιν και κυριότητα, προ πάντων δε ανύψωσε την ηθικήν αυτού αίγλην και γοητείαν.

Τοιαύτη ήτο η δύναμις του κράτους καθ’ όν χρόνον ετελεύτησε τον βίον ο Βασίλειος Β’ (25 Δεκεμβρίου 1025 μ. Χ.).

Μικρογραφία στο χειρόγραφο «Σκυλίτζης της Μαδρίτης»
Μικρογραφία στο χειρόγραφο «Σκυλίτζης της Μαδρίτης»

Κωνσταντίνος Η’.

Ο Βασίλειος Β’ απέθανεν άπαις (ή ως φαίνεται και άγαμος)· έμεινε δε μόνος νυν άρχων και κυβερνήτης του κράτους ο γηραιός ήδη αδελφός και συμβασιλεύς εκ παίδων, Κωνσταντίνος Η’, βασιλεύσας μόνος έτη τρία μετά τον θάνατον του αδελφού και ουδέν άξιον λόγου εν τω χρόνω τούτω διαπράξας. Διάδοχος αυτού, μη έχοντος υιόν, εγένετο (1028) ο επί θυγατρί γαμβρός Ρωμανός (Γ’) Αργυρός, νυμφευθείς την δευτέραν των τριών θυγατέρων αυτού Ζωήν (η πρώτη Ευδοκία εγένετο εκ νεότητος μοναχή). Ο Αργυρός ήτο ανήρ μετρίας ικανότητος. Και επεχείρησε μεν να συνεχίση τα εν Μεσοποταμία πολεμικά έργα των μεγάλων προκατόχων αυτού Νικηφόρου Φωκά, Ιωάννου Τσιμισκή και Βασιλείου Β’, αλλ’ απέτυχεν οικτρώς (1030)· έμελλε δε να επενέγκη ου σμικράς απωλείας εις το κράτος εν ταις χώραις εκείναις, αν μη ο γενναίος στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης αποκαθίστα εν ταις περί τον Τίγρητα χώραις την ηθικήν δύναμιν του κράτους εμπνέων τρόμον τοις Μωαμεθανοίς. Τον Ρωμανόν Αργυρόν τελευτήσαντα τω 1034 διεδέξατο ο τέως τραπεζίτης της βασιλικής αυλής Μιχαήλ Δ’ ο Παφλαγών, προς όν συνήψε δεύτερον γάμον η Ζωή. Επί του Μιχαήλ Δ’ (1034-1041) οι εν Κωνσταντινουπόλει επεχείρησαν την από Αράβων ανάκτησιν της Σικελίας πέμψαντες επί τούτω στόλον και στρατόν εις την νήσον. Και ο μεν εν τοις έμπροσθεν μνημονευθείς γενναίος στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης ανακληθείς από της Ασίας και γενόμενος αρχηγός του στρατού του αποβάντος εις την νήσον κατώρθωσε μετά πολλάς στρατιωτικάς επιτυχίας να καταλάβη σχεδόν άπασαν την νήσον. Αλλά τότε οι περί τον αρχηγόν του στόλου Στέφανον, γαμβρόν επ’ αδελφή του Μιχαήλ Δ’, υπό φθόνου καταληφθέντες προς τον μέγαν στρατηγόν ενήργησαν διά ραδιουργιών και επέτυχον να ανακληθή μεν ούτος, να ανατεθή δε η αρχιστρατηγία εις τον Στέφανον αυτόν. Αλλ’ αποτέλεσμα της ανατεθείσης τω Στεφάνω αρχηγίας ήτο η εν βραχεί απώλεια συμπάσης της νήσου, περιελθούσης αύθις υπό το κράτος των Μωαμεθανών, πλην της πρωτευούσης Μεσσήνης, ήν διετήρησαν οι Έλληνες.

Τον Μιχαήλ Δ’, αποχωρήσαντα της αρχής και γενόμενον μοναχόν, μετά μικρόν δε αποθανόντα (1041), διεδέξατο ο τούτου ανεψιός (υιός του μνημονευθέντος ανικάνου ναυάρχου και στρατηγού Στεφάνου) Μιχαήλ Ε’, υιοθετηθείς υπό της Ζωής χάριν μείζονος νομιμοφροσύνης. Αλλ’ ο Μιχαήλ Ε’, ο επικαλούμενος υπό του λαού εμπαικτικώς Καλαφάτης, χάριτι της Ζωής προ πάντων ανελθών εις τον θρόνον, ήθελε νυν να μείνη μόνος βασιλεύς απαλλασσόμενος της συμβασιλείας της Ζωής. Αλλ’, ότε επειράθη να πέμψη ταύτην εις μοναστήριον, ο λαός εξηγέρθη υπέρ της Ζωής και της αδελφής αυτής, αναγκάσας αυτόν τον Μιχαήλ να αποχωρήση της αρχής και να μεταβή εις μοναστήριον (1042).

Αι δύο αδελφαί έμειναν νυν μόναι κύριαι του κράτους. Αλλ’ αύται, νοούσαι ότι το κράτος δεν ήτο δυνατόν να κυβερνηθή υπ’ αυτών εν μέσω των περιστοιχιζόντων αυτό πολλών κινδύνων, εξελέξαντο και τρίτον συνάρχοντα, τον συγγενή προς τον βασιλικον οίκον Κωνσταντίνον (Θ’) τον Μονομάχον, όστις και ενυμφεύθη την παρήλικα ήδη γενομένην Ζωήν. Ούτω δε η πραγματική του κράτους κυβέρνησις περιήλθεν εις τον Κωνσταντίνον Θ’, άνδρα μετρίας αξίας, έχοντα μέν τινας αρετάς, αλλά και πολλάς κακίας, μη επαρκούντα δε εν πάσιν εις τας απαιτήσεις της θέσεως, καθ’ όν χρόνον τα του κράτους ήρξαντο αύθις δεινώς ταρασσόμενα και εσωτερικώς, αλλά προ πάντων εξωτερικώς και δη και εν τη Ανατολή και από Δύσεως και από βορρά. Επαναστάσεις εσωτερικαί σοβαραί ετάραττον το κράτος ήδη από της βασιλείας του Μιχαήλ Δ’, ιδίως δ’ επανάστασίς τις Βουλγαρική βιαίως κατασταλείσα. Επί δε του Κωνσταντίνου Θ’ σοβαρωτάτη επανάστασις εγένετο υπό του γνωστού ημίν στρατηγού Γεωργίου Μανιάκη. Διορισθείς ούτος αρχιστράτηγος των εν τη Κάτω Ιταλία στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους και παυθείς μετά μικρόν ανηγορεύθη βασιλεύς υπό του στρατού. Αλλ’ οι περί τον Κωνσταντίνον Θ’ κατώρθωσαν διά των από της βορείου Γαλλίας ελθόντων τότε εις την Κάτω Ιταλίαν Νορμανδών μισθοφόρων να καταβάλωσι την στάσιν. Ο Μανιάκης όμως και μετά την ήτταν διαπεραιωθείς μετά του υπολειπομένου έτι αυτού στρατού από Υδρούντος εις Δυρράχιον εβάδιζεν εντεύθεν κατά της πρωτευούσης νικήσας τα κατ’ αυτού πεμφθέντα στρατεύματα. Αλλ’ έν τινι συμπλοκή πεσών από του ίππου αιφνιδίως απέθανε γενόμενος, ως φαίνεται, θύμα προδοτικής δολοφονίας. Δύο άλλαι κατά του Κωνσταντίνου Θ’ στάσεις του Λέοντος Τορνικίου και του Θεοφίλου Ερωτικού ταχέως κατεβλήθησαν διά τε της τόλμης και της ανδρείας και της επιεικούς προς τους ηττηθέντας διαγωγής του βασιλέως.

Επί του Κωνσταντίνου Θ’ τον Οικουμενικόν πατριαρχικόν θρόνον διέποντος του πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου, τον δε παπικόν θρόνον της Ρώμης του Λέοντος Θ’, επήλθε και το οριστικόν πλέον έκτοτε καταστάν μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας σχίσμα (1054), αναφυεισών νέων τότε μεταξύ των Εκκλησιών Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης ερίδων, ών κατ’ ακολουθίαν πάπας Ρώμης και πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αφώρισαν αλλήλους. Πάσαι λοιπόν αι αυτοκέφαλοι εν Ανατολή ορθόδοξοι Εκκλησίαι και αυτή η νεοφώτιστος Ρωσική συνηνώθησαν μετά της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως εν τη καταδίκη της Ρωμαϊκής Εκκλησίας ως αιρετικής, ούτω δε οριστικόν επήλθε Σχίσμα μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας.

Ο Παύλος Καρολίδης (1849 – 1930) ήταν Έλληνας ιστορικός, πολιτικός και καθηγητής πανεπιστημίου. Το κείμενο που δημοσιεύουμε στη συνέχεια είναι από το βιβλίο του «Εγχειρίδιον βυζαντινής ιστορίας. Μετά των κυριωτάτων κεφαλαίων της λοιπής μεσαιωνικής ιστορίας.», το οποίο κυκλοφόρησε το 1908 από τις εκδόσεις ΝΙΚ. ΤΖΑΚΑΣ· όπως σημειώνει ο συγγραφέας στην εισαγωγή, το εγχειρίδιο συντάχθηκε «προς χρήσιν των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής» του Πανεπιστημίου της Αθήνας και είναι «ανάγνωσμα ιστορικόν διδακτικόν εύληπτον τοις πάσι.» (Δ.Τ.)

(Εμφανιστηκε 66 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)