11 Φεβρουαρίου 2018 at 10:00

Ένα τσιγγάνικο παραμύθι

από

Ένα τσιγγάνικο παραμύθι

Γράφει ο Γιώργης Έξαρχος*

Κάποτε ήταν ένας τσιγγάνος κι ένας βασιλιάς. Ο βασιλιάς είχε μια κόρη. Ήταν πολύ όμορφη.

Μια μέρα η πριγκιποπούλα καθόταν στο μπαλκόνι και κοίταζε τους περαστικούς. Βλέπει να περνάνε τσιγγάνοι με καραβάνια έξω από το παλάτι του βασιλιά.

Ένας όμορφος τσιγγάνος τράβηξε την προσοχή της πριγκιποπούλας, της άρεσε πολύ. Παρακαλεί τότε τον πατέρα της και του ζητάει να της τον δώσει για άντρα της.

Ο βασιλιάς με κανένα τρόπο δεν δεχόταν. «Πώς θα καταδεχτούμε εμείς, βασιλική οικογένεια, να πάρεις για άντρα σου έναν τσιγγάνο;» λέει ο βασιλιάς.

«Ή θα τον πάρω πατέρα, ή θα σκοτωθώ», επέμεινε η πριγκιποπούλα.

Αφού είδε και απόειδε ο βασιλιάς, πως δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, δέχτηκε τον τσιγγάνο στο παλάτι του και του λέει:

«Αν θέλεις την κόρη μου γυναίκα σου να πάρεις, θα πρέπει να δεχτείς τον όρο που σου βάζω: Να πας στον πόλεμο. Αν γυρίσεις νικητής, τότε θα σου δώσω την κόρη μου.»

Χωρίς να δειλιάσει ούτε στιγμή ο τσιγγάνος, ξεκινάει για τον πόλεμο με το στρατό που του ’δώσε ο βασιλιάς.

Προχωράει μπροστά ο τσιγγάνος καβάλα στ’ άλογό του και ο στρατός τον ακολουθεί. Δρόμο παίρνουν δρόμο αφήνουν, φτάνουν σε ένα ποτάμι με καλαμιές. Κατεβαίνει τότε από το άλογο και αρχίζει να κόβει τις καλαμιές. Μόλις τον βλέπει ο στρατός του αρχίζει κι αυτός να κάνει το ίδιο.

Παίρνει τα καλάμια ο τσιγγάνος κι αρχίζει να τα βάζει στο ποτάμι, με την πρόθεση στο γυρισμό να πλέξει καλάθια. Το ίδιο κάνει κι ο στρατός. Μ’ όλα αυτά τα καλάμια φτιάξανε μια γέφυρα και περάσανε το ποτάμι. Στην αντίπερα όχθη κάθησαν να ξεκουραστούν.

Βρέθηκε ένας τσομπάνος με πρόβατα. Ο τσομπάνος τους είδε. Ο τσομπάνος είδε τόσο πολύ στρατό και τους ρώτησε:

-Για πού πάτε;

-Πάμε να πολεμήσουμε τον εχθρό μας.

Λέει τότε ο τσομπάνος στον τσιγγάνο:

-Εύχομαι να γυρίσεις νικητής για να παντρευτείς την πριγκιποπούλα.

Και ο τσομπάνος, τους εθυσίασε δύο σφαχτά.

Ο τσιγγάνος άρχισε να μαζεύει ξύλα, για να ανάψει μεγάλη φωτιά, για να ψήσει τα σφαχτά.

Το ίδιο κάνει και ο στρατός.

Εκείνη την ώρα που ψήνανε τα αρνιά παρουσιαστήκανε δύο μεγάλα σκυλιά του τσομπάνου.

Νομίζοντας ο τσιγγάνος ότι τα σκυλιά ερχόντανε να φάνε το κρέας, άρπαξε ένα μεγάλο αναμμένο ξύλο για να τα κυνηγήσει. Έκανε και ο στρατός το ίδιο: Πήραν κι αυτοί αναμμένα ξύλα. Τότε παρουσιάζεται ο εχθρός που μόλις είδε τ’ αναμμένα κοντάρια με χιλιάδες στρατό, φοβήθηκε και δεν έριξε ούτε μια τουφεκιά.

Έτσι, ο τσιγγάνος εγύρισε νικητής, αλλά την τέχνη του με τα καλάθια δεν την ξέχασε. Πήρε από το ποτάμι τα κομμένα καλάμια για να πλέξει καλάθια. Και δεν δέχτηκε να γίνει γαμπρός του βασιλιά, παρ’ όλο που γύρισε νικητής.

* * *

Μετά την παράθεση του ωραίου αυτού παραμυθιού […] δίνουμε και ένα δείγμα παροιμιών, επίσης στην τσιγγάνικη γλώσσα, με αντίστοιχη μετάφρασή τους:

  1. Τε κινγκεράβαμαν σαρχαλαβάμ γκαντά ματέρομες καλάβ.

[Αν βραχώ σαν πλένω ρούχα μεθυσμένο άντρα θα πάρω.]

  1. Μονακχατζόλ, μαριπεκαχάβ.

[Η μύτη μου με τρώει, ξύλο θα φάω.]

  1. Μετσαγκά χατζόν, μπόιτσαβ.

[Τα πόδια μου με τρώνε, μπόι ρίχνω.]

  1. Κοντζανέλ μπουτ, μπουστίρντελ.

[Όποια ξέρει πολλά, πολλά τραβάει.]

  1. Μοκάν σόλντελ σοκασουνάβ.

[Το αυτί μου βουίζει, κάτι θ’ ακούσω.]

Ο Τάκης Γιαννακόπουλος στο βιβλίο του Τα Τσιγγάνικα Παραμύθια (σ. 243-263) αναφέρεται στα γνωρίσματά τους, καθώς και στις διαφορές τους από τα «ευρωπαϊκά παραμύθια»:

-Αφηγητής συνήθως είναι Τσιγγάνα. Το παραμύθι «το ακούνε μονάχα οι γύφτοι. Το παραμύθι αυτό, πρωτόγονο και πρωτάκουστο, παίρνει αμέσως φτερά, απλώνεται σ’ ολόκληρη τη φάρα. Έτσι διατηρεί τον πρωτογονισμό και την μυστικότητα τους, γιατί οι γύφτοι εμποδίζονται από τα ταμπού τους να το αφηγηθούνε σε πρόσωπο μη γύφτο. Έτσι το κάθε παραμύθι παραμένει αναγκαστικά μέσα στο δικό τους λαό. Το ίδιο γίνεται και με τα τραγούδια».

-Τα παραμύθια τους μοιάζουν περισσότερο με θρύλο κι έχουν στενή σχέση με μάγισσες, βοτάνια, φαντάσματα κ.λπ. Όλα τους κλείνουν κάποιον ρεαλισμό που αναμφισβητήτως προκαλεί συγκίνηση σε πολλών τις καρδιές.

-Πολλά παραμύθια τα παίρνουν από τους λαούς μέσα στους οποίους περιπλανιώνται. Συμβαίνει κυρίως στους νομάδες γύφτους, γιατί όποιος ξεκόβει από το μπουλούκι αποξενώνεται από τους δικούς του και άρα, «μέσα του το παραμύθι νεκρώνεται».

-Από τα γύφτικα παραμύθια «λείπουν τα ουσιαστικά στοιχεία (προϊδέαση, κύριο θέμα, συμπέρασμα), στοιχεία ονομαζόμενα καλολογικά και «φιλολογικά» και είναι έξω από τις ευρωπαϊκές αισθητικές αντιλήψεις, που θέλουν τα παραμύθια να τα διέπει, μια λογική και μια αιτιακή σχέση, καθώς και κάποιες τεχνικές.

-Στα γύφτικα παραμύθια κυριαρχούν τα στοιχεία της περιπέτειας και οι λεπτομέρειες των περιπετειακών ασημαντοτήτων, σ’ αντίθεση με τα «ευρωπαϊκά» που ο μύθος διέπεται από λογική πορεία, που πιθανώς να εξυπηρετεί σκοπιμότητες ή αλήθειες.

-«Τα γύφτικα παραμύθια εξυπηρετούν συστήματα λογικά και ηθικά απαράδεκτα. Τα παραμύθια δεν τελειώνουν με την νίκη του ήρωα, του πρωταγωνιστή, του παλικαριού. Το στεφάνι της νίκης και της ηθικής δεν στολίζει ποτέ ή πολύ σπάνια το κεφάλι του ήρωα-πρωταγωνιστή. Αντίθετα, στη διαδρομή των γεγονότων κάθε παραμυθιού, ο ήρωας πρωταγωνιστής φανερώνεται κατά κανόνα σκληρός, απάνθρωπος. Για το χατίρι της περιπέτειας, για το χατίρι της παραξενιάς ο γύφτος παραμυθάς παρουσιάζει πολλές φορές τον πρωταγωνιστή αυτόν σκληρό, απάνθρωπο, βάρβαρο.» Τα «ευρωπαϊκά παραμύθια», όμως, έχουν βασικό ήρωα, που έχει ηθικό ρόλο, που ανήκει στους καλούς και τίμιους, στους ειλικρινείς και δυνατούς, στους έξυπνους που λεν την αλήθεια και που πολεμάει τους ψεύτες, τους ανέντιμους, τους κακούς κ.ο.κ., τους οποίους πάντα νικάει και τιμωρεί. Ε, στο τέλος, όλο και προκύπτει κάποια διδαχή ή ηθικό δίδαγμα.

-Το γύφτικο παραμύθι κλείνει απότομα, αφού δεν νοιάζεται για λογική ροή των πραγμάτων. Η επιτυχία του υπάρχει όταν παραφουσκώσει με τις περιπετειώδεις ασημαντότητες. Στοιχεία φαντασίας ή υπερφυσικά δεν υπάρχουν. Οι θεοί και οι διάβολοι, τα καλά και τα κακά πνεύματα δεν είναι ιδιαιτέρως γνωστά στα γύφτικα παραμύθια, τα οποία στερούνται γενικώς κάποιου σκελετού («φιλολογικής ραχοκοκαλιάς»), ενώ στηρίζονται πολύ σε στιγμιαίους αυτοσχεδιασμούς της αφηγήτριας.

-«Οι γύφτοι είναι ο μοναδικός λαός της οικουμένης που δεν έχει παραμύθια τυποποιημένα γνωστά στην υπόλοιπη ανθρωπότητα.»

-«Το γύφτικο παραμύθι δεν το κρατάει στη ζωή η ανύπαρκτη παλιά παράδοση [μιας κοινωνίας μητριαρχικής], αλλά ο πατριαρχικός τρόπος της ζωής τους.»

-«Οι περισσότεροι γύφτοι αφηγητές παραμυθιών, έχουν τα δικά τους πρωτόγονα παραμυθικά θέματα, κουτσουρεμένα, μεταμορφωμένα, παραποιημένα, με τους πρώτους ρόλους αδύνατους, ασαφείς, ακριβώς για το λόγο που το κοινωνικό περίγυρο στο οποίο ζούνε δεν ανταποκρίνεται στην ιδιαίτερη κοινωνική τους ζωή.»

*Απόσπασμα από το βιβλίο Αυτοί είναι οι Τσιγγάνοι του Γιώργη Έξαρχου, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ 68-73.

Οι φωτογραφίες είναι παρμένες από το λεύκωμα Γύφτοι σοφοί και γύφτοι μάγοι του Νίκου Δαβανέλλου, εκδόσεις Γνώση.

 

(Εμφανιστηκε 474 φορές, 2 εμφανίσεις σήμερα)