31 Ιανουαρίου 2018 at 01:37

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Τ-1

από

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Τ-1

Βιογραφικά του συγγραφέα και τα υπόλοιπα δημοσιευμένα λήμματα μπορείτε να τα δείτε εδώ

Τ-1

ταβάς ο & νταβάς ο: είδος μικρού στρογγυλού ταψιού με ψηλά χείλη, που συνήθ. έχει δύο χέρια για να το κρατούν. Πβ. Πετρ.: …ξέχασε να μας πει ότι μιλάει για την θεσπέσια ταβαδοφασουλάδα, και, αφετέρου, ότι τα φασόλια πλακί τα ψήνουν στο φούρνο | < τουρκ. tava -ς.

ταβλάς ο & τάβλα η: μεγάλη ξύλινη σανίδα, δοκάρι, ξύλινο, στρωμένο τραπέζι. Αίν.: «Σ᾿ έναν ταβλά δεμένα άλογα κι ο καρβανάρος (σ.σ. κόκκινη γλώσσα) στ᾿ μέση.» (Στόμα και δόντια – Δοβρά Ηπείρου). Μετά τη δουλειά έπεσα τάβλα και κοιμήθηκα: ξάπλωσα κουρασμένος. Παρ.: «Σε τάβλα που δεν έστρωσες το χέρι μην απλώνεις.», «Δυό γαϊδάροι σε μια τάβλα δεν τρώνε.», «Άσχημέ μου, στρώσε τάβλα, κι όμορφέ μου, τι να φάμε;» Δημ.: Σε τούτ᾿ την τάβλα που `μαστε, σε τούτο το τραπέζι, / τους Αποστόλους φίλευα και το Χριστό κερνούσα, / και την Κυρά μας Παναγιά θερμοπαρακαλούσα, / για να μου δώσει τα κλειδιά, τα Παραδεισοκλείδια / ν᾿ ανοίξω την Παράδεισο, να διώ ποιούς έχει μέσα. Πβ. Παρ.: «Τάγιζε και τάβλιζε | < ελνστ. τάβλα (μαρτυρείται στη σημ.: τραπέζι για ζάρια, η σημερ. σημ. μσν.) < υστλατ. tabla (Πβ. γαλλ. table: τραπέζι) < λατ. tabula. Βλ. & τζαμάρα η, κλίνη η, βλογώ, ντανιάζω.

ταβλαδόρος ο: αυτός που παίζει (καλό) τάβλι· πολύ ικανός ή επαγγελματίας παίχτης. Ταβλαδόροι κάνουν… πρωταθλητισμό. Από τα καφενεία στα μεγάλα τουρνουά. Ταβλαδόροι απ’ όλη την Ελλάδα αναμετρώνται στην Καρδίτσα | < τάβλ(ι) -αδόρος < μσν. τάβλι: παιχνίδι με ζάρια < ταβλί(ζω) -ι < ελνστ. τάβλ(α) -ίζω.

ταβλιάζομαι: πέφτω (για ύπνο ή ξεκούραση) τάβλα, τέντα, απότομα, ξερός και κουρασμένος, ξαπλώνω· μτχ. ταβλιασμένος: αραχτός, κουρασμένος, που «δεν κουνιέται» με τίποτα. Ταβλιάστηκε μια μέρα στον δρόμο. Έμφραγμα. Μαθητές ταβλιάστηκαν από το ποτό. Ταβλιάστηκε η κολώνα φωτισμού. Έτσι λοιπόν, ήταν που ήταν με το ραδιοφωνάκι στο χέρι τα αριανά, σήμερα ταβλιάστηκαν εντελώς με τα μαντάτα που πήραν! Έναν γύρο έριχνε φαπίτσες μέχρι που έφαγε μια και καλή και ταβλιάστηκε | < Βλ. & τάβλα η.

ταγάρι το: μικρός σάκος από χοντρό χειροποίητο μάλλινο ύφασμα, τορβάς· υφασμάτινο, πάνινο σακούλι, ταΐστρα, που προσαρμόζεται στο κεφάλι μεγάλων ζώων· μτφ. χωριάτης, άξεστος, απολίτιστος. Oι δράκοι πάντεχαν ότι ψύλλους ενόμιζε τις τσεκουριές, και την άλλη μέρα του είπαν αν έχει παιδιά, γυναίκα, κι αν θέλει, να του δώσουν ένα ταγάρι φλουριά και να πηγαίνει σπίτι του. Τσιφ.: Δεν είπατε ότι αυτό μόνον επιζητείτε εν ονόματι του Χριστιανισμού και του δικαίου και της ανωτερότητας και δεν πρόκειται να μου γίνετε ταγάρι;[σ.σ. μτφ.: να μην ξεκολλάτε από πάνω μου]. Παρ.: «Όταν έχει κανένας δουλειά, τις κουβέντες τις βάζει στο ταγάρι.» Αίν.: «Δώδεκα μουλάρια, με δεκατρία ταγάρια» (Οι μήνες και τα φεγγάρια του έτους – Κύπρος). Αραβαντ.: ταγάρι το και μέτρον σίτου χωρητικότητας περίπου 20 οκάδων | < μσν. ταγάριον υποκορ. του ελνστ. ταγ(ή) -άριον > -άρι. Βλ. & πίτυρο το, καλούδι το.

ταγκιάζω: ταγκίζω, γίνομαι τάγκος, πιάνω μούχλα, για τρόφιμα, ξινίλα. επιθ. ταγκιασμένος. Τάγκιασε το γιαούρτι | < Βλ. & ταγκός ο.

ταγκίλα η & ταγκάδα η: σημάδια αλλοίωσης τροφίμων, μούχλα. Το τυρί έπιασε ταγκίλα | < Βλ. & ταγκός ο.

ταγγός -ή -ό: (για λιπαρές ουσίες) που έχει αλλοιωθεί και έχει αποκτήσει δυσάρεστη γεύση και μυρωδιά. Σεφ.: Λάδι στ μέλη, / σως ταγγ μυρωδι / πως δ στ λιόμυλο / τς μικρς κκλησις / στος χοντρος πόρους / τς σταματημένης πέτρας | < ελνστ. ταγγός.

ταζέδικος -ια -ο: φρέσκος. Ταζέδικο ψωμί, νερό. Σιδ.: …ψωμιά καθάρια, ταζέδικα που μοσχοβολούσαν ακόμα, μια γκαβανούζα μεσιά με παλιό τυρί κι ένα κεφάλι φρέσκο μπάτσιο. Ρομανί.: ταζέ και ταζές (ακλ. επιθ.): φρέσκος.

Τάκας ο: Τάκης, Μίμης, Δημήτρης, Μήτρος. Βλ. & μπόντος ο.

τα: επίρρ. προς τα· προχώρα τα μέσα: προς τα μέσα, γύρνα τα πίσω: προς τα πίσω τα κάτ᾿: προς τα κάτω, τ᾿ απίπκα, τ᾿ αλόρθα κ.α.

τ᾿ αλόρθα & αλόρθα: επίρρ. ολόρθα, στα όρθια, στο πόδι, προς τα πάνω. Παρ.: «Αλόρθα το φεγγάρι, στα δίπλα ο τσομπάνος.» Πβ. Χρον. Μορέως: ντατα ρμώσασιν κ᾿ πάουν λόρθα ες τν Μεθώνην· / τ κάστρον ηραν ρημον, λο τον χαλασμένο.

ταράκουλο το: η μεγάλη ταραχή, πλάκα. Πάθαμε ταράκουλο μόλις τον είδαμε.

ταρίφα η: τιμολόγιο, η διατίμηση, καθορισμένη τιμή, αντίτιμο για μια συγκεκριμένη δουλειά, υπηρεσία. Xαλάλι και η διπλή ταρίφα. Μονή ταρίφα, για διαδρομή εντός του Νομού: 0,74 ευρώ/km. Το ταξίμετρο πρέπει να είναι στην ταρίφα. Τροπολογία για τις ταρίφες των αγροτικών φωτοβολταϊκών. Εδώ στοιχίζει δυο χιλιάδες φράγκα παραπάνω από την ταρίφα. Θέλετε να δοκιμάσετε; Υπάρχουν ταρίφες στις καταδίκες; | < ιταλ. tariffa < αραβ. tarīf: δημοσίευση.

ταρίφας ο: ο ταξιτζής, επειδή δουλεύει με ταρίφα, ταξίμετρο.

Τάσιος ο: Τάσος, Αναστάσιος, Ναστάης, Ναστάσης· συνήθως μετά το βαπτιστικό αναφέρεται το όνομα του πατέρα ή και της μητέρα· ο καθένας είχε κι από ένα τουλάχιστον παραγκώμι, παρωνύμιο.

«της χελιδόνας το πουκάμισο»: άγριο βότανο που χρησίμευε ως αναλγητικό.

«τι μπλάρια έχασες;»: διαδεδομένη δημώδης έκφραση, αν και σήμερα είναι απίθανο να χάσει κάποιος τα μουλάρια του. Με τη σημασία του τι θέλεις, τι δουλειά έχεις κάπου, τι ζητάς; Τι μπλάρια έχασες στη Σαλονίκη;

τρακτέρι το: αγροτικό μηχάνημα για όργωμα, σπορά και άλλες αγροτικές δουλειές, γεωργικός ελκυστήρας. Σκόνη και ντούχνη και ντάλα. Χωροφυλάκοι, υπομασχάλια, πηλήκια και σιρίτια. Τρακτέρια, αγρότες και τραγιάσκες. Τρακτεράκια 20ΗΡ, 45ΗΡ, 55ΗΡ, 75ΗΡ, 85ΗΡ σε πάρα πολύ καλή κατάσταση και σε πάρα πολύ καλές τιμές. Τσιφ.: Αλλά τότε δεν είχανε μηχανήματα και τρακτέρια και τέτοια να κάνουνε τη δουλειά τους με λίγους ανθρώπους. Θέλανε πολλή εργατιά | < γαλλ. tracteur.

τρακτερτζής ο: αυτός που οδηγεί ή κατέχει τρακτέρι, γεωργικό ελκυστήρα. Αγρότες τρακτερτζήδες στο εθνικό οδικό δίκτυο των Σερρών. Βρήκαν τρόπο να εκβιάζουν οι τρακτερτζήδες με τις επιδοτήσεις.

τρακτερωτός -η -ο: με υφή, μορφή που θυμίζει τρακτερίσια ρόδα. Γυναικείο ψηλό μποτάκι με τρακτερωτή σόλα και ανοίγματα στον αστράγαλο. Τα τρακτερωτά σανδάλια ή αλλιώς chunky sandals είναι πλέον παντού. Κολιέ σε κίτρινο χρυσό 18Κ με τρακτερωτά ημικύκλια.

τρακτερίσιος -ια -α: κατάλληλος για τρακτέρι. Τρακτερίσια ρόδα.

«τραχανά έφαγες, τραχανά θα μολογήσεις»: Η φράση σημαίνει ο καθένας μιλά για αυτά που ξέρει, για τις εμπειρίες του. Την ίδια σημασία έχει και η ΦΡ. «Κουκιά τρως, κουκιά μαρτυράς.»

Τριμόρφι το: χριστιανική εικόνα με τρεις μορφές. Παπαδ.: Ετα τ Τριμόρφι (Χριστός, Παναγία κα Πρόδρομος), Πέτρος κα Παλος, Τρες εράρχαι, γιος Νικόλαος, γ. Γεώργιος, γ. Δημήτριος, γ. Παντελεήμων, κα λλοι.

«τσιουκανίζουν τα χέρια»: μουδιάζουν τα χέρια, «μυρμηγκιάζουν.»

τσιουμπροβίζικος -η -ο: με μικρούς μαστούς. Γίδα τσιουμπροβίζικη.

«τσούκα το μαστάρι»: η φράση λέγεται για τα μαστάρια των γαλακτοφόρων ζώων όταν είναι πλήρη και φουσκωμένα. «Τσούκα» λέγεται στην Ήπειρο το βουνό. Βλ. & αμάδα η.

ταϊφάς ο & νταϊφάς ο: το σύνολο των ενόπλων ανδρών ενός καπετάνιου, στη στεριά ή τη θάλασσα· μπουλούκι, τσούρμο, σώμα ατάκτων στρατιωτών ή κλεφτών, πλήρωμα πλοίου. Δημ.: Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια, / δώσ᾿ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες / γλήγορα και να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα, / που ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια | < τουρκ. tayfa < αραβ. | Βλ & κόλι το.

τακάτι το: αντοχή, η σωματική δύναμη, τα κότσια. Εγγ.: Ποιός έχει τακάτι, τίνος το λέει στ᾿ αλήθεια η καρδιά, ας έρθη. Γκοτζ.: Ποιός να ᾿ν᾿ αυτός ο μισοκαιρισμένος με τ᾿ αδρό μουστάκι, με το φεγγαράτο κούτελο, ο ψαρής, που του κόπηκαν όμως τα ήπατα, του λείπει το τακάτι να σταθεί, γι᾿ αυτό κι ετούτος πάει ανεβασμένος σ᾿ ένα κουτσομούλαρο, π᾿ άλλος κρατάει τα γκέμια του οδηγός και παραστάτης, έτοιμος με το πρώτο να τον πιάσει από τις αμασκάλες, άμα του ρθει θαλαμπωμάρα και βαΐσει, να σωριαστεί κατάστρατα ξερός.

τακιμιάζω: γίνομαι φίλος, τακίμι, ταιριάζω, συναναστρέφομαι, κάνω παρέα με κάποιον | < Βλ. & τακίμι το.

τακίμι το: φίλος, κολλητός, ταιριαστός. Τσιφ.: …μέχρι που αντάμωσε κι αυτός τον Σπόρο και γίνανε τακίμια. Τα βάλανε λοιπόν κάτου, όλο και θέλανε ο καθείς τους νάχουνε κάποιον να λένε τον πόνο τους και κάνανε και λογαριασμούς | < τουρκ. takιm -ι. Βλ. & τσιροπούλι το.

τάκος ο: κομμάτι ξύλου για υποστήριξη, μεγάλο κομμάτι ξύλου ή ειδικά κατασκευασμένο αντικείμενο με επικλινή τη μία πλευρά του, που το τοποθετούν για να ακινητοποιήσουν κάτι. «Βγάζω στον τάκο»: βγάζω κάποιον στη στρατιωτική αναφορά. Παπαδ.: …διασκελίσαντες τα παντού εσκορπισμένα ανά το ναυπηγείον βουβά, δοκούς και στραβόξυλα, συνήχθησαν όλοι εν συγκεχυμένω βόμβω, περί την μικράν καλύβην του πλοιάρχου, ήτις ήτο πλήρης τάκων και τεμαχίων ξύλου και σπυρίδων με εργαλεία. Παναγιώτης Πολύζος, πρωτοπαλλήκαρον τς λιευτικς γγαρείας, εχεν ρπάσει δύο τρες χονδρος τάκους ( κομμάτια) μισοψημένα, π μεγάλο χέλι, τ ποον πρέπει ν εχε βάρος μις κα μισς κς, κα τ κατεβρόχθισε χωρς ψωμί | < βενέτ. taco: κομμάτι ξύλο ή μέταλλο για υποστήριξη, -ς.

ταλαγάνι το: χονδρό, μάλλινο ημιδιάβραχο πανωφόρι, κάπα από μαλλί γίδας· είδος τυριού από αιγοπρόβειο γάλα (Μεσσηνία). Μετά τα έβαφαν, παλιά με «φράψινο»-μπογιά από ένα είδος δέντρου και καραμπογιά και στο τέλος όσα ήταν για ράψιμο στέλνονταν στον ράφτη (για κάπες, ταλαγάνια, σακάκια, κοστούμια, αντρικές κιλότες, σαλβάρια τσουάριτς (χολέβια), τσιπούνια κλπ. Παπαευαγγ.: Ο Γκουντής πήρε το ταλαγάνι και έκανε τον κατήφορο να ακολουθήσει τα γαλάρια. Βλ. & μαλλιότο το.

ταλαιπώρια η: ταλαιπωρία, τυρράνια, σκληρή και κοπιαστική εργασία, μεγάλος κόπος, σωματική ή ψυχική κούραση που προκαλούν οι συνεχείς δυσκολίες. Βηλ.: Να ελεήσω θέλησα τους μάταιους ανθρώπους, / που στην αμάθεια κείτονται με ταλαιπώριας κόπους | < αρχ. ελλ. ταλαιπωρία· σε Ηρόδοτο: κακουχίες, δυσχέρειες· σε Θουκυδίδη: σωματικός πόνος προκαλούμενος από ασθένεια.

τάμα το: υπόσχεση που δίνει κάποιος στο Θεό ή στους αγίους, ότι θα αφιερώσει ή θα κάνει κάτι, με αντάλλαγμα μια χάρη, μια ευεργεσία· τάξιμο· μικρό αντικείμενο, συνήθ. πολύτιμο, που το αφιερώνουν στο Θεό ή στους αγίους σε ένδειξη ευχαριστίας· ανάθημα. Κολ.: ταν πέρασα, τον μία μάνδρα χαλασμένη κα σκεπασμένη κκλησι μ κλάδους δένδρων. Τότε ταξα τι: «Παναγία μου, βοήθησέ μας ν λευθερώσωμεν τν Πατρίδα μας π τν Τύραννο κα θ σ φκιάσω καθς σουν πρτα» (1803). Μ βοήθησε, κα ες τν δεύτερον χρόνον τς παναστάσεώς μας πλήρωσα τ τάμα μου κα τν φκιασα | < μσν. τάμμα < ελνστ. τάγμα: πληρωμή υπόσχεσης (αρχ. σημ.: διαταγή). Βλ. & χολιάζω.

ταμάμ: επίρρ. όπως πρέπει, ταιριάζει, είναι καλά, ό,τι χρειάζεται, ακριβώς στα μέτρα κάποιου· στην κατάλληλη ώρα, πάνω στην ώρα. Ταμάμ τού ήρθε το παντελόνι | < τουρκ. tamam (από τα αραβ.).

ταμαχιάρης -α -ικο: πλεονέκτης, λαίμαργος, άπληστος, αχόρταγος. Παρ.: «Ο ταμαχιάρης κι ο μουφλούζης εύκολα σιάζονται.» | < Βλ. & ταμάχι το.

ταμάχι το: η λαιμαργία, πλεονεξία, απληστία, αχορταγιά, τσιγκουνιά. Συχνά στο παρελθόν είχα γράψει ότι «το ταμάχι θα μας φάει». Ταμάχι στη λαϊκή γλώσσα σημαίνει απληστία, πλεονεξία. Με αυτά που είχαμε πριν από χρόνια μπορούσαμε να ζήσουμε και να καλοζήσουμε, αν βάζαμε στις ορέξεις μας σουρντίνα. Την πάθαμε σαν την «ταμαχιάρα» γυναίκα του Αισώπου. Η εν λόγω γυνή είχε μια κότα στρουμπουλή που της έκανε καθημερινά ένα αυγό (δεν ενθυμούμαι αν ήταν χρυσό). Αλλά η άπληστη γυνή, σκεπτόμενη πονηρά, πολυτάιζε την κότα της, για να της κάνει δύο αυγά. Η κότα όμως πάχυνε πολύ και δεν μπορούσε να ωοτοκεί. Παπαδ.: Στ γαϊδούρι γύρευε ν βάλ μουλαρίσιο φόρτωμα, στ μουλάρι, καμηλίσιο… πατοσε τ σκα, μ χέρια κα μ ποδάρια, ς πο ν τ βγάλ ρακί, μς στ τσουβάλια, κ᾿ γύριζε κ᾿ κοίταζε πίσω της, μ τν βλεπα· 108 κάδες τ φόρτωμα, δυόμισι ρες δρόμο· μο γονάτισε, μο μισέρεψε τ ζό· πολ ταμαχιάρα, Θες σχωρέσ᾿ τηνε! Παρ.: «Το πολύ ταμάχι χαλάει το στομάχι.» | < τουρκ. tamah (από τα αραβ.) -ι.

ταμπάκα: επίρρ. αραχτά, τεμπέλικα, χωρίς κόπο. ΦΡ. Περνάει ταμπάκα | < πιθανόν να υπονοείται το τεντωμένο δέρμα, στα ταμπάκικα, δηλαδή σε θέση οριζόντια, ξάπλα.

ταμπάκης ο & ταμπάκος ο: βυρσοδέψης. Παρ.: «Όσο να διαβάσει η αλεπού τα φιρμάνια της, πήγε το τομάρι της στον ταμπάκηΣε αρκετές πόλεις της Ελλάδας υπήρχαν ως τα τελευταία χρόνια συντεχνίες, δηλαδή κλειστές επαγγελματικές ομάδες, που λέγονταν εσνάφια ή ισνάφια ή σινάφια· τέτοιες ήταν: των χαλκωματάδων, ασημουργών, γουναράδων, βυρσοδεψών (ταμπάκηδων ή ταμπάκων) κ.ά. Χατζ.: Μέσα σ᾿ αυτά τα χαγιάτια, κάνε ξιπόλητοι, κάνε με κάτι μεγάλα ποδήλατα και ξεβράκωτοι -δηλαδή μονάχα με το βρακί τους- δουλεύαν οι ταμπάκοι τα δέρματα. – Οι ταμπάκοι ψωνίζαν άμα χρειαζόντανε κάτι, μα και κει δεν είχανε πολλά νταραβέρια —τι νταραβέρια με τους χωριάτες; | < τουρκ. tabak: βυρσοδέψης (από τα αραβ.) -ης. Βλ. & ντιπ.

ταμπάκος ο: λεπτή σκόνη από τριμμένα φύλλα καπνού που τη ρουφούσαν από τη μύτη, καπνός. Μου προσφέρει ταμπάκο να ρουφήξω και τώρα καθόμαστε κοντά στη φωτιά. Μαζί με το μαντήλι, τον ταμπάκο, το τσακμάκι και την καπνοσακκούλα | < ιταλ. tabacco < ισπαν. tabaco, από γλ. Ινδιάνων της Aμερικής.

ταμπάκικο το: βυρσοδεψείο. Χατζ.: Πίσω απ᾿ την ανατολική πλευρά του κάστρου, στην άκρη άκρη της λίμνης, πάνω στην όχτη της, βρισκόταν ο μαχαλάς των ταμπάκικων. Έτσι τα λέγανε τα βυρσοδεψεία. Και ταμπάκους λέγανε τους βυρσοδέψες -ταμπάκηδες που τους λένε στις Σέρρες, στο Βόλο, θαρρώ και στη Σύρα. – … κι η δουλειά στα ταμπάκικα όλο και χειρότερα πήγαινε. Σεβρά, λουστρίνια, αδιάβροχα τα φέρναν απόξω, φτηνότερα και καλύτερα δουλεμένα, ακόμα και τις βακέτες και τα σολοδέρματα.

ταμπάσκο το & ταμπάσκος ο: σάλτσα καυτερής πιπεριάς. Σπιτικό ταμπάσκο – Η ανάσα της κόλασης. Η σάλτσα ταμπάσκο χρησιμοποιείται με μέτρο για να δίνει καυτερή γεύση σε σάλτσες, ντρέσινγκ σαλάτας, ντοματοχυμούς, κρέας, καβούρια και αστακούς. Είναι βασικό συστατικό στην κουζίνα του αμερικανικού νότου. Φτιάχτηκε για πρώτη φορά στη Λουϊζιάνα το 1868 και πήρε το όνομά της από την περιοχή Ταμπάσκο του Μεξικού, απ’ όπου κατάγονται οι καυτερές πιπεριές που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή της. Το αυθεντικό ταμπάσκο χρησιμοποιεί μικρά κόκκινα ή πράσινα πιπέρια τσίλι Χιλής ωριμασμένα κάτω από τον ήλιο πάνω στο θάμνο, τα οποία μαζεύονται με το χέρι κατά την αιχμή τους για τέλειο χρώμα και χυμούς, τοποθετούνται σε θαλασσινό αλάτι και στη συνέχεια ζυμώνονται και ωριμάζουν για 3 χρόνια σε βαρέλια άσπρου δρυ.

ταμπουράς ο: γενική ονομασία για μια σειρά από λαϊκά όργανα της οικογένειας του λαγούτου. Πβ. ο ταμπουράς του Μακρυγιάννη. Ταμπουράδες και πρώιμα μπουζούκια στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Χειροποίητος σκαφτός ταμπουράς μικρού μεγέθους. Κολ.: Παιγνίδια, ταμπουράδες, πηδήματα, χορούς, τραγούδια ρωϊκά, τς μάδες. Τ τραγούδια τ καμναν ο χωριάτες, ο στραβο μ τς λύρες. Παρ.: «Ταμπουρά λαλείς, προκοπή θα δεις.», «Δώδεκα οι Κοντογιανναίοι, δεκατρείς οι ταμπουράδες.» | < μσν. ταμπουράς < τουρκ. tambura -ς (από τα περσ. ή μέσω του αραβ. tanbūr).

ταμπούρι το: φυσικό ή τεχνητό οχύρωμα. Κολ..: Επήγα και εγώ εις το Βαλτέτσι, τους λέγω: «Να φτιάσετε τα ταμπούρια κλειστά. Εις την άκρη του χωριού ήτον μία εκκλησιά, να γένει ταμπούρι, καθώς και δύο καταράχια, που εδιαφέντευαν το χωριό, οπού, αν έλθουν οι Τούρκοι, να κλεισθείτε μέσα» | < μσν. ταμπούρι < παλ. τουρκ. tabur: στρατόπεδο οχυρωμένο με αμάξια -ι. Παρ.: «Ο γύφτος ταμπούρι δε βαστάει.» Βλ. & γούπατο το, λόγγος ο, ταϊφάς ο.

ταμπούρο το: τύμπανο, ταμπούρλο, σύστημα φρένων οχημάτων και γενικά μηχανών, στο οποίο η πέδηση γίνεται μέσα σε ειδικό τύμπανο. Σε σχέση με τα δισκόφρενα, τα ταμπούρα είναι πιο φθηνά, αλλά ζεσταίνονται πιο εύκολα και είναι πιο βαριά, αυξάνοντας το μη φερόμενο βάρος | < γαλλ. tambour (de frein) -ο (αρχική σημ.: ταμπούρλο).

ταμπουρώνομαι: καλύπτομαι σε ταμπούρι, καλύπτομια καλά. Στο νοσοκομείο μεταφέρθηκε ο ένοπλος που είχε ταμπουρωθεί μέσα σε ανθοπωλείο. Ένοπλοι ταμπουρώθηκαν σε ξενοδοχείο στη Λιβύη. Βλ. & ταμπούρι το.

ταντέλα η: δαντέλα. «Έγινε ταντέλα»: έχει αδυνατίσει πολύ, «Τα νεύρα μου έγιναν ταντέλα»: κοντεύουν να σπάσουν.Τσιφ.: Ντυνότανε αυτός κι η Αυλή ευρωπαϊκά, με ταντέλες και φτερά, και δεν καταλάβαινε ότι κάτου στο δρόμο ο λαός βράζει και αγανακτεί.

τανώ & τανάω: τανύζω, τεντώνω, τραβώ κτ. σε όλο του το μήκος ή το πλάτος, ώστε να το ισιώσω. Αυτό το λάστιχο δεν τανάει, δε ρίχνει πέτρες. Τανάει το δέρμα από το λίπος! Τανάει τη λαιμαριά, τη μπλούζα, τανάει τη φλέβα | < αρχ. ελλ. τανύ(ω).

τανυέμαι: τεντώνομαι, συνθ. ξεροτανυέμαι: τεντώνω το σώμα μου να ξεπιαστεί. Έκανε πως ξυπνάει και τανύθηκε. Κύλησε πλάι μου στο ρημαγμένο κρεβάτι και τανύθηκε σαν λεοπάρδαλη.

τάνυσμα το: τέντωμα, έντονο σφίξιμο πριν το χέσιμο, την αφόδευση.

τάξουλας ο: αυτός που τάζει, υπόσχεται. Παρ.: «Τάξουλας και μη δόσουλας.» | < τάζω.

ταπί το: χωρίς λεφτά, στη ΦΡ. ρέστος και ταπί, ταπί και ψύχραιμος, άφραγκος, μπατίρης, πανί με πανί, «καθαρός.» Με εκπλήσσει όταν ακούω κερδισμένους παίκτες να εξομολογούνται πόσες φορές έμειναν ταπί. Έμεινε… ταπί ο Δήμος Γ. και δεν θα πληρώσει τους εργαζόμενους. Εδώ, δεν χωράνε συναισθηματισμοί. Παίξτονα κόντρα, το συμφέρον σου πρέπει να κοιτάξεις, γιατί αν κοιτάξεις το συναίσθημα, θα φύγεις ταπί απ’ το παιχνίδι. Και θα βάζεις το χέρι στην τσέπη και θα πιάνεις το παπούτσι σου | < αντδ. < γαλλ. tapis!: τα ρέστα μου!

τ᾿ απίπκα: επίρρ. πρηνής, πρηνηδόν, ως και τ᾿ απίστομα. Έπεσε τ᾿ απίπκα.

τάραχος ο: η ταραχή. Τράβηξε των παθών του τον τάραχο. Πάλλ.: Πασπάλαε αφρός τα στήθια τους, τ᾿ άσπριζε γύρω η σκόνη / σα βγάζανε απ᾿ τον τάραχο τον πονεμένο αφέντη | < αρχ. ελλ. τάραχος. Βλ. & τσέργα η.

ταρνανάς ο: ανήσυχο, ζωηρό παιδί· δεν ησυχάζει, ο ταρνανάς! Αραβαντ.: ταρνανίζω: κινώ τινά επί αιώρας καθήμενον, ιδίως βρέφος εν τω λίκνο.

ταρσανάς ο: μικρό ναυπηγείο και με επέκταση μικρός ναύσταθμος. Τα μικρά αυτά σκαριά οι ραγιάδες τα έχτιζαν σε απάνεμες «αβάλες» και ρηχούς κόρφους. Εκεί, σε πρωτόγονους ταρσανάδες, οι ντόπιοι τεχνίτες χτίζανε τα πλεούμενά τους με τον τρόπο και την τεχνική που κληρονόμησαν από τον πατέρα τους, ένα τρόπο ναυπηγίας που περνούσε από γενιά σε γενιά. Παπαδ.: ν βλεπε κανένα μαραγκν το ταρσαν στολισμένον, μ γαλάζια γυαλιστερ βράκα, μ τ φέσι κατακόκκινο, κα μακρι φούντα, λεγε: «Κόρδα κα φούντα, κα τ᾿ σπρα, πο ν᾿ τα;»- ξω το ρσαν, π τς μμου, στενς σον δι ν σύρ τις ψαράδικην τράταν κα τν διπλαρώσ κατ μκος το βράχου, σαν σκαρωμένα, πότε δύο βάρκες, πότε μικρν τρεχαντήρι, πότε κότερον | < τουρκ. tersan(e) (< αραβ. dār as-sinā῾a) -άς κατά το αρσανάς· μσν. αρσανάς < παλ. ιταλ. arsana -ς.

τάσι το: κύπελλο με πλατύ στόμιο, που το χρησιμοποιούσαν για ποτήρι ή για κανάτι· καπάκι, κάλλυμα για ρόδες οχημάτων, ό,τι μοιάζει με τάσι. Τάσια για του τροχούς του αυτοκινήτου σας. Τάσια ζάντας. Παπαδ.: Την φοράν ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πως της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ήξεύρω ότι μου έστειλε δι᾿ αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ᾿ ένα τάσι γεμάτο πετμέζι. – «μα πις τσάι π Ρσον καλόγηρον, πρέπει ν᾿ ναποδογυρίσς στερα τ τάσι, φο τ πις· λλοις, θ ξακολουθ ν σο τ γεμίζ ς τ πρωί» | < τουρκ. tas -ι.

τάστο το: καθένα από τα παράλληλα, συνήθως μεταλλικά, χωρίσματα που βρίσκονται σε πολλά έγχορδα μουσικά όργανα και χρησιμοποιούνται για να μεταβάλλουν το μήκος του παλλόμενου τμήματος της χορδής και άρα τη νότα. Τάστα από νίκελ για μπουζούκι, μπαγλαμά, κιθάρα και μπάσο | < ιταλ. tasto.

τάττας ο ή τάτας ο: ο πατέρας. Γκοτζ.: Έν’ απ’ πρώτα πρόσωπα που μαθαίνουν τα χωριατόπουλα, μαζί με τη μάνα και τον τάτα, είναι κι η βάβω: έτσι λεν στα χωριά μας τη γιαγιά. Παρ.: «Θέλει ο τάτας μας και κλάνει η μάνα μας.», «Θα πηδήσω, τάτα, να σε ιδώ παιδί μου.», «Όλοι τη μάνα μου γυρεύουν, κανένας τον τάτα μου.» | < Από το ομηρικό «τέττας»: πατήρ (Όμηρ. δ, 412) και το επίσης ομηρικό «άττα»: πατερούλης· ἄττα, προσφώνηση σεβασμού και οικειότητας προς μεγαλύτερους, λέγεται και για τον πατέρα στον Όμηρο.

τάτσι – μίτσι – (κότσι): η φράση λέγεται για κάποιους που συμφωνούν, συνωμοτούν, τα βρίσκουν, συνεννοούνται. Τσιφ.: …ο Μιχαήλ, για να ξεφορτωθεί το Νικηφόρο, το δεσπότη της Ηπείρου που τάχε κάνει τάτσι – μίτσι με τους Φράγκους, του αμόλυσε μέσα στο δεσποτάτο τους Τάταρους και τον ταρακούνησε | ίσως < αλβ. αντίστοιχα των ον. Tάσος, Mήτσος, Kώτσος, δηλ. συμφώνησαν οι τρεις για τη μοιρασιά.

ταυρί το: ταύρος, μτφ. ο πολύ χεροδύναμος, ο ακμαίος. Αινιγμ.: «Δυο ταυριά μαλώνουνε και βγάζουν άσπρο γάλα.» (μυλόπετρες και αλεύρι – Χίος).

ταύτου: επίρρ. γι΄αυτόν το λόγο, εξαιτίας αυτού. Α, ταύτου ήρθε ο Γούλας, έχει πανηγύρι. ΦΡ. Επί ταύτου: επί το αυτό.

ταχατιάης ο: αυτός που παριστάνει τον σπουδαίο, τον σημαντικό, τον καμπόσο, που το παίζει «δήθεν.», που υποδύεται, υποκρίνεται. Γεμίσαμε ψώνια και ταχατιάηδες | < συλλογιστικό μόριο τάχα, τάχατες, ταχατιά: δήθεν, άραγε.

ταχιά: επίρρ. αύριο, αύριο πρωί πρωί, την επόμενη μέρα. Δημ.: Πώς να τον φαρμακώσω τον γέρο τον καλό / που μ᾿ έδωσε φλωράκια, τα χίλια εκατό; / ταχιά πεθαίνει ο γέρος, εγώ θα τα χαρώ / και θα πάρω παλικάρι, δεκαοχτώ χρονώ. – Μην το λυπάσαι το φιλί κι αυτά τα μαύρα μάτια, / ταχιά θα ‘ρθουν γεράματα και θα το μετανιώσεις. Τσιφ.: Σε γυναίκα δε θα λες το μυστικό σου, καθόσον η γυναίκα ταχιά κάνει το μέλι ξύδι κι άμα πέσει σ᾿ άλλονε, ανοίγει το μπουκάλι και σε κατηγοράει στη σαλάτα του | < μσν. ταχιά < αρχ. ελλ. ταχέα ουδ. πληθ. του επιθ. ταχύς. Βλ. & χαραή η, μάνταλο το.

ταχίνι το: πολτός από αλεσμένο σουσάμι, που τον χρησιμοποιούν κυρίως για να φτιάχνουν χαλβά. Τι κερδίζετε με μόλις μία κουταλιά ταχίνι. Το ταχίνι είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες, βιταμίνες (Ε, Β1, Β2, νιασίνη κ.α.), αμινοξέα και υδατάνθρακες. Σπάνια μία και μόνο τροφή καταφέρνει να συνδυάζει όλα αυτά τα συστατικά, που είναι αναγκαία για την ομαλή λειτουργία του οργανισμού και για το λόγο αυτό, το ταχίνι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπέρ-τροφή | < τουρκ. tahin (από τα αραβ.) -ι.

ταχινός -η -ο: ο πρωινός. Παρ.: «Από τα ψες την ταχινή λείπει άντρας μου για ξύλα, να παντρευτώ, γειτόνισσα, ή ν᾿ απομείνω χήρα» | < ταχύς + κατάλ. -ινός.

τάχνιασμα το: η βοσκή του κοπαδιού τα χαράματα.

ταχταρίζω: κρατώ στα χέρια μου το μωρό και το χορεύω. Στο τέλος της πρώτης εβδομάδας της ζωής του νεογέννητου και οι δύο γονείς αγκαλιάζουν τα κορίτσια και ταχταρίζουν τα αγόρια. Οι θείοι είναι εκείνοι που θα σε ταχταρίζουν στην αγκαλιά τους μʾ ένα μόνιμο χαμόγελο. Δημ.: Κοιτάζω τις γειτόνισσες και τις καλοτυχίζω, / πώς ταχταρίζουν τα μικρά και τα γλυκοβυζαίνουν.

ταχτικό το: το τακτικό, οργανωμένο στράτευμα· επίσημη, δημόσια ένοπλη υπηρεσία. Ταχτικοί οι: οι στρατιώτες των πρώτων χρόνων του ελληνικού κράτους, μετά το 1821. Δημ.: Πώς να γελάει τ᾿ αχείλι μου, να χαίρεται η καρδιά μου; / Τα δυό παιδιά μ᾿ στη φυλακή και τ᾿ άλλα δυό στους κλέφτες / και τ᾿ άλλα δυό στο ταχτικό και τ᾿ άλλο καπετάνιος.

ταχύ το: το πρωί. Εφτ.: -Κι α μείνω και νηστικός μια νυχτιά, τι πειράζει! λέει τότες. Θα με θρέψει της πατρίδας τ᾿ αγέρι ως το ταχύ. Παρ.: «Όποιος εγέλα το ταχύ, κλαίει πριχού (σ.σ. πριν, προτού) βραδιάσει.», «Ποιος δε γελάει το ταχύ, ούτε το μεσημέρι.»

τ᾿ αψήλου: επίρρ. πολύ ψηλά. Παραδόσ.: Να ΄μαν πουλί να πέταγα, να πήγαινα τ᾿ αψήλου – Ήθελα να᾿ μουν σταυραητός, να πέταγα τ᾿ αψήλου.

τε, τα, τι: ως άκλιτο μόριο· συνήθως μαζί με την αντωνυμία με· ήρθαν με τε μας· έλα με τι μένα. Πβ. Το ποντιακό: Έλα πουλοπό μ’ με τεμέν / απές σα μανουσάκια, / Έλα σα κρύα τα νερά / και σα πεγαδομάτεα. / Αρ’ έλα με τεμένα / κανείτε ντ’ ενεμένα / εσέναν εν’εμένα / αρ’ ελα με τεμέν.

τεζάκι το & τεζάχι το: ξύλινη κατασκευή πάνω στην οποία φτιάχνουν το τυρί, τραπέζι πάνω στο οποίο δουλεύει ο μαραγκός, ξύλινη βάση, πάγκος μαγαζάτορα με συρτάρι για τις εισπράξεις. Παπαδ.: Εν τω μεταξύ δύο μοσχομάγκαι του δρόμου, ο Μιχάλης, ο υιός της Πεπερούς, δωδεκαετής, και ο Αλέξης, ο κληρονόμος της Βγενιώς της Αλαφίνας, δεκαετής, εισήλθον σιγά-σιγά, ξυπόλυτοι, εις το καπηλείον, και ο μεν Αλέξης εφύλαγε καραούλι εις την θύραν, ο δε Μιχάλης έλαβε την βοτίλιαν της μαστίχας από το τεζάχι, και ήρχισε να πίνει ηδονικώς εις μεγάλας δόσεις. Καζαντζ.: …πήγε και θρονιάστηκε ολομόναχος, στο βάθος, πλάι στο τεζιάκι του καφετζή. Παραδοσιακό, ξύλινο τεζάκι για ράψιμο. Μπροστά από τούτα βρισκόταν το τεζάκι, έπιπλο για να βάζουν στα ντουλάπια του τον καφέ, τη ζάχαρη, τα λουκούμια, τη βανίλια, τα στραγάλια. Φτιάξτε τεζάκι βιβλιοδεσίας (τελάρο κοινώς) | < τουρκική tezgâh.

τεζάρω: τεντώνω όσο παίρνει· μτφ. πεθαίνω, οριζοντιώνομαι, πέφτω τέζα, λιπόθυμος ή νεκρός, «τινάζω τα πέταλα.» Mα εξόν από τις μυρωδιές, ήτανε και τα παρσίματα. Mπλέκανε τα δυο τσερκένια, τράβαγες σπάγγο, τεζάρανε, κι όποιος ήσπαζε το σπάγγο τ᾿ αλλουνού του ᾿παιρνε το τσερκένι. Ο Πέτσος και η παρέα του «τέζαραν» τον Άγιαξ. «Τέζαραν» τους Πορτογάλους οι Αλβανοί. Τέζαραν από υπερβολική δόση ναρκωτικών. Χατζ.: Σ᾿ όλο το μάκρος του μαχαλά, μέσα στο νερό της λίμνης, αραδιαζότανε τα τομάρια, τεζαρισμένα καλά σε ξύλινα τελάρα και τα παίρναν ύστερα, άμα μουλιάζαν και τ᾿ αργάζανε μέσα στ᾿ αργαστήρια -στα ταμπάκικα. Πετρ.: Αφού τελειώσει αυτή η δουλειά, αρχίζει να τεζάρει το νήμα διαγωνίως και χιαστί. Με τη διαφορά ότι τώρα δεν τεζάρει μόνο το νήμα αλλά αρχίζει να το πλέκει με τη βοήθεια μιας σακοράφας. Τσιφ.: Κι επειδή ηθελε κι ένα ναύαρχο, γιατί ο Φιλανθρωπινός τεζάρησε, τον έκανε ναύαρχο μεγαδούκα. Καββ.: Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει. / Θαλασσοκόρη του βυθού – χίλιες οργιές – / του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι | < ιταλ. tesar(e): τεντώνω (πανιά) -ω.

τειχί το: το οχυρωμένο τείχος, τα τείχη σε φρούριο, κάστρο ή άλλη οχύρωση. Μακιαβ: …μα εκείνη, σα βρέθηκε μέσα, τους κατηγόρησε απ᾿ το τειχί ψηλά για το θάνατο του αντρός της και τους φοβέρισε με κάθε λογής εκδίκηση (Κονδύλ.).

τεκετζής ο: ιδιοκτήτης τεκέ, καφενείου όπου σέρβιραν αργιλέδες. Δεν υπήρχανε, τότες, μπουζουξήδες επαγγελματίες. Μόνο παλιοί μάγκες έπαιζαν μπουζούκι, παλιοί κατάδικοι, γεροντόμαγκες, παλιοί τεκετζήδες. Βαμβ.: Όλοι αυτοί οι τεκετζήδες φουμέρνανε. Εκαθότανε κι έκανε δυό, τρεις, πέντε ναργιλέδες, μαστούρωνε κι αυτός. Βλ. & τεκές ο.

τεκές ο: μουσουλμανικό μοναστήρι· καταγώγιο όπου συχνάζουν χασισοπότες· μτφ. χώρος γεμάτος από καπνούς τσιγάρων. Πετρόπ: «Οι μήτρες του ρεμπέτικου τραγουδιού είναι η φυλακή κι ο τεκές Αυτός δεν δούλευε. Μπουζουκάκι, καφενείο και τεκέδες. Ανταμώναμε τα βράδια, κολλούσαμε στο τραγούδι, είχε ιδιόρρυθμη φωνή. Τέρας μορφώσεως και τέρας αλητείας. Βαμβ.: Πήγαν στον τεκέ και με πήραν μαζί τους. Αυτοί με πήραν στο λαιμό τους. – Τεκές πραγματικός και κανονικός ήταν του Γραβαρά στο Μενίδι, ο οποίος ήταν άμεμπτος τεκές, ωραία σάλα, ωραίο μαγαζί. Μέσα είχε το παν. Ότι θα ζητούσες θα το ᾿βρισκες. Μέσα είχε μια κάμαρα και φουμέρναμε και μετά βγαίναμε και καθόμαστε στη σάλα | < τουρκ. tekke (από τα αραβ.) -ς.

τελάκι το: η καρφίτσα (της ραπτικής). Χρωματιστά τελάκια για τις χειροποίητες δημιουργίες σας! Σπανιότερα κλιτσόξυλο και κλίτσα ήταν μονοκόμματο ξύλο. Το συνηθέστερο δυο που ενώνονταν στην κορυφή (αρσενικό το κλιτσόξυλο και θηλυκή η κλίτσα) και πολλές φορές για να μην βγαίνει η κλίτσα την κάρφωναν με τελάκι. Βλ. & τέλι το.

τελάλης ο & ντελάλης ο: αυτός που ανακοίνωνε φωναχτά στους δρόμους αποφάσεις ή διαταγές της διοίκησης ή άλλα γεγονότα που αφορούσαν τους κατοίκους ενός τόπου. Παρ.: «Ο νοικοκύρης το πουλεί και ο τελάλης όχι.» | < μσν. τελάλης (Πβ. μσν. τελάλισσα) < τουρκ. tellâl (από τα αραβ.) -ης· / ή < ελλ. λαλώ: φωνάζω.

τελεύω & ξετελεύω: τελειώνω, δίνω τέλος, ολοκληρώνω ένα έργο, μια δουλειά. Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου. Τέλεψε εσύ το έργο μας! Καβ.: Κ᾿ επίσης μ᾿ έφερε στα μάτια εμπρός, / δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι, / κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν, και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά. Καζαντζ.: Κι όταν πια τέλεψε η αγρυπνία κι οι Καστέλιανοι στρέφουνταν κατά την πόρτα να φύγουν, ο γέροντας άπλωσε το χέρι, τους σταμάτησε. Αινιγμ.: «Σαράντα μέρες πολεμώ και δεκατρείς πουργεύω (σ.σ. τρυπώ), χωρίς ασβέστη και νερό, τον πύργο ξετελεύω.» (μεταξοσκώληκας – Β. Εύβοια).

Τέλης ο: Στυλιανός, Στέλιος, Τσέλιος· Λευτέρης, Ελευθέριος.

τέλι το: λεπτό σύρμα, μεταλλική χορδή. Του μπουζουκιού τα τέλια· το άνθος του ηλιοτρόπιου, του ηλίανθου, το μέρος του φυτού που περιέχει τους ηλιόσπορους | < τουρκ. tel -ι. Βλ. & τζουράς ο.

τεμενάς ο: βαθιά τουρκική υπόκλιση σε ένδειξη σεβασμού και χαιρετισμού· εκδήλωση δουλοπρέπειας. Παπαδ.: Ούτος προσελθών εις τον αρχηγόν έκαμε βαθύτατον τεμενάν, και εστάθη μετά μεγίστου σεβασμού περιμένων τας διαταγάς του. Καρκ.: O Mαγουλάς εβγήκε δύο βήματα έξω από την πόρτα και με θλιμμένο και ταπεινόν ήθος άρχισαν μονόγνωμοι τον τεμενά. Παρ.: «Έχεις παράδες; Σου κάνουν τεμενάδες | < τουρκ. temena (από τα αραβ.) -ς < πιθ. αρχ. ελλ. τέμενος, -εος, τό (τέμνω) κομμάτι γης αποκομμένο, σημειωμένο ως κτήμα που ανήκει σε βασιλείς και αρχηγούς, σε Όμηρο κομμάτι γης αφιερωμένο σε κάποιο θεό, ιερά εδάφη, σ᾿ αυτό ιδρυόταν ο ναός ή το ιερό· μτφ., η ιερή κοιλάδα του Νείλου καλείται τέμενος Νείλοιο· η Ακρόπολη είναι το ερν τέμενος της Παλλάδος, σε Αριστοτέλη. Βλ. & καραμπουζουκλής ο, φερετζές ο.

τέλος ο: μεγάλη ποσότητα, πλήθος, σύνολο, πληθώρα, αφθονία. Λ.χ. Έφαγε έναν τέλο: έφαγε πολύ μεγάλη ποσότητα, έναν τέλο παλιόρουχα ή έναν τέλο καλαμπόκι: καλαμπόκια σε αφθονία, σωρηδόν, έναν τέλο βιβλία: πάρα πολλά κ.τ.ο | < πιθανόν έχει σχέση με την αρχ. ελλ. σημασία τέλος το: το πλήθος πραγμάτων· στον Ευρυπίδη σημαίνει το σώμα στρατιωτών, όπως και στον Όμηρο:· ν τελέεσσιν, κατά διαιρέσεις, τάξεις ή σώματα, ομοίως, κατ τέλεα· στον Ηρόδοτο διαβάζουμε· δίρρηκα τέλη: τάγμα από άρματα· ο Αισχύλ. το γράφει και για πλοία, τρία τέλη τν νεν· σημαίνει ακόμα αυτό που πληρώνεται για κρατικούς σκοπούς, φόρος, δασμός, χρέος.

τεμπεσίρι το: η κιμωλία, είδος κιμωλίας που μπαίνει στην κεφαλή της στέκας του μπιλιάρδου. Μπλε τεμπεσίρια M. 144 τεμάχια. Τεμπεσίρια, Λάστιχα Μπιλιάρδου, Ρολόγια Μπιλιάρδου, Ποδοσφαιράκια. Σκαριμπ.: Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει / (αχ, κι η πρόγκα -τι δόξα-μου!… – σ᾿ ουρανούς θα με σύρει) / η Χαλκίδα εκεί πίσω μου θα φαντάζει χτισμένη / σαν από τεμπεσίρι | < τουρκ. tebeşir (από τα περσ.) -ι.

τεμπελχανάς ο: τεμπέλης, τεμπέλαρος. Όξω οι τεμπελχανάδες απ’ το Δημόσιο. Αυτοί είναι οι πιο τεμπελχανάδες άνθρωποι που έχετε δει στην ζωή σας. Καρκ.: O ψήφος δεν έχει πέραση· ο Kαρώνης δεν απλώνει πλέον την προστατευτικήν αιγίδα του να σώση από τον νευροκαταλύτη κάματο τους πιστούς του τεμπελχανάδες. – Kαι γιαμιάς το πριν έρημο και χαυνισμένο, σαν τεμπελχανάς στον ήλιο της ημέρας, χωριό, τώρα με το ηλιόγερμα, ζωή επήρε και χαρά και θόρυβο | <τουρκ. tembelhan(e): ίδρυμα όπου τεμπέληδες ζουν από φιλανθρωπίες -άς· τεμπελχαν(άς) -ού. Βλ. & κοπρίτης ο.

τεμπελχανείο το & τεμπελχανειό το: μέρος όπου υπάρχουν πολλοί τεμπέληδες· ο τεμπέλαρος. Τσιπουροκατάσταση το Τεμπελχανείο, τσίπουρομεζέδες και κρασομεζέδες. Παπαδ.: γνώριζε κα τν λλην διήγησιν δι τ τεμπελχανειό, τ ποον δρυσε, λέγουν, Μεχμεταλς ες τν πατρίδα του Καβάλαν. κε, πειδ τ κακν εχε παραγίνει, πιστάτης σοφίσθη ν στρών μίαν ψάθαν, π τς ποίας νάγκαζε τος έργους ν ξαπλώνωνται. Ετα βαλλε φωτιν ες τν ψάθαν. ποιος προτίμα ν κα, παρ ν σηκωθ π τν θέσιν του, το σωστς τεμπέλης κ δικαιοτο ν φάγ δωρεν τ πιλάφι. ποιος σηκώνετο κ φευγε τ πρ, δν τον σωστς τεμπέλης κ χανε τ δικαιώματα. Τόσοι Βαλλινοι, τόσοι βέρωφ κα Συγγροί, σκέπτετο μαστρο-Παλος, κα κανες ξ ατν ν μν δρύσ παραπλήσιόν τι ες τς θήνας! | < Βλ. & τεμπελχανάς ο.

τέντζερης ο & τσέντζιαρης ο: μεγάλο μπακουρένιο μαγειρικό σκεύος, κατσαρόλα, η λοπάδα, το κακάβι. ΦΡ. Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι. Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν «Εύρεν η λοπάς το πώμα», που έχει ανάλογη σημασία. Παρ.: «Κάντο μου πρώτα στον τέντζερη κι ύστερα στο καζάνι.» Αίν.: «Τέντζερην χαλαγιωμένον με τα σύρματα ζωσμένον.» (Το μάτι – Κοτύωρα Πόντου). Βλ. & μούτος ο.

τεντιμπόης ο & τεντιμπόισσα η: χαρακτηρισμός νεαρών, (δεκαετίες 1950, 1950 στην Ελλάδα) που επειδή γιαούρτωναν ή γενικά προκαλούσαν όσους θεωρούσαν κατεστημένο, συλλαμβάνονταν, κουρεύονταν με την ψιλή, τους έκοβαν τα ρεβέρ από τα παντελόνια και τους διαπόμπευαν στους δρόμους κρεμώντας στο λαιμό τους ταμπέλες «είμαι γάιδαρος» κ.λπ. (με το νόμο 4000 του 1958 περί «τεντυμποϊσμού»· μτφ. ατίθασος, ζωηρός νεαρός με αντισυμβατική ή παραβατική συμπεριφορά, ταραξίας, αλήτης, ανάγωγος νέος. Τσιφ.: …ο τοπικός διοικητής έδινε δίκιο σ᾿ εκείνον που τον πλήρωνε, έτσι όπως κάτω γίνεται και σήμερα, που άμα σε κολλήσει ένας που τάχει και τον δείρεις, εσένα πάνε μέσα επί τεντυμποϊσμώ. «Είμαι τεντιμπόης και έριξα γιαούρτι σε γυναίκα.» Αυτή ήταν η πρώτη εφαρμογή του προβλεπόμενου μέτρου, το οποίο προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις | < Ο όρος «τεντιμπόης» (ή τεντυμπόης) προέρχεται από την αγγλική λέξη «teddy boy» και αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα νεαρών της δεκαετίας του ᾿50 στην Αγγλία, με ιδιαίτερη εμφάνιση, που ντυνόταν επιδεικτικά με ακριβά ρούχα. Καθώς μερικές από τις ομάδες αυτών των νεαρών, που ήταν χωρισμένοι σε συμμορίες, οδηγήθηκαν σε παραβατικές συμπεριφορές, ο όρος σύντομα απέκτησε τη σημασία του καλοαναθρεμμένου, εύπορου ταραξία και αλήτη· Teddy ήταν το χαϊδευτικό του Εδουάρδου Ζ΄ του Ηνωμένου Βασιλείου.

τεντιμποϊσμός ο: ιδιότητα του τεντιμπόη, ποινικό αδίκημα στη ελληνική νομοθεσία της δεκαετίας του 1960. Βλ. & τεντιμπόης ο.

τεπελίκι το: γυναικείο ασημένιο κάλυμμα του κεφαλιού με πολλά στολίδια (Κοζάνη).

τεπές ο: μικρός λόφος, ύψωμα· το ημισφαιρικό τμήμα του καπέλου, που καλύπτει το κεφάλι. Ανατολικά, σε απόσταση 200 μέτρα, υπάρχει ένας φυσικός τεπές, ύψωμα στρογγυλό. Τσιφ.: Ο βασιλιάς μερακλής, φόραγε μια κορώνα με τρεις τεπέδες κι απάνου απάνου είχε κοτσάρει έναν σταυρό για να δείξει τα χριστιανικά του αισθήματα | < τουρκ. tepe: λόφος, κορυφή του κεφαλιού -ς.

τερζής ο: ράφτης. Δεκαπέντε μέρες πριν γίνει ο γάμος, καλούσαν στο σπίτι της νύφης τερζήδες, ραφτάδες ειδικούς για κάπες και γιλέκια. Τα έραβαν και τα κένταγαν με το χέρι. Όσο πιο πλούσια ήταν η νύφη τόσο και πιο νωρίς έρχονταν οι τερζήδες. Πολλούς τερζήδες είχε η Ήπειρος. Επώνυμ.: Τερζής, Τερζάκης, Τερζόπουλος | < τούρκ. terzi: ράφτης.

τέρμας ο: τερματοφύλακας | < αρχ. ελλ. αρχ. τέρμα.

τέρμινο το: σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, ακαθόριστη υποδιαίρεση του χρόνου. Κάθε τρία τέρμινα αυτοακυρώνεται ο Β. Η Μεγάλη Σαρακοστή που μας ετοιμάζετε θα είναι για τέσσερεις μήνες ή για σαράντα τέρμινα; Σε πόσα τέρμινα θα δούμε φως; Στίχ.: Στ᾿ Ανάπλι μια Παρασκευή / και στ᾿ Άργος Κυριακή πρωί / μιλούσαμε για σένα, / πως τέλειωσαν τα τέρμινα / στον Πόρο και την Αίγινα / που σου `χα μετρημένα (Μάν. Ελευθ.) Πβ. Χρον. Μορέως: ν τούτ λογαρίασαν τ τέρμενον το χρόνου / κα ηραν, τι πέρασεν μέρας δεκαπέντε / τ τέρμενον, πο τύχαινεν ν σώσ Ρουμπέρτος, / ν παραδώσ τ γραφα το κόντου τς Τσαμπάνιας. – Ε δ περάσ καιρός, τ τέρμενο το χρόνου, / κι οδν πέλθ δ κανες τν φεντίαν ν πάρ | < μσν. τέρμινον < παλ. ιταλ. termino.

τερτίπι το: κόλπο, σχέδιο, τέχνασμα για να πετύχουμε κάτι ή να ξεγελάσουμε κάποιον· αλλοπρόσαλλη, απρόβλεπτη συμπεριφορά. Καρκ.: Ήρθεν όμως εποχή που όσα και αν έκαμαν οι ψηφοφόροι, όσα τερτίπια εκλογικά και αν εμεταχειρίσθηκαν, όσες υποσχέσεις ρουσφετιών και αν έδωκαν, ο αγαθός κομματάρχης εκαταμαυρίσθηκεν – O Kλουτσινιώτης θα έβαζε την τυφλομάρα του και ο Kρακουριώτης τα τερτίπια του. Δύο πράγματα όλως αντίθετα και όμως τόσο σύμφωνα και βοηθητικά στην τέχνη τους. Πβ. Κολ.: Κεχαγιάς, καλ τερτιπλς κα πολεμικός, κάνει να σχέδιον κα στέλνει τν Ρουμπ, κα στέλνει κα 1.500 χωριστ δι νυκτς γι ν πιάσουν τ πισθεν το Βαλτετζιοῦ. Η επίτευξη εθνικής ομοψυχίας απαιτεί και προϋποθέτει ξεκάθαρη στάση και όχι επικοινωνιακά τερτίπια. Τα τερτίπια της μπάλας βάζουν γκολ! | < τουρκ. tertip -ι.

τεσσαρομάτης ο: με τέσσερα μάτια, μτφ. αυτός που φοράει γυαλιά. Καραισκάκης: Πηγαίνουμε εις τον Μαχαλάν και όπου μας διορίση η κυβέρνησις, εκεί θέλει εκστρατεύσωμεν. – Ποιά κυβέρνησις, καπετάν Νότη; Το τζιογλάνι του Ρεΐζ – εφέντη ο τεσσαρομάτης;

τεσσαρομάτικο το: σκυλί με κύκλους διαφορετικού χρώματος γύρω απ᾿ τα μάτια, σαν τέσσερα μάτια.

τεσκερές ο: έγγραφη κοινοποίηση | < τουρκ. teskere.

τετοιώνω: κάνω, πράττω, ενεργώ. Χρησιμοποιείται στη θέση πολλών ρημάτων, με διαφορετικές σημασίες, λ.χ. τέτοιωσε λίγο τη βρύση (: κλείσε ή άνοιξε).

Τετράδη η: Τετάρτη. Παρ.: «Παρασκευή τα κόκκινα, Τετράδη τα γεράνια.» (για βαφή), «Πέρασε η Τετραδούλα, πάει κι η βδομαδούλα.», «Και κουρούνα και Τετράδη.» – ο Αραβαντινός ερμηνεύει: προς τους αμαρτάνοντας επί αθλία αμοιβή. Δημ.: Ξημέρωσε Τετράδη, δε σ᾿ είδα ηλιοπετράδι.

τετραπέρατος -η -ο: άνθρωπος πολύ έξυπνος, ευφυής, οξυδερκής, κοφτερό μυαλό, «γάτος». Εφτ.: Αν δεν πέτυχε, ας έχει χάρη ο Ιουστινιανός στην τετραπέρατη Θεοδώρα και στον περίφημο στρατηγό του Βελισάριο.

τεφαρίκι το: εξαιρετικής ποιότητας, ξεχωριστό, πολύτιμο, εκλεκτό, σπάνιο πράγμα, κομψοτέχνημα. Ψάρια τεφαρίκια. Προξενιό… τεφαρίκι! Ε, ρε, τεφαρίκια δημοκράτες που μας προέκυψαν. Παπαδ.: Ο Θοδωρής το έλαβε. Το εκοίταξε, το εκαμάρωσε, το εχάιδευσε, και είπε: -Μωρέ, κελεπούρι!…τεφαρίκι!… βρε, πλιάτσικο. Το εκαβαλίκευσεν εν θριάμβω, κι επήγε να το βοσκήσει. Το επότισε. Καζαντζακ.: …κράτα του και κανένα ρεγάλο, καμιά καλή ταμπακιέρα να πούμε, καμιά χοντρή ρώγα κεχριμάρι, για το τσιμπούκι του·έχει τεφαρίκια πράματα η Μητρόπολη, για τις δύσκολες ώρες τα ᾿χει, δώσ του, σκύλος είναι, πέταξέ του ένα κόκαλο να το αγλείψει, να μη γαβγίζει | < τουρκ. tefarik (από τα αραβ.) -ι.

τεφτέρι το & δευτέρι το: τετράδιο για λογαριασμούς ή σημειώσεις·αρχείο δημόσιας αρχής· κιτάπι. Σκουζ.: Το άνωθεν πράγμα επαραδόθη όλον σώον και ανελλιπές εις χείρας του Iεροθέου, υιού Nικολάου Σκουζέ, να το φυλάξει έως ου να του το ζητήσουν εις καιρόν οι κληρονόμοι και να το παραδόσει πάλι με το παρόν τεφτέρι ένα προς ένα. Όθεν και έγιναν τρία τεφτέρια παρόμοια. Ολόκληρες γενιές Ελλήνων μεγάλωσαν με το τεφτέρι του μπακάλη, όπου γράφονταν τα χρωστούμενα, αφού οι περισσότεροι δεν είχαν μετρητά να πληρώσουν. Παρ.: «Ο μπακάλης σαν φτωχαίνει, τα παλιά τεφτέρια παίρνει.» Ελύτ.: Είμαι καλός ως τις πηγές του γέλιου μου, εκτοξεύω χίμαιρες / ριπίδια δυσανάγνωστα, τεφτέρια κάτασπρα καμωμένα γι᾿ αγγέλους | < αντιδάνειο < τουρκ. tefter, defter -ι < αραβ. diftar < αρχ. ελλ. διφθέρα στη σημ.: γραφική ύλη.

τζαγκανώ & τζαγκαλνώ: σκαλίζω, μαστορεύω, ασχολούμαι με κάτι κάνοντας θόρυβο, παίζω έγχορδο μουσικό όργανο. χαρακτηριστικό ή επαναλαμβανόμενο ήχο. Γκοτζ.: Τα περνούσε από μια μέγγενη, μπηγμένη μόνιμα σε ξύλο πελεκητό, που του χρησίμευε μαζί και για στέριωμα των ποδιών, και τα χτύπαγε με το σφυρί, τσαγκάναγε όλη την ώρα.

τζαγκάνισμα το: γρατσούνισμα, θόρυβος. Γκοτζ.: …εμένα μ᾿ είχαν αφήσει να με κουνάει στη σαρμανίτσα η Λάμπρω του Γιάννη, κόρη της γειτόνισσας που ανάφερα πιο πριν, αυτή, κοπελίτσα μικρή, βαρέθηκε φαίνεται το ζαγκάνισμα και το σκούξιμο το δικό μου, μπορεί να μου ᾿δωσε καμιά δυνατότερη με το ποδάρι ή ν᾿ αναποδογύρισε από μόνη της η κούνια.

τζαγκανάρι το: η κουδουνίστρα, το μουσικό όργανο, αντικείμενο που παράγει ήχο.

τζακίλι το: μαύρη αυγοειδής πέτρα, η οποία περιέχει σίδηρο. Ρήγας: Η γη περιέχει εις τους λαγόνας της μέταλλα, ημιμέταλλα, […] άμμους, πέτρα, τζακίλια.

τζάλιας ο: απεριποίητος, αφρόντιστος, παρτάλας (Κοζάνη). Επώνυμ.: Τζάλιας.

τζαμαλλής & τζαμάλλης ο: ο αχτένιστος, με ανακατεμένα μαλλιά. τζαμάλλω η: με ανακατεμένα, αχτένιστα ή απεριποίητα μαλλιά.

τζαμάλω η: η φωτιά στα μαστόρικα. Αραβαντ.: τσαμάλα η: πυρά ζωηρά, φλόξ. Στην Ήπειρο Τζαμάλα λέγεται ο φανός, η φωτιά της Αποκριάς. Κρυστ.: Την δε πυράν, ην ανάπτουσσιν κατά το εσπέρας των Απόκρεω και εν Ιωαννίνοις, Ταμάλαν εκεί καλούμενην καλούσιν ενταύθα Δέσπω ή Βίβα.

τζαμένιος ο & τζαμάτος ο: φτιαγμένος, κατασκευασμένος από τζάμι· μτφ. αυτός που είναι «τζάμι», που γυαλίζει, εξαιρετικής ποιότητας, σένιος, καινούριος, ελάχιστα χρησιμοποιημένος, σχεδόν άθικτος, σε πολύ καλή κατάσταση, ωραίος, όμορφος, γαμάτος. Τζαμένιες πόρτες οροφής. Αυτόματες ή χειροκίνητες. Κατάλληλες για συνεργεία, εκθέσεις αυτοκινήτων και λοιπές εφαρμογές. Ήταν πεντακάθαρος και τζαμένιος σε όσα μας είπε παρά και τις πικρίες που έχει πάρει από τον Άρη τις δύο προηγούμενες φορές. Τζαμάτος εξωτερικός δίσκος. Τζαμάτες φωτογραφίες. Έχει απ’ τις πιο τζαμάτες φωνές. Αμάξι, σπίτι τζαμένιο. Προτελευταία έκδοση με τον ημι-τζαμένιο ουρανό | < τζάμι < τουρκ. cam -ι.

τζαμιλίκι το & τζαμλίκι το: ξύλινο ή μεταλλικό πλαίσιο, όπου τοποθετείται το τζάμι σε παράθυρα ή πόρτες, το πλαίσιο μαζί με το τζάμι· μτφ. κόσμημα, στολίδι από γυαλί. Τζαμιλίκι αλουμινίου δίφυλλο, μονόφυλλο, ανοιγόμενο, διπλής σφράγισης – Δίφυλλο, συρόμενο επάλληλο τζαμιλίκι. Τσιφ.: Θα προτιμούσα να φορούσε άσπρες γκέτες και ν᾿ αφήνει να του κρέμεται ένα τζαμιλίκι | < τουρκ. camlιk: χώρος κλεισμένος με τζάμι -ι.

τζάμπα: επίρρ. δωρεάν, χωρίς αντίτιμο, επίπτωση, μπέχο. Παρ.: «Για το τζάμπα χάνομαι για το βερεσέ πεθαίνω.» | < τουρκ. caba. Βλ. & αμάκα η, μαγκιά η, χαραμίζω.

τζαμπαδούρι το: τζάμπα πράμα, φτηναδούρι, σε τιμή ευκαιρίας. Βλ. & τζάμπα.

τζαμπατζής ο & τζαμπατζού η: αυτός που τη βγάζει τζάμπα, δωρεάν, που δεν πληρώνει, φτηνιάρης, αμακατζής. Οι τζαμπατζήδες των αρχαιολογικών χώρων. Τζαμπατζήδες στο λεωφορείο. «Τζαμπατζού» η Ε·πήγαινε σινεμά χωρίς να πληρώσει. Τζαμπατζού… Ρεάλ: Εστειλε συγχαρητήρια στη Μπαρτσελόνα με χρέωση στον παραλήπτη. Τσιφ.: Όσους γνώρισα ήταν λογάδες στην ζωή και τζαμπατζήδες στον έρωτα | < τουρκ. cabacι: παράσιτος -ς. Βλ. & νοικάρης ο.

τζαναμπέτικος -η -ο: ιδιότροπος, κακότροπος, ζωηρός, δύστροπος, μανουριάρικος. Γκολφ:Αυτό το τζαναμπέτικο παιχνίδι. Εσύ ήσουν τζαναμπέτικο, κώλο δεν έβαζες κάτω, έριξες πάνω σου το λάδι από τη σαλάτα. Τσιφ.: Tούτο δω το παιδί ήτανε πολύ τζαναμπέτικο πλάσμα. Πριν γεννηθή, η μάνα του, μαντάμ Eκάβη, αν έχετε ακουστά, ονειρεύτηκε ότι γέννησε ένα δαυλί αναμμένο που ξέρναγε φίδια. Βλ. & ζαγάρι το, τζαναμπέτης ο.

τζαναμπέτης ο & τζαναμπέτισσα η: ιδιότροπος, κακότροπος, ζωηρός. Συγκινητική συναυλία στην κεντρική πλατεία της Κοζάνης με τους υπέροχους «Τζαναμπέτηδες.» Μάτια υπάρχουν παντού και βλέπουν τους… τζαναμπέτηδες. Παραδόσ.: Εβγήκε τζαναμπέτισσα και τα χωριά γυρίζει / κι όποιο κι αν δει τον αγαπά κι ας μην τονε γνωρίζει | < τουρκ. cenabet (από τα αραβ.) -ης · τζαναμπέτ(ης) -ισσα.

τζάνεμ & τζάνε: ως επιφώνημα, άκλιτο, σημαίνει ψυχή μου, καλέ μου, αγαπητέ, κλπ. Μα μπορούνε, τζάνε μου, να μάθουν μοναχά τους γράμματα τα κοπέλια; πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του νέου βιβλίου της Μαρίας Μανή «Τζάνεμ». Δημ.: Ποταμέ, τζάνεμ ποταμέ μου, / ποταμέ μ’ όταν γεμίζεις. / Ποταμέ, μ’ όταν γεμίζεις / και βαρείς και κυματίζεις. / Πάρε με στα κύματά σου / στα στριφογυρίσματά σου. / Nα με πας στη δύση-δύση, / μέσα στου πασά τη βρύση | < τουρκ. canim : ψυχή μου

τζάνερο το: είδος μικρού πράσινου χυμώδους κορόμηλου, που πριν ωριμάσει είναι ξινό και πράσινο, αλλά όταν ωριμάζει γίνεται γλυκό και κίτρινο ή κόκκινο. Παπαδ.: Από τον Μάιον, όταν αρχίζουν τα μούρα, τα κεράσια, τα τζάνερα, έως στον Οκτώβριον, όταν έχει τελειώσει ο τρύγος, και συλλέγουν τα κυδώνια.Μς προσέφερεν γγούρια, κεράσια κα τζάνερα, κ᾿ πίομεν τρες γύρους γνν ρακί, τς δίας κατασκευς το κηπουρο. Τσιφ.: Ναι μόνο η μικρή η άτιμη μούχει μια ευκοιλιότητα από τα τζάνερα | < τζανερίκι.< τζαρνίκι, τζιρνίκι σλαβ. čĭrnik.

τζιρνίκι το & τζερνίκι το: κορόμηλο, ο καρπός της κορομηλιάς | < σλαβ. čĭrnik.

τζαμάρα η: είδος μεγάλης ποιμενικής φλογέρας (Ήπειρος). Την μακρύτερη την λένε μεγάλη φλογέρα αλλά τις περισσότερες φορές την λένε τζαμάρα και αυτή επίσης είναι ένας μεγάλος σωλήνας με δύο στόμια. Αυτός που έπαιζε τη τζαμάρα την έπαιζε πάντα καθιστός και στην ίδια στάση διότι ήταν μεγάλη και δεν την συνδύαζαν ποτέ με τους ήχους των κουδουνιών αλλά την έπαιζαν μόνο στα τραγούδια της τάβλας και στα μοιρολόγια. Η τζαμάρα στην κατασκευή είναι ίδια με την φλογέρα μόνο που είναι πιο μεγάλη (0,60 έως 0,85 μ) και έχει έντεκα τρύπες, γι᾿ αυτό δεν γίνεται ποτέ από καλάμι αλλά από καλό ξύλο, ελιά, έλατο, δρυ, κρανιά, ή από κόκαλο ή σίδερο (παλιά την φτιάχνανε από την κάνη του καριοφιλιού).

τζαχείλας ο: αυτός που έχει χοντρά, μεγάλα χείλη, μτφ. ο ξεχειλωμένος.

Τζέλας ο: Ευάγγελος, Βαγγέλης, Βάγγος, Βάγγουρας, Βαγγέλας· Τζελούλας, Τζελάκος. Παπαευαγγ.: Η Μήτρους μι του Τζέλα ανταμώνουνταν ικεί στ΄μαντρινιά, φόντας σταλνούσαν τα σφαχτά κι έλιγαν σιακάδια.

τζελατίνα η: ζελατίνη· λαιμητόμος. Μακρυγγιάν.: Κ᾿ τοίμασαν κα τ στρατοδικεον ν μς καταδικάσουνε μ τν νόμο. Κα εχαν νενήντα δι τν τζελατίνα κα στν κορφ μένα.

τζελάτης ο: δήμιος, χειριστής τζελατίνας, λαιμητόμου.

Τζέπω η: η Δέσποινα. Παπαευαγγ.: Τάχα η θειά μ΄η Τζέπου αραθύμσει τ ανήψια του Γιώρ΄κι τουν Ιώτα που ήταν σ΄τ Σαλουνικ΄. Δεν ήλιγει πως χάλευι γκιζέρια.

τζερεμές ο: το πρόστιμο, η άδικη ζημιά, η αναγκαστική εισφορά σε χρήμα ή είδος· άχρηστος, ανίκανος άνθρωπος, τεμπέλης, ανεπρόκοπος. Παρ. «Σκότωνε ζουρλούς, πλήρωνε τζερεμέδες Μακρ.: Στ Μισόγεια, στν Κερατιά, νο δημογέροντα, ναγνώστη Νυδραον τν λένε, πόσες τζικουργις τὸ᾿ δσε κι᾿ ν εδε γείαν ες τ ξς γαθς νθρωπος, κι᾿ λλοι πολλο τοιοτοι δαρμένοι κα τζερεμετισμένοι. Γκοτζ: …στη ρίζα του Ξεροβουνιού, είχε πάλι γύρω του σπαρτά, χλοϊσμένα χωράφια, και τα κοπάδια μπορούσαν να κάνουν ζημιές, να πλερώνουν καινούργιους τζερεμέδες οι τσοπαναραίοι | < τουρκ. cereme: πληρωμές για ζημιές αδικαιολόγητες, πρόστιμο, ποινή.

τζερεμετίζω: ζημιώνω, επιβάλλω πρόστιμα, χρηματικές εισφορές | < Βλ. & τζερεμές ο.

τζέρνο το: είδος άγριας βελανιδιάς με σκληρό βελανίδι.

τζερτζελές ο & τζερτζελο το: ανακατωσούρα, φασαρία και διασκέδαση, ευτράπελη κατάσταση, χαβαλές, πλάκα. Έγινε μεγάλος τζερτζελές | < τουρκ. zelzele < αραβ. zalzalat: σεισμός.

τζέρτζιλο το: βερίκοκο.

τζες ο: ο άντρας, άντρας, τύπος, άτομο· ερωμένος, γκόμενος, Γιαννιώτης· πληθ. (οι) τζέδες (Γιάννενα)· τζεδούπολη: η πόλη των τζέδων, τα Γιάννενα. Ρεμπέτ.: Κούνα μπέμπη τον κεφτέ σου / να φχαριστηθεί ο τζες σου. Βαμβ.: Κι έρχουνται δυο πολιτσμάνοι, / και δεν βρίσκουνε ντουμάνι. / Ζούλα όλοι οι αργιλέδες, / φυλαχτείτε απ᾿ τους τζέδες. Τσιφ.: Του λέει του τζε: «Γκαστρωμένην είμαι», κι ο ποντικοουράς κιτρίνισε, πρασίνισε, μπλάβιασε αδερφάκι, «Ρε τι πάθαμε!»

τζιάκης ο: νέος άντρας, ελεύθερος από πολλές υποχρεώσεις, ανύπαντρος, εργένης. Συνήθ. στον πληθ. οι τζιάκηδες· επώνυμ.: Τζιάκης.

τζιάμι το: τζάμι.

τζιαμίδια τα: παιδικό παιχνίδι· οι παίχτες προσπαθούν να γκρεμίσουν «τζαμί» φτιαγμένο από πέτρες.

τζιαντές ο: ομαλός δρόμος για περπάτημα, περίπατος, η «βόλτα» (Κοζάνη) | πιθ. < τουρκ. cadde: λεωφόρος, πηγή.

τζιαντούρα η & τζιαντούρι το: καλύβα ποιμενική, στεγασμένο καταφύγιο. Τσιατούρα λέγεται η καλύβα στα Σαρακατσάνικα. Δημ.: Κύργιε μ᾿ το τι να γίνηκαν οι Σαρακατσαναίοι, τούτη τη μαύρη άνοιξη δεν φάνηκαν να έρθουν, νούδε συγκέρια φάνηκαν, νούδε τσιατούρες γίναν, νούδε τα λάγια πρόβατα, οι αμέτρητες χιλιάδες. Πβ.: Στοσαν τ τζιαντούργια τς πότι στο Τσιαΐρ᾿ σν γιΚοίμησ᾿ κι πότι κα᾿ το γήπιδου, πίσου π᾿ το Τυρουκουμείου. (Μικρόβαλτο Κοζάνης). Μακρ.: ποφάσισαν λοι του κάστρου ν πάγω γ ες τν Μπραΐμη κι᾿ Καράπαυλος κι᾿ Σαλβαρς ν κάμωμεν συνθκες. Παρουσιαστήκαμεν, ταν σ να λαμπρ τζαντίρι, εχε κα δυ ξιωματικος κα το βαστοσαν τ δυό του χέρια μ μεγαλοπρέπεια, ν δομε μες τ μεγαλεον του | πιθ. < τουρκ. çadιr -ι: αντίσκηνο, κυρίως όταν μένουν σ΄ αυτό τσιγγάνοι, φτωχόσπιτο φτιαγμένο με πρόχειρα υλικά, π.χ. με λαμαρίνες, ξύλα κτλ.

τζίβα η: χόρτο ψιλό και άγριο· το αχτένιστο, απεριποίητο μαλλί· μαλλί μπλεγμένο σε βοστρύχους, «ράστα». Το μαλλί μου έχει γίνει τζίβα, επειδή δεν χτενιζόμουν. Σχοινί τζίβα τρίκλωνο. Φτιάχνουμε τις τζίβες (rasta) παίρνοντας μικρές ή μεγάλες τούφες ανάλογα με το επιθυμητό πάχος της τζίβας και σύμφωνα με τις φύτρες του κάθε κεφαλιού. Ξαίνουμε την τούφα και κατόπιν με βελονάκι μπλέκουμε τις τρίχες. Στο τέλος ράβουμε τις τζίβες με κλωστή για σταθεροποίηση. Κλωστή χρησιμοποιούμε και όταν διορθώνουμε τις τζίβες. Βλ. & κατεργάρικα.

τζιβαέρι το: πολύτιμος λίθος· μτφ. θησαυρός. Ρεμπέτ.: Εκατό δραχμές την ώρα, παίρνω τζιβαέρι μου / πες στη μάνα σου πως θέλω να σε κάνω ταίρι μου | < τουρκική cevahir < αραβ.

τζιβαϊρικό το: πολύτιμο αντικέιμενο, πράγμα. Μακρ.: Κα πράμα τζιβαϊρικν πολυτίμητο, πο τ βαστήξαμεν ες τν τυραγνία το Τούρκου, δν τ δίνομεν τώρα, οτε τ καταφρονομεν ο λληνες. εγενεία σου παρατιέσαι π τν θρησκείαν σου; Καζαντζάκ: …βρήκε το πιο ακριβό του τζοβαΐρι, χαμογέλασε.

τζιβάνα η: αυτοσχέδιο φίλτρο, στόμιο για τσιγάρα, τσιγαριλίκια ή μπάφους, φτιαγμένο από χαρτί. Oι σπαστές τζιβάνες είναι χάρτινα φιλτράκια για στριφτό τσιγάρο χωρίς χημικά και χλώριο. Καπνοί στριφτού και πίπας, αναπτήρες, χαρτάκια στριφτού – ρολλά φιλτράκια στριφτού τσιγάρου και τζιβάνες. Η τζιβάνα είναι το χάρτινο φίλτρο που βάζουμε στα στριφτά τσιγάρα όταν δεν έχουμε φιλτράκια. Είναι ένα κομάτι χαρτί στριμένο σε ένα μικρό ρολό ώστε να περνάει ο καπνός του τσιγάρου αλλά να εμποδίζει τα μικρά και πικρά κομάτια καπνού να μπαίνουν στο στόμα. Η καλύτερη τζιβάνα ώς γνωστόν είναι το εισητήριο ΟΑΣΑ.

τζιβανόχαρτο το: χαρτί κατάλληλο για τζιβάνα, βλ.λ. Τζιβανόχαρτα, στρίφτες, καπνοσακούλες, ταμπακιέρες στριφτού, γεμιστικές μηχανές, μεταλλικό κουτί αποθήκευσης καπνού, υγραντήρες.

τζιβουτό το: κρυφτό (Κοζάνη).

τζιβώνω: μισοκλείνω τα μάτια. Τζίβωσε τα μάτια απ’ τον ήλιο. Σιδ.: …τηρούσε τη γυναίκα του χωρίς καν να σηκώσει το κεφάλι παρά μισοτζίβωνε το ένα μάτι. Ηπίτ.: τσιφώνω: (διάλ. Ηπείρου) κλείω (μύω) τους οφθαλμούς.

τζιέρια τα: το συκώτι, τα σπλάχνα, τα σωθικά. ΦΡ. Μ᾿ έφαγες τα τζιέρια. ΦΡ. Τζιέρι μου: σπλάχνο μου.

τζιλιάς ο: το βερνίκι των παπουτσιών (Κοζάνη).

τζιλίκωμα το: τσελίκωμα, χαλύβδωση, μτφ. η στύση του πέους, η βαφή | < βλ. & τζιλικώνω.

τζιλικώνω & τζιλικώνομαι: μτφ. έχω στύση, κοτρδώνομαι· τζιλικωμένος: σκληρός, ευθυτενής, σε στύση | < τσελίκι το: ο χάλυβας· τσελικώνω: ατσαλώνω.

τζιμάνι ο: έξυπνος, ξύπνιος, ευφυής, ικανός άνθρωπος, που καταπιάνεται με όλα και τα καταφέρνει· ο συνεπής στις υποχρεώσεις του. Ποιό τζιμάνι σκέφτηκε την ιδέα; Τα Τζιμάνια, τέσσερα χνουδωτά κοτόπουλα με τα κωδικά ονόματα Σβούρα, Ζαχαρένια, Ψύλλος και Γλύκα, δεν κάθονται καθόλου στ’ αυγά τους. Ρεμπέτ.: Τον ξέρετε, μωρέ παιδιά, / τον Νίκο τον Τρελάκια; / παιδί τζιμάνι, μάγκες μου / μα κάνει καυγαδάκια. Τσιφ.: Διάλεξε, δηλαδή, κάτι φαντάρους τους πιο λεβέντες και τους πιο ψυχωμένους που είχε και τους έστειλε φρουρά στο Μυστρά. Όλα παιδιά τζιμάνια και παλληκαράκια, δεν ίδρωνε τ᾿ αυτί τους από σιδερόφραχτους Φράγκους | < αγγλ. g-man: ειδικός πράκτορας του FBI -ι.

Τζίμος ο: ο Θύμιος, Τζιμαλής· Τζιμούλας, Τζιμάκης.

τζίμπρα η & ζίμπρα η: αντρικό μάλλινο παντελόνι που κουμπώνει από τον αστράγαλο ως το γόνατο (Κοζάνη).

τζιτζιλόνι το & τζιτζί το: όμορφο, χαριτωμένο, ωραίο πράγμα, σε άριστη κατάσταση, άψογο, «στην πένα», «τζάμι». Το αμάξι είναι τζιτζιλόνι, σαν καινούριο. Το σαλόνι είναι τζιτζί.

τζίντζιρας ο & τσίντσιρας ο: τζίτζικας. Εκεί που περπατούσαν, ο βασιλιάς άρπαξε από μια μυγδαλιά έναν τζίντζιρα στο χέρι και του λέει: -Αν είσαι αληθινός μάντης, να δούμε τι θα πεις. Τι έχω εδώ στο χέρι; Παρ.: «Πιάνει τον τσίντσιρα απ᾿ το φτερό.»

τζιουμάκα η & τζουμανίκα η: μακρύ, γερό ξύλινο ραβδί, γκλίτσα. ΦΡ. Είσαι για τζιουμάκα: είσαι για ξύλο, ξυλοφόρτωμα. Αινιγμ.: «Σφίγγω τ᾿ τζουμανίκα μ᾿ κι ασπρίζει ο τόπος όλος.» (μουριά που τινάζεται, τα μούρα – Ήπειρος). Στα κάλαντα χτυπούσαν τον κόλιαντρα (βλ.λ) με ξύλινη τζουμάκα. Παρ.: «Βλάχος γεννιέται τζουμάκα πελεκιέται» (Αραβαντ.).

τζιουμπές ο: τσόχινο γυναικείο πανωφόρι. Μαλ.: Οι ηλικιωμένες, αντί μπόλκας φορούσαν ως επίσημα πανωφόρια τα «κιούρκαι» ή «τζιουμπέδες», τα οποία εγίνοντο από τσόχαν χρώματος μαύρου και έφταναν λίγο κάτω από τα γόνατα. Από μέσα τα κιούρκια ήταν ντυμένα με γούνα, κατωτέρας ποιότητος, γύρω γύρω όμως από το λαιμό και τις μπροσθινές ποδιές, είχαν γούνα αρίστης ποιότητας, σαμούρια και μιλογούνες (Σέρβια Κοζάνης).

τζιόπ(η)ς ο & τζιόπι το: η τσέπη. Τρύπιος τζιόπης· δεν είχε φράγκο στα τζιόπια | < τουρκ. cep (από τα αραβ.).

τζ(ι)ουλίκα η: το τσιλίκι, ίσιο ξύλου περίπου 25 εκ., παιδικό παιχνίδι που παίζεται με δύο ξύλα, ένα μικρό, μήκους περίπου δέκα εκατοστών, και ένα αρκετά μεγαλύτερο και μυτερό. Ο σκοπός είναι να χτυπήσει κανείς με το μεγάλο ξύλο το μικρότερο που βρίσκεται στο έδαφος ώστε να σηκωθεί στον αέρα και να μετακινηθεί όσο γίνεται μακρύτερα. Παπαευαγγ.: Τα πιδιά έπιζαν τζιουλίκα (τσιλίκι) και τα κουρίτσια τα τσιόκανα (παιχνίδι με πετραδάκια). Η φράση «είναι τζιουλίκα» λέγεται και για κάτι που είναι πολύ δύσκολο, «μανίκι», απαιτεί δυνάμεις, κόπους, υπομονή και μεγάλη προσπάθεια· ξέρεις τι τζιουλίκα είναι να μεγαλώνεις παιδιά στα πενήντα; Πβ. Δημ.: Παιδιά, τροχίστε τα σπαθιά, πλύνετε τα ντουφέκια, / τσελίκι βάλτε στην καρδιά και σίδερο στα πόδια / τριων μερών περπατησιά να κάμωμεν μια νύχτα / να πάμε να πατήσουμε του Νικολού τα σπίτια | < τουρκ. çelik -ι.

τζ(ι)ουλικεμένος / τζιλικωμένος: μτφ. σε στύση, κορδωμένος, σε σεξουαλική διέγερση. Βλ. τζιουλίκα η.

τζιουλικεύομαι: μτφ. έρχομαι σε στύση, βλ. τζιουλίκα η.

τζιου(ρ)ντάνι το: το πορτοφόλι, ο πορτομανές.

τζιουτζούκα η: η γυμνή κοιλιά, το στομάχι, η μπάκα, ο σκεμπές.

τζιριντζάντζουλα η: κόλπο, τέχνασμα, κάμωμα, ελιγμός.

τζιρτζέλα η: φτώχεια, ένδεια.

τζιρτζέλας ο & τζιρτζέλω η: κουρελής, κακοντυμένος.

τζιρτζέλι το: κουρέλι (Κοζάνη).

τζιρτζιάνι το: το σπουργίτι. Μεγεθ. ο τζέρτζιανος. Συνθ. τζιρτζιανοφωλιά η. Κυνηγούσαμε τζιρτζιάνια. Στην Κοζάνη λέγεται και «σπουρλίτι.»

τζιτζιβές ο & τζιουτζιουβές ο: μεταλλικό σκεύος στο οποίο βράζουν τον καφέ, μπρίκι, και πληθ. τζιτζιβέδια.

τζιούβι το: στη φράση «έβγαζαν τα τζιούβια»: έκαναν σεξουαλική πράξη.

τζιουρντέκα η: γερό ξύλο για το κοπάνισμα του καλαμποκιού (Άκρη Ελασσόνας).

τζιουτζιούκα η: η κοιλιά, το στομάχι, ο σκεμπές.

τζιράδι το: σουραύλι, η ποιμενική φλογέρα. (Ήπειρος) Υπάρχουν αρκετά είδη φλογέρας πχ, η μικρή φλογέρα ή τσουρά (τσουράς), ή τζουράϊ, τζιράδι όπως την λένε οι Σαρακατσαναίοι της Ηπείρου. Στην Ρούμελη την λένε σουραύλι (έτσι την αποκαλούσαν και οι βυζαντινοί), σε πολλές περιοχές την καλαμένια φλογέρα την λέγανε καλάμι ή καλαμίδι.

τζιράρω: εισπράτω, κάνω τζίρο, έναν εμπορικό κύκλο εργασιών, διακινώ χρήμα. 500.000 ευρώ την ημέρα τζιράρει ένας σταθμός διοδίων. 1 δις δολάρια θα τζιράρει ο νέος Τζέιμς Μπόντ! Η Μύκονος τζιράρει κάθε καλοκαίρι 1 δισ. Ευρώ. Βλ. & τζίρος ο.

τζίρος ο: η συνολική είσπραξη, μαζί με τα κέρδη, εμπορική κατανάλωση, κύκλος εργασιών. Εως και 70% υποχώρησε ο τζίρος στο λιανεμπόριο. Για τα καλά έχει ανθίσει πλέον ο τζίρος του παράνομου τζόγου. Δείτε τις αποδόσεις και τους τζίρους για όλους τους αγώνες της ημέρας από το ανταλλακτήριο | < αντδ. < βεν. ziro: γύρος, κύκλος επιχειρήσεων < λατ. gyrus < ελνστ. γῦρος.

τζίφος ο: τίποτα, μηδενικό αποτέλεσμα, η αποτυχία. Σκαρ.: Πλην πάλι τους τζίφος. Τζίφος, διότι δεν είναι μαλλιά τα γένια. Η αγωνία του ελληνικού έθνους δεν άρχισε με την άλωση του Βυζαντίου | < ίσως αραβ. zifa.

τζίφρα η: υπογραφή. Βάλε και μια τζίφρα εδώ | < παλ. ιταλ. & βενέτ. zifra: αριθμητικό σύμβολο, μονόγραμμα, κρυπτογράφημα < αραβ. Sifr: μηδέν.

τζόβενο το: νέος, νεαρός· μούτσος, ναυτόπαις. Γερασμένοι οι ποδοσφαιριστές στην Ιταλία, τζόβενα στην Ολλανδία. Πέταξαν την γραβάτα τα τζόβενα. Ντύνεται σαν τζόβενο. Ηπίτ.: τσόβενον το: νεανίας, παλληκάρι κομψόν, ηυτρεπισμένον | < ιταλ. giovane.

τζογαδόρος ο: αυτός που παίζει τζόγο, τυχερά παιχνίδια, τζογάρει, επαγγελματίας χαρτοπαίκτης. Θρυλικός για τις μπλόφες του και μέγας εραστής της τράπουλας, έχει απαθανατιστεί στην Ιστορία ως ο διασημότερος τζογαδόρος της Αμερικής. Βλ. & τζόγος ο.

τζογάρω: παίζω τζόγο, ρισκάρω, ποντάρω, ελπίζω στην καλή τύχη. Οι περισσότεροι άνθρωποι που τζογάρουν είναι προετοιμασμένοι να σπαταλήσουν ένα σημαντικό ποσό χρημάτων και γνωρίζουν πόσο μεγάλος είναι ο προϋπολογισμός τους. Βλ. & τζόγος ο.

τζόγος ο: τα τυχερά παιχνίδια, το χαρτοπαίγνιο· το διάκενο, η χαραμάδα ανάμεσα σε δυό αντικείμενα που συνδέονται. Πότε ο τζόγος γίνεται εξάρτηση; Ο τζίρος του τζόγου αυξάνεται όλο και περισσότερο κάθε χρόνο. Το ρουλεμάν, η πόρτα, ο ιμάντας έχει τζόγο | < βεν. zogo -ς.

τζουμάκι το: χοντρό ξύλο. Ρ. τζουμακιάζω: δέρνω με το τζιουμάκι, δέρνω πολύ.

τζουνώ: αγκυλώνω, κεντώ, κεντρίζω, τσιμπώ, τρυπώ με μυτερό αντικείμενο, με τζουνί (βλ.λ).

τζουνί το: τσουνί, μυτερό αντικείμενο, κυλινδρική αιχμηρή προεξοχή, αγκάθι, σκληρό κοτσάνι, χοντρή βελόνα. Πρόσεχε τα τζουνιά, θα σπαστείς. Πβ. τσουτσούνι το: το πέος | < ίσως < αρχ. κυνίον: σκυλάκι (υποκορ. του κύων) ή < αλβ. tşuni: το αγόρι (από το χαρακτηριστικό του φύλου του σε αντίθεση με το κορίτσι). Βλ. και κοτσάνι το.

τζούνισμα το & τζουνστιά η: τρύπημα, αγκύλωμα με τζουνί.

τζουράβι το: σκουρόχρωμη αποδημητική αγριόπαπια με νόστιμο κρέας. Στο Μόκρο ερχόταν περαστικά, από τη λίμνη των Πρεσπών.

τζόρας ο: πεισματάρης, ανάποδος, ξεροκέφαλος. Ο Παντελής, ο τζόρας. Βασίλειος Τζώρας. | πιθ. < ιταλ. giurato: ορκισμένος, ένορκος, άσπονδος.

τζουτζούναρ(η)ς ο: ο φοβιτσιάρης, κιοτής, δειλός. Ήταν τζουτζούναρης, φοβήθηκε να μπει μέσα.

τζουμπές ο & τσουμπές ο: ήταν ένα είδος πανωφοριού που εκτεινόταν μέχρι τον αστράγαλο. Χρησιμοποιήθηκε ευρέως στα χρόνια από της Τουρκοκρατίας μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο τζουμπές ήταν ένας ανατολίτικης προέλευσης μακρύς επενδύτης, με ή χωρίς μανίκια και ως ενδυματολογική επιλογή απευθυνόταν κυρίως στους προκρίτους (κοτζαμπάσηδες) και τους υψηλόβαθμους ιερωμένους. Ήταν ανοικτός εμπρός έως κάτω. Κατασκευαζόταν από υφάσματα βιοτεχνικής ή βιομηχανικής παραγωγής και οι καλύτεροι ποιοτικά τζουμπέδες ήταν επενδυμένοι ή διακοσμημένοι με είδη γούνας (σαμούρι, ερμίνα, αστραχάν, κακούμι κλπ.) Καζαντζ.: Τι ᾿ταν, Θεέ μου, εκείνο το θεριό! Φορούσε μακρύ τζουμπέ μεταξωτό, βυσσινή σκούρο, με ασημένιο γύρα σιρίτι- καλπάκι από μαύρο βελούδο και μακρομύτικα μαύρα ποδήματα | < τουρκ. cüppe < αραβ. (jubba).

τζούρα η: ρουφηξιά. εισπνοή καπνού ή ναρκωτικού από τσιγάρο, αργιλέ ή λουλά, ρέφα· υπόλειμμα από χρησιμοποιημένο ναργιλέ· μικρή ποσότητα υγρού· γουλιά. Βαμβ.: Τα καήματα εκείνα τα μαζεύανε και τα λέγαμε εμείς οι χασικλήδες, τζούρες. Πάγαινε Μάρκο στο καφενείο του τάδε να πας να πάρεις τις τζούρες να τις πλύνουμε με φρέσκο νεράκι. Έπλενε αυτός τις τζουρίτσες τις καμμένες. Τις βάζαμε στα χέρια μας, τις στίβαμε, τις πατάγαμε με το παπούτσι, έφευγε το νερό και μετά με ένα λεπίδι πάνω σε ξύλο τις κόβαμε. Η λέξη τζούρα πάντως σημαίνει και ρουφηξιά. Τον κράταγες εσύ τον αργιλέ και σου ᾿λεγα, ρε Αποστόλη, φέρε να τραβήξω κι εγώ μια τζούρα, δηλαδή ρουφηξιά. Ρεμπέτ.: Μόλις έρθω στο ντουζένι, κι άλλος αργιλές θα γένει / κι όσοι κι αν γενούνε πίνω, μήτε τζούρα δεν αφήνω | < τουρκ. düzen: αρμονία -ι | < μσν. ζούρα < σούρα.

τζουράς ο: ο τζουράς είναι νυκτό μουσικό όργανο, οκτάχορδο ή εξάχορδο. Θεωρείται μικρογραφία του μπουζουκιού, καθώς έχει μανίκι και κεφαλάρι όμοιο, αλλά μικρότερο σκάφος, περίπου διπλάσιο από τον μπαγλαμά. Ο τζουράς κατασκευάζεται από τα ίδια υλικά και με παρόμοιες τεχνικές με το μπουζούκι και ανήκει και αυτό το ίδιο, στα έγχορδα λαϊκά όργανα της οικογένειας των λαούτων, εξέλιξη του ταμπουρά, που θεωρείται απόγονος της αρχαιοελληνικής πανδούρας ή πανδουρίδας ή πανδούριο. Βαμβ.: Και τώρα που βαστάνε τους μπαγλαμάδες, δεν είναι μπαγλαμάδες αυτοί, αυτοί είναι μισομπούζουκα. Οι μπαγλαμάδες ήταν οι μικροί, αυτοί οι τζουράδες, τους οποίους έπαιζα εγώ, τζουρά με τρία τέλια και με εφτά μπερντέδες, μικρό καβουκάκι, σαν την κουτάλα του φαγητού που βάζει όσπρια μέσα.

τζουτζές ο: γελωτοποιός. Καζαντζ.: Δεν έχεις στο σπίτι σου κανένα τζουτζέ; Είπε. Κανένα καραγκιόζη; Φώναξε τον να σαλτάρει, να παίξει το ντέφι, να σύρει τον αμανέ, θα πλαντάξω. – …φώναζε πάντα την Εφεντίνα, να ᾿χει μαθές κι έναν Τούρκο τζουτζέ. Παπαγ.: δ λλωστε φωλιάζει τό πρόβλημα μέ τή ρίτιμο δελφότητα τν γγραμμάτων: δέ γυρεύουν νά γκολπωθον τήν ποια διδασκαλία τους, νά τήν κθέσουν στά κύματα της ζως, τούς ρκε νά γίνουν τζουτζέδες της | < τουρκική cüce (:ο νάνος) < περσική.

τζουτζουκλάρι το: το παιδί χαιδευτικά. Στα Ρομανί τζουκελορό λέγεται το σκυλάκι, τζουκλί η σκύλα και τζουκέλ ο σκύλος.

τζοχαντάρης ο: μισθοφόρος, μέλος επίλεκτης προσωπικής φρουράς σε οθωμανούς αξιωματούχους· συχνά, πολλοί τζοχανταραίοι ήταν Έλληνες, Αρβανίτες ή Αλβανοί, όπως λ.χ. στην αυλή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Δημ.: Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι. / Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου, / σέρνω φουσέκια στην ποδιά και βόλια στις μπαλάσκες.

τηρογυάλι το: ο καθρέφτης < τηρώ + γυαλί.

Δείτε ακόμη:

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.