14 Ιανουαρίου 2018 at 00:45

Τζίμης Πανούσης: Αλλού τα σαλιαρίσματα κι αλλού φοράν καπότες

από

Αλλού τα σαλιαρίσματα κι αλλού φοράν καπότες

ΜΕΡΑ ΗΡΩΙΚΗ και πένθιμη για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, που πήγε να ξεδώσει σε οίκο ανοχής του Μεταξουργείου, μπήκε ξεσκούφωτος και βγήκε στρατηγός, με παράσημο!

Ω μαραμένο μανταλάκι, με τις ωραίες σον κόπιτσες, που κόβει την αλήθεια στη μέση κάθε ξημέρωμα!

Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.
Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.

Όλες οι επιγραφές οι ξενόγλωσσες θα πρέπει ν’ ανατιναχτούν! Μπαμ και κάτω, χαμπουργκεροραγιάδες κερμτοεισπράχτορες. Δεν σουβλίστηκε ο Αθανάσιος Διάκος στην Αλαμάνα για να πουλάς εσύ σουβλάκι-πίτα-τζάιρος στις ανοργασμικές νοσοκόμες των βαρβάρων. Άρον τον μπεζαχτά σου και περιπατεί, υπνοβάτη των Βαλκανίων, φαυλοκόλακα των βλαχαδερών. Τα προσωνύμια της Παναγίας γιομίζουνε τόμους πολλούς, αλφαβητικώς κατανεμημένους. Πάρε τον δεύτερο! Στο γράμμα βου. Διάβασε το λήμμα: «Παναγία η Βουγιουκλοκομμένη», κοίτα και την εικόνα: φαίνεται καθαρά. Είναι γεμάτη εξανθήματα η συγκεκριμένη Παναγία. Και σε ρωτάω: είναι ευλογία ή ευλογιά; Μπορείς να μεταφέρεις στη δημοτική την ασθένεια και να την πεις αδύναμη; Ο ασθενής στη στενή στενάζει στενάχωρα. Μόνη του παρηγοριά, το τραγούδι από το διπλανό κελί: «Αν πας με άλλη, θα σου σπάσω το κεφάλι» που τραγουδάει ο πρεζέμπορας στον ανήλικο Αλβανό που τον κέρδισε στις διαπραγματεύσεις μετά την τελευταία εξέγερση με τον γενικό γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που τον έδιωξε ο υπουργός και άνοιξε ανηλικάδικο και νοικιάζει πιτσιρίκια στα δελτία ειδήσεων.

Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.
Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.

Δούναι και λαβείν στον Δούναβη τον λαβωμένο, που κατεβάζει κατά κύματα τις ξενερωσιές του, με αποτέλεσμα να μας βαλσαμώνει κατά ζεύγη, κακήν-κακώς πολλαπλασιαζόμενα. Αν δεν αρπάξουμε βιαίως τα νεογνά από τις αδίσταχτες μάνες, πάει, το χάσαμε το παιχνίδι. Έχουνε μανία να τα μορφώσουνε, να τους δώσουνε εφόδια να βγάλουνε λεφτά επιστημονικά, ματωμένα. Γλώσσες, πιάνο, τένις, κολυμβητήριο. Τα περισσότερα από τα καημένα τα ανήλικα δεν αντέχουνε, γιατί και μια ωρίτσα ελεύθερη που τους μένει το βράδυ, τα αρπάζει από τη μούρη η τηλεόραση και τα μπουκώνει άγχος με πουτα- νιά, ανάμικτο. Είναι και τα παραμύθια μας που έχουνε αλλάξει με την τεχνολογία κι έχουνε γίνει αμφίδρομα. Το γοβάκι της Σταχτομπούτας μπορεί να το αρπάξει ο κάθε μόδιστρος με το ποντίκι του και να το φέρει στα μέτρα του. Έτσι παρασύρονται τα νεαρά πριγκιπόπουλα και ερωτεύονται τους Κωστέτσους. Μερικοί, που έχουνε προσβάσεις στις Τράπεζες με τα στερητικά, αρπάζουνε το άλφα χωρίς τον κύκλο προστασίας του, τον άραχλο, και τον κοτσάρουνε μπροστά τους, μοστράροντας τη νεοταξική τους υποδύναμη. Υποδύναμη, που καμία σχέση δεν έχει με τα άλογα, παρά μόνο με υποκλίσεις και υπογάστριες διεκδικήσεις. Ήξεις-αφήξεις στον καπιταλισμό, θα πήξεις, ψαρολαέ βασανισμένε, κουράδα της λίμπιντο.

Μη νομίζεις ότι σταματήσανε οι σταυροφορίες στις μέρες μας. Σφυροδρεπανοφορίες τις αντικαταστήσανε, και το δίκιο του εργάτη του πρώτου κόσμου βγάζει το λάδι του εργάτη του τρίτου κόσμου, γιατί οι κόσμοι είναι τρεις, σαν τα κακά της μοίρας μας.

Ο λαουτζίκος εκτονώνεται με ερωτικές στάσεις καθιστικές, όπως το καρεκλάτο, ενώ η εξουσία, ανέκαθεν, μας πετάει τα μάτια έξω με το τραπεζάτο. Πάνω στο τραπέζι, ο Πιτυοκάμπτης έβαζε τα θύματα του και τα τέντωνε με τα λυγισμένα κυπαρίσσια, και οι απόγονοι του, μελανοχίτωνες ιερείς, ανακηρύξανε το ίδιο τραπέζι άγιο, για να πάρουνε τη σκυτάλη οι σύγχρονοι τραπεζίτες με τις δοσοκλασίες, που τεμαχίζουνε τα λεφτά όπως ο χασάπης τα πρόβατα. Κλαίνε οι εικόνες της Παναγίας όταν έχει υγρασία ο τοίχος, κι όταν δεν έχει, στάζει με το σφουγγάρι του ο καντηλανάφτης. Μέχρι να πάρει ο λαός τα θαύματα στα χέρια του, και η καιόμενη βάτος να γίνει καιόμενο κράτος, ν’ αγαλλιάσει η ψυχή μας από την τσίκνα του.

Όπως πολύ ορθά αναφέρει ο Τσικ Νακασιάν στο δοκίμιο του Τα μούλικα με μαγουλάδες σαγηνεύουν τους μουλάδες, μάγουλα καίγανε στις θυσίες οι πολεμοχαρείς προγονοί μας. Μαγουλάκια μικρών παιδιών που τα γεννάγανε δούλες-μούλες από τη Φρυγία και τα ταΐζανε με φρύγανα και φρυγανιές, μέχρι να φτιάξουνε μαγουλάκι για να τα σφάξουνε. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην περιοχή της αρχαίας Μαγούλας στοιβάζουνε οι εξουσιαστές τα νεκρά αυτοκίνητα σήμερα. Εκατόμβες καβουρντισμένων παιδιών κρύβονται από κάτω.

Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.
Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.

Όλα αυτά τα ξέρουνε αρκετοί από τους αλβανούς μετανάστες στη χώρα μας, αλλά κάνουνε την πάπια για να μη χάσουνε τα πενιχρά τους μεροκάματα. Αναμεταξύ τους, βέβαια, τα συζητάνε και γελάνε πίσω από την πλάτη μας. Η πλάτη μας, όμως, από κατασκευής, είναι κούφια. Στην ουσία, δεν πρόκειται για πλάτη, μάρσιππος είναι, για το θηλυκό έτερον ήμισυ. Άμα βάλεις την πλάτη σου την κούφια, την κουτσομπόλα, στον τοίχο του καφενείου όπου συχνάζουνε οι Αλβανοί, γίνεται ηχείο και ακούς πεντακάθαρα τις συνωμοσίες τους. Οι Αλβανοί έχουνε σχέδιο αλώσεως των Αθηνών με τη συμπαράσταση ντόπιων παπάδων. Όταν σκάβουνε τους κήπους των επαύλεων, στα βόρεια προάστια, θάβουνε κοπριές χωνεμένες, εισαγωγής από το Κοσσυφοπέδιο. Και τα χασίσια που πουλάνε σε φτηνές τιμές, από το ίδιο υλικό έχουνε μέσα. Αυτή η κοπριά έχει μαγικές ιδιότητες. Ζωντανεύει το γκαζόν και αφρίζει σαν αρχαία γκαζόζα. Όταν ψηλώσει γύρω στους εφτά πόντους, γίνεται τερέν και γιομίζουνε τα παρτέρια νάνους χιονατομανείς. Με το πρώτο χιόνι ψοφάνε οι νάνοι, και φτου κι απ’ την αρχή.

Εξ όλων αυτών συνάγεται ότι η καλύτερη επένδυση, εδώ που φτάσαμε, είναι τα αλβανικά ρέπος.

*Πηγή: Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.

(Εμφανιστηκε 515 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν