12 Ιανουαρίου 2018 at 02:08

Το μαντείο των Δελφών

από

Το μαντείο των Δελφών

Κείμενο: Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος

Μεταγλώττιση: Μαρία Αλεξίου – National Geographic Society

Οι Έλληνες άρχισαν από πολύ νωρίς να παρατηρούν τα όσα συμβαίνουν γύρω τους πέρα από τα συνηθισμένα που διακρίνουν την ανθρώπινη ζωή ή το φυσικό κόσμο. Κάποια από αυτά τα απέδιδαν σε μεταβολές της τύχης: οι αστραπές, οι βροντές, οι κεραυνοί, οι εκλείψεις του ήλιου και της σελήνης, οι σεισμοί αποκαλούνταν διοσημίαι. Κάποιοι ήχοι, οι λεγόμενοι κλήδονες, οι φήμες, οι φωνές, οι θεϊκές φωνές, τα όνειρα, ακόμη το πέταγμα και η φωνή των πουλιών (οι οιωνοί) και άλλα τέτοια που τα ερμήνευαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θεωρούνταν ως καλά ή κακά προμηνύματα του μέλλοντος. Ανάλογες προλήψεις υπάρχουν και σήμερα σχεδόν παντού και τις υιοθετούν πάρα πολλοί άνθρωποι. Ωστόσο στην αρχαία Ελλάδα όπως και στα περισσότερα έθνη της αρχαιότητας απέκτησαν θρησκευτικό χαρακτήρα και αποτέλεσαν το βασικό πυρήνα της μαντικής τέχνης που επιδρούσε σημαντικά και στη δημόσια και στην ιδιωτική ζωή των Ελλήνων. Ιδιαίτερα, οι διάφορες παρατηρήσεις που γίνονταν στο σφάγιο στις αλλεπάλληλες φάσεις της θυσίας, θεωρούνταν βέβαιες αποδείξεις για την ευμένεια ή τη δυσμένεια του θεού στον οποίο προσφερόταν η θυσία. Γι’ αυτό σε κάθε σπουδαία περίσταση, όπως κατά την παραμονή μιας εκστρατείας ή μιας σπουδαίας μάχης, θυσιαζόταν στους θεούς ένα ζώο, το ιερείον, και στα σπλάγχνα του οι ιερείς αναζητούσαν σημάδια που θα αποκάλυπταν την έκβαση της επιχείρησης ή της μάχης. Όλη αυτή η διαδικασία ήταν ίδια και απαράλλακτη με αυτό που συμβαίνει σήμερα, δηλαδή παρατηρούν την πλάτη των σφαγμένων αρνιών και πάνω σε αυτή αναζητούνται σημάδια του μέλλοντος. Αυτό το είδος της μαντικής ονομαζόταν από παλιά ιερομαντεία ή ιεροσκοπία, και κάθε φορά που τα σημάδια-ενδείξεις του μέλλοντος, τα ιερά, φαίνονταν καλά έλεγαν ότι τα ιερά εκαλλιερείτο ή απλώς ότι εκαλλιερείτο. Υπήρχαν, όμως, και άλλα είδη μαντείας, όπως η οιωνοσκοπία, η πυρομαντεία, η καπνομαντεία, η λιβανομαντεία, η οινομαντεία κ.λπ. Μη νομίζουμε, όμως, πως εξαιτίας όλων αυτών οι πρόγονοί μας ήταν τυφλοί δούλοι της δεισιδαιμονίας. Όλα αυτά τα πίστευαν οι πολλοί, ενώ, αντίθετα, οι άριστοι τα χρησιμοποιούσαν για να πείσουν και να παρασύρουν τον όχλο, ενώ οι ίδιοι έπαιρναν τις αποφάσεις τους και προχωρούσαν στην πράξη ακολουθώντας πολύ πιο ευγενικά και υψηλά αισθήματα. Όταν στην Ιλιάδα ο Πολυδάμαντας προσπάθησε να αποτρέψει τον Έκτορα από τη μάχη εναντίον των Αχαιών αναφέροντας έναν πολύ κακό οιωνό, λέγεται πως ο ήρωας ανέκραξε: «Ένας είναι ο καλύτερος οιωνός, ν’ αγωνιζόμαστε για την πατρίδα». Ο Έκτορας έχει τη γνώμη ότι με αυτή του την ενέργεια, δηλαδή πολεμώντας για την πατρίδα, η νίκη είναι εγγυημένη και ότι δεν έχει καμιά ανάγκη να εξετάσει προηγουμένως τους οιωνούς.

Ο Σπαρτιάτης νομοθέτης Λυκούργος ζητάει χρησμό από την Πυθία. Lycurgus Consulting the Pythia (1835/1845), as imagined by Eugène Delacroix.
Ο Σπαρτιάτης νομοθέτης Λυκούργος ζητάει χρησμό από την Πυθία. Lycurgus Consulting the Pythia (1835/1845), as imagined by Eugène Delacroix.

Αυτή η ομηρική, η ελληνική αρχή υπήρξε ο συνηθισμένος κανόνας στη διαγωγή των μεγάλων ανδρών της Ελλάδας. Αυτές οι προλήψεις δημιούργησαν με τη σειρά τους και άλλη δοξασία, ότι οι θεοί μερικές φορές επέτρεπαν σε κάποιους θνητούς να γνωρίζουν το μέλλον, μια δυνατότητα που δεν είχαν από τη φύση τους οι άνθρωποι. Μάλιστα οι θεοί, για να μεταβιβάσουν αυτή τη δύναμη πρόγνωσης, χρησιμοποιούσαν πολλά και διαφορετικά όργανα και μέσα: άλλοτε παραχωρούσαν αυτή τη δύναμη πρόγνωσης ως δώρο σε κάποιους ανθρώπους ή προνομιούχους οίκους με το δικαίωμα να την κληροδοτούν στους απογόνους, ενώ άλλοτε ταύτιζαν αυτή τη δύναμη με συγκεκριμένο τόπο, το χρηστήριον, στον οποίο, υποτίθεται, πως ήταν παρόντες και οι ίδιοι. Τέτοιου είδους χρηστήρια υπήρχαν πολλά στην Ελλάδα. Τα αρχαιότερα και πιο γνωστά ήταν αυτό της Δωδώνης στην Ήπειρο, όπου ο ίδιος ο Δίας αποκάλυπτε τα μελλούμενα, και αυτό στους Δελφούς της Φωκίδας, που επόπτης και προστάτης του ήταν ο θεός Απόλλωνας. Αυτός, άγνωστο πώς, έγινε ο διερμηνέας της θέλησης του Δία και ο διανομέας της προγνωστικής του δύναμης.

Η ίδρυση του δελφικού ιερού έγινε σε περίοδο πολύ παλαιότερη από την ιστορική. Το μαντείο μάλιστα είναι ένας από τους αρχαιότερους θεσμούς της Ελλάδας. Ήδη στην Ιλιάδα μνημονεύεται ως χώρος ιερός και πλούσιος. Με το κύρος του έγινε αποδεκτή η νομοθεσία του Λυκούργου στη Σπάρτη, ενώ οι ελληνικές αποικίες, όσες ιδρύθηκαν τον 8ο αιώνα π.Χ. στη Σικελία και την Ιταλία, έπειτα από δικές του οδηγίες ιδρύθηκαν στα μακρινά εκείνα μέρη. Από τον ύμνο στον Απόλλωνα ο οποίος λέγεται και ομηρικός, είναι όμως μεταγενέστερος από τα ομηρικά χρόνια και χρονολογείται, ορθώς, στον 7ο αιώνα π.Χ. πληροφορούμαστε ότι από τότε συνέρρεαν στο ιερό πολυάριθμοι προσκυνητές για να συμβουλευτούν το μαντείο και να προσφέρουν θυσίες και πολύτιμα δώρα.

Έκτωρ, Ανδρομάχη και ο γιος Αστυάναξ. Στον Έκτορα αποδίδεται η περίφημη ρήση «Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης» (Ιλιάδα, Μ, 243).
Έκτωρ, Ανδρομάχη και ο γιος Αστυάναξ. Στον Έκτορα αποδίδεται η περίφημη ρήση «Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης» (Ιλιάδα, Μ, 243).

Ο χώρος του Παρνασσού στον οποίο βρισκόταν το ιερό ονομαζόταν Πυθώ. Γι’ αυτό και ο Απόλλωνας επονομαζόταν Πύθιος, η ιέρεια Πυθία και οι αγώνες που τελούνταν εκεί Πύθια. Ωστόσο το μαντείο των Δελφών γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή του τους πρώτους ιστορικούς χρόνους μέχρι τα Μηδικά. Οι λόγοι ήταν οι εξής:

α. Εξαιτίας της καίριας θέσης του, αφού βρισκόταν στο μέσο του ελληνικού κόσμου και θεωρούνταν ομφαλός της Γης.

β. Γιατί εκεί λάμβανε χώρα μία από τις δύο ετήσιες συνόδους του μεγάλου αμφικτυονικού συνεδρίου.

γ. Γιατί εκεί τελούνταν οι γνωστοί στο πανελλήνιο αγώνες, τα Πύθια, που από τον 6ο αιώνα π.Χ. οι Σπαρτιάτες, αφού απέκτησαν το ανώτατο αξίωμα μέσα και έξω από τα σύνορα της Ελλάδας, τους είχαν θέσει υπό την προστασία τους.

Για όλους αυτούς τους λόγους στο τέλος συνέρεαν εκεί όχι μόνο Έλληνες από όλες τις περιοχές του ελληνικού κόσμου, αλλά και κάτοικοι της Ασίας, όπως Λυδοί, Φρύγες, της Αφρικής, όπως Αιγύπτιοι, της κεντρικής Ιταλίας όπως Ετρούσκοι και Ρωμαίοι, με αποτέλεσμα το ιερό να αποκτήσει παγκόσμια αίγλη. Το 548 π.Χ., όταν πυρπολήθηκε ο παλαιός ναός, ανοικοδομήθηκε υπό την εποπτεία της μεγάλης οικογένειας της Αθήνας, των Αλκμαιωνιδών και με συνδρομές από ολόκληρο τον κόσμο, οι οποίες έφτασαν τα 300 τάλαντα αργύρου, δηλαδή 1.800.000 δραχμές. Μάλιστα ο φαραώ Άμασης έστειλε για αυτόν το σκοπό μεγάλη ποσότητα στυπτηρίας. Στην αρχή για τις ερωτήσεις στο μαντείο είχε οριστεί μόνο μία ημέρα και μάλιστα ανοιξιάτικη. Αργότερα, όμως, ορίστηκαν για αυτό το θέμα κάποιες μέρες κάθε μήνα. Αυτοί που έρχονταν για να κάνουν τις ερωτήσεις τους είχαν στο κεφάλι δάφνινο στεφάνι και κρατούσαν κλαδιά δάφνης, ενώ η σειρά με την οποία θα συναντούσαν τους ιερείς καθοριζόταν με κλήρωση. Επίσης κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει με άδεια χέρια. Ακόμη και όσοι είχαν έρθει μόνο για να προσκυνήσουν κρατούσαν πίτες, ενώ αυτοί που είχαν πάει για να ερωτήσουν είχαν φέρει μαζί τους ζώα για θυσία και άλλα πλούσια αφιερώματα. Εκτός, όμως, από αυτές τις προσφορές στο μαντείο, οι πιστοί κατέθεταν και το ένα δέκατο από πολεμικά λάφυρα ή άλλου είδους αποκτήματα, καθώς επίσης και μεγάλα χρηματικά ποσά. Μάλιστα, πολλές ελληνικές πόλεις, αλλά και ξένες, κατασκεύασαν εκεί θησαυροφυλάκια για τη φύλαξη των προσφορών τους, τους περίφημους θησαυρούς. Και πράγματι μαζεύτηκαν στους Δελφούς μεγάλοι θησαυροί, που η αξία τους στην κλασική εποχή υπολογιζόταν στα 10.000 τάλαντα, δηλαδή 60.000.000 αττικές δραχμές οι οποίες περιείχαν τόσο ασήμι όσο και οι σημερινές μας δραχμές.

Στους Δελφούς τη μαντική δύναμη του θεού την αποκάλυπταν άνθρωποι που ανέβαιναν πάνω σε τρίποδα μέσα στο ιερό. Εκεί αφού ανέπνεαν καπνό που έβγαινε από ένα χάσμα κάτω από τα πόδια τους και έπιναν νερό από μια ιερή πηγή, την Κασσοτίδα, έπεφταν σε έκσταση και διατύπωναν τους χρησμούς. Στους πρώτους αιώνες της λειτουργίας του μαντείου, οποιοσδήποτε που καθόταν πάνω στον τρίποδα διατύπωνε τους χρησμούς. Ωστόσο αργότερα αυτό το έκανε μία παρθένα, η οποία επιλεγόταν γι’ αυτόν το λόγο. Η πρώτη μάντισσα λεγόταν Φημονόη. Στην πορεία θεωρήθηκε πιο φρόνιμο αυτό το έργο να ανατεθεί σε μια γυναίκα που να είχε υπερβεί το πεντηκοστό έτος της ηλικίας της. Τελικά, οι Πυθίες ήταν τρεις. Η Πυθία, για να χρησμοδοτήσει, προετοιμαζόταν με τριήμερη αποχή από την τροφή και με λουτρό στην Κασταλία πηγή που βρισκόταν κοντά στο ιερό και πίστευαν ότι το νερό της δημιουργούσε ποιητικό ενθουσιασμό. Ας μη μας διαφεύγει το γεγονός ότι ολόκληρος ο Παρνασσός ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα και τις Μούσες. Έπειτα από όλα αυτά η Πυθία θυμιατιζόταν με φύλλα δάφνης και, πρόχειρα ντυμένη, έμπαινε στο ιερό του μαντείου, έπινε νερό από την Κασσότιδα πηγή, και με τη βοήθεια του προφήτη ανέβαινε και καθόταν στον τρίποδα που ήταν καλυμμένος από φύλλα δάφνης. Από εκείνη τη στιγμή και μετά η Πυθία έπεφτε σε ιερή έκσταση, η οποία μερικές φορές ήταν τόσο σφοδρή, ώστε η μάντισσα πέθαινε. Όσα ακατάληπτα έλεγε όταν έφτανε σε αυτή την κατάσταση, ερμηνεύονταν από τους ιερείς που ήταν γύρω της ανάλογα με το νόημα που θεωρούσαν πιο κατάλληλο, σε απαντήσεις και μάλιστα έμμετρες. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο στο ιερό υπήρχαν και ποιητές. Την επίβλεψη του μαντείου την είχαν πέντε άνδρες, στους οποίους την ανέθεταν ισόβια. Αυτοί ήταν ένας από το καθένα από τα πέντε γένη τα οποία αποτελούσαν την αρχαία τάξη των ευγενών στους Δελφούς, που ονομάζονταν Δευκαλιωνίδες. Από τα πέντε αυτά γένη εκλέγονταν οι λεγόμενοι αριστείς των Δελφών, άνακτες, κοίρανοι, οι οποίοι ασχολούνταν με τη διοίκηση. Επικεφαλής τους ήταν ένας άρχοντας που αποκαλούνταν βασιλιάς. Οι πέντε έφοροι του μαντείου λέγονταν όσιοι και ο προϊστάμενός τους προφήτης.

Έτσι, λοιπόν, έβγαιναν οι περίφημοι χρησμοί του μαντείου των Δελφών, οι οποίοι άσκησαν πολύ μεγάλη επιρροή στο πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας. Ίσως να απορούν οι αναγνώστες πώς επαληθεύονταν οι προφητείες, ή εάν δεν επαληθεύονταν, πώς οι πρόγονοί μας διατήρησαν για τόσους αιώνες το σεβασμό τους στο μαντείο. Αυτό εξηγείται εύκολα. Πρώτα από όλα οι περισσότεροι από εκείνους τους χρησμούς δεν περιείχαν παρά απλές συμβουλές. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, συμβουλευτικό χαρακτήρα, για παράδειγμα, είχε ο χρησμός που έδωσε η Πυθία στους Λακεδαιμονίους να «μην πειράξουν τον ικέτη του Δία του Ιθωμάτα». Παρόμοιο παράδειγμα είναι ο χρησμός που έδωσε στους Επιδάμνιους, οι οποίοι, όταν δεν πήραν βοήθεια από την Κέρκυρα, ήταν υποχρεωμένοι, κατά την Πυθία, να παραδώσουν την πόλη τους στην Κόρινθο. Τέλος, ο Πλούταρχος μας παραδίδει το χρησμό της Πυθίας στον Σόλωνα, να προσφέρει θυσία στους ήρωες της Σαλαμίνας και άλλα παρόμοια. Από την άλλη, πολλοί χρησμοί που είτε αποδίδονται στη μυθική εποχή είτε το περιεχόμενό τους είναι παράλογο θεωρούνται πλαστοί, δηλαδή ποτέ η Πυθία δεν τους απήγγειλε. Άλλοι πάλι επαληθεύτηκαν τυχαία. Άλλοι, και σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι περισσότεροι, επαληθεύτηκαν εντελώς επιφανειακά, γιατί ήταν τόσο διφορούμενοι, που ερμηνεύονταν είτε έτσι είτε αλλιώς και οποιαδήποτε εξέλιξη και αν είχαν τα πράγματα φαινόταν πως την είχε ήδη προαναγγείλει η Πυθία. Οι Λακεδαιμόνιοι, για παράδειγμα, τις παραμονές του Πελοποννησιακού Πολέμου, έστειλαν πρεσβεία στους Δελφούς και ρώτησαν το θεό «εάν πολεμήσουν, θα είναι καλύτερα τα πράγματα» και η Πυθία απάντησε ότι «εάν πολεμήσουν με όλη τους τη δύναμη, θα νικήσουν». Είναι προφανές ότι, εάν οι Λακεδαιμόνιοι νικούσαν, θα επαληθευόταν απόλυτα ο χρησμός, αλλά και εάν έχαναν, πάλι το μαντείο θα μπορούσε να δικαιολογήσει το χρησμό με τον ισχυρισμό ότι οι Λακεδαιμόνιοι ηττήθηκαν, γιατί δεν πολέμησαν με όλη τους τη δύναμη. Ανάλογος υπήρξε και ο χρησμός που έδωσε το μαντείο στον Καλλίστρατο, όταν συμβουλεύτηκε την Πυθία σχετικά με το εάν πρέπει να επιστρέφει στην Αθήνα. Η αμφιλεγόμενη απάντηση του μαντείου ότι θα βρει δικαιοσύνη, εάν επιστρέψει στην Αθήνα, θα μπορούσε να αναφέρεται ή στην αθώωσή του ή στην καταδίκη του σε θάνατο, όπως και τελικά έγινε. Πολλές φορές αυτοί που διατύπωναν τις προφητείες, μπορούσαν πράγματι να προβλέψουν ένα γεγονός, αφού είχαν άριστη γνώση των περιστάσεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτή η προφητεία προκαλούσε το γεγονός που φαινόταν να προαναγγέλλει. Τέτοιου είδους προφητείες ήταν οι χρησμοί νίκης που συχνά γέμιζαν με θάρρος αυτούς που τους έπαιρναν. Τέλος, η βαθιά πίστη αυτών που έρχονταν να ερωτήσουν την Πυθία, έφτανε σε τέτοιο σημείο που, ακόμα και αν τα γεγονότα διέψευδαν το χρησμό, αυτοί πίστευαν πως οι ίδιοι φταίνε για την αποτυχία, γιατί είχαν παρερμηνεύσει το περιεχόμενο του χρησμού. Γενικά στους Δελφούς συνέβαινε ό,τι ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ιστορικός του 1ου αιώνα π.Χ., λέει για κάποιο Σύρο μάντη: «Αυτά που δεν πραγματοποιήθηκαν, δεν τα εξέτασε κανείς, αυτά που πραγματοποιήθηκαν, επιδοκιμάστηκαν από όλους, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η φήμη του».

Το μαντείο ήταν αρχαιότερο από την πόλη των Δελφών η οποία δημιουργήθηκε σταδιακά γύρω του και βρισκόταν στη νότια πλευρά του Παρνασσού, σε ύψος 600 περίπου μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το Καστρί. Κοντά στο μαντείο και στο ίδιο περίπου ύψος, σε κάποιο παρακλάδι του Παρνασσού, υπήρχε η Κρίσσα, πόλη της Φωκίδας. Πάνω από αυτή ήταν οι Φαιδριάδες πέτρες και από κάτω ένα βαθύ και στενό φαράγγι όπου κυλούσε ο ποταμός Πλειστός. Απομεινάρια της θεωρούνται τα ερείπια που βρέθηκαν κοντά στους Αγίους Τεσσαράκοντα.

Έπειτα από όλα αυτά η Πυθία θυμιατιζόταν με φύλλα δάφνης και, πρόχειρα ντυμένη, έμπαινε στο ιερό του μαντείου, έπινε νερό από την Κασσότιδα πηγή, και με τη βοήθεια του προφήτη ανέβαινε και καθόταν στον τρίποδα που ήταν καλυμμένος από φύλλα δάφνης.
Έπειτα από όλα αυτά η Πυθία θυμιατιζόταν με φύλλα δάφνης και, πρόχειρα ντυμένη, έμπαινε στο ιερό του μαντείου, έπινε νερό από την Κασσότιδα πηγή, και με τη βοήθεια του προφήτη ανέβαινε και καθόταν στον τρίποδα που ήταν καλυμμένος από φύλλα δάφνης.

Στην απέναντι όχθη του ποταμού και ψηλά βρίσκεται το όρος Κίρφη που εκτείνεται νότια, μέχρι τον Κορινθιακό Κόλπο, στον οποίο εκβάλλει και ο Πλειστός περνώντας μέσα από την πεδιάδα της Κρίσσας ή Κίρρας. Αυτή η πεδιάδα απλώνεται δυτικά μέχρι την Άμφισσα, πόλη της Λοκρίδας, και είναι πολύ εύφορη.

Βέβαια, το πιο εύφορο τμήμα της είναι στους πρόποδες της Κίρφης, όπου βρίσκεται και το λιμάνι της Κίρρας κοντά στη σημερινή Μαγούλα. Από την αρχαιότητα ήδη υπήρχε διχογνωμία για το αν η Κίρρα και η Κρίσσα ήταν δύο διαφορετικές πόλεις ή μόνο μια, παρ’ ότι οι περισσότεροι συμφωνούν ότι η Κίρρα ήταν το λιμάνι της Κρίσσας. Από αυτές τις τρεις πόλεις, δηλαδή τους Δελφούς, την Κρίσσα και την Κίρρα, η πρώτη και η τελευταία αρχικά ήταν άγνωστες, ενώ αντίθετα η Κρίσσα ήταν ισχυρή, καθώς κατείχε όλη την ομώνυμη πεδιάδα (ή Κρισσαίο πεδίο) και το ιερό της Πυθώς, δηλαδή το μαντείο των Δελφών. Κατά συνέπεια είχε και τον πλούτο που συσσωρευόταν στην Κρίσσα από τους πολυάριθμους προσκυνητές που συνέρρεαν από την ξηρά και τη θάλασσα.

Αργότερα, όμως, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, το λιμάνι της Κίρρας άρχισε να αναπτύσσεται σε βάρος της Κρίσσας. Από την άλλη, την ίδια περίοδο οι ιερείς του μαντείου βλέποντας τη νέα πόλη των Δελφών να αναπτύσσεται γύρω από το μαντείο, αποφάσισαν να απαλλαγούν από την κυριαρχία της Κρίσσας και να γίνουν οι ίδιοι κύριοι του μαντείου. Δεν ήταν δυνατόν να αποδεχτούν αυτή την αλλαγή χωρίς να αντιδράσουν οι κάτοικοι της Κρίσσας, οι οποίοι θα έχαναν τα οφέλη από τον έλεγχο του μαντείου, τη στιγμή που ήδη είχαν χάσει σημαντικό μέρος των εσόδων τους εξαιτίας της Κίρρας. Την κατάσταση αυτή επιδείνωσαν οι δυσβάσταχτοι φόροι που επέβαλαν οι κάτοικοι της Κίρρας στους προσκυνητές που έρχονταν από τη θάλασσα, καθώς και πολλές άλλες βιαιοπραγίες που διέπραξαν.

Πηγή: Κ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 2004. Τόμος 2. Έκδοση της National Geographic Society, 2009-2010.

Οι φωτογραφίες είναι από εδώ:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%88%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82

(Εμφανιστηκε 551 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.