29 Δεκεμβρίου 2017 at 14:01

Αρχαία ελληνική κοσμολογία. Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης

από

Αρχαία ελληνική κοσμολογία. Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης

Κείμενο: Ευάγγελος Ν. Ρούσσος             

Υλοζωιστές

Γενικά. Η γέννηση της φιλοσοφίας συμπίπτει με τη σταδιακή επικράτηση του λόγου, που εκτοπίζει τελικά το μύθο. Όταν γεννιόταν η κοσμολογική σκέψη, η ελληνική κοινωνία αναπτυσσόταν σε όλους τους τομείς. Οι Έλληνες είχαν απλωθεί στη Μεσόγειο, είχαν επιβληθεί με τη ναυτιλία και το εμπόριο, είχαν βελτιώσει τη διαβίωσή τους, την κοινωνική και πολιτική οργάνωσή τους.

Piet Mondrian
Piet Mondrian

Κοσμολογία και ελληνική κοινωνία. Μυθολογική διατύπωση της κοσμογνωσίας

Ανάμεσα στους ελάχιστους πλούσιους, τους κύριους της γης, και τους πολλούς φτωχούς, τους άκληρους εργάτες της στεριάς και της θάλασσας, η απόσταση ολοένα λιγόστευε, καθώς παρεμβαλλόταν και δυνάμωνε μια τάξη από τεχνίτες, εμπόρους και ναυτικούς, που ανέβαιναν οικονομικά και ρύθμιζαν ή και προκαλούσαν τις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες. Με επαναστάσεις και άλλες μακροχρόνιες διαδικασίες, σε πόλεις τότε, καταργήθηκε η μοναρχία και η αριστοκρατία και επιβλήθηκε ευρύτερη συμμετοχή στην ευθύνη για τα κοινά και άσκηση της εξουσίας με γραπτό δίκαιο. Η κοσμοθεωρία της ελληνικής κοινωνίας, στην εποχή που γεννιόταν η φιλοσοφία, καθρεφτίζεται στην ποίησή της, κυρίως τη λυρική, που, προβάλλοντας τις προσωπικές εμπειρίες και τα έργα του πολίτη, τον αποδέσμευε βαθμιαία από την κυριαρχία του θεοκρατικού μύθου και του φόβου γενικά, εγκαινίαζε τα ερωτήματα για τη φύση και το πνεύμα, τη γνώση και την πράξη, την κοινωνία και το νόμο, ανέπτυσσε με τη σύγκριση τον κριτικό λόγο και γινόταν πρόδρομος της επιστήμης.

Πριν συνειδητοποιηθεί το πρόβλημα του κόσμου, η γνώση σχετικά με αυτόν ήταν διατυπωμένη σε μύθους που πρόβαλλαν τη γενεαλογία των θεών. Οι μύθοι αυτοί επιχειρούσαν να εξηγήσουν όχι τόσο την ουσία και τη δομή του κόσμου όσο την καταγωγή και την ιεραρχία των ποικίλων μορφών του.

Στους μύθους κυριαρχεί ο ανθρωπομορφισμός. Όντα, φαινόμενα, δυνάμεις και καταστάσεις παρουσιάζονται με ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Γεννήτορες των θεών θεωρούνται π.χ. από τον Όμηρο ο Ωκεανός, από τους Ορφικούς η Νύχτα και από τον Ησίοδο το Χάος. Το μόνο έργο από πολλά παρόμοια, που σώζεται ολόκληρο, η Ησιόδεια «Θεογονία», δίνει την ακόλουθη σειρά γέννησης: πρώτα έγινε το Χάος, η Γη και ο Έρως. Ύστερα η Γη γέννησε τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντο και από αυτά έγιναν όλα τα άλλα. Εκτός από την τεκνογονία, οι διεργασίες για τη διαμόρφωση των μερών του κόσμου εκφράζονται, σε μερικούς μύθους και με άλλες βιολογικές παραστάσεις καθώς και με έργα τέχνης.

Κοινά γνωρίσματα στους ποικίλους κοσμογονικούς μύθους είναι οι ακόλουθες ιδέες: α) αρχικά ο ουρανός και η γη αποτελούσαν ενιαίο σώμα, που χωρίστηκε με την πρωτοβουλία κάποιου δημιουργικού θεού ή με την επενέργεια κάποιας απρόσωπης αιτίας- β) στην εξουσία του κόσμου υπάρχει διαδοχή θεοτήτων, ώσπου να εδραιωθεί το καθεστώς του μεγαλύτερου θεού της επίσημης λατρείας.

Είναι προφανές ότι οι κοσμογονικοί μύθοι εξέφραζαν αρχικά προεπιστημονικές εμπειρίες του ανθρώπου και στη συνέχεια έγιναν σύμβολα. Θεμελιώδεις παραστάσεις όπως το σκοτάδι και ο κατακλυσμός των πάντων από το νερό έδιναν χειροπιαστή εικόνα του χάους ως πρωταρχικής κατάστασης των πραγμάτων. Η μετάβαση από τη νύχτα στην ημέρα, με την ανάδυση των μορφών μέσα στο φως, έδινε μια ιδέα για το πώς γεννήθηκε ο κόσμος. Το νερό και η γη ως δυνάμεις που «γεννούν» (νερό: ευφορία, σπέρμα, γη: βλάστηση) ενίσχυσαν τις πιο πάνω παραστάσεις στην απλοϊκή φαντασία. Έτσι δημιουργήθηκε η πίστη ότι οι μορφές του κόσμου παράγονται όπως τα ζώα και οι άνθρωποι. Με τον τρόπο αυτό επικράτησε στη θεογονική σκέψη η έννοια της γενεαλογίας που αργότερα θα προεκταθεί στους «θεογέννητους» βασιλιάδες και θα στηρίξει την εξουσία τους, αποτελώντας παράλληλα και την απαρχή της ιστοριογραφίας.

Η κοσμολογία, στην προσπάθειά της να εξηγήσει τη φύση, ξεκινά από τις δομές των θεογονικών μύθων. Αυτές οι δομές προσδιορίζουν ως ένα βαθμό την επιστημονική σκέψη. Και η φιλοσοφία παραλαμβάνει από τη θεογονική ποίηση έτοιμο το ακόλουθο θεματικό σχήμα: αρχική χαοτική κατάσταση – σπέρμα – χωρισμός των μερών του κόσμου – διαμόρφωση των ουράνιων σωμάτων και φαινομένων – γένεση της ζωής. Με τους πρώτους φιλοσόφους οι μυθικές μορφές μεταπλάθονται σε έννοιες και μαζί με τις θεωρίες καταρτίζεται και η ορολογία της φιλοσοφίας, που τότε δανείζεται τα πρώτα εκφραστικά της μέσα από τη θεολογία και την πολιτική. Έτσι η αφθαρσία του θεού γίνεται αφθαρσία της ύλης και η έννοια του κόσμου, που σημαίνει την τάξη και τη νομοτέλεια, μεταφέρεται από την πολιτική, για να δηλώσει τη φύση ως οργανωμένο σύνολο.

Ειδικά. Πρώτη έκφραση της κοσμολογίας είναι η θεωρία του Νερού. Ο Θαλής (625-546 π.Χ.), ασχολήθηκε με αστρονομικά, γεωγραφικά, μαθηματικά και μηχανικά προβλήματα, αφού ταξίδεψε και οικειώθηκε γνώσεις της Ανατολής. Ως πρωταρχικό δομικό υλικό του κόσμου θεώρησε το νερό. Έτσι στη θέση του θεογονικού Ωκεανού, του Πόντου, του Νηρέα, του Πρωτέα και του Τρίτωνα αναγνωρίστηκε το νερό, απρόσωπα, ως φυσικό σώμα και ως τμήμα του κόσμου. Η ιδιότητά του να φέρνει μέσα του ζωή και να ευνοεί την ανάπτυξη της ζωής, όπως διαπιστώθηκε προεπιστημονικά και εκφράστηκε παγκόσμια στους μύθους και τις λατρείες, συνέβαλε στη διαμόρφωση της υλοζωιστικής έννοιας του νερού ως έμβιου ή έμψυχου στοιχείου.

Από τη θεολογία στη φιλοσοφία. Αναξίμανδρος, Αναξιμένης  

Συστηματικότερος υπήρξε ο Αναξίμανδρος (610 – 546 π.Χ.). Έχοντας ως δεδομένα, εκτός από τη θεωρία του Νερού, τις σχεδόν ταυτόσημες μεταξύ τους θεογονικές παραστάσεις του Χάους, της Νύχτας, του Αέρα και του Ωκεανού, πέτυχε να κατανοήσει την πριν από τη διαμόρφωση του κόσμου κατάσταση του δομικού υλικού του και να θεωρήσει ως αρχή του σύμπαντος την έννοια της αδιαμόρφωτης μάζας. Αυτή την έννοια ο Αναξίμανδρος ίσως την ονόμασε ο ίδιος με τον όρο «Άπειρον», που τον εισηγήθηκε στη φιλοσοφία ουσιαστικοποιώντας το ουδέτερο του επίθετου «άπειρος». Ο Αναξίμανδρος θεώρησε τη μάζα του «απείρου» ως «αθάνατον». Μεταβιβάζοντας αυτό το γνώρισμα από τα πρόσωπα των θεών στην κοσμολογική αρχή, ο Αναξίμανδρος πέτυχε να συλλάβει την έννοια της αφθαρσίας της ύλης. Για τη γένεση του κόσμου ο Αναξίμανδρος δίδαξε ότι αυτή άρχισε από την αδιαμόρφωτη μάζα του «απείρου», όταν ξεχώρισε με έκκριση το «γόνιμον», δηλαδή το σπέρμα του θερμού και του ψυχρού. Έτσι, με πυρήνα το ψυχρό, που αποτέλεσε τη μάζα της Γης, διαμορφώθηκε μια σφαίρα από τη μάζα του θερμού, που έσκασε και τα κομμάτια της περίκλειστη καν μέσα σε μικρότερες σφαίρες και αποτέλεσαν τα ουράνια σώματα. Από θερμοκρασιακές μεταπτώσεις πάνω στην επιφάνεια της Γης αιτιολόγησε ο Αναξίμανδρος και την εμφάνιση της ζωής και υπέθεσε πρώτος ότι ο άνθρωπος έχει προέλθει «έξ άλλοειδών ζώων».

Η επιθυμία να κάνει αμεσότερα νοητό το «Άπειρον» του Αναξιμάνδρου φαίνεται ότι ήταν η αφετηρία της θεωρίας του Αναξιμένη (585-525 π.Χ.). Έτσι, με βάση την εμπειρία της γήινης ατμόσφαιρας και τις κρατούσες θεογονικές παραστάσεις του Αέρα, αυτός υπέθεσε ότι το σύμπαν απαρτίζεται αποκλειστικά από τη μάζα του αέρα και ότι από την πύκνωση και την αραίωσή του προέρχονται όλα τα φυσικά σώματα και φαινόμενα. Ίσως επέβαλαν στον Αναξιμένη την εκλογή αυτού του σώματος ως κοσμολογικής αρχής η χαοτική φύση του αέρα και η κινητικότητά του, που προϊδεάζουν για την ενέργεια και την αιτία της γένεσης και κάθε μεταβολής. Οπωσδήποτε, σύμφωνα με πάγια υλοζωιστική αντίληψη, ο Αναξιμένης εννοούσε τον αέρα ως ύλη και ενέργεια μαζί. Η θεωρία του Αέρα φαίνεται βέβαια απλοϊκή, ακόμα και με τα κριτήρια της εποχής της, ωστόσο ο Αναξιμένης πέτυχε να κάνει ορισμένα βήματα καθοριστικά για την εξέλιξη της κοσμολογίας: Διδάσκοντας ότι ο αέρας είναι όχι μόνο πριν από τη γένεση του κόσμου αλλά και παντοτινά η μοναδική ουσία του, προωθούσε το πρόβλημα από την κοσμογονία στην κοσμολογία, δηλαδή από την περιγραφική εξήγηση της καταγωγής του κόσμου στη λογική θεώρηση της δομής και της λειτουργίας του. Και θεωρώντας το θερμό και το ψυχρό, το υγρό και το ξηρό, ως καταστάσεις του αέρα, προσπαθούσε να κατανοήσει τις ποιότητες της ύλης και μάλιστα να τις εξηγήσει από τις ποσότητες. Έτσι ο Αναξιμένης οδήγησε την υλοζωιστική θεώρηση του κόσμου ως την άκρα συνέπειά της και προετοίμασε την κορυφαία έκφρασή της στον Ηράκλειτο.

*Υλοζωιστές ονομάστηκαν οι πρώτοι Ίωνες στοχαστές που θεώρησαν ότι η ύλη έχει μέσα της ζωή και συμπεριφέρεται ως ζωντανό στοιχείο (π.χ. το νερό, που ο Θαλής το θεώρησε αρχή της ζωής).

Πηγή: Ευάγγελος Ν. Ρούσσος, διδάκτωρ φιλοσοφίας, Φιλοσοφία Γ’ Λυκείου. Εκδόσεις ΟΕΔΒ.1984.

(Εμφανιστηκε 386 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν