18 Δεκεμβρίου 2017 at 19:59

Georg Ostrogorsky: Οι μεταρρυθμίσεις του Νικηφόρου Α’

από

Ο Γεώργιος Οστρογκόρσκι (Гео́ргий Алекса́ндрович Острого́рский, Αγία Πετρούπολη, 19 Ιανουαρίου 1902 – Βελιγράδι, 24 Οκτωβρίου 1976) ήταν Ρώσος βυζαντινολόγος. Θεωρείται ως ένας από τους γνωστότερους βυζαντινολόγους τους 20ου αιώνα. θεωρείται ως ο τελευταίος εκπρόσωπος της σειράς των Ρώσων Βυζαντινολόγων του 19ου-20ου αιώνα.

Κείμενο: Georg Ostrogorsky

Στο πρόσωπο του Νικηφόρου Α’ (802 – 11) απέκτησε η αυτοκρατορία και πάλι έναν ικανό ηγεμόνα. Ο ισχυρισμός του Θεοφάνη, σύμφωνα με τον οποίο η εκλογή του αυτοκράτορα προκάλεσε λύπη και απογοήτευση, αναφέρεται μόνο στην αντίδραση της σκληρής μοναστικής παρατάξεως. Δεν πρέπει να πιστέψουμε ότι το φλογερό μίσος που έτρεφε ο Θεοφάνης εναντίον του νέου αυτοκράτορα ήταν γενικώτερο, ακόμη και στους ορθόδοξους κύκλους. Βέβαια ο Νικηφόρος δεν υπήρξε προστάτης της Εκκλησίας και ζήτησε από τον κλήρο απόλυτη υποταγή στην αυτοκρατορική εξουσία, έμεινε όμως πιστός στην ορθόδοξη πίστη και στην ουσία υποστήριξε τη λατρεία των εικόνων. Με το γάμο του γιου και διαδόχου του Σταυρακίου με την Αθηναία Θεοφανώ, συγγενή της Ειρήνης, υπογράμμισε άλλωστε την απόφασή του να συνεχίσει την εικονόφιλη πολιτική της προηγούμενης κυβερνήσεως. Νέα κρίση όμως πέρασαν οι σχέσεις της κυβερνήσεως όπως και της εκκλησιαστικής ηγεσίας με την αδιάλλακτη μοναστική παράταξη, όταν μετά το θάνατο του Ταρασίου (25 Φεβρουαρίου 806) ο αυτοκράτορας κάλεσε στον πατριαρχικό θρόνο τον λόγιο ιστορικό Νικηφόρο. Όπως ο Ταράσιος έτσι και ο Νικηφόρος κατείχε όχι μόνο τις θύραθεν επιστήμες αλλά και τη θεολογία και διακρίθηκε όχι μόνο ως ιστοριογράφος αλλά αργότερα και ως συγγραφέας πολυάριθμων απολογητικών συγγραμμάτων για τη λατρεία των εικόνων. Πριν από την ανάρρησή του στον πατριαρχικό θρόνο ήταν, όπως και ο Ταράσιος, ανώτερος κυβερνητικός αξιωματούχος και στο χώρο της εκκλησιαστικής πολιτικής εκπροσωπούσε την ίδια μετριοπαθή γραμμή. Η ανάληψη του πατριαρχικού θρόνου από έναν λαϊκό προκάλεσε μεγάλη απογοήτευση στους ζηλωτές που, καθώς φαίνεται, υπολόγιζαν με την εκλογή του αρχηγού τους, του Θεόδωρου Στουδίτη. Σαν επιστέγασμα της τακτικής του ο αυτοκράτορας Νικηφόρος επανέφερε στο προσκήνιο την έριδα της μοιχείας με πρόθεση να επιβάλει την αρχή ότι οι εκκλησιαστικοί κανόνες δεν δεσμεύουν τον αυτοκράτορα. Για τον σκοπό αυτό συγκάλεσε σύνοδο με κοσμικούς και εκκλησιαστικούς αντιπροσώπους, η οποία αναγνώρισε το γάμο του Κωνσταντίνου ΣΤ’ με τη Θεοδότη και επανέφερε στην εκκλησιαστική κοινωνία τον ιερέα Ιωσήφ, που είχε τελέσει το γάμο (Ιανουάριος 809). Η πράξη αυτή ώθησε σε ανοικτή ρήξη τους μοναχούς της μονής Στουδίου, οι οποίοι διέκοψαν και πάλι τις σχέσεις τους με την επίσημη εκκλησιαστική ηγεσία και έτσι προκάλεσαν την πολιτεία να πάρει μέτρα εναντίον τους.

Η Άλωση της Θεσσαλονίκης το 904 από τους Σαρακηνούς πειρατές ήταν μία από τις χειρότερες καταστροφές που βρήκαν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία στην διάρκεια του 10ου αιώνα.
Η Άλωση της Θεσσαλονίκης το 904 από τους Σαρακηνούς πειρατές ήταν μία από τις χειρότερες καταστροφές που βρήκαν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία στην διάρκεια του 10ου αιώνα. The Fall of Thessaloniki in 904 by the Saracens pirates was one of the worst disasters that found the Byzantine Empire during the 10th century.

Πρώτη αποστολή του αυτοκράτορα ήταν να τακτοποιήσει τα οικονομικά της χώρας και να επαναφέρει την ισορροπία στην οικονομία, που είχε κλονίσει η επιπολαιότητα της προηγούμενης κυβερνήσεως. Ως πρώην διοικητής της οικονομικής υπηρεσίας ήταν πολύ καλά προετοιμασμένος για την αποστολή αυτή και πήρε μια σειρά από σοβαρά και έξυπνα μέτρα. Τα μέτρα αυτά περιγράφει ο άσπονδος εχθρός του Θεοφάνης με υβριστικό και περιφρονητικό τρόπο ως τις «δέκα κακώσεις» του Νικηφόρου. Στην αρχή ο Νικηφόρος ακύρωσε τις φορολογικές διευκολύνσεις που είχε παραχωρήσει η Ειρήνη. Στη συνέχεια ζήτησε νέες φορολογικές δηλώσεις από τους υπηκόους του. Σε σύγκριση με την προηγούμενη κατάσταση η φορολογία αυξήθηκε και επιβλήθηκε η καταβολή του ποσού των δύο κερατίων ως τέλος εγγραφής στους φορολογικούς καταλόγους (δηλαδή για κάθε νόμισμα, που σημαίνει 8 1/3 στα εκατό). Οι «πάροικοι» (αγρότες μισθωτοί) των μονών και των ναών, όπως και τα πολυάριθμα στο Βυζάντιο φιλανθρωπικά ιδρύματα υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν τον λεγόμενο «καπνικό» φόρο. Ο φόρος αυτός, που στην ουσία ήταν κεφαλικός φόρος με βάση την οικογένεια και που μνημονεύεται στην περίπτωση αυτή για πρώτη φορά σε βυζαντινές πηγές, αποτελούσε στη μέση βυζαντινή εποχή μαζί με το φόρο για την ακίνητη περιουσία το σπουδαιότερο κρατικό έσοδο. Τη φορολογία αυτή δεν εισήγαγε πρώτος ο Νικηφόρος. Αντίθετα φαίνεται ότι ήταν γενικά αναγνωρισμένη την εποχή εκείνη. Μόνο που τώρα επιβάλλεται και σε μια ορισμένη κατηγορία αγροτών, οι οποίοι ως τώρα είχαν εξαιρεθεί από τη φορολογία αυτή. Είναι πιθανό η απαλλαγή αυτή να χρονολογείται από την εποχή της Ειρήνης, γιατί οι εκκλησιαστικές και μοναστικές περιουσίες στο Βυζάντιο ήταν ανέκαθεν φορολογούμενες. Στην περίπτωση αυτή ο Νικηφόρος δεν εισήγαγε νεωτερισμούς αλλά απλώς επανέφερε σε ισχύ την παλαιά τάξη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες άλλων πηγών, ο καπνικός φόρος ανέρχονταν γύρω στο 820 στο ποσό των δύο μιλιαρησίων και καταβαλλόταν από όλο τον φορολογούμενο αγροτικό πληθυσμό. Για να προφυλάξει ο Νικηφόρος το δημόσιο ταμείο από ενδεχόμενες απώλειες κατέστησε τους φορολογούμενους συλλογικά υπεύθυνους για την είσπραξη των φόρων. Σε κάθε κοινότητα επιβλήθηκε δηλ. ένα συνολικό ποσό φορολογίας, για το οποίο ήσαν υπεύθυνοι όλοι οι κάτοικοι της κοινότητας και σε περίπτωση μη πληρωμής όφειλαν να καταβάλλουν τα πληρωτέα ποσά οι γείτονες. Ούτε η διάταξη αυτή ήταν νέα, αλλά εφαρμογή του συστήματος του «αλληλεγγύου», το οποίο προέβλεπε ο Νόμος Γεωργικός, αν και ο τεχνικός αυτός όρος συναντάται τώρα για πρώτη φορά.

Ο Νικηφόρος προσάρτησε ορισμένα εκκλησιαστικά κτήματα στη διοίκηση των βασιλικών κτημάτων και μάλιστα χωρίς να μειώσει τις φορολογικές υποχρεώσεις των κτημάτων αυτών, που με τον τρόπο αυτό είχαν λιγοστέψει. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι και το μέτρο αυτό απέβλεπε στην ακύρωση δωρεών, που είχε παραχωρήσει η αυτοκράτειρα Ειρήνη. Η είσπραξη των φόρων κληρονομιάς και εκμεταλλεύσεως πολύτιμων πηγών γινόταν τώρα με μεγαλύτερη αυστηρότητα, ενώ επιβλήθηκε βαρειά φορολογία και σ’ εκείνους που από φτωχοί ξαφνικά βρέθηκαν πλούσιοι. Οι δούλοι, που αγοράζονταν έξω από τα τελωνειακά σύνορα της Αβύδου και μάλιστα στην περιοχή της Δωδεκανήσου, φορολογήθηκαν με το ποσό των δύο νομισμάτων ο καθένας. Επίσης ο αυτοκράτορας απαγόρευσε στους υπηκόους του την είσπραξη τόκων, περιορίζοντας το δικαίωμα αυτό μόνο στο κράτος. Έτσι ανάγκασε τους πλούσιους εφοπλιστές της Κωνσταντινουπόλεως να δεχθούν κρατικά δάνεια στο ύψος των δώδεκα λίτρων χρυσού και να καταβάλλουν τόκους τέσσερα κεράτια για κάθε νόμισμα, δηλ. με επιτόκιο 16,66%111. Αν και η δανειοδότηση με τόκους αντέβαινε στο ηθικό αίσθημα του μεσαίωνα, απαγορευτικές διατάξεις για το θέμα αυτό, όπως λ.χ. του Νικηφόρου και αργότερα του Βασιλείου Α’, ήταν πολύ σπάνιες στο Βυζάντιο. Οι ανάγκες της αναπτυγμένης βυζαντινής νομισματικής οικονομίας επέβαλλαν την παραγκώνιση των ηθικών κανόνων. Η τοκογλυφία ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στο Βυζάντιο σε όλες τις εποχές. Αλλά και η απαγόρευση της τοκοφλυφίας από τον Νικηφόρο, που ήταν ένας πολύ ρεαλιστής πολιτικός, δεν οφείλεται σε ιδεαλιστικές αρχές. Αποκλείοντας την ιδιωτική πρωτοβουλία, μονοπώλησε για το κράτος τη δανειοδότηση και με την επιβολή εξαιρετικά υψηλών τόκων δημιούργησε μια νέα πηγή εσόδων για το κρατικό ταμείο.

Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος έλαβε σοβαρά μέτρα για την ενίσχυση του αμυντικού συστήματος, το οποίο από τον έβδομο αιώνα και εξής στηριζόταν κυρίως στους μικρογαιοκτήμονες στρατιώτες. Σύμφωνα με πληροφορίες από τον δέκατο αιώνα, το κτήμα κάθε στρατιώτη, που αποτελούσε και την πηγή των οικονομικών του πόρων, έπρεπε να έχει αξία το λιγότερο τέσσερες λίτρες χρυσού, γιατί ο στρατιώτης έπρεπε να παρουσιασθεί στο στρατό, όταν εκαλείτο, με άλογο και πλήρη εξοπλισμό. Επειδή, όπως φαίνεται, δεν υπήρχαν αρκετοί στρατιώτες ιδιοκτήτες τέτοιων κτημάτων, ο Νικηφόρος επέτρεψε και σε φτωχότερους γεωργούς να υπηρετούν στο στρατό, με τον όρο ότι η κοινότητα του χωριού τους έπρεπε να καλύπτει τη δαπάνη για τον εξοπλισμό τους, καταβάλλοντος κάθε χρόνο το ποσό των 18 1/2 νομισμάτων. Με το μέτρο αυτό το κτήμα με την καθορισμένη αυτή αξία δεν ήταν ανάγκη πια να αποτελεί οπωσδήποτε προσωπική ιδιοκτησία ενός μόνο αγρότη, αλλά μπορούσε να ανήκει σε περισσότερους γεωργούς, από τους οποίους ο ένας εκτελούσε τη στρατιωτική υπηρεσία, ενώ οι λοιποί κάλυπταν τη δαπάνη για τον εξοπλισμό του. Ακόμη και στην περίπτωση της πτωχεύσεως ενός στρατιώτη, οπότε δεν μπορούσε ο ίδιος να καλύψει τα έξοδα του οπλισμού του, το σύστημα του καταμερισμού των οικονομικών βαρών ανάμεσα στους «ομοχώρους» του προστάτευε το κράτος από την απώλεια στρατιωτικών δυνάμεων. Το σύστημα αυτό εξασφάλιζε στο κράτος την κανονική στρατολόγηση, όπως ακριβώς και το «αλληλέγγυον» εξασφάλιζε την κανονική είσπραξη των φόρων.

Σλάβοι ζητούν βοήθεια από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Slavs seek help from the emperor of Byzantium.
Σλάβοι ζητούν βοήθεια από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Slavs seek help from the emperor of Byzantium.

Σύμφωνα με πληροφορίες από τον δέκατο αιώνα, εκτός από τους στρατιώτες και οι ναύτες κατείχαν αγροκτήματα, τα οποία τους εξασφάλιζαν τους οικονομικούς τους πόρους. Αυτός ήταν ο σκοπός των μέτρων εκείνων του Νικηφόρου, τα οποία ο Θεοφάνης αναφέρει ως ένατη «κάκωση», όταν γράφει ότι ο αυτοκράτορας εξανάγκασε τους ναυτικούς των παρακτίων περιοχών, ιδιαίτερα της Μ. Ασίας, οι οποίοι δεν είχαν ασχοληθεί ως τότε με την γεωργία, να αγοράσουν αγροκτήματα από τις δημευμένες χέρσες περιοχές στην τιμή που είχε καθορίσει ο ίδιος. Φαίνεται ότι στην περίπτωση αυτή έχουμε για πρώτη φορά δημιουργία «ναυτικών κλήρων», ένα μέτρο που αποδείχθηκε εξαιρετικά σημαντικό για το βυζαντινό ναυτικό και που βασικά αφορούσε μόνο τους ναύτες του θέματος των Κιβυρραιωτών.

Επί πλέον ο Νικηφόρος έλαβε και ορισμένα μέτρα εποικισμού, που απέβλεπαν στην προστασία περιοχών που κινδύνευαν ιδιαίτερα. Έτσι ανάγκασε κατοίκους των μικρασιατικών θεμάτων να εκποιήσουν τις περιουσίες τους και να μετοικίσουν στις «Σκλαβινίες», δηλ. σε σλαβοκρατούμενες περιοχές της βαλκανικής χερσονήσου, όπου βέβαια οι έποικοι έλαβαν καινούργιες γαιοκτησίες και υποχρεώθηκαν να εκτελούν στρατιωτική υπηρεσία ως στρατιώτες. Τα μέτρα αυτά, τα οποία μέμφεται ιδιαίτερα ο Θεοφάνης, συνεχίζουν την εποικιστική πολιτική των δύο προηγούμενων αιώνων. Ουσιαστικά η πολιτική του Νικηφόρου δεν ήταν καθόλου επαναστατική. Επιχείρησε κυρίως να εξυγειάνει ριζικά την κατάσταση, διορθώνοντας τα λάθη και τις παραλείψεις των προκατόχων του. Οι μεταρρυθμίσεις του δεν ξεπέρασαν τα πλαίσια της παραδοσιακής βυζαντινής πολιτικής. Ιδιαίτερα πρόσεξε τις δύο βάσεις του βυζαντινού κράτους, δηλ. την οικονομία και το στρατό. Κατόρθωσε χωρίς αμφιβολία να αυξήσει την οικονομική ισχύ της αυτοκρατορίας, αν και γι’ αυτό χρησιμοποίησε ακόμη και βίαια μέσα. Η πολύπλευρη δράση του στον τομέα αυτό επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τις μεθόδους της βυζαντινής διαχειρίσεως των οικονομικών και να αποκτήσουμε μιαν εικόνα του υψηλού επιπέδου της βυζαντινής οικονομίας την περίοδο του σκοτεινού μεσαίωνα. Ο Νικηφόρος Α’ ενίσχυσε σημαντικά και το στρατό της αυτοκρατορίας, στον οποίο ο πρώην υπουργός των οικονομικών εφάρμοσε τα πιο νεωτεριστικά και αποφασιστικά μέτρα του.

Η εποικιστική πολιτική του Νικηφόρου είχε ιδιαίτερη σημασία, γιατί αφορούσε κυρίως τις σλαβοκρατούμενες περιοχές της βαλκανικής χερσονήσου και προ παντός τις περιοχές εκείνες της Θράκης και της ανατολικής Μακεδονίας που συνόρευαν με τη Βουλγαρία. Η μεγάλη μετακίνηση των Σλάβων τον έκτο και τον έβδομο αιώνα ανάγκασε τη βυζαντινή αυτοκρατορία να εγκαταλείψει τις περισσότερες θέσεις της στην περιοχή της βαλκανικής χερσονήσου. Από τότε το σλαβικό κύμα μεγάλωνε συνεχώς. Όπως λέει ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, η Πελοπόννησος ήταν στα μέσα του όγδοου αιώνα μια σλαβική και βαρβαρική χώρα. Στα μέσα όμως του όγδοου και τις αρχές του ένατου αιώνα αρχίζει μία αργή αλλά σταθερή εξέλιξη προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στα χρόνια της βασιλείας της Ειρήνης πραγματοποίησε το Βυζάντιο μια μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Σλάβων στην Ελλάδα. Το 783 ο λογοθέτης Σταυράκιος εκστρατεύει με ισχυρές δυνάμεις στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, εισβάλλει μετά στην Ελλάδα και την Πελοπόννησο και εξαναγκάζει τις εκεί σλαβικές φυλές να αναγνωρίσουν τη βυζαντινή κυριαρχία και να καταβάλλουν φόρους. Η σημασία που απέδωσε το Βυζάντιο στη νίκη του Σταυράκιου εναντίον των σλαβικών φύλων στην Ελλάδα ήταν τόσο μεγάλη ώστε μετά την επιστροφή του από την επιτυχή εκστρατεία γιόρτασε θρίαμβο στον Ιππόδρομο. Ωστόσο στα τέλη του όγδοου αιώνα οι Σλάβοι της Ελλάδος με ηγέτη τον άρχοντα της φυλής των Βελεγεζιτών έλαβαν ενεργό μέρος σε ένα πραξικόπημα εναντίον της αυτοκράτειρας Ειρήνης για χάρη των εκτοπισμένων στην Αθήνα γιων του Κωνσταντίνου Ε’, ενώ στις αρχές του ένατου αιώνα οι Σλάβοι της Πελοποννήσου εξεγέρθηκαν σε μια επανάσταση μεγάλης εκτάσεως. Λεηλάτησαν τις γύρω περιοχές και το 805 επιχείρησαν μεγάλη επίθεση εναντίον της Πάτρας. Η πολιορκία της πόλεως ήταν εξαιρετικά σκληρή, τελείωσε όμως με την καταστροφή των Σλάβων, που ο πληθυσμός της Πάτρας απέδωσε στη θαυματουργική επέμβαση του απόστολου Ανδρέα, όπως άλλοτε η σωτηρία της Θεσσαλονίκης είχε θεωρηθεί έργο του αγίου Δημητρίου. Ο αυτοκράτορας αφιέρωσε στο ναό του αγίου Ανδρέα όχι μόνο όλη τη λεία του πολέμου, αλλά και τους νικημένους Σλάβους με τις οικογένειές τους ως πάροικους, οι οποίοι έτσι μαζί με την ανεξαρτησία έχασαν και την κοινωνική τους ελευθερία. Βέβαια οι Σλάβοι της Πελοποννήσου συνέχισαν να δημιουργούν προβλήματα στη βυζαντινή κυβέρνηση, ενώ οι φυλές των Μελιγγών και των Εζεριτών στον Ταΰγετο, εναντίον των οποίων αγωνίσθηκαν σκληρά οι Φράγκοι τον δέκατο τρίτο αιώνα, διατήρησαν την εθνική τους ιδιαιτερότητα ως την εποχή των Τούρκων. Οπωσδήποτε όμως η ήττα των Σλάβων στην Πάτρα αποτέλεσε σημαντικό βήμα στη διαδικασία του επανεξελληνισμού της νότιας Ελλάδος. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε από τους Βυζαντινούς ως η στιγμή της παλινορθώσεως της βυζαντινής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο, μετά από δύο και πλέον αιώνες σλαβικής κυριαρχίας.

Η βαθμιαία εδραίωση της βυζαντινής κυριαρχίας σε ορισμένες περιοχές της βαλκανικής χερσονήσου εκφράζεται καθαρά με την επέκταση του συστήματος των θεμάτων και την ίδρυση νέων. Για να μάθει κανείς ποιες περιοχές ανήκαν πράγματι στην εξουσία του βυζαντινού κράτους, δηλ. οι οποίες δεν αναγνώριζαν τυπικά μόνο τη βυζαντινή κυριαρχία, αλλά βρίσκονταν κάτω από την ουσιαστική και άμεση εξουσία της, αρκεί να εξακριβώσει την έκταση του βυζαντινού συστήματος των θεμάτων. Αυτό είναι και το μοναδικό βέβαιο μέτρο της πραγματικής καταστάσεως. Γιατί μόνον εκεί όπου υπάρχουν θέματα υπάρχει, περισσότερο ή λιγότερο, οργανωμένη βυζαντινή διοίκηση. Η Θράκη και η Ελλάς ήταν τα μόνα θέματα, που είχε το Βυζάντιο στη βαλκανική χερσόνησο από τα τέλη του έβδομου αιώνα και η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε για μακρό χρόνο. Είναι όμως βέβαιο ότι από τα τέλη του όγδοου αιώνα εκτός από την Θράκη υπάρχει και το ανεξάρτητο θέμα Μακεδονίας, το οποίο όμως περιλάμβανε όχι τα κυρίως μακεδονικά εδάφη, αλλά τις περιοχές της δυτικής Θράκης. Την ίδια εποχή ιδρύεται και το θέμα Πελοποννήσου. Το αργότερο στα πρώτα έτη του ένατου αιώνα οργανώνεται το θέμα Κεφαλληνίας, που περιλαμβάνει το νησιά του Ιονίου Πελάγους. Στις αρχές του ένατου αιώνα ανάγεται και η σύσταση των θεμάτων Θεσσαλονίκης και Δυρραχίου με τις γειτονικές περιοχές τους, που αποτελούσαν τα κύρια ορμητήρια της βυζαντινής δυνάμεως στις ακτές του Αιγαίου και του Αδριατικού πελάγους. Λίγο αργότερα το σύστημα των θεμάτων εισάγεται και στο έδαφος της Ηπείρου με την ίδρυση του θέματος Νικοπόλεως. Εξάλλου η οργάνωση του θέματος Στρυμώνος συνέδεσε το θέμα Θεσσαλονίκης με τα θρακικά θέματα Θράκης και Μακεδονίας. Τέλος στο δεύτερο μισό του ένατου αιώνα ιδρύεται το θέμα Δαλματίας, που περιέλαβε τις πόλεις και τα νησιά της περιοχής αυτής. Η επέκταση του συστήματος των θεμάτων στη βαλκανική χερσόνησο δείχνει τη βαθμιαία αποκατάσταση της βυζαντινής κυριαρχίας στα Βαλκάνια, από τα οποία είχε αναγκαστικά αποσυρθεί εξαιτίας των σλαβικών επιδρομών. Το γεγονός αυτό μας δείχνει την πρόοδο και ταυτόχρονα τα όρια των βυζαντινών ανακτήσεων, καθώς και του επανεξελληνισμού που τις ακολούθησε. Το Βυζάντιο κατόρθωσε σιγά – σιγά να περιζώσει με το σύστημα των θεμάτων όλες τις παράλιες περιοχές, αλλού σε μεγαλύτερο και αλλού σε στενότερο βάθος. Η αυτοκρατορία πέτυχε να αποκαταστήσει την κυριαρχία της και το διοικητικό της σύστημα στα παράλια εκείνα, που ήταν προσιτά στο στόλο της και πλούσια σε αρχαίες πόλεις και λιμάνια. Οι επιτυχίες όμως των Βυζαντινών στην ανάκτηση των παλαιών εδαφών τους σταμάτησαν εδώ. Το εσωτερικό της βαλκανικής χερσονήσου παρέμεινε και αργότερα στην μεγαλύτερη έκτασή του έξω από τα όρια της αυτοκρατορίας.

Η εγκατάσταση των στρατιωτών από τη Μ. Ασία στα εδάφη των Σκλαβινιών αποτελεί μια μόνο επί μέρους φάση στην προσπάθεια να εδραιωθούν οι βυζαντινές θέσεις στα Βαλκάνια. Από την άλλη μεριά επιβλήθηκε σαν απαραίτητο μέτρο, εξαιτίας του επικείμενου αγώνα εναντίον των Βουλγάρων. Αν και δεν ήταν γεννημένος στρατιώτης ο Νικηφόρος Α’, όμως διεξήγαγε τον πόλεμο με μεγάλη αποφασιστικότητα και πολλές φορές ανέλαβε ο ίδιος την αρχηγία του στρατού. Αμέσως μετά την άνοδό του στο θρόνο διέκοψε την καταβολή φόρων προς το χαλιφάτο, τους οποίους είχε υποχρεωθεί να καταβάλλει η Ειρήνη. Αλλ’ η δύναμη της αυτοκρατορίας στην Ανατολή κλονίσθηκε σοβαρά από τον εμφύλιο πόλεμο, τον οποίο προκάλεσε το καλοκαίρι του 803 το πραξικόπημα του Βαρδάνη Τούρκου, που είχε διορισθεί ανώτατος στρατιωτικός διοικητής όλων των μικρασιατικών θεμάτων. Οι Άραβες άρχισαν ξανά τις επιδρομές στα εδάφη της αυτοκρατορίας και το 806 ο Harun al Rashid εμφανίσθηκε με μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις, εκπόρθησε πολλά κάστρα των ακριτικών περιοχών, κατέλαβε τα Τύανα και έστειλε ισχυρές δυνάμεις στην περιοχή της Άγκυρας. Ο αυτοκράτορας αναγκάσθηκε να ζητήσει συνθηκολόγηση, να καταβάλλει νέους φόρους και εκτός από αυτό να αναλάβει την ταπεινωτική υποχρέωση της καταβολής στον χαλίφη από δύο χρυσά νομίσματα το χρόνο σαν κεφαλικό φόρο για τον εαυτό του και τον γιο του. Ο θάνατος όμως του Harun (809) και οι εσωτερικές ταραχές στο χαλιφάτο που τον ακολούθησαν, έφεραν σχετική ανακούφιση. Το κύριο βάρος της βυζαντινής εξωτερικής πολιτικής έπεφτε όλο και περισσότερο στο χώρο των Βαλκανίων.

Πηγή: Georg Ostrogorsky Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους
Τόμοι: Α’+Β’+Γ’ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΗΝΑ 1978
Τίτλος πρωτοτύπου: GESCHICHTE DES BYZANTINISCHEN STAATES
Μετάφραση: ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ
Επιστημονική εποπτεία: ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Κ. ΧΡΥΣΟΣ

Οι φωτογραφίες είναι από εδώ: Charles Diehl, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Ηλιάδη -Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία.

(Εμφανιστηκε 585 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν